Χαιρετίσματα στην εξουσία…

Στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου,

αυτό το οποίο ονομάζουμε σήμερα "τρομοκρατία"

είναι μια συνταγματικά νόμιμη λαϊκή δραστηριότητα.

Την "πάτησαν"

αυτοί οι οποίοι χαίρονται σήμερα με την εξάρθρωσή της

και νομίζουν ότι θα την εκμεταλλευτούν πολιτικά.

 

 

Η πολυδιαφημισμένη "εξάρθρωση" της διαβόητης τρομοκρατικής οργάνωσης, που ακούει στο όνομα "17 Νοέμβρη" πιθανόν ν' αποτελεί το μεγαλύτερο στρατηγικό σφάλμα της αστικής εξουσίας, που κυβερνάει τη χώρα. Οι κατά τα άλλα παμπόνηροι εξουσιαστές μας μάλλον έκαναν το σφάλμα του αιώνα. Έκαναν ένα σφάλμα, που μπορεί ν' αλλάξει άρδην την κατάσταση στην ελληνική κοινωνία. Οι αστοί, που μας κυβερνάνε, πιάστηκαν σε μια "φάκα", που ακόμα και οι ίδιοι οι τρομοκράτες δεν πίστευαν ποτέ τους ότι θα μπορούσαν να στήσουν απέναντί τους. Ακολουθώντας τις εντολές των πανάσχετων Αμερικανών, οι οποίοι ξεκίνησαν έναν αφελή αντιτρομοκρατικό πόλεμο, έκαναν αυτό που δεν έπρεπε. Μετέτρεψαν τους ακίνδυνους για την εξουσία ανώνυμους "πιστολάδες" σε υπερεπικίνδυνους επώνυμους πολιτικούς παράγοντες. Παράγοντες, οι οποίοι, αν χειριστούν έξυπνα την κατάσταση, μπορούν να γίνουν πολλαπλάσια πιο επικίνδυνοι από την εποχή κατά την οποία εκτελούσαν πολίτες, προκειμένου να "παράγουν" πολιτική.

Αυτό είναι το μέγα σφάλμα αυτών που μας κυβερνάνε. Ενεργώντας αφελώς, κατόρθωσαν και πήραν από τα χέρια τους τα ακίνδυνα για την εξουσία πιστόλια και τους έδωσαν μικρόφωνα, πολλαπλάσια πιο ισχυρά. Τώρα, που συνελήφθησαν οι τρομοκράτες-καταγγέλοντες, τα πράγματα είναι δύσκολα γι' αυτούς οι οποίοι θα πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί υπάρχουν τρομοκράτες και τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο καταγγέλλουν. Οι τρομοκράτες δεν έχουν να προσθέσουν τίποτε παραπάνω από όσα είδη γνωρίζουμε. Αυτοί που έχουν πρόβλημα είναι αυτοί οι οποίοι πρέπει να μας πουν πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε. Αυτοί θα πρέπει να εξηγήσουν στον λαό τι ακριβώς συμβαίνει με το θέμα της τρομοκρατίας και ποιος στην πραγματικότητα την προκαλεί.

Πολλοί —και μάλιστα άνθρωποι της εξουσίας— δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι οι καιροί πλέον δεν τους ευνοούν. Δεν τους ευνοούν στις αυθαιρεσίες τους και στις κλοπές τους. Λειτουργούν με κεκτημένη ταχύτητα, νομίζοντας ότι είμαστε ακόμα στον Μεσαίωνα της άγνοιας. Δεν καταλαβαίνουν ότι οι κοινωνίες μορφώθηκαν και δεν μπορείς να τις εμπαίζεις με νομικίστικες αστειότητες. Οι σύγχρονες κοινωνίες συντίθενται από πολίτες με δικαιώματα και εξουσίες και όχι από δουλοπάροικους, που αρκεί να τους πετάς ένα "ξεροκόμματο" για να μην αντιδρούν. Δεν έχουν καταλάβει ότι δεν μπορούν να εκμεταλλεύονται τους συνανθρώπους τους και να τους φέρονται σαν να είναι "κατοικίδια" ζώα.

Αυτοί οι οποίοι έγιναν πλούσιοι και ισχυροί εξαιτίας της αστικής δημοκρατίας και του "πολιτισμού", δεν γνωρίζουν καν πώς λειτουργεί αυτή η δημοκρατία και βέβαια ο πολιτισμός. Προφανώς "ξέχασαν" ότι κι αυτοί οι ίδιοι πήραν την εξουσία εξαιτίας της βίας της "τρομοκρατίας". "Ξέχασαν" ότι κάποτε κι αυτοί ήταν για την εξουσία "τρομοκράτες", που αγωνίζονταν για δικαιώματα. "Ξέχασαν" ότι κάποτε κι αυτούς τους κυνηγούσαν σαν κοινούς εγκληματίες οι "νόμιμοι" φεουδάρχες και τα "νόμιμα" "σκυλιά" τους και οι οποίοι την εποχή εκείνη συνέθεταν τις δυνάμεις που υποτίθεται προστάτευαν την κοινωνική ειρήνη και την ανθρώπινη ζωή.

Σήμερα, που οι ίδιοι είναι πλέον εξουσία και απειλούν τα δικαιώματα των πολιτών με τις αυθαιρεσίες τους και τις κλοπές τους, δεν ανέχονται την βία από την πλευρά αυτών που θίγονται από την αθλιότητα τους. Για όσο διάστημα ήταν κι αυτοί στην πλευρά των θιγμένων, έβλεπαν τη βίαια αντίδραση σαν θεμιτό κι αναπόφευκτο μέσο για την επιβολή της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισοπολιτείας. Σήμερα, που έχουν την εξουσία στα χέρια τους, θέλουν αυτοί οι ίδιοι να "μοιράζουν" δικαιοσύνη και ισοπολιτεία, χωρίς να ελέγχονται από κανέναν. Σήμερα, που αυτοί έχουν την εξουσία, ονομάζουν τους αντιδραστικούς πολίτες "κοινούς κακοποιούς" και θέλουν να τους δικάσουν σαν τέτοιους. Το θέμα είναι ότι, άσχετα με το τι "θυμούνται" οι ίδιοι, το σημαντικό είναι το τι "θυμάται" ο νόμος. Άσχετα με το τι θέλουν οι ίδιοι και το τι δεν θέλουν, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι το τι λέει ο νόμος και όχι οι ίδιοι, που δεν είναι υπεράνω του νόμου.

Σε ποιον όμως νόμο αναφερόμαστε; Στον νόμο "κλοτσοσκούφι" των πολιτικών; Στον νόμο που επιβάλλεται ή αλλάζει κατόπιν παραγγελίας των ισχυρών της κοινωνίας; Όχι βέβαια. Αναφερόμαστε στον βασικό νόμο. Στον νόμο των νόμων. Στον νόμο, που αποτελεί το λειτουργικό ενός αστικού συστήματος. Στον νόμο, που "αποτυπώνει" πάνω του τα κέρδη της πορείας της ανθρωπότητας και όχι στον απλό νόμο της διαχείρισης, που θεσμοθετείται ή καταργείται με μερικές ψήφους βουλευτών, οι οποίοι επιλύουν προβλήματα της τρέχουσας πραγματικότητας. Αναφερόμαστε στο φοβερό και τρομερό Σύνταγμα. Στη "μήτρα" όλων των νόμων.

Τι λέει αυτός ο νόμος; Το εξής σημαντικό και εκ πρώτης όψεως αντιφατικό. Ο νόμος, που στο όνομα του ανθρωπισμού και του πολιτισμού απαγορεύει στους πολίτες να αυτοδικούν και να παίρνουν τον νόμο στα "χέρια" τους, υποχρεώνει τους πολίτες να παίρνουν το Σύνταγμα στα "χέρια" τους, κάθε φορά που αντιλαμβάνονται ότι αυτό κινδυνεύει με κατάλυση. Ο ίδιος νόμος, που τιμωρεί σκληρά την αυτοδικία είναι αυτός ο οποίος υποχρεώνει τον πολίτη να αυτοδικεί, κάθε φορά που αντιλαμβάνεται ότι το Σύνταγμα απειλείται. Το "δικαίωμα" της τρομοκρατίας σ' αυτόν τον νόμο βασίζεται και όχι στον κοινό νόμο.

Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς λέμε. Πολλοί πολίτες —και όχι εξαιτίας δικής τους παράβλεψης ή αμέλειας, αλλά εξαιτίας της πονηρής τακτικής της εξουσίας, που δεν θέλει να εμποδίζεται στην αυθαιρεσία της— αγνοούν τον ρόλο του Συντάγματος. Δεν γνωρίζουν τη σημασία του και δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό.

Κανονικά θα έπρεπε μέσα στο σπίτι του κάθε πολίτη το Σύνταγμα της χώρας να είναι αναρτημένο στον τοίχο με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο που αναρτούν οι χριστιανοί τα "εικονοστάσια" τους. Φυσιολογικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει πολίτης αυτής της χώρας που να μην το γνωρίζει από μνήμης. Ό,τι είναι οι Δέκα Εντολές για έναν χριστιανό είναι το Σύνταγμα για έναν πολίτη. Όπως δεν υπάρχει άγιος, όταν ο λόγος του δεν σέβεται τις Εντολές, έτσι δεν υπάρχει εξουσία και νόμος που να ισχύει, αν δεν σέβεται το Σύνταγμα.

Όπως οι Δέκα Εντολές ταυτίζονται με τον Ίδιο τον Θεό, έτσι και το Σύνταγμα ταυτίζεται με τον ίδιο τον λαό. Όπως ο χριστιανός θεωρεί δεδομένο ότι κάθε φορά που παραβαίνει τον Νόμο του Θεού είναι αμαρτωλός, που απειλεί τον Ίδιο τον Θεό, έτσι πρέπει να θεωρεί και ο κάθε παραβάτης του Συντάγματος ότι είναι "αμαρτωλός", που απειλεί τον ίδιο τον λαό. Όπως ο χριστιανός θεωρεί δεδομένο ότι ως αμαρτωλός τιμωρείσαι με τον πιο σκληρό τρόπο, έτσι πρέπει να θεωρεί δεδομένο και ο κάθε πολίτης ότι κάθε φορά που "αμαρτάνει" συνταγματικά, θα τιμωρηθεί με τον πιο σκληρό τρόπο.

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι το Σύνταγμα και η προστασία του είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, για να αφεθεί στα χέρια του συστήματος και των νομικών-συνταγματολόγων του κράτους. Γιατί; Γιατί οι συνταγματολόγοι έχουν τόση σχέση με το Σύνταγμα όση οι δικηγόροι μας με τα χωράφια μας. Καί οι δυο μπορεί να τρώμε ψωμί από αυτά, αλλά δεν σημαίνει ότι έχουμε απόλυτα ταυτισμένα συμφέροντα. Πάντα υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα μεταξύ ιδιοκτησίας και διαχείρισης. Εμάς για παράδειγμα, ως ιδιοκτήτες, δεν μας συμφέρει σε καμία περίπτωση να πουληθούν τα "χωράφια" μας, ενώ τους δικηγόρους μας —κάτω από ορισμένες συνθήκες— μπορεί και να τους συμφέρει. Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι το Σύνταγμα είναι πολύ σοβαρή και "ιδιωτική" για τον κάθε πολίτη υπόθεση.

Το Σύνταγμα και η προστασία του είναι αποκλειστική υπόθεση του πολίτη. Το Σύνταγμα, τόσο ως κατάκτηση όσο και ως εφαρμογή, ανήκει στη σφαίρα των συμφερόντων του πολίτη. Σ' αυτό το σημείο διαφέρει το Σύνταγμα από τον κοινό νόμο. Το Σύνταγμα είναι αυτό το οποίο κάνει τον πολίτη θεό του συστήματος. Το Σύνταγμα διασφαλίζει στον πολίτη την απόλυτη κυριαρχία του. Το Σύνταγμα φυλάττει ως κόρη οφθαλμών αυτά τα οποία μετά από τρομερούς αγώνες διασφάλισαν στους ανθρώπους οι πατέρες-θεοί των λαών. Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και τη διαφορά του με τον κοινό νόμο.

Ο κοινός νόμος εκφράζει συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία αφορούν το "μερικό" που είναι μεταβλητό και προσαρμόζεται στις ανάγκες των καιρών. Επιλύει προβλήματα της τρέχουσας πραγματικότητας. Αν οι πολίτες χρησιμοποιούν "κάρα" για τις δουλειές τους, ο κοινός νόμος θ' ασχοληθεί με τα προβλήματα αυτής της πραγματικότητας. Αν αυτά τα "κάρα" αντικατασταθούν από τα "αυτοκίνητα", μαζί τους θ' αντικατασταθούν και οι κοινοί νόμοι που αφορούν την προηγούμενη κατάσταση. Ο κοινός νόμος, σ' ό,τι αφορά την ποιότητά του, εξαρτάται από την ευφυΐα και την οξυδέρκεια του νομοθέτη.

Αντίθετα μ' αυτόν ο συνταγματικός νόμος δεν έχει σχέση με όλα αυτά. Εκφράζει το "όλον", που είναι αμετάβλητο και δεν προσαρμόζεται στις εφήμερες ανάγκες των καιρών, αλλά στις μόνιμες κι αναλλοίωτες ανάγκες του ανθρώπινου όντος. Το Σύνταγμα ασχολείται με όλα εκείνα τα θέματα που προστατεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στα πλαίσια της οργανωμένης κοινωνίας, που λειτουργεί αναγκαστικά μέσα σε ένα πεδίο όπου εκδηλώνεται μια τεράστια σύγκρουση ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. Η ποιότητα του Συντάγματος, σε αντίθεση προς τον κοινό νόμο, δεν εξαρτάται από ευφυΐα αλλά από δύναμη. Ωμή δύναμη.

Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Επί αιώνες οι άνθρωποι ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες, όχι επειδή ήταν κουτοί, αλλά επειδή ήταν αδύναμοι. Όχι επειδή δεν διέθεταν την ευφυΐα να καταλάβουν τι συμβαίνει, αλλά επειδή δεν διέθεταν τη δύναμη να επιβάλλουν τη λύση που πίστευαν ως τη δικαιότερη. Τον πιο αμόρφωτο άνθρωπο του Μεσαίωνα να έπαιρνες, θα μπορούσε να σου ψελλίσει ένα προσχέδιο Συντάγματος. Θα μπορούσε να σου μιλήσει για την ανάγκη θέσπισης νόμων, που θα διασφάλιζαν την ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των ανθρώπων. Θα μπορούσε να σου μιλήσει για την ανάγκη θέσπισης νόμων για την πάταξη της αυθαιρεσίας των φεουδαρχών και της διαφθοράς της εξουσίας.

Δεν έλλειπε δηλαδή ποτέ η ευφυΐα από τον άνθρωπο, για να σκεφτεί τι έπρεπε να γίνει και τι είδους νόμοι έπρεπε να θεσπιστούν, προκειμένου να γίνει η κοινωνία δικαιότερη. Αυτό το οποίο έλλειπε από εκείνον τον άνθρωπο ήταν η δύναμη να επιβάλει στους ισχυρούς τους νόμους εκείνους, που θα έδιναν στους φτωχούς τη δυνατότητα να σταθούν κι αυτοί κάτω από τον "ήλιο" της δικαιοσύνης. Έλλειπε η δύναμη και το θάρρος ν' αρπάξουν από τον "λαιμό" οι πολλοί φτωχοί άνθρωποι τα λίγα κτήνη της εξουσίας και του κεφαλαίου και να τα αναγκάσουν να τους αναγνωρίσουν δικαιώματα. Δικαιώματα, τα οποία σήμερα όλοι εμείς που τα απολαμβάνουμε νομίζουμε ότι είναι "τζάμπα". Τα θεωρούμε σαν δεδομένα, ενώ δεν είναι τέτοια.

Άπειρο ανθρώπινο αίμα έχει χυθεί, για ν' αναγκαστούν οι "γαλαζοαίματοι" να υπογράψουν έναν βασικό νόμο, ο οποίος θ' αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και στους "κοινούς" θνητούς. Εκατομμύρια ψυχές ανθρώπων χάθηκαν μέσα σε κατασκότεινα μπουντρούμια, μόνο και μόνο επειδή ζητούσαν δικαιώματα σε έναν κόσμο τον οποίο τον κυβερνούσαν κτήνη. Ακρωτηριάστηκαν και βασανίστηκαν εκατομμύρια αγωνιστών, για να υπογράψουν οι ισχυροί έναν νόμο, που θα περιόριζε την εξουσία στην αυθαιρεσία της. Ούτε φαντάζεται ο αναγνώστης πόσο κόστισε σε αίμα και δάκρυ ο συνταγματικός νόμος, που σήμερα προσδιορίζει με απόλυτο τρόπο τη διαδικασία σύλληψης, κράτησης και φυλάκισης ενός κατηγορουμένου.

Επί αιώνες οι μηχανισμοί εσωτερικής ασφάλειας μέσα σε κάθε κράτος λειτουργούσαν ως "μπράβοι" της εξουσίας και όχι ως αστυνομία-υπηρέτης του κοινωνικού συνόλου. Επί αιώνες αυτοί οι μηχανισμοί "θέριευαν", επειδή κατανάλωναν το έγκλημα που οι ίδιες παρήγαγαν. Μόνοι τους οι εξουσιαστές μετέτρεπαν τους πεινασμένους "Αγιάννηδες" σε κακούργους, για να δικαιολογούν τις θέσεις τους και τα προνόμιά τους. Επί αιώνες η εξουσία όποιον την ενοχλούσε πραγματικά τον συλλάμβανε και τον σκότωνε με τον τρόπο που συλλαμβάνει και σκοτώνει κάποιος ένα ζώο. Χιλιάδες τέτοια "ζώα" πέθαναν σαν θεοί, για να μπορούμε εμείς σήμερα ν' απολαμβάνουμε ένα Σύνταγμα, το οποίο στην πραγματικότητα το υποτιμάμε και το προσβάλουμε, αγνοώντας το.

Αιώνες πέρασαν μέχρι να "ξυπνήσει" η ανθρωπότητα από τον μεσαιωνικό της "εφιάλτη". Αιώνες πέρασαν μέχρι οι φοβισμένοι άνθρωποι να πάψουν να κάνουν ότι δεν "ακούν" τις "κραυγές" των αγωνιστών. Αιώνες πέρασαν μέχρι να σηκωθεί ο άνθρωπος από το "κρεβάτι" του και να μην αλλάζει απλά "πλευρό", όταν άκουγε έξω από το σπίτι του τις κραυγές πόνου των αγωνιστών, οι οποίοι βασανίζονταν όμοια με ζώα. Όλα αυτά ήταν μια θλιβερή καθημερινότητα, μέχρι που φτάσαμε στην περίφημη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί έφτασε ο "κόμπος" στο "χτένι" κι αυτό ήταν που βοήθησε την ανθρωπότητα. Ο λαός έβαλε το "μαχαίρι" στον λαιμό της εξουσίας και ζήτησε δικαιώματα και βέβαια ιδιοκτησία, που δίνει ισχύ και νόημα στα δικαιώματα αυτά.

Χρησιμοποίησε επιτέλους τη δύναμή του και έκανε αυτό το οποίο είχε καθήκον και υποχρέωση να κάνει. Καθήκον απέναντι στον εαυτό του και υποχρέωση απέναντι στους απογόνους του. Με αγώνα και αίμα εξασφάλισε τα πολυπόθητα δικαιώματα. Με αγώνα και αίμα εξασφάλισε τη στοιχειώδη περιουσία του. Με "τρομοκρατία" ανάγκασε την εξουσία να αυτοπεριοριστεί. Αποτέλεσμα αυτού του "τρομοκρατικού" αγώνα ήταν η "Χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων", της οποίας το κύριο μέρος μεταφέρθηκε και μοιράστηκε ανάμεσα στους λαούς κι αποτέλεσε τον βασικό νομικό πυρήνα του κάθε εθνικού Συντάγματος.

Τόνοι αίματος απαιτήθηκαν για κάθε λέξη που περιλαμβάνει το Σύνταγμα. Άπειρες πιέσεις και απειλές απαιτήθηκαν ακόμα και για τον τρόπο με τον οποίο θα συντάσσονταν τα συνταγματικά άρθρα. Τίποτε απολύτως δεν έγινε "δωρεάν". Τα πάντα είχαν το κόστος τους, που το "πλήρωσαν" αυτοί οι οποίοι έπρεπε να το "πληρώσουν". Ούτε φαντάζεται ο αναγνώστης τι ακριβώς έχει κοστίσει η διατύπωση του πρώτου άρθρου του Συντάγματος, όπου με απόλυτη σαφήνεια λέγεται το εξής: "Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα."

Έπρεπε να "γκρεμιστεί" ο κόσμος, για να επιτρέψουν οι ισχυροί ν' αναγραφεί και να προσδιοριστεί με απόλυτη σαφήνεια στον κύριο κρατικό νόμο η έννοια "λαϊκή κυριαρχία". Γιατί; Γιατί απλούστατα αυτή η έννοια είναι πολύ περίπλοκη. Είναι τρομερά περίπλοκη, για να "χαζογελάνε" οι πολιτικοί κάθε φορά που αναφέρονται σ' αυτήν. Γιατί είναι τρομερά περίπλοκη; Γιατί απλούστατα από αυτήν την έννοια ξεκινάει στην πραγματικότητα το σύνολο των νόμων που διέπουν τη λειτουργία του κάθε κράτους. Αυτή η έννοια, εκτός του ότι υποτάσσει απόλυτα την εξουσία στον πολίτη, ταυτόχρονα καθορίζει και το καθεστώς ιδιοκτησίας του κάθε κράτους. Αυτό το άρθρο δηλαδή παραδίδει την ιδιοκτησία τού κάθε κράτους στους πολίτες του.

Αυτό το άρθρο δίνει πραγματικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω στον κάθε εθνικό χώρο στον λαό τον οποίο τον κατοικεί. Αυτό το άρθρο δεσμεύει το ιδιωτικό κεφάλαιο του κάθε κράτους στην υπηρεσία του λαού. Μεταφέρει στον λαό μέρος του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ακόμα και πάνω στην ιδιωτική περιουσία της κεφαλαιοκρατικής τάξης. Από το άρθρο αυτό ξεκινούν όλα τα δικαιώματα των πολιτών. Αυτό ήταν το κέρδος της νίκης των λαών, όταν αυτοί επαναστάτησαν. Οι λαοί "χάρισαν" τη ζωή στους ταξικούς τους αντιπάλους όταν τους νίκησαν και το αντίτιμο αυτής της νίκης ήταν αυτό το ιδιοκτησιακό δικαίωμα.

Μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση δεν υπήρχαν κράτη με τη μορφή που τα γνωρίζουμε σήμερα. Υπήρχαν χώροι, που αποτελούσαν ιδιοκτησία των λίγων ισχυρών μεγαλοϊδιοκτητών τους. Χώροι, που στην πραγματικότητα αποτελούσαν συνεταιρισμούς μεγαλοφεουδαρχών. Χώροι, μέσα στους οποίους ασκούνταν εξουσία η οποία έμοιαζε με κρατική, αλλά δεν είχε τη σημασία που έχει η ίδια έννοια σήμερα. Εκείνα τα κράτη ήταν χώροι ιδιωτικοί. Ήταν χώροι, οι ιδιοκτήτες των οποίων για λόγους προσωπικών συμφερόντων συνέθεταν ευρύτερα σύνολα, που έμοιαζαν με κράτη. Για να προστατεύσουν τις περιουσίες τους από εξωτερικούς ή εσωτερικούς εχθρούς, συνέθεταν κρατικές οντότητες, που είχαν ως στόχο να προστατεύουν οργανωμένα τα συλλογικά τους συμφέροντα.

Τα κράτη εκείνα δεν ανήκαν στους λαούς τους. Ανήκαν στους ιδιοκτήτες τους και με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά τους οι φεουδάρχες χειρίζονταν τις υποθέσεις που τα αφορούσαν. Μπορούσε δηλαδή ένας ισχυρός βασιλέας να παραδώσει μέρος ή ολόκληρο το κράτος του ως προίκα στην κόρη του. Μπορούσε να λάβει ως προίκα μέρος ενός άλλου κράτους. Το ακόμα χειρότερο ήταν όμως ότι σε καθημερινή βάση όλοι αυτοί οι φεουδάρχες διαχειρίζονταν το κεφάλαιο τους και την παραγωγή τους με βάση τα δικά τους συμφέροντα, αγνοώντας τις ανάγκες του λαού.

Μπορούσαν δηλαδή να παράγουν ό,τι θέλουν και να το πουλάνε όπου θέλουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των επιλογών τους. Μπορούσαν να λιμοκτονούν ολόκληροι πληθυσμοί, επειδή για παράδειγμα κάποιος φεουδάρχης για λόγους συμφέροντος επέλεγε να καλλιεργήσει μόνον καφεόδενδρα. Μπορούσαν να λιμοκτονούν, γιατί κάποιος φεουδάρχης επέλεγε να πουλήσει την παραγωγή του σε αγορές πιο πλούσιες από την τοπική. Οι φεουδάρχες εκείνης της εποχής έκαναν ό,τι ήθελαν, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.

Γιατί; Γιατί απλούστατα, εκτός από τα φέουδά τους, τους ανήκαν και τα ίδια τα κράτη. Μόνοι τους αποφάσιζαν για τα φέουδά τους και μόνοι τους αποφάσιζαν για τους νόμους που αφορούσαν τα κράτη. Η εξουσία υποτασσόταν σ' αυτούς και ο λαός στην εξουσία. Στα κράτη εκείνα οι λαοί δεν έπαιζαν κανέναν απολύτως ρόλο και άρα δεν είχαν κανένα απολύτως δικαίωμα. Ζούσαν μέσα σ' αυτά με τη λογική που ζει μέσα σ' ένα σπίτι ένα κατοικίδιο. Όπως ένα κατοικίδιο γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ' έναν χώρο όπου δεν έχει κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα και ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένο να υπακούει στις εντολές των ιδιοκτητών, έτσι συνέβαινε και με τους ανθρώπους της εποχής εκείνης.

Όλα αυτά άλλαξαν μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Οι λαοί έπιασαν από τον "λαιμό" τα κτήνη και τους ζήτησαν δικαιώματα. Εκτός όμως από δικαιώματα ζήτησαν και μεγάλο μερίδιο της περιουσίας του χώρου όπου κατοικούσαν και η περιουσία αυτή ονομάστηκε "δημόσια". Ταυτόχρονα ζήτησαν μερίδιο και από την περιουσία η οποία θα παρέμενε ιδιωτική. Ένα μερίδιο, που μεταφράζεται σε δικαίωμα ελέγχου της παραγωγής και της προσαρμογής της στις τοπικές ανάγκες και όχι αποκλειστικά στα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών.

Αυτή τους η νίκη, που οδήγησε στη λαϊκή κυριαρχία, άλλαξε το σύνολο των όσων αφορούν και την ιδιωτική περιουσία. Άλλαξε το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου, που αφορά την ατομική ιδιοκτησία. Ο ιδιώτης κεφαλαιοκράτης υποτάχθηκε στον λαό και η υποταγή αυτή αφορά και την περιουσία του. Η ιδιωτική περιουσία, από εκείνη τη νίκη του λαού κι έπειτα, θα υποτασσόταν στο γενικό συμφέρον. Τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν ν' ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος.

Τα πάντα δηλαδή σε ένα δημοκρατικό κράτος καθορίζονται από τις διαθέσεις αυτού που στο Σύνταγμα ονομάζεται "κυρίαρχος" και είναι ο λαός. Γι' αυτόν τον λόγο το άρθρο που αφορά την έννοια της "ιδιοκτησίας" περιορίζει τα δικαιώματά της. Με βάση το Σύνταγμα αυτό τα πάντα επιτρέπονται στον λαό, όταν αυτό αφορά τα δημόσια συμφέροντα. Μπορεί να εθνικοποιήσει ή να απαλλοτριώσει την οποιαδήποτε ιδιοκτησία, αν αυτό ευνοεί τα συμφέροντά του. Άρθρο 17.1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή ΔΕΝ μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. **2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για δημόσια ωφέλεια….

Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι η γενική έννοια "κυρίαρχος" στο Σύνταγμα ταυτίζεται με την πολύ πιο στενή έννοια "ιδιοκτήτης". Η έννοια "κυρίαρχος" χρησιμοποιείται εκ του πονηρού στη γενικότητά της, για να μην ενθαρρύνεται ο λαός να ασκεί τα δικαιώματά του με τον πιο απόλυτο τρόπο. Τι σημαίνει αυτό; Οι διαχειριστές, που συνέταξαν τον νόμο, επέλεξαν αυτήν την έννοια, για να μην έχουν άμεσα προβλήματα με τον ιδιοκτήτη λαό, που είναι αφεντικό τους. Έχοντας την τάση να κλέβουν, φοβούνται έναν εξαγριωμένο ιδιοκτήτη, γιατί αυτός έχει δικαίωμα να κρεμάσει ανάποδα έναν διαχειριστή ο οποίος τον κλέβει.

Για να το καταλάβει αυτό ο αναγνώστης με απόλυτο τρόπο, θα ξεκινήσουμε από τα βασικά, που αφορούν την περιουσία του κάθε λαού. Το κάθε κράτος, όπως και η κάθε ατομική ιδιοκτησία, έχει δύο επίπεδα ιδιοκτησίας. Το ανώτατο επίπεδο, που ονομάζεται "υψηλή κυριότητα" και το κατώτερο επίπεδο, που ονομάζεται "επικαρπία". Ιδιοκτήτης τού κάθε κράτους είναι ο λαός του. Αυτός ο λαός στο σύνολό του έχει την "υψηλή κυριότητα" στο σύνολό του κεφαλαίου του.

Αυτήν την κυριότητα ο κάθε λαός την απέκτησε με τους αγώνες του, τους πολέμους του και τις θυσίες του. Από τον πιο πλούσιο άνθρωπο ενός λαού μέχρι τον πιο φτωχό, το μερίδιο της "υψηλής κυριότητας" είναι κοινό και ίδιο για όλους. Εξαιτίας αυτής της κοινής και ισότιμης ιδιοκτησίας, όλοι αυτοί πολεμάνε μαζί για το κοινό κεφάλαιο, όταν αυτό απειλείται και όλοι μαζί απολαμβάνουν τα όσα η ύπαρξή του προσφέρει στο γενικό επίπεδο.

Τα πράγματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα στο κατώτερο επίπεδο της ιδιοκτησίας, που αφορά την "επικαρπία". Το κεφάλαιο ενός λαού χωρίζεται σε δύο τύπους κεφαλαίου. Το δημόσιο και το ιδιωτικό. Τα όσα γενικά αφορούν την έννοια της "υψηλής κυριότητας" αφορούν και την έννοια της "επικαρπίας" για το δημόσιο κεφάλαιο. Είναι προφανές ότι το κεφάλαιο αυτό ανήκει σε όλους εξίσου, ανεξάρτητα από το αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί.

Όλοι έχουν τα ίδια κέρδη και τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι σ' αυτόν τον τύπο του κεφαλαίου. Όλοι απολαμβάνουν τις υπηρεσίες των δημοσίων οργανισμών με τις ίδιες τιμές, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση. Όλοι απολαμβάνουν τις ίδιες παραλίες και τα ίδια δάση, με τις ίδιες υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση. Όλοι απολαμβάνουν τους ίδιους δρόμους, τα ίδια δίκτυα ύδρευσης ή ηλεκτρισμού, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση.

Πραγματική διαφοροποίηση μεταξύ "εχόντων" και "μη εχόντων" μέσα σε ένα κράτος υπάρχει μόνον στην περίπτωση του ιδιωτικού κεφαλαίου. Τι συμβαίνει στην περίπτωση αυτήν; Το εξής απλό. Το κεφάλαιο αυτό στο επίπεδο της "υψηλής κυριότητας" ανήκει στο σύνολο του λαού, αλλά στο επίπεδο της "επικαρπίας" υπάρχει διαφοροποίηση σ' ό,τι αφορά τα ποσοστά της. Το κύριο μέρος της "επικαρπίας" το λαμβάνει η κεφαλαιοκρατική τάξη ενός λαού, αλλά από την "επικαρπία" αυτήν δεν εξαιρείται ο υπόλοιπος λαός.

Εδώ εύλογα θ' αναρωτηθεί κάποιος τι είδους "επικαρπία" αντλεί ένας άκληρος πολίτης από ένα κεφάλαιο το οποίο δεν του ανήκει. Κι όμως αντλεί σημαντικό μέρος της και γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε πολεμάει, κάθε φορά που απειλείται από ξένους η "υψηλή κυριότητα". Απλά, για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει. Θα εξετάσουμε το παράδειγμα της Ελλάδας κι ο αναγνώστης θα καταλάβει ότι, ό,τι συμβαίνει στην περίπτωσή της, συμβαίνει σε όλες τις χώρες και αφορά όλους τους λαούς.

Τι είναι η Ελλάδα; Ένα κράτος, που φιλοξενεί έναν λαό δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του. Κάθε φορά που κάποιος απειλεί την ιδιοκτησία του κράτους αυτού, έχει ν' αντιμετωπίσει τη μαζική αντίδραση του συνόλου του λαού του. Δεν πολεμάει μόνον η κεφαλαιοκρατία, κάθε φορά που υπάρχει απειλή. Πολεμάει όλος ο λαός, γιατί αυτός έχει την "υψηλή κυριότητα" του κράτους και του κεφαλαίου που αυτό αντιπροσωπεύει. Δεν πολεμάνε δηλαδή μόνον οι προφανείς ιδιοκτήτες, που έχουν το δικαίωμα της "επικαρπίας", αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, που φαινομενικά δεν έχουν ιδιοκτησία.

Λέμε "φαινομενικά", γιατί δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ακόμα και ο πιο φτωχός εργαζόμενος Έλληνας αντλεί "επικαρπία" από το ελληνικό κεφάλαιο. Αυτήν την "επικαρπία" διασφαλίζει κι εξασφαλίζει κάθε φορά που πολεμάει. Κάθε φορά που πολεμάει, "επενδύει", γιατί "αγοράζει" το δικαίωμα να διεκδικεί —όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες και οι προσωπικές του δυνατότητες— μεγαλύτερο ποσοστό στην "επικαρπία" αυτήν.

Τι σημαίνουν αυτά και ποια η πρακτική τους αξία; Ας σκεφτεί ο αναγνώστης τα εξής απλά ερωτήματα. Μπορεί η κεφαλαιοκρατία της Ελλάδας να χειρίζεται το υποτίθεται ιδιόκτητό της κεφάλαιο όπως θέλει και άρα με τον τρόπο που υπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της; Μπορεί για παράδειγμα ν' αποφασίσουν οι Έλληνες αγρότες να εξάγουν το σύνολο της παραγωγής τους στη Γερμανία, επειδή οι Γερμανοί καταναλωτές πληρώνουν περισσότερα από τους Έλληνες; Μπορούν οι Έλληνες βιομήχανοι ν' αποφασίσουν να "εισάγουν" φτηνούς εργάτες από το εξωτερικό, επειδή είναι "ακριβοί" οι Έλληνες;

Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί μοιράζονται την "επικαρπία" του κεφαλαίου τους με τους υπόλοιπους Έλληνες. Γιατί μοιράζονται μ' αυτούς μέρος από τα κέρδη που παράγει το κεφάλαιο αυτό. Πώς τα μοιράζονται; Με δύο τρόπους. Τον άμεσο και τον έμμεσο. Άμεσος τρόπος είναι το να υπάρχει διαφορά στη φορολογία μεταξύ των πολιτών, χωρίς αυτό ν' αλλάζει τα ατομικά "μερίδια" στο δημόσιο κεφάλαιο. Οι πλούσιοι δηλαδή πληρώνουν περισσότερους φόρους, γιατί απλούστατα αυτό είναι το "μερίδιο" τους προς τον συνέταιρό τους. Πληρώνουν παραπάνω, για ν' αυξήσουν την ποιότητα και άρα την αξία του κοινού κεφαλαίου. Πληρώνουν, χωρίς ν' "αγοράζουν" κάτι περισσότερο από αυτό το οποίο απολαμβάνει ο κοινός πολίτης. Γιατί; Γιατί αυτός ο πολίτης τους εξασφαλίζει την προστασία του κεφαλαίου τους και αυτοί οι φόροι είναι το μερίδιο του από το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Αυτός είναι κι ο λόγος που οι κεφαλαιοκράτες πληρώνουν αδιαμαρτύρητα περισσότερους φόρους από τους μη κεφαλαιοκράτες. Πληρώνουν, γιατί στην πραγματικότητα είναι συνιδιοκτήτες μ' αυτούς που φαινομενικά δεν έχουν ιδιοκτησιακό δικαίωμα πάνω στην ιδιωτική τους περιουσία. Πληρώνουν, γιατί, αν δεν πληρώσουν, θα απειληθεί το σύνολο της περιουσίας τους. Αν δεν πληρώσουν, είναι θέμα χρόνου να τη χάσουν, είτε εξαιτίας εσωτερικών είτε εξαιτίας εξωτερικών εχθρών.

Καταλαβαίνει ο αναγνώστης τι συμβαίνει; Ακόμα και ο πιο φτωχός Έλληνας έχει δικαίωμα "επικαρπίας" πάνω στο σύνολο του ελληνικού ιδιωτικού κεφαλαίου. Απλά, αν δεν γνωρίζει κάποιος τι συμβαίνει, δεν μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το δικαίωμα αυτό και βέβαια η αξία του. Δεν μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το δικαίωμα του απλού λαού ως συνεταίρου της κεφαλαιοκρατίας. Ποιο είναι αυτό το δικαίωμα, που αποτελεί τον έμμεσο τρόπο με τον οποίο μοιράζεται ένα μέρος του κέρδος του ιδιωτικού κεφαλαίου στον λαό; Να σχεδιάζεται το σύνολο της παραγωγής του ιδιωτικού κεφαλαίου ενός κράτους με βάση τις ανάγκες του λαού που το κατοικεί και ο οποίος έχει την "υψηλή κυριότητα" του κεφαλαίου αυτού.

Δεν μπορεί για παράδειγμα μια εθνική κεφαλαιοκρατική τάξη ν' αποφασίσει μια μονοσήμαντη κερδοφόρα παραγωγή κι αυτό να δημιουργήσει συνθήκες στέρησης του λαού. Δεν μπορούν δηλαδή οι ιδιοκτήτες ν' αποφασίσουν μόνοι τους και με βάση τις δικές τους ανάγκες τι είδους προϊόντα θα παράγουν και πού θα τα διοχετεύσουν. Θα πρέπει να συνυπολογίσουν και τον "συνέταιρό" τους, που είναι ο λαός.

Είναι υποχρέωση των Ελλήνων αγροτών να "ταΐσουν" με την παραγωγή τους πρώτα τον ελληνικό λαό και μετά —αν και εφόσον περισσέψει τίποτε— έχουν το δικαίωμα να το εξάγουν. Είναι υποχρέωση των βιομηχάνων να προσλαμβάνουν στα εργοστάσια Έλληνες και μόνον αν αυτοί δεν αρκούν για την παραγωγή, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν ξένους εργάτες και βέβαια μόνον για το χρονικό διάστημα για το οποίο ισχύει η προϋπόθεση για την οποία τους ζήτησαν.

Όλα αυτά δεν είναι δικαιώματα που ο λαός απολαμβάνει "τιμής ένεκεν", επειδή τον αγαπάνε οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες. Είναι δικαιώματα, που ο λαός τα έχει "αγοράσει". Τα έχει "αγοράσει" με το αίμα του και με το χρήμα του. Στην περίπτωση των αγροτών τη συμμετοχή του στην "επικαρπία" του κεφαλαίου τους την έχει "αγοράσει" με το αίμα του, εφόσον ο λαός πολέμησε, για να μπορούν κάποιοι άνθρωποι συγκεκριμένης εθνικότητας να είναι ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων χωραφιών.

Ο φτωχός εργάτης της Αθήνας έχει δικαίωμα "επικαρπίας" στο χωράφι του γεωργού από τη Φλώρινα. Γιατί; Γιατί, χωρίς το αίμα που αυτός έχει χύσει, άλλοι θα ήταν ιδιοκτήτες του χωραφιού εκείνου. Γιατί, χωρίς το αίμα που είναι διατεθειμένος να ξαναχύσει σε περίπτωση νέου κινδύνου, μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί το χωράφι αυτό. Αυτό το αίμα δίνει στον λαό το δικαίωμα της "επικαρπίας", που μεταφράζεται σε έλεγχο των τιμών των αγαθών και σε προτεραιότητα στην κατανάλωση σ' ό,τι αφορά τη γεωργική παραγωγή.

Το ίδιο δικαίωμα έχει ο λαός και στον τομέα του βιομηχανικού κεφαλαίου. Το βιομηχανικό κεφάλαιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση, όπως υπάρχουν τα χωράφια. Η εργατική "θέση" δεν "φυτρώνει", παρά έχει κόστος για να δημιουργηθεί και το οποίο κόστος κάποιος το έχει πληρώσει. Πολλά εκατομμύρια δραχμές κοστίζει συνήθως μια θέση εργασίας για να δημιουργηθεί. Γιατί; Γιατί η βιομηχανία είναι κεφάλαιο, που για την ανάπτυξή του απαιτεί άυλο κεφάλαιο τεχνογνωσίας και τεράστια χρηματικά ποσά. Από πού τα "αντλούν" όλα αυτά οι βιομήχανοι; Από τον λαό.

Οι λαοί παράγουν τεχνογνωσία και οι λαοί χρηματοδοτούν τη βιομηχανία από το υστέρημά τους. Το γιαούρτι, για παράδειγμα, οι λαοί το εφεύραν και όχι αυτός ο οποίος έχει ένα εργοστάσιο που το παρασκευάζει. Ό,τι δεν παράγουν οι λαοί, για να το χρησιμοποιήσεις δωρεάν ως βιομήχανος, πρέπει να το πληρώσεις στους εφευρέτες του. Από τη στιγμή που δεν πληρώνεις τον λαό γι' αυτό το οποίο "δανείστηκες" από αυτόν, έχεις υποχρέωση να καλύπτεις τις ανάγκες του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το χρήμα. Το χρήμα, που έχει ανάγκη ο βιομήχανος για ν' αναπτυχθεί, σπάνια του ανήκει. Το δανείζεται, για να το εκμεταλλευτεί. Το αντλεί από το τραπεζικό σύστημα. Το σύστημα, που εκμεταλλεύεται τις καταθέσεις του λαού.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο αναγνώστης ότι η "επικαρπία" του λαού δεν είναι μια πράξη ελεημοσύνης των κεφαλαιοκρατών. Δεν είναι θεωρητικό δικαίωμα. Είναι δικαίωμα που έχει αξία σε χρήμα και —όπως θα δούμε παρακάτω— εύκολα υπολογίζεται. Είναι δικαίωμα, που όποιος δεν το σέβεται έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο νόμο, ο οποίος προστατεύει τους συνεταίρους από τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Είναι δικαίωμα, που όποιος δεν το σέβεται τιμωρείται. Τιμωρείται ο αγρότης, που εξάγει παράνομα παραγωγή την οποία έχει ανάγκη ο λαός. Τιμωρείται ο βιομήχανος, που δίνει "θέσεις" εργασίας σε ξένους.

Η "επικαρπία" δηλαδή είναι αυτή που εξασφαλίζει το δικαίωμα σ' έναν λαό ν' απολαμβάνει πρώτος και σε απόλυτα λογικές τιμές ό,τι παράγει η χώρα του. Πρώτα θα φάνε όλοι οι Έλληνες ελληνικό αχλάδι και μετά —αν περισσέψει— θα φάει και ο πλούσιος Γερμανός, παρ' όλο που είναι διατεθειμένος να το πληρώσει πολύ πιο ακριβά και άρα συμφέρει περισσότερο τον αγρότη. Πρώτα θα δουλέψουν οι Έλληνες στη βιομηχανία τους και μετά θα έρθουν οικονομικοί μετανάστες, για να δουλέψουν με χαμηλότερους μισθούς και άρα μισθούς που συμφέρουν περισσότερο τον βιομήχανο. Αυτοί, όχι μόνον θα αμείβονται χαμηλότερα, αλλά θα έχουν δουλειά μόνον για όσο διάστημα το απαιτούν οι ανάγκες του λαού.

Το ίδιο συμβαίνει και με την "επένδυση" του λαού στην "επικαρπία". Ο λαός, κάθε φορά που πολεμάει, "αγοράζει" δικαίωμα πάνω στο κεφάλαιο. Δεν αγοράζει κεφάλαιο, αλλά δικαίωμα πρόσβασης σ' αυτό. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το δικαίωμα της "επικαρπίας" έχει κι άλλες παραμέτρους. Μία από αυτές είναι το δικαίωμα πρόσβασης στο κεφάλαιο ενός χώρου. "Δικαίωμα" ν' αγοράζει κεφάλαιο μέσα σε μία χώρα έχει μόνον ο γηγενής, γιατί το έχει "αγοράσει". Δεν δικαιούται ξένος ν' αγοράσει κεφάλαιο σε μία χώρα. Δεν δικαιούται ν' αγοράσει ούτε ένα ταπεινό οικοπεδάκι, για ν' απολαμβάνει τη θέα.

Αντιλαμβανόμαστε ότι το δικαίωμα της "επικαρπίας" είναι πληρωμένο "δικαίωμα" και είναι μάλιστα πληρωμένο ακριβά. Με το αίμα του λαού κάποιοι πολίτες έγιναν ιδιοκτήτες χωραφιών. Με το χρήμα του λαού κάποιοι πολίτες έγιναν βιομήχανοι. Με τον κόπο του λαού κάποιοι έγιναν πλούσιοι. Αυτά είναι που δίνουν την "επικαρπία" στον λαό. Μια "επικαρπία" που είναι "ακριβή", αλλά ταυτόχρονα είναι και "αποδοτική". Ο λαός, εξαιτίας αυτής της "επικαρπίας", τρώει τα "καλύτερα" που παράγει η ιδιοκτησία του ή δουλεύει στα "καλύτερα" που διαθέτει επίσης η ιδιοκτησία του. Εξαιτίας της "επικαρπίας" οι ξένοι τρώνε ό,τι περισσεύει κι εξαιτίας αυτής οι ξένοι δουλεύουν όταν "περισσεύει" δουλειά και μόνον για το διάστημα που συμβαίνει αυτό.

Την αντικειμενική αξία της "επικαρπίας" αυτής μπορεί να την καταλάβει ευκολότερα κάποιος έμμεσα, παρά αν την υπολογίσει άμεσα σε πραγματικές τιμές. Πώς καταλαβαίνεις έμμεσα την αξία της; Συγκρίνοντας μεταξύ τους τις αξίες των "επικαρπιών" διαφορετικών λαών. Αυτό είναι κάτι που γίνεται πολύ εύκολα, εφόσον στο θέμα της ιδιοκτησίας ό,τι αφορά έναν απλό άνθρωπο αφορά κι έναν λαό στο σύνολό του. Η διαφορά στην ποιότητα ζωής, που χωρίζει έναν πλούσιο άνθρωπο από έναν φτωχό, οφείλεται στην αξία της περιουσίας του. Η διαφορά στην ποιότητα ζωής, που χωρίζει την κοινωνική βάση ενός πλούσιου κράτους από την κοινωνική βάση ενός φτωχού κράτους, οφείλεται στην αξία της περιουσίας τους, που είναι η "επικαρπία".

Ο αναγνώστης μπορεί λοιπόν να καταλάβει γιατί είπαμε πιο πάνω ότι ακόμα και ο πιο φτωχός πολίτης ενός πλούσιου κράτους στην πραγματικότητα είναι μέτοχος μιας τεράστιας περιουσίας. Μπορεί αυτός ο πολίτης να είναι φτωχός σε σχέση με τους συμπολίτες του, αλλά δεν είναι φτωχός σε απόλυτα μεγέθη. Στην πραγματικότητα είναι λιγότερο πλούσιος σε σχέση με πλούσιους. Είναι όμως πλούσιος σε σχέση με τους πραγματικά φτωχούς, που είναι πολίτες φτωχών κρατών. Αυτός ο πλούτος του είναι η έμμεση απόδειξη της τρομερής αξίας που μπορεί να φτάσει η "επικαρπία".

Όλοι οι λαοί έχουν "επικαρπία", αλλά δεν είναι όλοι οι λαοί εξίσου πλούσιοι. Όταν γεννιέται ένας Γερμανός, αποκτά αυτόματα ένα μετοχικό μερίδιο στο σύνολο της γερμανικής ιδιοκτησίας. Ένα μερίδιο, που είναι πολύ πιο μεγάλης αξίας από το μερίδιο κάποιου που γεννιέται Αφγανός. Ένα μερίδιο που φαίνεται στους δρόμους τους οποίους χρησιμοποιεί, στις υπηρεσίες που απολαμβάνει κλπ.. Οι διαφορές των λαών στην αξία της "επικαρπίας" τους είναι οι διαφορές στις περιουσίες τους.

Οι διαφορές στην "επικαρπία" φαίνονται ακόμα πιο πολύ και από τη διαφορά στην αξία του αποκλειστικού "δικαιώματος" του πολίτη ν' αγοράζει κεφάλαιο στη χώρα του. Είναι πολλαπλάσια πιο σημαντικό στον οικονομικό τομέα να έχεις δικαίωμα ν' αγοράζεις ή ν' αναπτύσσεις κεφάλαιο σε ένα πλούσιο κράτος με μια πλούσια αγορά, από το να κάνεις το ίδιο σε ένα φτωχό κράτος με μια ανύπαρκτη αγορά. Άλλη αξία έχει ένα δικαίωμα που εξασφαλίζει οικόπεδο στο Βερολίνο από ένα δικαίωμα που εξασφαλίζει οικόπεδο στην Καμπούλ. Άλλη αξία έχει ένα δικαίωμα που εξασφαλίζει βιομηχανία στη Στουτγάρδη από ένα δικαίωμα που εξασφαλίζει βιομηχανία στο Κανταχάρ.

Το κατοχυρωμένο, αδιαμφισβήτητο και πανάκριβο δικαίωμα της "επικαρπίας" δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να τιμωρεί σκληρά όποιους δεν τη σέβονται. Του δίνει τη δυνατότητα να τιμωρεί όποιους με τις ενέργειές τους απειλούν τον πλούτο του λαού. Του δίνει τη δυνατότητα να τιμωρεί όποιους ομοεθνείς κεφαλαιοκράτες στερούν από τον λαό αγαθά, για ν' αντλήσουν περισσότερα κέρδη από τους ξένους. Του δίνει τη δυνατότητα να απομακρύνει ακόμα και βιαίως όποιους ξένους εργαζόμενους δεν εννοούν να φύγουν από την ιδιοκτησία μετά το πέρας της εργασίας τους.

Με το ίδιο δικαίωμα που ένας αγρότης απομακρύνει τους εποχιακούς εργαζόμενους από το χωράφι του, έτσι και το κάθε κράτος έχει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ν' απομακρύνει ακόμα και βιαίως τους αντίστοιχους ξένους, που εργάζονται παρανόμως μέσα σ' αυτό. Όπως η εργασία κάποιου σε ένα χωράφι δεν του δίνει ιδιοκτησιακό δικαίωμα, έτσι και η πρόσκαιρη παραμονή κάποιου εργαζόμενου σε ένα κράτος δεν του δίνει προνόμια πολίτη. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο το δικαίωμα αυτό, γιατί ο κάθε ξένος, όταν παραμένει κι εργάζεται σε μία χώρα, εκμεταλλεύεται την περιουσία ενός ξένου λαού και άρα μειώνει την αξία της "επικαρπίας" τού κάθε γηγενή πολίτη.

Η ιδιότητα του "πολίτη" είναι προνόμιο του ιδιοκτήτη και ο λαός είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του κράτους του. Ο λαός αυτός έχει ως πρωτεύουσα ιδιότητα αυτήν του ιδιοκτήτη και δευτερευόντως είναι κεφαλαιοκράτης, εργάτης κλπ.. Είναι πρώτα πολίτης και μετά οτιδήποτε άλλο. Είναι πρώτα αυτός ο οποίος έχει την "υψηλή κυριότητα" και μετά αυτός ο οποίος έχει μεγάλο ή μικρό ποσοστό στην "επικαρπία". Η "υψηλή κυριότητα" σου δίνει το δικαίωμα να μιλάς ως πολίτης-ιδιοκτήτης και η "επικαρπία" απλά σε τοποθετεί σε μια κοινωνική τάξη.

Όλα αυτά δεν ίσχυαν κατά τον Μεσαίωνα. Έπρεπε να ξεσηκωθούν οι λαοί, για να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Έπρεπε να επαναστατήσουν, για να μπορούν να υπάρχουν και να λειτουργούν μέσα στα κράτη τους ως πολίτες-ιδιοκτήτες και όχι σαν δουλοπάροικοι-κατοικίδια. Ούτε φαντάζεται το βλακόμουτρο ο πολιτικός ποιον εμπαίζει κάθε φορά που χασκογελά, όταν αναφέρεται περιπαιχτικά στον "κυρίαρχο λαό". Ούτε φαντάζεται τα νόμιμα δικαιώματα αυτών που εμπαίζει σε περίπτωση που αυτοί αντιδράσουν.

Μπορούν απολύτως νόμιμα οι πολίτες να τον κρεμάσουν στην πλατεία, χωρίς κανένας να μπορεί να τους σταματήσει. Οι λαοί μπορούν να λιώσουν στην κυριολεξία τέτοιου είδους βλακόμουτρα, αν αντιληφθούν τον ρόλο τους. Αυτό το δικαίωμα των πολιτών τους το δίνει ο συνταγματικός νόμος, που θέσπισαν μόνοι τους με βάση τη δύναμή τους. Τη δύναμη που εκδηλώθηκε κατά τη Γαλλική Επανάσταση και τρομοκράτησε τους πάντες.

Αρκούσε όμως αυτή η στιγμιαία νίκη των ανθρώπων, για να έχουμε μονιμότητα στα αποτελέσματά της; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί απλούστατα δεν εξαλείφθηκαν όλα εκείνα τα δεδομένα που ωθούσαν την εξουσία και το μεγάλο κεφάλαιο στην αυθαιρεσία. Δεν εξαλείφθηκαν δηλαδή τα συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ κεφαλαιοκρατών και εργαζομένων, ώστε να αποκτήσει ο συνταγματικός νόμος μουσειακή αξία. Η καθημερινή σύγκρουση των κοινωνικών συμφερόντων μετατρέπει την ανάγκη της προστασίας αυτού του Συντάγματος σε μια καθημερινή υπόθεση.

Η επανάσταση δηλαδή δεν τελείωσε όταν θεσπίστηκαν οι συνταγματικοί νόμοι. Η επανάσταση είναι μια διαρκής κατάσταση, που θα τελειώσει μόνον όταν δεν θα υπάρχουν εκείνα τα δεδομένα που οδηγούν στην κοινωνική αδικία. Για όσο διάστημα οι πλούσιοι και ισχυροί θα θέλουν να αδικούν τους φτωχούς ανθρώπους, θα τείνουν να καταλύσουν το Σύνταγμα. Για όσο διάστημα θα ισχύει αυτό, είναι καθήκον και υποχρέωση όλων των πολιτών —και κυρίως των φτωχών, που είναι τα μεγαλύτερα θύματα της εξουσίας— να προστατεύουν το Σύνταγμα.

Είναι καθήκον και υποχρέωσή τους να μένουν "άγρυπνοι" και έτοιμοι ν' αναχαιτίσουν την οποιαδήποτε απειλή απέναντι στο Σύνταγμα. Να την αναχαιτίσουν ακόμα κι αν χρειαστεί να στήσουν κρεμάλες για τους εχθρούς τους. Αυτά δεν τα λέει ο γράφων, επειδή είναι "περίεργος" και έχει μια άλλη αντίληψη των πραγμάτων. Αυτά τα λέει το ίδιο το Σύνταγμα και τα οποία μάλλον ο αναγνώστης δεν τα γνωρίζει. Τι λέει το Σύνταγμα; (120.4). "H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία."

Το ίδιο το Σύνταγμα δηλαδή υποχρεώνει τον πολίτη στο τελευταίο άρθρο του να προστατεύει τις διατάξεις του απέναντι στον οποιοδήποτε το απειλεί. Το άρθρο είναι απόλυτα σαφές. Την υποχρέωση της τήρησης του Συντάγματος δεν την αναθέτει σε κάποιο θεσμοθετημένο όργανο της πολιτείας. Δεν την αναθέτει σε κάποιο ανώτατο δικαστήριο ή στην αστυνομία. Γιατί; Γιατί όλοι αυτοί είναι μηχανισμοί, που η εξουσία εύκολα ή δύσκολα τους ελέγχει. Όποιος ελέγχει την εξουσία —και άρα κι αυτός ο οποίος καταλύει το Σύνταγμα— μπορεί να ελέγξει τους μηχανισμούς αυτούς.

Όλοι αυτοί είναι μηχανισμοί, που στελεχώνονται από "υπηρέτες" του λαού. Όπως σε μια ιδιοκτησία τον κύριο λόγο τον έχει ο ιδιοκτήτης και όχι ο διαχειριστής, έτσι συμβαίνει και με το κράτος. Το Σύνταγμα είναι ο "τίτλος" ιδιοκτησίας ενός κράτους. Το Σύνταγμα το προστατεύει αυτόν που αφορά ο "τίτλος" αυτός και αυτός είναι ο πολίτης. Το Σύνταγμα δημιουργήθηκε για να προστατεύει τον πολίτη από την εξουσία και θα ήταν παράλογο να ανατίθονταν η προστασία του στους μηχανισμούς της.

Ο πολίτης όχι απλά δικαιούται, αλλά υποχρεούται να το προστατεύει και μάλιστα "με κάθε μέσο" απέναντι στον οποιονδήποτε το απειλεί με "κατάλυση". Αυτήν την "εντολή" άφησαν σε εμάς τους "κληρονόμους" οι συντάκτες του Συντάγματος, που είναι οι ήρωες πατέρες μας και όχι κάποιοι συντάκτες νομικοί. Εδώ πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης, γιατί αυτό το οποίο θα πούμε είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Το "με κάθε μέσο" αφορά την αντιμετώπιση αυτού που πάει να το "καταλύσει". Η σημαντική έννοια εδώ είναι η έννοια της "κατάλυσης" και όχι η έννοια της "βίας", που ακολουθεί. Το σωστό δηλαδή θα ήταν να έλεγε : "…. να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τον οποιονδήποτε τρόπο". Η αποτροπή της κατάλυσης ενδιαφέρει και όχι η μεθοδολογία που ακολουθεί κάποιος για να το καταλύσει. Να μην "κολλήσεις" AIDS είναι το σημαντικό και όχι να μην το "κολλήσεις" από σύριγγα. Η έννοια δηλαδή της "βίας" στην περίπτωση αυτήν ταυτίζεται με την έννοια της "σύριγγας" στο παράδειγμά μας.

Τι συμβαίνει στην περίπτωση αυτήν και δεν γράφηκε με τον προφανώς σωστό τρόπο. Πονηράδες των αστών που μας κυβερνούν. Σε αυτήν την περίπτωση συμβαίνει το εξής απλό που είναι συνδυασμός λογικής και πονηράδας του συντάκτη του άρθρου. Ο συντάκτης λέει: "…εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία". Πού βρίσκεται η λογική και πού η πονηριά; Στο εξής απλό. Με βάση τη λογική είναι αδύνατον να καταλυθεί το σύστημα, χωρίς να το αντιληφθεί κάποιος από τα εκατομμύρια των πολιτών που τους αφορά. Ένας θα το αντιληφθεί, θα ξεσηκώσει τους υπόλοιπους και θα αναγκαστεί αυτός ο οποίος προσπαθεί να το καταλύσει, είτε να παρατήσει την προσπάθειά του είτε να προσπαθήσει να ολοκληρώσει την προσπάθειά του με τη χρήση βίας. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή η βία θα ακολουθήσει και άρα ο συντάκτης του άρθρου καλύπτεται.

Πού βρίσκεται η πονηριά; Στο εξής απλό. Συνδέοντας οι πονηροί την έννοια της "κατάλυσης" με αυτήν της "βίας" στην πραγματικότητα υπνωτίζουν τον λαό και διακόπτουν το διαρκές της ανάγκης της προστασίας του Συντάγματος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και δεν έγινε τυχαία. Γιατί; Γιατί οι αστοί που μας κυβερνάνε, ελέω της δικής μας δύναμης, είναι πονηροί. Εκφράζουν τον νόμο με εκείνον τον πονηρό τρόπο, ώστε ο λαός να "αλληθωρίζει" στις δικές τους αυθαιρεσίες τους και κλοπές. Στον νόμο αφήνουν "παραθυράκι", ώστε μόνον για την περίπτωση των ταξικών εχθρών τους να υπάρχει δυνατότητα —με νομική στήριξη— της βίαιης αντίδρασης.

Αυτοί που συνέθεσαν δηλαδή τον νόμο —και είναι αυτοί οι οποίοι μας κυβερνάνε— άφησαν την περίπτωση της βίαιης αντίδρασης να συζητιέται ως ενδεχόμενο μόνον για την περίπτωση που απειλείται η δική τους εξουσία. Αυτοί είναι οι αστοί, που παριστάνουν τους θεματοφύλακες της δημοκρατίας. Η ιδιομορφία των αστών, ως κοινωνική τάξη, που τους κάνει φανατικούς της δημοκρατίας, οφείλεται στο γεγονός ότι μπορούν να την εκμεταλλεύονται χωρίς αντιδράσεις. Είναι "λάτρεις" της δημοκρατίας, γιατί γίνονται πλούσιοι εξαιτίας της. Είναι "λάτρεις" όμως μιας δημοκρατίας όπως την αντιλαμβάνονται οι ίδιοι και όχι όπως πραγματικά πρέπει να είναι. Γιατί; Γιατί έχουν ιδιομορφίες ως κοινωνική τάξη. Επειδή δεν διαθέτουν κεφάλαιο, απεχθάνονται τα φασιστικά συστήματα. Επειδή δεν τους αρέσει να πληρώνονται ως εργάτες, απεχθάνονται τα κομμουνιστικά συστήματα. Έχουν δηλαδή τους ίδιους εχθρούς με τη δημοκρατία και ταυτόχρονα μπορούν να την εκμεταλλεύονται, γιατί διαθέτουν γνώσεις, που τις χρησιμοποιούν εις βάρος του συνήθως αγράμματου λαού.

Επειδή αστοί ασκούν την εξουσία μέσα σ' αυτήν τη δημοκρατία, γνωρίζουν ότι αυτήν την εξουσία μπορούν να την χάσουν, μόνο αν η κατάσταση οδηγηθεί στα άκρα και άρα απειληθεί και η ίδια η δημοκρατία. Πότε μπορούν να την χάσουν; Όταν κάποιος από τους κυρίαρχους κοινωνικούς "μονομάχους" αγνοήσει τους υπόλοιπους κοινωνικούς εταίρους και προσπαθήσει να μονοπωλήσει την εξουσία και άρα κινηθεί αντισυνταγματικά. Όταν κάποιος από τους κυρίαρχους κοινωνικούς εταίρους προσπαθήσει να "σχεδιάσει" το σύστημα με βάση τις ανάγκες που προκύπτουν από τα δικά του χαρακτηριστικά.

Όταν ο "μονομάχος", που προσπαθεί να καταλύσει το Σύνταγμα, είναι η πανίσχυρη αλλά ολιγομελής κεφαλαιοκρατία, έχουμε συνήθως πραξικόπημα. Η κεφαλαιοκρατία με τη βοήθεια συνήθως της εκκλησίας και του στρατού αρπάζει την εξουσία και περιορίζει τα δικαιώματα των "μη εχόντων". Αυτό είναι το ένα άκρο, που αφορά τη δεξιά πλευρά των ιδεολογιών. Όταν ο "μονομάχος" που προσπαθεί να μονοπωλήσει την εξουσία είναι η αδύναμη αλλά πολυπληθής εργατική τάξη, έχουμε επανάσταση. Η εργατική τάξη στην περίπτωση αυτήν αρπάζει την εξουσία και αφαιρεί το κεφάλαιο από τους "έχοντες". Αυτό είναι το άλλο άκρο και αφορά την αριστερή πλευρά των ιδεολογιών.

Το πλεονέκτημα των αστών είναι ότι πάντα βρίσκονται στο "μέσον" και μπορούν —ανάλογα με τα συμφέροντά τους— να κάνουν την επιλογή που τους συμφέρει. Αν τους συμφέρει αντιδρούν, αν δεν τους συμφέρει δεν αντιδρούν. Το μεγάλο πλεονέκτημά τους δηλαδή είναι ότι "ρυθμίζουν" τα πάντα ως ενδιάμεσοι. Όταν δεν τους συμφέρει η κατάλυση του Συντάγματος, μπορούν να δημιουργήσουν εκείνες τις συνθήκες, που θα τους εξασφαλίσουν ισχυρό σύμμαχο κι επιπλέον να εξασφαλίσουν για τους εαυτούς τους τη συνταγματική νομιμότητα, ακόμα και για την περίπτωση που στον αγώνα τους θα χρειαστεί να τελέσουν αξιόποινες πράξεις.

Γιατί θα εξασφαλίσουν τη συνταγματική νομιμότητα; Γιατί όποια από τις κυρίαρχες τάξεις και να κινηθεί με στόχο τη μονοπώληση της εξουσίας, θα πρέπει να καταλύσει το Σύνταγμα και άρα ν' απειλήσει τη δημοκρατία. Όποια από τις κυρίαρχες τάξεις αγνοήσει τους αστούς, για να πάρει την εξουσία, θα αναγκαστεί ν' ασκήσει βία. Αυτό σημαίνει ότι εύκολα οι αστοί γίνονται οι "σημαιοφόροι" της δημοκρατίας, εφόσον εύκολα εξασφαλίζουν τη συμμαχία εκείνου του ισχυρού συμμάχου, ο οποίος θα είναι το κυρίως θύμα της βίαιης συνταγματικής εκτροπής. Σε περίπτωση δηλαδή πραξικοπήματος της ολιγαρχίας, οι αστοί —λόγω γνώσης— τίθενται επικεφαλής της πολυπληθούς εργατικής τάξης, ενώ σε περίπτωση εργατικής επανάστασης "πυκνώνουν" τις γραμμές των ολιγάριθμων, αλλά πανίσχυρων κεφαλαιοκρατών.

Οι αστοί λοιπόν γνωρίζουν ότι πάντα υπάρχει κίνδυνος συνταγματικής εκτροπής. Γνωρίζουν όμως επίσης ότι δεν είναι εύκολα τα πράγματα γι' αυτόν που θα την επιχειρήσει. Οι αστοί μόνον με ένα βίαιο πραξικόπημα ή μια βίαιη επανάσταση μπορούν να χάσουν την εξουσία. Έχοντας τις απαραίτητες γνώσεις να προστατεύουν τα συμφέροντά τους, θεωρείται αδύνατον να καταλυθεί το Σύνταγμα με πονηρό τρόπο, χωρίς να το αντιληφθούν. Από εκεί και πέρα, αν αντιληφθούν τέτοιες πονηράδες, είναι εύκολο να "ενεργοποιήσουν" τη διάταξη του συντάγματος που δικαιολογεί τη βία. Είναι εύκολο γι' αυτούς να προκαλέσουν τη βίαιη συμπεριφορά του καταλύοντα το Σύνταγμα και η οποία τους προστατεύει, εφόσον δικαιολογεί την επίσης βίαιη αντίδρασή τους. Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε για πονηριά.

Βίαιη αντίδραση υπάρχει πάντα όταν καταλύεται το Σύνταγμα. Οι αστοί θέλουν αυτή η αντίδραση να υπάρχει μόνον όταν απειλείται η δική τους εξουσία και άρα όταν είναι εμφανής η βία αυτών που καταλύουν το Σύνταγμα και βέβαια δεν είναι οι ίδιοι. Όμως, τον λαό δεν τον ενδιαφέρει πώς γίνεται η ίδια η κατάλυση, ώστε να μεριμνά μόνον για την αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου τύπου της. Αν αυτή η κατάλυση γίνεται με βίαιο και άμεσο τρόπο ή με ύπουλο και διαβρωτικό τρόπο, ελάχιστα ενδιαφέρει τον πολίτη, εφόσον το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Κατάλυση του Συντάγματος σημαίνει επιστροφή στον Μεσαίωνα και αυτό είναι που φοβάται ο λαός. Είτε αυτός είναι ο Μεσαίωνας του φασισμού της κεφαλαιοκρατίας είτε είναι ο Μεσαίωνας του κομμουνισμού της εργατικής τάξης, είναι το ίδιο και το αυτό.

Οι πονηροί αστοί, που συνέταξαν το άρθρο, γι' αυτόν τον λόγο επιμένουν στον όρο βία. Με αυτόν τον τρόπο μόνοι τους θέλουν να κρίνουν πότε υπάρχει κατάλυση του Συντάγματος και πότε όχι. Μόνοι τους θέλουν ν' αποφασίζουν πότε η βίαιη αντίδραση του λαού είναι νόμιμη και πότε όχι. Αυτήν την πολυτέλεια τους δίνει η έννοια της "βίας". Αυτοί κρίνουν πότε υπάρχει βία. Αυτοί μπορούν να δημιουργούν βία, κάθε φορά που πρέπει να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Με μέσον την προβοκάτσια πάντα έχουν τη δυνατότητα να προκαλούν τη βία αυτών που αντιλαμβάνονται ως εχθρούς τους και άρα να "ρυθμίζουν" τη συμπεριφορά του λαού.

Όταν αυτοί με τις πράξεις τους διαβρώνουν σταδιακά το Σύνταγμα, δεν θέλουν αντίδραση. Θέλουν να το διαβρώνουν και να γίνονται πλούσιοι, αλλά δεν θέλουν αντίδραση. Την αντίδραση την επιθυμούν μόνον όταν την εξουσία την έχουν οι αντίπαλοί τους και άρα μόνον όταν θέλουν τη συμμαχία κάποιου ισχυρού κοινωνικού εταίρου στις επιδιώξεις τους. Στις χώρες όπου εκδηλώθηκε κομμουνιστική επανάσταση οι αστοί ταυτιζόταν με την κεφαλαιοκρατία, ενώ στις καπιταλιστικές χώρες ταυτιζόταν με την εργατική τάξη.

Επιδιώκουν πάντα να ελέγχουν ένα κοινωνικό "αντίβαρο", γιατί τους βολεύει πάντα η "ισορροπία" της δημοκρατίας. Τους βολεύει, γιατί είναι οι ειδικοί στο να την εκμεταλλεύονται. Με τη διαφθορά τους τη "ροκανίζουν" και, όταν κάποιος από τους θιγόμενους εταίρους δεν αντέχει άλλο στην κλοπή και αντιδρά, αρχίζει ο συνταγματικός τους "αγώνας" για τη "δημοκρατία". Έχουν βρει τη "φάμπρικα" δηλαδή. Σε περιόδους δημοκρατικής "ισορροπίας" όλοι οι αστοί βολεύονται, αντιπροσωπεύοντας έπ’ αμοιβή τα ταξικά συμφέροντα των ισχυρών της κοινωνίας.

Διχάζονται ως τάξη και οι μισοί παριστάνουν τους "κολλητούς" της κεφαλαιοκρατίας και άρα της δεξιάς και οι άλλοι μισοί τους "κολλητούς" της εργατικής τάξης και άρα του σοσιαλισμού. Όποιος τους πληρώνει, αυτόν υπερασπίζονται. Αμβλύνουν τα ταξικά τους χαρακτηριστικά, για να μην προκαλούν με τις κλοπές τους. Όταν αρχίσουν πλέον να τους σιχαίνονται όλοι, περιμένουν τον πρώτο ισχυρό κοινωνικό εταίρο που θα κάνει το λάθος ν' αντιδράσει βίαια και άρα αντισυνταγματικά. Τότε ως τάξη ξανασυσπειρώνονται, για να υποστηρίξουν αυτόν που με τη δύναμή του θα επαναφέρει την "ισορροπία" της δημοκρατίας.

Ένας ατελείωτος κύκλος υποκρισίας και συνομωσίας. "Κρύβονται" ως κοινωνική τάξη όταν κλέβουν κι "εμφανίζονται" όταν πρέπει να θεμελιώσουν τις συνθήκες που θα τους εξασφαλίσουν νέες κλοπές. Η αθλιότητα των αστών δηλαδή οδηγεί στα πραξικοπήματα ή στις λαϊκές επαναστάσεις και η ειρωνεία είναι ότι οι ίδιοι καρπώνονται και τις νίκες της δημοκρατίας. Κλέβουν δηλαδή όσο υπάρχει "ισορροπία" της δημοκρατίας και όταν εξαιτίας των δικών τους κλοπών αυτή η ισορροπία απειληθεί, παριστάνουν τους "σημαιοφόρους" της δημοκρατίας, βάζοντας κάποιον από τους ισχυρούς να "παλέψει" εναντίον του κυρίως αντιπάλου.

Ό,τι όμως και να κάνουν δεν μπορούν ν' απαλείψουν από τον συνταγματικό νόμο τη διάταξη που προβλέπει τη βίαιη αντίδραση. Δεν μπορούν ν' απαλείψουν τη νομική δικαιολογία της βίαιης αντίδρασης σε περίπτωση κατάλυσης του Συντάγματος. Η συνταγματική διάταξη, δηλαδή, που τους δίνει τη δύναμη να ελέγχουν τα πάντα, είναι η ίδια που αποτελεί αδυναμία τους. Λειτουργεί απόλυτα θετικά γι' αυτούς μόνον όταν ο λαός είναι αγράμματος και μπορούν να τον "δουλεύουν". Για όσο διάστημα ο λαός δεν γνωρίζει τι συμβαίνει, θα τον "σταματάνε" στην έννοια της "βίας", άσχετα αν η έννοια της "κατάλυσης" είναι πολύ πιο σημαντική.

Θα εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς λέμε. Οι βασικές ταξικές ομάδες, που συγκρούστηκαν προκειμένου να συνταχθεί το Σύνταγμα, είναι δύο. Οι κεφαλαιοκράτες και οι απλοί εργαζόμενοι. Αυτοί δηλαδή οι οποίοι έχουν υπό την ιδιοκτησία τους κεφάλαιο και επιβιώνουν από την παραγωγή του και αυτοί οι οποίοι δεν έχουν τέτοιο και επιβιώνουν με μέσο τη δυνατότητα να εργαστούν. Οι "έχοντες" δηλαδή και οι "μη έχοντες" της κοινωνίας.

Επί αιώνες οι "έχοντες" έλεγχαν την εξουσία και περιόριζαν τους "μη έχοντες" στο επίπεδο του ζώου. Μόνοι τους αξιολογούσαν την εργασία των ανθρώπων και μόνοι τους αποφάσιζαν για την ανταμοιβή αυτής της εργασίας. Για όσο διάστημα ο "μη έχων" τους έκανε τη δουλειά τους, τον συντηρούσαν στα όρια της φτώχειας. Όταν δεν μπορούσε να τους φανεί χρήσιμος, τον άφηναν να πεθάνει σαν τον "σκύλο".

Κανένας νόμος δεν προστάτευε τον απλό άνθρωπο από την αυθαιρεσία των ισχυρών. Ζούσε και πέθαινε, βρισκόμενος υπό το έλεος ανθρώπων που δεν είχαν καθόλου έλεος. Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι τη συνειδητοποίηση της ανθρωπότητας και άρα μέχρι να φτάσουμε στη Γαλλική Επανάσταση. Τι έγινε τότε; Κάποιοι μορφωμένοι, έξυπνοι, ιδεαλιστές και προπαντός γενναίοι άνθρωποι προσπάθησαν να βοηθήσουν τους υπόλοιπους φτωχούς συνανθρώπους τους και να τους εξασφαλίσουν δικαιώματα. Πάνω στις δικές τους σκέψεις και απόψεις περί ανθρώπου στηρίχθηκαν οι άξονες του Συντάγματος.

Η κατάσταση όμως εκείνη δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι ιδανική. Γιατί; Γιατί οι λαοί της εποχής εκείνης ήταν τρομερά αγράμματοι, για να μπορέσουν να προστατεύσουν τα "δώρα" που τους δόθηκαν. Ταυτόχρονα, τόσο ανάμεσά τους όσο κι ανάμεσα στους μορφωμένους επαναστάτες υπήρχαν πονηρά λιγούρια, που έβλεπαν αυτήν την κατάσταση σαν την καλύτερη ευκαιρία για να επιλύσουν τα προσωπικά τους προβλήματα και να γίνουν και οι ίδιοι πλούσιοι. Λιγούρια, που θέλησαν να κεφαλαιοποιήσουν την όποια γνώση τους ή την όποια θέση τους στις εξελίξεις. Ανάμεσα δηλαδή στους μορφωμένους, που διαμόρφωναν τον νόμο με στόχο να βοηθήσουν τον άνθρωπο, υπήρχαν και άνθρωποι που επηρέαζαν αυτήν τη διαμόρφωση με στόχο να βοηθήσουν τους εαυτούς τους. Ανάμεσα στους αγράμματους φτωχούς, που έπιαναν "πόστα", για να λειτουργήσει η δημοκρατία, υπήρχαν και άνθρωποι που ήθελαν να εκμεταλλευτούν τα πόστα αυτά ώστε να γίνουν πλούσιοι.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί στην ουσία αποτελεί την αιτία που "νοσεί" το Σύνταγμα. Μέχρι τότε οι άνθρωποι υπέφεραν επειδή δεν υπήρχε Σύνταγμα, ενώ από εκεί κι έπειτα θα υπέφεραν επειδή το Σύνταγμα αυτό "νοσούσε". Το βασικό "σύμπτωμα" αυτής της "νόσου" ήταν η ίδρυση της αστικής τάξης. Της τάξης των "ειδικών" εργαζομένων, που αντιλαμβάνονται την "ειδικότητά" τους σαν κεφάλαιο. Τι είναι αυτή η τάξη; Η πιο νοσηρή και άθλια κοινωνική τάξη. Γιατί έχει αυτά τα χαρακτηριστικά; Γιατί έχει χαρακτηριστικά "παρασίτου". Εξαιτίας αυτής της τάξης δημιουργείται το σύνολο των κοινωνικών προβλημάτων και διαιωνίζεται η κοινωνική αδικία, της οποίας η πάταξη αποτελεί και τον βασικό στόχο του Συντάγματος. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι αυτή η "αρρώστια", που καταλύει στην πραγματικότητα το Σύνταγμα, είναι μια "αρρώστια" της οποίας ο "ιός" κρύβεται μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα.

Πριν εξετάσουμε αυτόν το "ιό", θα εξηγήσουμε μερικά πράγματα για την αστική τάξη, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης τα χαρακτηριστικά που αυτή έχει και τα οποία την καθιστούν το αίτιο της "αρρώστιας" που μαστίζει την κοινωνία. Η αστική τάξη είναι μια τάξη με τεχνητά χαρακτηριστικά. Μια τάξη, η οποία δεν έχει φυσικά χαρακτηριστικά, που να την καθιστούν αυτοδύναμη. Είναι μια τάξη που δημιουργήθηκε από τον νόμο και διαιωνίζεται από τον νόμο. Αν αλλάξει ο νόμος που την συντηρεί, "πεθαίνει" και τα μέλη της εντάσσονται αυτόματα στην εργατική τάξη. Σε πλήρη λειτουργία δεν ανήκει ούτε στην τάξη των "εχόντων" ούτε στην τάξη των "μη εχόντων". Μοιάζει καί με τις δύο στα βασικά της χαρακτηριστικά, αλλά δεν ανήκει σε καμία από αυτές. Ενώ τα μέλη της είναι "μη έχοντες", κατορθώνουν και εισπράττουν κέρδη "εχόντων". Ενώ τα μέλη της είναι "μη έχοντες" ζουν ανάλογα με τους "έχοντες".

Πώς γίνεται αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Οι αστοί καταφέρνουν και γίνονται "έχοντες" με άυλη περιουσία τα προσωπικά τους προσόντα ή τη σημαντικότητα των κρατικών πόστων που αναλαμβάνουν. Κεφαλαιοποιούν τη γνώση τους, την οποία έχει ανάγκη ο άνθρωπος και η κοινωνία. Κεφαλαιοποιούν την κρατική τους θέση, που έχει ανάγκη η κοινωνία για την ομαλή της λειτουργία. Κεφαλαιοποιούν την εξουσία τους, που έχουν ανάγκη οι "μη έχοντες", για να προστατεύονται από τους "έχοντες". Κεφαλαιοποιούν τη συνδικαλιστική τους δράση, που έχουν ανάγκη οι "έχοντες", για να μην ανατραπούν από τους "μη έχοντες". Κεφαλαιοποιούν ό,τι έχουν ανάγκη οι κύριοι κοινωνικοί αντίπαλοι και τους υπηρετούν ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Αντιπροσωπεύουν έπ’ αμοιβή συμφέροντα.

Κεφαλαιοποιούν δηλαδή τον αγώνα των λαών ενάντια στο σύστημα και την εξουσία. Στην πραγματικότητα εκβιάζουν την κοινωνία, για να μπορούν να εισπράττουν αυτά τα οποία κρίνουν οι ίδιοι σαν απαραίτητα, για να εξυπηρετηθεί η "μεγαλειότητά" τους. Αυθαίρετα δηλαδή "άρπαξαν" τα δικαιώματα των κοινωνικών αγώνων και τα έκαναν "κεφάλαιο" της τάξης τους. Ό,τι είναι τα φέουδα και τα εργοστάσια για την κεφαλαιοκρατική τάξη έγινε ο νόμος και τα ανθρώπινα δικαιώματα για την αστική τάξη.

Αυτοί λοιπόν οι "μη έχοντες" με τα δικαιώματα αυτά άρχισαν από την πρώτη στιγμή της "γέννησής" τους να κλέβουν και να εκβιάζουν την κοινωνία, την οποία υποτίθεται υπηρετούσαν. Η παρουσία τους στο κοινωνικό προσκήνιο εξασφαλίστηκε εύκολα, γιατί απλούστατα ήταν πονηροί και τους βοηθούσαν οι συνθήκες. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Όταν "γεννήθηκε" η αστική τάξη, οι μεγάλες κοινωνικές μάζες ήταν πολύ αγράμματες για να τους αμφισβητήσουν και πολύ αδύναμες για να πορευτούν χωρίς τη δική τους γνώση. Παίρνοντας οι αστοί τον ρόλο του "ενδιάμεσου" ανάμεσα στους "έχοντες" και τους "μη έχοντες", επιβίωσαν εύκολα ως εκβιαστές, εφόσον πάντα ήταν ισχυροί.

Κάθε φορά που οι αστοί διεκδικούσαν δικαιώματα και πλούτο, απειλούσαν τους "έχοντες" που αντιδρούσαν –εφόσον αυτοί θα τα πλήρωναν— με κύριο όπλο τους τη μεγάλη μάζα των "μη εχόντων". Απέναντι στους ισχυρούς δηλαδή ταυτίζονταν με τους αδύναμους. Από την άλλη πλευρά, κάθε φορά που οι αδύναμοι τους αμφισβητούσαν για τις κλοπές τους, ήταν και πάλι ισχυροί, γιατί εύκολα ταυτίζονταν με τους "έχοντες" και τους χρησιμοποιούσαν ως όπλο απέναντι στους "μη έχοντες". Με τις εξυπηρετήσεις που τους παρείχαν εξασφάλιζαν πάντα την υποστήριξή τους στις ταξικές τους μάχες απέναντι στη μεγάλη "μάζα".

Τα διπλά τους χαρακτηριστικά ήταν αυτά τα οποία τους έδωσαν τη μόνιμη "ιδιαιτερότητα" που έχει ανάγκη μια κοινωνική τάξη για να επιβιώσει ως τέτοια. Μπορούν, ως "μη έχοντες", να ταυτίζονται με τους υπόλοιπους φτωχούς και να αμύνονται απέναντι στους "έχοντες" και ταυτόχρονα, ως "έχοντες", να ταυτίζονται με τους υπόλοιπους "έχοντες". Αυτή η ιδιαιτερότητά τους σε συνδυασμό με την πολυτιμότητα της γνώσης τους, τους επιτρέπει να επιβιώνουν ως τάξη και στο τέλος, λόγω της κλοπής τους, να μετατρέπονται σε παρασιτική τάξη. Να μετατρέπονται σε "καρκίνο" της κάθε οικονομίας.

Όποιος και να τους επιτεθεί για όποιον λόγο και να το κάνει, θα τους βρει ισχυρούς και βέβαια στο αντίπαλο "στρατόπεδο". Επειδή ήταν πονηροί και είχαν γνώσεις, διαμόρφωσαν τη γενικότερη κατάσταση με βάση τα συμφέροντά τους. Τι έκαναν; Το εξής απλό. Απέναντι στο κεφάλαιο αντέταξαν κεφάλαιο και απέναντι στη μάζα αντέταξαν μάζα. Για ν' αντισταθούν μάλιστα ακόμα πιο σθεναρά απέναντι στο ιδιωτικό κεφάλαιο που τους απειλούσε, δημιούργησαν το δημόσιο κεφάλαιο, για να μπορούν να το απειλούν και οι ίδιοι. Από την άλλη πλευρά απέναντι στη μαζικότητα των φτωχών που τους απειλούσε δημιούργησαν μαζικότητα για την τάξη τους. Με μέσον το δημόσιο κεφάλαιο απειλούν την κεφαλαιοκρατία και με μέσον τις θέσεις εργασίας στο κεφάλαιο αυτό δημιούργησαν την κοινωνική βάση της τάξης τους, για να μην απειλούνται από τη μάζα.

Αυτή η ανάγκη της αστικής τάξης για πολλαπλή άμυνα είναι αυτή η οποία δημιούργησε το δημόσιο κεφάλαιο και βέβαια τη "νοσηρότητα" που το χαρακτηρίζει στη λειτουργία του. Οι αστοί μετέτρεψαν το δημόσιο κεφάλαιο σε ταξική τους περιουσία και ταυτόχρονα το έκαναν να λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να τους προσφέρει κοινωνικούς συμμάχους ανάμεσα στους φτωχούς. Το δημόσιο κεφάλαιο σε κάθε περίπτωση ήταν απαραίτητο ν' αναπτυχθεί, γιατί μόνον με την ισχύ του μπορούσε το κράτος —που αντιπροσωπεύει τα λαϊκά συμφέροντα— να πιέζει τους ισχυρούς.

Η ύπαρξη του δημοσίου κεφαλαίου συμφέρει τους λαούς υπό αυτές τις καταστάσεις, γιατί απλούστατα σε άλλη περίπτωση οι λαοί θα ήταν υπό το έλεός ισχυρών ιδιωτών, άσχετα με το τι λένε οι νόμοι. Αν δεν υπάρχει το δημόσιο κεφάλαιο, πώς θα υπογραφούν οι ετήσιες συλλογικές συμβάσεις εργασίας; Επειδή θα το ζητήσουν οι "ευαίσθητοι" και "ιδεολόγοι" πολιτικοί από τους κεφαλαιοκράτες; Όχι βέβαια. Όταν παρεμβάλλονται συμφέροντα, κανένας δεν πείθει κανέναν με επιχειρήματα. Σε κάθε διαπραγμάτευση το κάθε μέρος διαπραγματεύεται με βάση την ισχύ του. Ζητάει το κράτος από τους κεφαλαιοκράτες αναπροσαρμογή των μισθών και ασφάλειες, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να τους απειλεί ακόμα και με καταστροφή σε περίπτωση άρνησής τους. Μπορεί να τους απειλεί με την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες κλπ.. Μπορεί να τους απειλεί με τα κοστολόγια των αγαθών τα οποία έχουν ανάγκη και επηρεάζουν το κόστος παραγωγής.

Αντιλαμβανόμαστε ότι το δημόσιο κεφάλαιο είναι εξαιρετικά πολύτιμο για έναν λαό και γι' αυτόν τον λόγο δημιουργήθηκε. Αυτήν την ανάγκη εκμεταλλεύτηκαν οι αστοί, για να "καπελώσουν" τους υπόλοιπους εργαζόμενους, οι οποίοι αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του κάθε λαού. Με μέσον το δημόσιο κεφάλαιο δημιούργησαν τις συνθήκες οι οποίες τους επιτρέπουν να κλέβουν τους λαούς, που υποτίθεται υπηρετούν. Με μέσον αυτό το κεφάλαιο δημιούργησαν την κοινωνική βάση της τάξης τους. Τη βάση, που αποτελεί γι' αυτούς "ασπίδα" προστασίας.

"Ψευδοβόλεψαν" στο κεφάλαιο αυτό κάποιους φτωχούς και τους έκαναν "γενίτσαρους" της τάξης τους. "Γενίτσαρους", που, χωρίς πολλές απαιτήσεις και με μόνη ανταμοιβή κάποια σίγουρη θέση εργασίας, θα τους πρόσφεραν την άμυνα την οποία είχαν ανάγκη. Οι άθλιοι αστοί μοιράζονταν μεταξύ τους τις υψηλόμισθες θέσεις του δημοσίου κεφαλαίου και έβαζαν τους φτωχούς να "σκοτώνονται" μεταξύ τους για μια "θεσούλα" στο δημόσιο. Άρπαζαν τα "φιλέτα" και μοίραζαν "ψίχουλα" στους φτωχούς. "Ψίχουλα" όμως ικανά, για να δημιουργήσουν την ταύτιση συμφερόντων που επιθυμούσαν.

Ταυτόχρονα, για να έχει διάρκεια και μονιμότητα η κατάσταση αυτή, έκαναν επεμβάσεις στους μηχανισμούς εκπαίδευσης. Με βάση αυτούς τους μηχανισμούς, που οι ίδιοι έλεγχαν, φρόντισαν ώστε η "παραγωγή" τους να έχει φιλικά χαρακτηριστικά προς την τάξη τους. Εκπαιδεύτηκαν μαζικά οι λαοί να μισούν τους κεφαλαιοκράτες και ταυτόχρονα να "λατρεύουν" τους αστούς "σωτήρες" τους. Μέσα σ' αυτά τα εκπαιδευτικά συστήματα έμαθαν οι λαοί για τους "καλούς" και τους "κακούς" της κοινωνίας.

Μόνιμα "καλοί" ήταν οι "πατέρες" της αστικής τάξης και βέβαια τα "παιδιά" τους, που είναι οι αστοί οι οποίοι κυβερνούν. Αυτοί οι οποίοι μπορεί να κλέβουν και να διαφθείρονται, αλλά που είναι απαραίτητοι στη μάχη εναντίον του "κακού". Οι μεγάλοι "σωτήρες", που την ύστατη ώρα θα δώσουν τη μεγάλη "μάχη". Για να είναι ακόμα πιο αποτελεσματικός ο σχεδιασμός τους, έδωσαν στα συστήματα εκπαίδευσης μακροχρόνια και βασανιστικά χαρακτηριστικά, ώστε ο βασανισμός των εκπαιδευομένων να τους κάνει σίγουρα "γενίτσαρους". Να βασανίζονται σε τέτοια ένταση και σε τέτοια διάρκεια, που να είναι έτοιμοι ακόμα και να σκοτώσουν όποιον αμφισβητεί το δικαίωμά τους στο "βόλεμα".

Όλα αυτά τα έκαναν αυτοί οι οποίοι τους δόθηκε η λαϊκή εντολή να ελέγξουν τους ισχυρούς κοινωνικούς παράγοντες και να τους περιορίσουν με τον νόμο. Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε για ειρωνεία. Αυτοί, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν τον νόμο ο οποίος θα περιόριζε την αυθαιρεσία και την κλοπή των ισχυρών, έγιναν και οι ίδιοι κλέφτες και ισχυροί, που θα είχαν πρόβλημα με τον ίδιο νόμο. Αυτοί, που ανέλαβαν να "σώσουν" τους λαούς από τους "κακούς", έγιναν και οι ίδιοι "κακοί". Αυτοί ήταν που έδωσαν "παθολογία" στο Σύνταγμα. Αυτοί ήταν που έκρυψαν μέσα σ' αυτό τον "ιό" που απειλεί και το ίδιο με κατάρρευση.

Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Ο νόμος πρέπει να λειτουργεί όπως ένας τοίχος. Ο άνθρωπος δηλαδή σε σχέση με τον νόμο πρέπει να βρίσκεται είτε από τη μία πλευρά είτε από την άλλη. Απαγορεύεται να βρίσκεται επάνω ή μέσα σ' αυτόν. Ένας σημαντικός νόμος, όπως το Σύνταγμα, πρέπει να λειτουργεί ως θωρακισμένο τείχος. Ένα τείχος, που θα περιβάλει και θα προστατεύει τους αδύναμους ανθρώπους από τους ισχυρούς συνανθρώπους τους. Τέτοιος νόμος με χαρακτηριστικά τείχους είναι ο Νόμος του Θεού. Ο νόμος αυτός λέει για παράδειγμα "ου μοιχεύσεις". Με βάση αυτόν τον νόμο ένας άνθρωπος θα είναι είτε μοιχός είτε όχι. Δεν υπάρχουν "λίγο μοιχοί" ή "πολύ μοιχοί". Δεν υπάρχουν μοιχοί που παρανομούν με βάση τον νόμο και νόμιμοι μοιχοί που εξαιρούνται από τον νόμο.

Ο Θεός, δηλαδή, ως Τέλειος Νομοθέτης δεν αφήνει κανέναν να "κατοικεί" κατ’ εξαίρεσιν μέσα στον Νόμο Του. Δεν προβλέπει δηλαδή διαφορετικά μέτρα και σταθμά για τους δικούς Του ανθρώπους. Γιατί; Γιατί απλούστατα αν το κάνει αυτό, θα ακυρώσει τον ίδιο τον Νόμο Του. Αν ο Θεός εξαιρέσει τους ιερείς Του, αυτοί θα εξαιρέσουν τους "χορηγούς" τους και αυτοί με τη σειρά τους τούς "υπηρέτες" τους. Μέσα σε λίγο διάστημα εντός του Νόμου θα "τρυπώσουν" τόσοι πολλοί, που στο τέλος θα ακυρωθεί ο ίδιος ο Νόμος, εφόσον δεν θα αφορά πλέον κανέναν. Αυτό, δηλαδή, που εξαιτίας της γνώσης του Νομοθέτη δεν μπορεί να "γκρεμιστεί" εκ των έξω, θα καταρρεύσει εκ των έσω. Η τελειότητα του Νόμου, που του δίνει ισχύ να αμύνεται σε εξωτερικούς εχθρούς, θα οδηγηθεί στην κατάρρευση και την αδυναμία, λόγω της διάβρωσης στο εσωτερικό του. Αυτόν τον κίνδυνο για τον Νόμο ο Πανίσχυρος Νομοθέτης Θεός τον γνωρίζει και δεν τον επιτρέπει να εκδηλωθεί και γι' αυτό τον λόγο δεν επιτρέπει να σε κανέναν να "κατοικεί" τον Νόμο.

Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται και με το αστικό Σύνταγμα. Επειδή οι αστοί νομοθέτες δεν ήταν όμοιοι τον Θεό και ήταν πονηροί, θέλησαν να "κατοικήσουν" τον νόμο, για να επωφελούνται. Ενώ ο Θεός δεν έδωσε το δικαίωμα σε καμία "αναθεωρητική" οικουμενική σύνοδο να "παίζει" με τους Νόμους Του, αυτοί δεν έκαναν το ίδιο. Επέτρεψαν σε ομοίους τους να "προσθαφαιρούν" νόμους κατά το δοκούν. Αποτέλεσμα; Οι αστοί έκαναν "σπίτι" τους αυτό το οποίο θα έπρεπε να είναι ένα αφιλόξενο "τείχος" για τους πάντες. Μέσα στον νόμο, που προστατεύει την κοινωνία και τον άνθρωπο από τους ισχυρούς, θέλησαν να κάνουν "κρυψώνες" για τους εαυτούς τους. Το αποτέλεσμα; Αυτό το οποίο βλέπουμε και είναι τραγικό.

Μέσα στο συνταγματικό "τείχος", που έπρεπε να προστατεύει τους λαούς, "μπαινοβγαίνουν" όποτε θέλουν οι ισχυροί. Άλλοι "μπαίνουν" για να επωφεληθούν και άλλοι το "διαπερνούν", για να αδικήσουν αυτούς τους οποίους θέλουν. Άλλοι προσπαθούν να βολευτούν μέσω του νόμου και άλλοι θέλουν να τον παρακάμψουν, για να γίνουν πλούσιοι. Ο νόμος, δηλαδή, που μέσα του περιέχει όλες εκείνες τις διατάξεις που προστατεύουν τον άνθρωπο, έχει όλα εκείνα τα "παράθυρα" τα οποία επιτρέπουν στους ισχυρούς να τον αδικούν.

Αυτά όλα έγιναν εξαιτίας των άθλιων αστών. Αυτών, που για να βολευτούν και να γίνουν πλούσιοι "κατοίκησαν" το Σύνταγμα. Αυτών, που, αντί ν' αφήσουν τον νόμο να λειτουργήσει ως "τείχος", του ανοίγουν "παράθυρα", πρώτον για να κάνουν απαραίτητη την παρουσία τους και δεύτερον για να μπορούν να διαφθείρονται. Εκεί δηλαδή όπου θα έπρεπε να υπάρχει νόμος-"πέτρα", υπάρχει ένας αστός-υπάλληλος, που λειτουργεί κατά βούληση. Εκεί όπου δεν έπρεπε να περνάει τίποτε, περνάνε "ελέφαντες", αν είναι διεφθαρμένος ο αστός ο οποίος κατέχει αξίωμα. Το ίδιο το Σύνταγμα δηλαδή επιτρέπει τη διαφθορά, που οδηγεί μια κοινωνία στην αθλιότητα.

Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και τον λόγο που αυτοί οι οποίοι το διαβρώνουν δεν το καταλύουν πλήρως. Δεν τους συμφέρει να το καταλύσουν, γιατί φοβούνται ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα κινδυνεύσουν από τους πανίσχυρους ταξικούς τους αντιπάλους, που είναι κυρίως η κεφαλαιοκρατία, η οποία είναι εξίσου μορφωμένη αλλά πολλαπλάσια πιο ισχυρή. Γι' αυτόν τον λόγο, παρ' όλο που το "κατοικούν", δεν το μετατρέπουν σε "οίκο", παρά το διατηρούν σταθερά σε κατοικήσιμο "τείχος". Το κέρδος από αυτόν τον σχεδιασμό είναι ότι μπορούν να κλέβουν νόμιμα και μπορούν επίσης νόμιμα ν' αντιδρούν βίαια σε περίπτωση κινδύνου.

Το μόνο ρίσκο τους είναι να τιμωρηθούν νόμιμα σε περίπτωση που συλληφθούν να εγκληματούν. Να τιμωρηθούν από τον λαό που θίγεται, χωρίς να μπορούν ν' αντιδράσουν. Ρισκάρουν δηλαδή να έρθουν αντιμέτωποι με το φαινόμενο που ονομάζουμε "τρομοκρατία". Στην πραγματικότητα δηλαδή η "τρομοκρατία" είναι ένα φυσικό φαινόμενο, που δεν μπορεί να εξαλειφθεί μέσα από την αστική κοινωνία, εφόσον το ίδιο το Σύνταγμα έχει διπλά χαρακτηριστικά. Από τη στιγμή που πρέπει να λειτουργεί ως "τείχος" και άρα να τιμωρεί την συνταγματική παράβαση, δεν μπορεί να σταματήσει την εκδήλωση της "τρομοκρατίας".

Όταν από το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπεται η τιμωρία αυτών που το απειλούν με κατάλυση και οι διεφθαρμένοι εξουσιαστές δεν κάνουν τίποτε εναντίον τους, κανένας δεν μπορεί να σταματήσει τον εξωθεσμικό παράγοντα, ο οποίος θ' αναλάβει να κάνει αυτό που προβλέπεται από το Σύνταγμα. Ο τρομοκράτης δηλαδή έχει νομικό έρεισμα στις πράξεις του. Τα πράγματα δηλαδή δεν είναι καθόλου απλά και όπως μας τα παρουσιάζουν οι σημερινοί εξουσιαστές. Δεν είναι κοινοί ποινικοί αυτοί οι οποίοι αναλαμβάνουν τρομοκρατική δράση. Έχουν άλλες ιδιότητες, που κανέναν δεν συμφέρει να φτάσουν στα δικαστήρια.

Εδώ πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης, γιατί αυτό που θα πούμε είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Το σύνολο των ανεπτυγμένων κρατών λειτουργούν με τον αστικό τρόπο, αλλά δεν είναι όμοια μεταξύ τους. Μοιάζουν, αλλά δεν είναι ίδια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί τα συστήματα μπορεί να έχουν τον ίδιο αστικό "τερματισμό", αλλά δεν έχουν την ίδια "αφετηρία". Άλλα έγιναν αστικά μέσα από επαναστάσεις και βία και άλλα μεταλλάχθηκαν σε αστικά, εξαιτίας της επιλογής των ισχυρών, για να προλάβουν μια πιθανή ταξική αντίδραση των λαών τους, πολύ πριν αυτή εκδηλωθεί.

Το σύνολο των αστικών συστημάτων ανήκουν σε δύο "κλάδους", που χαρακτηρίζουν την καταγωγή τους. Είτε ανήκουν στον γαλλικό κλάδο είτε στον αγγλοσαξονικό. Όσα ανήκουν στον πρώτο κλάδο έχουν Συντάγματα με χαρακτηριστικά "τείχους-οίκου" και άρα η τρομοκρατία είναι ένα εγγενές φαινόμενο, που δεν απαλείφεται από αυτά. Τέτοια συστήματα είναι όλα όσα προέρχονται από κοινωνικές ή εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις. Που "γεννήθηκαν" δηλαδή όταν για τον οποιονδήποτε λόγο η κεφαλαιοκρατική τους τάξη βρέθηκε σε αδυναμία, είτε γιατί νικήθηκε σε ταξικό αγώνα είτε γιατί ήταν ασήμαντη μετά από εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Τα συντάγματα αυτών των συστημάτων, επειδή ακριβώς συντάχθηκαν από τους αστούς χωρίς τις παρεμβάσεις της κεφαλαιοκρατίας, προβλέπουν πάντα μέσα στις διατάξεις τους τη δυνατότητα βίαιης αντίδρασης σε περίπτωση απειλής κατάλυσής τους. Τα Συντάγματα αυτών των κρατών "υποστηρίζονται" και από μια τεράστια δημόσια περιουσία.

Οι αστοί πολιτικοί, που τα συνέταξαν δηλαδή, φοβούμενοι την εκ νέου ισχυροποίηση της κεφαλαιοκρατίας, έδωσαν στους εαυτούς τους τη δυνατότητα της βίαιης αντίδρασης και ταυτόχρονα εθνικοποίησαν μεγάλο μέρος του κεφαλαίου. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε απολαμβάνουν ασυλία και γι' αυτόν τον λόγο νομιμοποιούν τη βία σε περίπτωση κατάλυσης του Συντάγματος. Ελπίζουν, αν αντιληφθούν εγκαίρως τον κίνδυνο εκτροπής, να μπορούν νόμιμα και χωρίς κίνδυνο ν' αντιδράσουν. Να μπορούν νόμιμα να πάρουν ένα πιστόλι και να σκοτώσουν τον "συνταγματάρχη", που θα προσπαθήσει ν' αρπάξει βίαια την εξουσία για λογαριασμό της κεφαλαιοκρατίας, πριν το καταφέρει. Τέτοιου είδους Συντάγματα έχουν οι περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Χώρες των οποίων τα Συντάγματα συντάχθηκαν μετά από πτώσεις μοναρχιών, "χουντών" ή απλές εθνικές απελευθερώσεις. Όλα αυτά τα Συντάγματα μιμούνται στη λογική τους το πρώτο γαλλικό επαναστατικό Σύνταγμα και άρα είναι ανεκτικά απέναντι στη λαϊκή βία.

Από την άλλη πλευρά υπάρχουν τα συστήματα αγγλοσαξονικού τύπου. Αυτά τα συστήματα μιμούνται τα αστικά συστήματα, χωρίς όμως να έχουν την αυθεντικότητά τους. Δεν προέκυψαν δηλαδή από ήττα της κεφαλαιοκρατίας τους. Προέκυψαν από επιλογή τους. Βλέποντας οι ισχυροί των κρατών αυτών ότι ο κόσμος εξελίσσεται, θέλησαν να προλάβουν τις "εξελίξεις". Πριν ξεσπάσει η ταξική αντίδραση, που θα τους απειλούσε, αποφάσισαν μόνοι τους να δημιουργήσουν την αστική τους τάξη. Αποφάσισαν μόνοι τους να δημιουργήσουν αυτούς που μπορούν να ελέγξουν τους "μη έχοντες" εργάτες, που είναι η μεγαλύτερη απειλή γι' αυτούς. Μόνοι τους δημιούργησαν το νομοθετικό πλαίσιο που μιμείται το Σύνταγμα, χωρίς όμως να έχει την ισχύ του και χωρίς να υπάρχει η μεγάλη δημόσια περιουσία να το υποστηρίζει.

Πριν δηλαδή μια πανίσχυρη αστική τάξη επικεφαλής των εργατών τούς νικήσει και τους αποσπάσει δικαιώματα και περιουσία, δημιούργησαν οι ίδιοι μια τέτοια τάξη απόλυτα "ευνουχισμένη". Τα περισσότερα από αυτά τα κράτη, εξαιτίας αυτής της ιδιομορφίας τους, δεν έχουν καν συνταγματικό νόμο. Για παράδειγμα, η δήθεν ανεπτυγμένη Βρετανία έχει ως βασικό κρατικό νόμο που αφορά τα ατομικά δικαιώματα έναν νόμο του 1600. Έναν νόμο του Μεσαίωνα. Ταυτόχρονα και η δημόσια περιουσία είναι ελάχιστη. Κανένας δεν αντιδρά σ' αυτήν την αθλιότητα, γιατί κανένας δεν έχει την ισχύ να πολεμήσει την κεφαλαιοκρατία της και τους "σκύλους" της, που είναι οι αστοί. Η βρετανική αστική τάξη παραμένει σταθερά στο επίπεδο του πιστού "υπηρέτη" της κεφαλαιοκρατίας, γιατί δεν την νίκησε ποτέ, ώστε να επιβάλλει σ' αυτήν τους νόμους της.

Μόνοι τους οι "Λόρδοι" δημιούργησαν την "ευνουχισμένη" βρετανική αστική τάξη που ευνοούσαν και φυσικό ήταν να μην της δώσουν το δικαίωμα να τους απειλεί. Μόνοι τους διαχειρίζονται το σύνολο του βρετανικού κεφαλαίου, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Επιπλέον, επειδή η αστική τους τάξη δημιουργήθηκε από τους ίδιους, δεν υπήρχε λόγος να της δώσουν τη δυνατότητα να αμύνεται μόνη της απέναντι στους "κατώτερούς" της. Γιατί; Γιατί αυτός ο οποίος μπορεί ν' αμυνθεί απέναντι στους "κατώτερους" μπορεί να στραφεί και εναντίον των "ανωτέρων". Επέλεξαν δηλαδή τον απόλυτο "αφοπλισμό" αυτής της τάξης. Οι ίδιοι την ευνοούν και οι ίδιοι την προστατεύουν από την κοινωνική βάση. Ο κύριος νόμος που καθορίζει τη λειτουργία τους είναι "δωρεά" της κεφαλαιοκρατίας προς τους "υπηρέτες" της, που παριστάνουν τους αστούς.

Ο κύριος συνταγματικός νόμος αυτών των κρατών δεν έχει χαρακτηριστικά "τείχους-οίκου", αλλά καθαρού "οίκου". Ενός "οίκου" που μοιάζει περισσότερο με "σπιτάκι" σκύλου στην αυλή των ισχυρών. Ένα "σπιτάκι", του οποίου η συντήρηση και η προστασία αποτελεί μέριμνα των ισχυρών και όχι αυτών που το κατοικούν. Αυτοί αποφασίζουν πότε και πώς θα βελτιωθεί η ζωή των "σκύλων" τους και αυτοί αποφασίζουν πώς και πόσο θα τους τιμωρούν, όταν δεν εκτελούν τις εντολές τους. Για όσο διάστημα αυτοί οι αστοί τους προστατεύουν από τη λαϊκή αντίδραση, αυτοί θα τους ευνοούν με νόμους και άρα θα συντηρούν το νομικό "σπιτάκι" τους, που αποτελεί "ιδιοκτησία" και νομοθέτημα της κεφαλαιοκρατίας.

Όλα αυτά όμως για να λειτουργούν, απαιτούν την ανάλογη εκπαίδευση. Το κάθε σύστημα εκπαιδεύει τα μέλη του με τον τρόπο που το βολεύει. Όπως μοιάζει ένας γιος με τον πατέρα του, έτσι μοιάζουν κι αυτοί οι οποίοι εκπαιδεύονται μ' αυτούς που θα διαδεχθούν. Τα γαλλικά συστήματα, όπου οι αστοί είναι κυρίαρχοι, βίαιοι, εγωιστές και φιλόδοξοι, "παράγουν" τους διαδόχους τους με τα ίδια χαρακτηριστικά. Το αντίθετο συμβαίνει με τα αγγλοσαξονικά συστήματα. Αυτοί, που τους εκπαιδεύουν, δεν τους θέλουν ούτε κυρίαρχους ούτε βίαιους κι ούτε φιλόδοξους. Τους εκπαιδεύουν με τον τρόπο που τους βολεύει, προκειμένου να τους "ευνουχίσουν" απόλυτα, ώστε να μην τους απειλούν.

Αυτή η διαφορά στην εκπαίδευση μεταξύ των συστημάτων είναι εύκολο να εντοπιστεί σε δευτερεύοντα φαινόμενα. Ας ψάξει για παράδειγμα κάποιος να δει τη διαφορά που υπάρχει στη νοοτροπία μεταξύ ανθρώπων που έχουν σπουδάσει στη Γαλλία ή την Ελλάδα κι ας τους συγκρίνει μ' αυτούς που έχουν κάνει το ίδιο στη Βρετανία ή τις ΗΠΑ. Οι πρώτοι είναι αντιδραστικοί και πολλές φορές βίαιοι. Είναι φιλικοί προς την έννοια της "τρομοκρατίας" και την αντιλαμβάνονται ως ένα θεμιτό "μέσο" κοινωνικής πάλης. Είναι απρόβλεπτοι και βίαιοι σαν αιμοβόρα θηρία. Ο επαγγελματικός τους προσανατολισμός είναι συνήθως προς την ατομική επιτυχία της ιδιώτευσης, άσχετα αν τις περισσότερες φορές καταλήγουν στο δημόσιο.

Αντίθετα μ' αυτούς τα "προϊόντα" της αγγλοσαξονικής εκπαίδευσης είναι υπάκουοι και ήσυχοι σαν κατοικίδιοι σκύλοι. Σπουδάζουν σκληρά και στη συνέχεια ψάχνουν αφεντικά να τα υπηρετήσουν. Ποτέ δεν προσανατολίζονται προς την ατομική επιτυχία. Στοχεύουν σε θέσεις διαχείρισης των περιουσιών των "θεών" τους, που θεωρούν δεδομένο ότι δεν μπορούν να τους μιμηθούν στην επιτυχία και πολύ περισσότερο να τους τη "στερήσουν", ανατρέποντάς τους. Αυτή είναι η επιτυχία των αγγλοσαξονικών συστημάτων εκπαίδευσης. Τα ήδη μικρά "αχαμνά" των εκπαιδευόμενων "χάνονται" κάπου μεταξύ Νέας Υόρκης και Βοστόνης. Ανθρωπάκια φεύγουν για σπουδές και "σκυλάκια" γυρνάνε πίσω, αναζητώντας το βόλεμα.

Από αυτές τις διαφορές προκύπτουν οι διαφορές στις απαιτήσεις των ισχυρών από τους αστούς και τους υπόλοιπους εργαζομένους σ' ό,τι αφορά τις κοινωνικές συμπεριφορές. Στα αγγλοσαξονικά συστήματα, για παράδειγμα, η βία απαγορεύεται δια ροπάλου. Δεν υπάρχει αναγνώριση της βίας ως μέσον κοινωνικής πάλης. Η βία, ακόμα και για κοινωνικά αιτήματα, μέσα σ' αυτές τις κοινωνίες νομικά ανήκει στο κοινό έγκλημα. Μέσα σ' αυτές τις κοινωνίες δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου ο όρος "πολιτικό έγκλημα". Η τρομοκρατική βία εκεί είναι λόγος να σταματήσει κάθε είδους κοινωνικός διάλογος και ν' αναλάβει ο στρατός να επιβάλει την κοινωνική ειρήνη. Η ίδια η βία ή η απλή απειλή της δηλαδή δεν αποτελεί διαπραγματευτικό "ατού" κι ούτε είναι λόγος για να βάλει κάποιους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η βία εκεί πρέπει να μπορεί ν' αντέξει συνθήκες πολέμου. Πρέπει αυτός ο οποίος θα την εκδηλώσει ως μέσον "πάλης" να επιχειρήσει να νικήσει την εξουσία πλήρως. Πρέπει αυτός ο οποίος θα την εκδηλώσει να είναι έτοιμος σε περίπτωση που χάσει τη μάχη ν' αντιμετωπίσει την εξουσία σαν κοινός εγκληματίας. Οι κοινωνικές κατακτήσεις εκεί είναι "παροχές" των ισχυρών, που θέλουν να λειτουργούν όπως λειτουργούν χωρίς εκβιασμούς. Εκ των δεδομένων δηλαδή η βία είναι απόλυτα ανεπιθύμητη. Επιπλέον, η βία δεν θυμίζει στους φτωχούς "κατακτήσεις", ώστε να καταφεύγουν σ' αυτήν ή να υποστηρίζουν αυτούς τους οποίους την ασκούν. Αυτοί θυμούνται "κατακτήσεις" όταν ήταν ήσυχοι και οι κύριοί τους γενναιόδωροι.

Αντίθετα στα γαλλικού τύπου συστήματα η βία ανήκει στις πολιτικές παραδόσεις των κρατών. Τόσο οι αστοί όσο και οι εργάτες συχνά καταφεύγουν σ' αυτήν, προκειμένου να διεκδικήσουν δικαιώματα. Η βία πολλές φορές έγινε το αίτιο να ξεκινήσει ένας ευρύτερος κοινωνικός διάλογος. Οι ταξικοί ήρωες αυτών των συστημάτων είναι επαναστάτες, που ό,τι κέρδισαν το κέρδισαν, αντιδρώντας βίαια σε σκληρές εξουσίες. Εκεί δηλαδή η βία δεν είναι κάτι το εκ των δεδομένων απορριπτέο. Η βία είναι υπό συζήτηση και κρίνεται ως προς τον στόχο της. Αυτός είναι κι ο λόγος που μέλη διαφορετικών συστημάτων έχουν τελείως διαφορετική άποψη περί τρομοκρατίας.

Όταν για παράδειγμα ο πρόεδρος των ΗΠΑ καταδικάζει απερίφραστα και χωρίς καμία εξαίρεση τη βία της τρομοκρατίας είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένος με τη λογική του συστήματος που τον "παρήγαγε". Είναι συνεπής απέναντι στη φιλοσοφία του και πλήρως ευθυγραμμισμένος με τον νόμο του κράτους που αντιπροσωπεύει. Γι' αυτόν οι τρομοκράτες πράγματι είναι ανήθικοι, αναξιοπρεπείς, δολοφόνοι κλπ. Είναι μια "μαφία", που θέλει εξωθεσμικό ρόλο στη διαχείριση της εξουσίας. Αυτά έχει μάθει από το σύστημά του και αυτά πρεσβεύει.

Όμως, όταν τα ίδια πράγματα τα λέει ο Έλληνας πρωθυπουργός, είναι ένας κοινός υποκριτής. Ένας κοινός καραγκιόζης. Γιατί; Γιατί απλούστατα κι αυτός —με βάση τη δημοκρατική "ευαισθησία" του— όταν αντιλήφθηκε ότι καταλύθηκε το Σύνταγμα, αντέδρασε με τον ίδιο βίαιο τρόπο. Εξαιτίας αυτής της "ευαισθησίας" του μπορεί ακόμα και να παρέβλεψε την ιδεολογία του και να συνεργάστηκε με ανθρώπους που είχαν τον ίδιο συνταγματικό στόχο, αλλά όχι απαραίτητα την ίδια ιδεολογία. Αντέδρασε βίαια δηλαδή, όταν αντιλήφθηκε ως πρόβλημα αυτό το οποίο δεν αντιλαμβανόταν ως τέτοιο ο δεξιός που συμπαθούσε τη Χούντα.

Αυτό ακριβώς τον κάνει υποκριτή. Όπως αυτός τότε τοποθετούσε βόμβες, επειδή αντιλαμβανόταν τα πράγματα με τρόπο που κάποιοι άλλοι δεξιοί δεν υιοθετούσαν, έτσι συμβαίνει και σήμερα. Κάποιοι άλλοι σήμερα αντιλαμβάνονται τα πράγματα διαφορετικά από αυτόν και από τους οπαδούς του. Πώς όμως αυτός με τη διαφορετική αντίληψη ήθελε εκείνη την εποχή να είναι εξαιτίας του αντιεξουσιαστικού του αγώνα ένας λαϊκός ήρωας και οι σημερινοί αντιδραστικοί να είναι κοινοί δολοφόνοι; Αυτό είναι υποκρισία. Αυτό τον κάνει καραγκιόζη. Εμείς δεν λέμε ότι οι τρομοκράτες έχουν δίκιο. Εμείς απλά λέμε ότι δεν είναι κοινοί εγκληματίες και άρα "μαφία", όπως του αρέσει να τους αποκαλεί, ευθυγραμμιζόμενος με τα υπερατλαντικά "αφεντικά" του. Άλλωστε, αν εξετάσει κάποιος τις σημερινές περιουσίες των παλαιών "ηρώων-τρομοκρατών" που μας κυβερνούν, εύκολα θα διαπιστώσει ότι πιο πολλοί κοινοί εγκληματίες υπάρχουν στην κυβέρνηση παρά σε μια τρομοκρατική οργάνωση. Αυτό είναι υποκρισία και θα έπρεπε κάποιοι που σέβονται τη λογική να προσέχουν περισσότερο αυτά που λένε.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση στις λογικές και στις συμπεριφορές των συστημάτων και των μελών τους απέναντι στο θέμα της τρομοκρατίας. Σήμερα μάλιστα τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο προβληματικά, γιατί όλα τα εθνικά συστήματα ανεξαιρέτως πρέπει να υπακούσουν στην αγγλοσαξονική λογική των κυρίαρχων ΗΠΑ. Κράτη με μεγάλη παράδοση στην κοινωνική αντίδραση και την ανοχή στο φαινόμενο που ονομάζουμε "τρομοκρατία" είναι υποχρεωμένα να λειτουργήσουν με βάση την αγγλοσαξονική λογική.

Είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν με τρόπο απόλυτα διαφορετικό από την παιδεία, την παράδοση και τη λογική των λαών τους. Γι' αυτόν τον λόγο μιλάμε για καραγκιοζιλίκια. Δεν μπορεί ένας Έλληνας πρωθυπουργός, που όλη του την καριέρα τη στήριξε στην υποτιθέμενη αντιστασιακή του δράση, να μιλάει σαν Αγγλοσάξονας. Δεν μπορεί κάποιος, που παριστάνει τον κοινωνικό αγωνιστή και μάλιστα τον σοσιαλιστή, να λειτουργεί σαν άνθρωπος που τον "έφτυσε" η βασίλισσα και τον έκανε "εκλεκτό".

Σ' αυτό το σημείο βέβαια φαίνεται τόσο η απειρία των Αγγλοσαξόνων να χειριστούν γαλλικού τύπου συστήματα όσο και η δουλικότητα αυτών που μας κυβερνάνε και δεν τολμούν να τους αμφισβητήσουν στο παραμικρό. Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Η τρομοκρατία στα συστήματα αυτά, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι, "παράγει" πολιτική. Οι τρομοκράτες, άσχετα με τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούν για να δώσουν δημοσιότητα στις απόψεις τους, καταφέρνουν και δηλώνουν μια πολιτική θέση. Δεν έχει σημασία αν δημοσιοποιηθούν ή όχι οι προκηρύξεις τους. Ακόμα και η επιλογή ενός στόχου αποτελεί πολιτική θέση.

Εμείς δεν θεωρούμε συνταγματικά ορθό αυτόν τον τρόπο άσκησης πολιτικής. Το θέμα είναι όμως ότι για κάποιους άλλους συμπολίτες μας αυτός είναι ένας θεμιτός τρόπος, εφόσον είναι και ο μόνος τρόπος γι' αυτούς. Το Σύνταγμα και η δημοκρατία δίνουν σε όλους το θεωρητικό δικαίωμα να κάνουν νόμιμη πολιτική. Γιατί δεν το κάνουν; Ας ρωτήσει ο αναγνώστης τους "υπηρέτες" της δημοκρατίας. Αυτούς που αποτελούν στόχους της τρομοκρατίας και τους κακοφαίνεται. Αυτούς που έχουν πιάσει τα "πόστα" και δεν αφήνουν κανέναν άλλον να διακριθεί. Αυτούς που αντιλαμβάνονται το κράτος σαν "λεία" τους και δεν τη μοιράζονται με κανέναν.

Από τη στιγμή που επιλέγουν αυτήν την αντιδημοκρατική τακτική, είναι θέμα χρόνου κάποιοι άλλοι να επιλέξουν την επίσης αντιδημοκρατική τακτική της τρομοκρατίας, για να "παράγουν" πολιτική. Αυτούς στη συνέχεια βλέπει ο λαός και αξιολογεί τις "προτάσεις" τους, παραβλέποντας τα "μέσα" που χρησιμοποίησαν για να τις δημοσιοποιήσουν. Για τον λαό τα πράγματα είναι απλά. Τρομοκράτης της κοινωνίας είναι αυτός που σκοτώνει ανθρώπους, αλλά το ίδιο τρομοκράτης είναι κι αυτός που "σκοτώνει" και τα παιδιά του, διορίζοντας στις καλές θέσεις τις κόρες του και τους γιους του. Εγκληματίας είναι καί ο ένας καί ο άλλος.

Οι λαοί των αυθεντικών αστικών συστημάτων έχουν διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων από τους Αγγλοσάξονες και επηρεάζονται από την αντίληψη αυτήν. Άσχετα δηλαδή με το τι ισχυρίζονται όλοι αυτοί οι οποίοι θέλουν να μας πείσουν ότι ο ελληνικός λαός, για παράδειγμα, ικανοποιήθηκε με την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Για τον λαό η οργάνωση αυτή δεν ήταν μια μάστιγα, που επηρέαζε την καθημερινή του ζωή. Μάστιγα μπορεί να ήταν για τους μεγαλοαστούς, εφόσον αυτούς τρόμαζε και αυτών την καθημερινή ζωή και τις συνήθειες άλλαζε. Κανένας εργάτης δεν άλλαξε δρομολόγιο για τη δουλειά του, εξαιτίας του φόβου ενός χτυπήματος της 17 Νοέμβρη. Αυτό το έκαναν μόνον αυτοί που τους αφορούσε το θέμα και αυτή είναι η απόδειξη για το ποιους αφορούσε η συγκεκριμένη μάστιγα.

Ο λαός πάντα έβλεπε και πάντα θα βλέπει με συμπάθεια τους αντιεξουσιαστές τύπου "Ρομπέν των δασών". Τους ανθρώπους, που, έστω και με αθέμιτα μέσα, τιμωρούν ή τουλάχιστον τρομάζουν με την απειλή του θανάτου αυτούς οι οποίοι διαφθείρονται. Τους ανθρώπους, που κάνουν τη ζωή δύσκολη αυτών που ο λαός υποπτεύεται για διαφθορά και δεν έχει τα μέσα, είτε να τους ελέγξει είτε να τους τιμωρήσει. Ένας λαός αυτού του τύπου σπάνια εχθρεύεται την τρομοκρατία, γιατί απλούστατα το κόστος της δεν τον αφορά. Το κόστος της το πληρώνουν αποκλειστικά μεγαλοαστοί, που δεν είναι και οι πιο οι συμπαθείς στον λαό.

Ας κάνει όποιος θέλει μια πρόχειρη έρευνα ανάμεσα στους φτωχούς, για να δει τι πιστεύουν. Σίγουρα κανένας δεν χαίρεται που εξαιτίας της τρομοκρατίας χάνονται ανθρώπινες ζωές. Όλοι όμως λυπούνται, όταν χάνεται ένα φόβητρο που τρομάζει αυτούς οι οποίοι κλέβουν. Ο λαός έχει βαρεθεί τα "παχύδερμα" της εξουσίας και βλέπει με συμπάθεια τις "βουκέντρες" της τρομοκρατίας. Χάνει καθημερινά ανθρώπους του από αμέλειες των υπευθύνων της πολιτείας και δεν του "περισσεύει" θλίψη για τις στεναχώριες των πραιτοριανών της εξουσίας. Αυτούς που ακόμα και τη θυματοποίησή τους θα την εκμεταλλευτούν για να βολευτούν ακόμα καλύτερα.

Η μάστιγα για τον λαό δεν είναι η 17 Νοέμβρη, που μέσα σε 30 χρόνια σκότωσε κάποιους ανθρώπους. Μάστιγα για τον λαό δεν είναι οι συμμορίες τύπου 17 Νοέμβρη. Μάστιγα γι' αυτόν είναι οι συμμορίες τύπου Μητσοτάκηδες και Παπανδρέου. Συμμορίες, που δεν έχουν ιδιωτικές περιουσίες και ζουν ως μεγιστάνες, εξαιτίας της δημόσιας περιουσίας. Συμμορίες, που έχουν πιάσει όλα τα πόστα, τρώγοντας και πίνοντας εις βάρος του. Αυτοί, που στο όνομα της "σωτηρίας" κατορθώνουν να "σώσουν" μόνον τους εαυτούς τους και τις οικογένειες τους. Μάστιγα για λαό είναι αυτοί οι οποίοι καθημερινά κλέβουν και αυτοί που τους καλύπτουν.

Μάστιγα είναι οι εργολάβοι, που εξαιτίας τους σκοτώνονται χιλιάδες άνθρωποι στους δρόμους από κακοτεχνίες. Μάστιγα είναι αυτοί που τους επιτρέπουν να το κάνουν με το αζημίωτο. Μάστιγα είναι οι κάποιοι μεγαλοεκδότες, που με τη δύναμη των ΜΜΕ καταφέρνουν και παίρνουν τα "μεγάλα έργα". Μάστιγα είναι αυτοί οι οποίοι έχουν "αρραβωνιαστεί" τις μεγάλες ΔΕΚΟ κι έχουν αναλάβει τις προμήθειές τους. Μάστιγα είναι οι εισαγγελείς, που τους διατηρούν έξω από τη φυλακή, υπογράφοντας απαλλακτικά βουλεύματα. Μάστιγα δηλαδή για τον λαό είναι αυτοί οι οποίοι κλέβουν την περιουσία του και μαζί μ' αυτούς όλοι εκείνοι οι κρατικοί λειτουργοί που δεν τους ελέγχουν, ενώ αυτή είναι η δουλειά τους.

Μάστιγα είναι αυτοί, που στο όνομα του κέρδους δεν σέβονται τη ζωή του απλού πολίτη και τον προσβάλουν καθημερινά. Όλοι είδαμε τι έγινε με το πολύνεκρο ναυάγιο του "Σάμινα". Δεκάδες νεκρών πολιτών δεν ήταν αρκετοί για να παραιτηθεί ένας "κηφήνας" από τη θέση του. Πάνω από ογδόντα νεκροί πολίτες δεν ήταν αρκετοί, για να απολυθεί ένας ανεύθυνος υπάλληλος, που δεν έλεγξε το πλοίο πριν πάει να πνίξει τους επιβάτες του. Ακόμα και οι άμεσα υπεύθυνοι θα πάνε στα δικαστήρια με κατηγορίες στον βαθμό πλημμελήματος. Αυτά αντιλαμβάνεται ως μάστιγα ο λαός. Μάστιγα είναι οι πολιτικοί, που επέτρεψαν σε κάποιους να "πνίξουν" συμπολίτες μας και μάστιγα είναι οι δικαστικοί, που τους αφήνουν ατιμώρητους. Η εκατόμβη των νεκρών για κάποιον δικαστή είναι πλημμέλημα.

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Αυτό είναι προσβολή της ίδιας της δημοκρατίας και της ιδιότητας του πολίτη. Αυτό είναι αιτία να πάρει κάποιος από τους συγγενείς τους το όπλο και ν' αρχίσει να πυροβολεί όποιον βρίσκει μπροστά του. Αδέσποτες γάτες να σκότωνε κάποιος σ' αυτόν τον αριθμό, θα έβρισκε τον μπελά του. Κι όμως οι ζωές δεκάδων πολιτών για τους εξουσιαστές μας επισείουν κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος. Αυτός ο οποίος ήταν ο πολιτικός υπεύθυνος της όλης καταστροφής, αντί να καταστραφεί, αύξησε τις φιλοδοξίες του. Ήταν υπεύθυνος, γιατί αυτός επέτρεψε στα μονοπώλια ν' αναπτυχθούν και να γεμίσουν το Αιγαίο με πλωτά "φέρετρα". Σήμερα αυτός ο οποίος "έσωσε" την ακτοπλοΐα, θέλει να "σώσει" και την ίδια την Αθήνα. Μια Αθήνα που του "θυμίζει" το έργο του, κάθε φορά που αυτή "πνίγεται" από τις πλημμύρες. Πώς είναι δυνατόν αυτοί οι υβριστές της ανθρώπινης ύπαρξης να ζητούν τη συμπάθεια του λαού, όταν πέφτουν οι ίδιοι θύματα της τρομοκρατίας;

Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι την τρομοκρατία, που τους πανικοβάλει, τη βλέπει και ο ίδιος ο λαός σαν μάστιγα; Αυτήν τη στιγμή να υποσχεθεί κάποιος ότι θα πάει και θ' ανατινάξει την Βουλή, θα κερδίσει τη συμπάθεια ενός μεγάλου ποσοστού του λαού. Ή μήπως θα τον αντιπαθήσει αυτός ο οποίος του πλημμύρισε τρεις φορές το σπίτι μέσα σ' έναν μήνα, επειδή οι υπεύθυνοι δεν μπορούσαν να διακόψουν τις διακοπές τους; Εκ των δεδομένων δηλαδή όποιος διακόπτει τις "διακοπές" των αθλίων είναι συμπαθής στον λαό κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί με τις πράξεις του να "παράγει" πολιτική.

Γιατί τα λέμε αυτά; Για τον εξής απλό λόγο. Οι Αμερικανοί δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στα κράτη και κοινωνίες τύπου Ελλάδας. Δεν γνωρίζουν πώς αντιδρά ο λαός απέναντι στην παραγωγή πολιτικής μη νόμιμων και θεσμοθετημένων οργάνων. Δεν γνωρίζουν τη δυναμική που δημιουργεί τις εξελίξεις μέσα στις κοινωνίες αυτές. Ο λαός στις κοινωνίες αυτές είναι "ενεργός" σ' ό,τι αφορά την παραγωγή της πολιτικής και από τις δικές του δυνάμεις προέρχονται οι τρομοκράτες. Είναι "ενεργός", γιατί είναι κυρίαρχος. Είναι "ενεργός", γιατί αυτός μόνος του απελευθερώθηκε από τους κατακτητές ή τις Χούντες και μόνος του έθεσε σε εφαρμογή το συνταγματικό "λειτουργικό", που τον προστάτευε και τον ευνοούσε.

Οι Αμερικανοί όλα αυτά δεν τα γνωρίζουν, γιατί δεν υφίστανται ως δεδομένα στις ΗΠΑ. Στη χώρα τους η κάθε μερίδα του λαού απολαμβάνει τα δικά της προνόμια και είναι υποχρεωμένη να σέβεται τους ισχυρούς και την εξουσία που της τα έχει προσφέρει, εάν θέλει να τα διατηρήσει. Γι' αυτό λέμε ότι δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει σε μια ομοιογενή και πολιτικά αυτοδύναμη κοινωνία όπως η ελληνική. Ταυτόχρονα αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν τι συμβαίνει μέσα στην ελληνική κοινωνία και είναι οι Έλληνες πολιτικοί, δεν τους ενημερώνουν, γιατί τους φοβούνται και δεν θέλουν να τους φέρνουν αντιρρήσεις. Αν τους ενημέρωναν, θα μπορούσαν ν' αντιμετωπίσουν την τρομοκρατία με τον πάγιο τρόπο για τα συστήματα αυτά και να την εξουδετερώσουν.

Ποιος είναι αυτός ο πάγιος τρόπος; Η πολιτική "αδιαφορία" για τις πράξεις της και ο εκφυλισμός των τρομοκρατικών οργανώσεων. Τι σημαίνει αυτό; Τεχνητή υποτίμηση των πολιτικών τους θέσεων και διάβρωση των δομών αυτών των οργανώσεων με χαφιέδες των μυστικών υπηρεσιών. Το ζητούμενο, για να επιτύχει η εξουσία τον στόχο της εξουδετέρωσής τους, είναι να παρασυρθούν οι τρομοκρατικές οργανώσεις σε λανθασμένες επιλογές, που θα προκαλέσουν τον κόσμο και θα ακυρώσουν τις καταγγελίες τους. Ακόμα κι αν αυτό δεν είναι δυνατό, θ' αναζητηθεί κάτι ανάλογο με μέσον την προβοκάτσια. Η εξουσία πάντα μπορεί να βρίσκει χαφιέδες έτοιμους να κάνουν αθλιότητες και προβοκάτσιες, τις οποίες θα τις "φορτώσει" στην τρομοκρατία.

Το ζητούμενο από αυτήν τη μεθοδολογία είναι να χάσουν οι δυνάμεις της αντίδρασης τη λαϊκή "συμπάθεια" και να διαλυθούν ελλείψει συμπαθούντων και βέβαια κινήτρων. Αυτό είναι πολύ εύκολο με την κατάλληλη επιλογή του στόχου. Αν σκοτώσεις κάποιον συμπαθή πολιτικό ή κάποιον άσχετο πολίτη, αλλάζει η συμπεριφορά του λαού. Αν αυτή η συμπεριφορά αλλάξει και χαθεί η συμπάθεια, δεν έχουν οι τρομοκράτες τα μέσα να την επαναδιεκδικήσουν. Δεν έχουν τη δυνατότητα ν' ανοίξουν "διάλογο" με τον λαό, όπως κάνουν τα κόμματα. Δεν έχουν "κανάλια" επικοινωνίας μ' αυτόν, ώστε να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους ή ν' αποκαλύψουν τις προβοκάτσιες.

Αυτός είναι ο πάγιος τρόπος αντιμετώπισης των τρομοκρατικών οργανώσεων σε γαλλικού τύπου συστήματα, τα οποία έχουν έμπειρες ηγεσίες στο θέμα της τρομοκρατίας. Ηγεσίες, που, όχι μόνον δεν κινδυνεύουν από τέτοιου είδους τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά που με την πάροδο του χρόνου τις διαβρώνουν σε τέτοιο βαθμό, που να τις κάνουν κυβερνητικά "εργαλεία" τα οποία παράγουν πολιτική κι αναλαμβάνουν τις "βρώμικες" δουλειές τους. Ηγεσίες, που πολλές φορές μόνες τους αποφασίζουν να θυσιάσουν κάποια στελέχη τους για να επωφεληθούν.

Δεν είναι μικρό το κέρδος με έναν νεκρό να δικαιολογήσει αυξήσεις μια ολόκληρη κοινωνική τάξη με πρόφαση το "ανθυγιεινό" του επαγγέλματος. Δεν είναι μικρό το κέρδος να εξασφαλίσουν σωματοφύλακες και να βρουν επιχειρήματα να κάνουν τους κακομοίρηδες στον κόσμο, όταν αυτός αρχίζει να τους μισεί. Όλα αυτά είναι "επενδύσεις" της εξουσίας. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος έχει αρχίσει και μισεί τους ανθρώπους της για τα προνόμια και τα κλοπιμαία τους, ενεργοποιεί το "συγκινησιακό" του. Σκοτώνει έναν άνθρωπό της και βγάζει τους συγγενείς του στα κανάλια και στους δρόμους, για να εκμεταλλευτεί τη συμπάθεια του κόσμου. Οι πολυεκατομμυριούχοι ξαφνικά γίνονται "ένα" με τον λαό και μιλάνε για κοινούς "εχθρούς", ενώ τέτοιοι δεν υπάρχουν.

Όλα αυτά τα έξυπνα "κόλπα" των κυβερνώντων του παρελθόντος οι άσχετοι Αμερικανοί δείχνουν να τα αγνοούν. Αυτός είναι κι ο λόγος που σήμερα επιβάλουν στις ηγεσίες των κρατών τον γενικό πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Επιβάλουν τις επιχειρήσεις "σκούπα" κατά της τρομοκρατίας. Το χειρότερο βέβαια γι' αυτούς θα είναι να πετύχουν αυτόν τον στόχο. Το χειρότερο που μπορεί να γίνει θα είναι αυτό το οποίο θ' ακολουθήσει, αν πραγματικά η αστυνομία πιάσει τους τρομοκράτες.

Γιατί; Γιατί, αν φτάσουν αυτοί στα δικαστήρια, θα γίνουν ακόμα πιο επικίνδυνοι. Γιατί θα γίνουν πιο επικίνδυνοι; Γιατί απλούστατα θα πέσουν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας. Θα πέσουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω σε ανθρώπους που έγιναν παράνομοι, για να δημοσιοποιήσουν τις απόψεις τους. Θα κάνουν εκ του ασφαλούς πλέον αυτά τα οποία για να τα κάνουν ρίσκαραν τη ζωή τους. Θα βρουν ένα "βήμα" και μεγάλη δημοσιότητα, για να κάνουν τις καταγγελίες τους και άρα θα βρουν τα μέσα και τα "κανάλια" ν' ανοίξουν διάλογο με τον λαό. Θα θυματοποιηθούν αυτοί οι οποίοι το σύστημα παρουσιάζει σαν θύτες κι αυτό θα κάνει πιο εύκολη την επικοινωνιακή τους τακτική.

Οι τρομοκράτες αυτού του τύπου δεν είναι ποτέ αγράμματοι ή άσχετοι, για να τους δουλεύουν οι χαφιέδες των μυστικών υπηρεσιών. Αν φτάσουν στα δικαστήρια, θα γίνουν ακόμα πιο επικίνδυνοι, γιατί θα διεκδικήσουν τη συμπάθεια του κόσμου και άρα θα διεκδικήσουν το λαϊκό έρεισμα. Θα αποκτήσουν και επίσημα πολιτικό ρόλο. Ό,τι και να λένε οι εξουσιαστές γι' αυτούς, στο διάστημα που αυτοί είναι "φιμωμένοι" κι ανακρίνονται, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η "εικόνα" που θα παρουσιάσουν μέσα στο δικαστήριο. Αυτή η "εικόνα" είναι σημαντική, εφόσον αυτή κρίνεται. Ο λαός θα τους ακούσει και θα τους κρίνει. Τότε γίνονται ακόμα πιο επικίνδυνες οι καταγγελίες, που προηγουμένως απαιτούσαν βόμβες και αίμα για να δημοσιοποιηθούν.

Οι Αμερικανοί αυτά δεν τα γνωρίζουν. Νομίζουν ότι θα συλλάβουν ανθρώπους σαν εκείνους τους φουκαράδες τους μαύρους, που σε μεγάλες καταστροφές βγαίνουν και λεηλατούν μαγαζιά. Τους φουκαράδες, που θα τους δώσουν και μερικούς κρατικούς δικηγόρους, όχι για να τους υπερασπιστούν, αλλά για να ζητάνε έλεος από τα δικαστήρια και συγνώμη από την εξουσία. Δικηγόρους, που θα παίξουν το επικοινωνιακό παιχνίδι υπέρ της εξουσίας, που είναι η εργοδοσία τους.

Το θέμα, για να συνεχίσουμε την ανάλυσή μας, είναι ότι, άσχετα με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες αυτών που συνθέτουν τη μεγαλοαστική τάξη, αυτό το οποίο είναι δεδομένο και αποτελεί το αίτιο της κοινωνικής ανησυχίας είναι ότι αυτοί όλοι θέλουν να κλέβουν. Κάποιοι, επειδή είναι αδίστακτοι και θέλουν να γίνουν πλούσιοι με κάθε μέσον και κάποιοι άλλοι, επειδή θεωρούν ότι το δικαιούνται σαν αποζημίωση για τον εκπαιδευτικό "ευνουχισμό" τους, κλέβουν. Κλέβουν και μάλιστα αυτό επιδιώκουν να το κάνουν νόμιμα, κάνοντας προσθήκες ακόμα και στον συνταγματικό νόμο. Αυτοί συνθέτουν την κλέπτουσα αστική τάξη και το όλο μυστικό τής "επιτυχίας" της βρίσκεται μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα.

Το πιο άθλιο άρθρο του συντάγματος, που επιτρέπει την κλοπή των αστών κι αποτελεί το αίτιο για τη γέννηση όλων των κοινωνικών προβλημάτων είναι το άρθρο 22 και συγκεκριμένα το τρίτο σκέλος του. Αυτό το άρθρο είναι ο "καρκίνος" του ελληνικού κράτους. Γιατί; Γιατί στην ουσία καταλύει την ίδια τη δημοκρατία. Καταλύει το ίδιο το Σύνταγμα, που έχει ως στόχο να προστατεύει την ισονομία και την ισοπολιτεία και καταλύει το ίδιο το πολίτευμα.

Τι λέει αυτό το άρθρο; Τα εξής περίεργα και αντιφατικά: "…Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. 2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου."

Γιατί καταλύονται τα πάντα εξαιτίας του; Για τους εξής απλούς λόγους. Διαχωρίζει τους εργαζόμενους μεταξύ τους και στην ουσία αυτοακυρώνεται. Το ίδιο άρθρο, που προβλέπει την ίση αμοιβή για την ίση αξίας εργασίας, προβλέπει και την ανισότητα. Γιατί; Γιατί διαχωρίζει τους εργαζόμενους του δημοσίου τομέα από αυτούς του ιδιωτικού. Τα όσα ωραία και δημοκρατικά λέει αφορούν τους εργαζόμενους μόνον του ιδιωτικού τομέα. Με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας υποχρεώνει τους ιδιώτες κεφαλαιοκράτες να συμμορφώνονται στις υποδείξεις της εξουσίας. Το κράτος όμως, ως εργοδότης και το ίδιο, δεν ευθυγραμμίζεται μ' αυτά που επιβάλει στους "συναδέρφους" του. Εξαιρεί τους δικούς του εργαζόμενους και στην ουσία δημιουργεί τη βάση της αστικής τάξης. Το αποτέλεσμα; Ανισότητα μεταξύ των εργαζομένων, εξαιτίας του κεφαλαίου που ανήκει σε όλους μας.

Για να καταλάβει κάποιος αυτήν την ανισότητα, θα πρέπει να σκεφτεί ομοειδή παραδείγματα εργαζομένων του πιο χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσης και εξειδίκευσης. Δεν θα βγάλει δηλαδή άκρη, ασχολούμενος με τους μισθούς των βουλευτών ή των ανώτατων αξιωματούχων κλπ.. Άκρη θα βγάλει μόνον αν σκεφτεί το εξής: Ένας κηπουρός, που εργάζεται στην υπηρεσία κάποιου ιδιώτη, εισπράττει μισθό ο οποίος καθορίζεται από την ετήσια συλλογική σύμβαση εργασίας. Ένας κηπουρός, που εργάζεται σε ένα νοσοκομείο, εισπράττει μισθό ο οποίος καθορίζεται από ξεχωριστές συμβάσεις εργασίες. Εισπράττει μισθό δημοσίου, που είναι απόλυτα προνομιακός. Έναν μισθό, που αυξάνεται με ρυθμούς οι οποίοι δεν παρακολουθούν την αγορά εργασίας και στην πραγματικότητα αποτελούν το αίτιο που δημιουργείται ο καταστροφικός για την οικονομία πληθωρισμός.

Για να καταλάβει ο αναγνώστης για τι είδους προνόμιο μιλάμε, ας σκεφτεί το εξής: Αν κάποιος ιδιώτης κεφαλαιοκράτης προσπαθήσει ν' ακολουθήσει τις πρακτικές του δημοσίου στη μισθοδοσία, μέσα σε λίγα χρόνια θα κλείσει την επιχείρησή του, γιατί θα καταστραφεί. Γιατί; Γιατί οι μισθοί του δημοσίου με την πάροδο του χρόνου όχι απλά αυξάνονται, αλλά πολλαπλασιάζουν το μέγεθός τους.

Θα είχαμε δηλαδή το φαινόμενο να έχει κάποιος κεφαλαιοκράτης στην επιχείρησή του υψηλούς μισθούς και κάποια σχετική ανταγωνιστικότητα στην αρχή της δραστηριότητάς του και με την πάροδο του χρόνου να τη χάσει, γιατί οι δικοί του εργαζόμενοι για την ίδια εργασία θα του κοστίζουν τα διπλά και τα τριπλά από αυτούς του ανταγωνισμού. Το ίδιο εργοστάσιο με τους ίδιους εργάτες και την ίδια παραγωγή θα ανεβάζει διαρκώς το κόστος του, μέχρι να "βγει" τελικά από την αγορά, λόγω έλλειψης ανταγωνιστικότητας. Υπάρχει εργοδότης που να είναι τόσο βλάκας, ώστε να μην παρακολουθεί τη γενική κατάσταση της οικονομίας και να δίνει μισθούς οι οποίοι τον οδηγούν στην καταστροφή; Υπάρχει και είναι ένας. Ποιος; Το δημόσιο.

Γιατί το κάνει αυτό; Μήπως για να ευνοήσει τους φτωχούς που μπαίνουν στο δημόσιο; Όχι βέβαια. Αυτό το κάνει για να δημιουργήσει συνθήκες συνενοχής με τους φτωχούς δημόσιους υπάλληλους. Με τους υπάλληλους, οι οποίοι δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικά πλούσιοι, αλλά που δεν θα έχουν ποτέ ν' αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Αυτά όλα τα κάνουν για να εξασφαλίσουν τις δικές τους κλοπές, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν ορατές και προκλητικές. Απομονώνοντας μισθολογικά τη βάση των εργαζομένων του δημοσίου, εξασφαλίζουν τη δυνατότητα να κλέβουν.

Γιατί; Γιατί, όταν ευνοείς τη βάση ενός κλάδου εργαζομένων και την ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους εργαζομένους, μπορείς στη συνέχεια να δημιουργήσεις τη μισθολογική "κλίμακα" που σε συμφέρει. Απομονώνεις τον μισθό του κηπουρού και από εκεί και πέρα "χτίζεις" αυθαίρετα τη μισθολογική ιεραρχία όπως σε βολεύει. Ο μισθός των "σωτήρων" βουλευτών πάνω στον μισθό των αγράμματων "κηπουρών" έχει "χτιστεί".

Φυσιολογικά θα έπρεπε η μισθολογική κλίμακα ενός κράτους να είναι απόλυτα προσδιορισμένη από το ίδιο το Σύνταγμα. Να υπάρχει δηλαδή σαφής και απόλυτος προσδιορισμός της από τον βασικό νόμο, που προστατεύει τα συμφέροντα του πολίτη. Ένας προσδιορισμός που θα γίνεται με δημοψήφισμα και θ' αλλάζει μόνον με δημοψήφισμα. Οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου αποφασίζουν για τους μισθούς των υπαλλήλων τους και όχι οι υπάλληλοι μόνοι τους. Ο λαός είναι ιδιοκτήτης του δημοσίου κεφαλαίου και όχι οι πολιτικοί, που είναι απλοί διαχειριστές.

Πώς θα μπορούσε πρακτικά να γίνει αυτό; Με τον πιο απλό τρόπο. Οι κοινοί εργαζόμενοι τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου τομέα να ευθυγραμμίζονται με τα όσα προβλέπουν οι ετήσιες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Κοινές κατακτήσεις και συμβάσεις για όλους τους κοινούς εργαζομένους όλων των τομέων. Κοινά επιδόματα, κοινές αυξήσεις, κοινές αναπροσαρμογές. Μάλιστα, για συμβολικούς λόγους, θα έπρεπε ο μισθός του "υπηρέτη", που εργάζεται στο δημόσιο, να είναι κατά ένα συμβολικό ποσό μικρότερος από τον μισθό του "αφεντικού", που εργάζεται ως εργάτης στον ιδιωτικό τομέα και τον πληρώνει.

Από εκεί και πέρα οι εργαζόμενοι με τα ειδικά προσόντα —από τον γιατρό του δημοσίου νοσοκομείου μέχρι τον πρωθυπουργό— να κατανέμονται σε μισθολογικά επίπεδα, τα οποία θα προσδιορίζονται με πολλαπλάσια του κοινού μισθού της βάσης των εργαζομένων. Μισθοί, που δεν θα κρύβουν μέσα τους λογιστικές πονηράδες των αστών. Μισθοί, που θα δίνονται με την ίδια λογική για το σύνολο του χρόνου που κάποιος απασχολείται στο δημόσιο. Από τη στιγμή που διορίζεται μέχρι τη στιγμή που θα συνταξιοδοτείται. Όχι όπως σήμερα, που όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι ξεκινάνε εντελώς υποκριτικά με χαμηλούς μισθούς και στην πορεία έχουμε υπέρογκες αυξήσεις, τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει κανένας.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό που λέμε περί κοινής λογικής στην απόδοση των μισθών; Να υπάρχει σύνδεση με ένα σταθερό μέγεθος, που αφορά τον εργαζόμενο πολίτη. Θα μπορούσε για παράδειγμα να προβλέπεται ότι ένας προϊστάμενος τμήματος στο δημόσιο να παίρνει μιάμιση φορά τον βασικό εργατικό μισθό, που προβλέπεται από την ετήσια συλλογική σύμβαση. Ο γιατρός δημόσιου νοσοκομείου ή ένας δικαστικός ή ένας ανώτερος αξιωματικός να παίρνουν το διπλάσιο και ο γιατρός προϊστάμενός του ή ο ανώτατος δικαστικός ή ο ανώτατος στρατιωτικός το τριπλάσιο. Το τριπλάσιο, το οποίο θα είναι ίσο μ' αυτό που θα παίρνει ο διοικητής ενός νοσοκομείου ή ο διοικητής ενός κρατικού οργανισμού. Ένας βουλευτής να εισπράττει επίσης τα ίδια και ο πρωθυπουργός το τετραπλάσιο του βασικού μισθού.

Αυτό όμως δεν γίνεται σήμερα, γιατί δεν συμφέρει. Γιατί; Γιατί έτσι δεν μπορούν να κρυφτούν τα "προνόμια" από τα διάφορα "παραθυράκια". Δεν μπορούν να ζητήσουν απευθείας από τους λαούς αυτά τα οποία έχουν εξαρχής υπόψη τους οι ανώτατοι δημόσιοι "λειτουργοί", γιατί οι λαοί θα τους κρεμάσουν στις πλατείες. Επέλεξαν τη λογική της μισθολογικής "απομόνωσης", για να μπορούν με "αυξησούλες" να κλέβουν όσο θέλουν και να μοιράζουν κλοπιμαία σ' αυτούς που θα μπορούσαν να τους αμφισβητήσουν. Επέλεξαν τη λογική της μισθολογικής "απομόνωσης", ώστε τα ίδια ποσοστά αύξησης να είναι για άλλους "κουτάλια" και για άλλους "φτυάρια". Επέλεξαν το "χάος", γιατί μόνον εκεί μπορεί να κλέβουν τα πάντα.

Τι θα πει "χάος"; Αυτό το οποίο γίνεται σήμερα στο δημόσιο. Ο κάθε κλάδος του δημοσίου εισπράττει ξεχωριστό μισθό εξαιτίας ξεχωριστής σύμβασης εργασίας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι την έχουν βρει τη "φάμπρικα". Βάζουν τους πιο "πολύτιμους" συναδέρφους τους, που εργάζονται σε στρατηγικούς τομείς, να "σέρνουν" τον "χορό" των αυξήσεων. Όλοι οι υπόλοιποι απλά ακολουθούν, για να "ευθυγραμμιστούν" με τους πρώτους, ώστε να μην υπάρχει αδικία. Μόλις το καταφέρουν, ξαναξεκινάνε τον "χορό" οι πιο "πολύτιμοι", εκβιάζοντας ξανά το κράτος. Αποτέλεσμα; Το "χάος".

Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι γίνεται μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Κανένας δεν μπορεί να "ρυθμίσει" την οικονομία, εφόσον ο προϋπολογισμός του κράτους είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες που την επηρεάζουν. Κανένας δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει με απόλυτο τρόπο τι συμβαίνει μέσα σ' αυτό, ώστε να χαράξει μια αξιόπιστη και δίκαιη οικονομική πολιτική. Κανένας δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την κατάσταση που θ' ακολουθήσει, ώστε να κάνει μια μακροπρόθεσμη οικονομική πολιτική. Τα πάντα μπορεί ν' αλλάξουν από χρόνο σε χρόνο. Αυτοί οι οποίοι φέτος είναι "πολύτιμοι" και εκβιάζουν μπορεί του χρόνου να μην είναι το ίδιο "πολύτιμοι" σε σχέση με κάποιους άλλους. Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι λιγνιτωρύχοι εργάτες της ΔΕΗ ήταν "υπερπολύτιμοι" και σε λίγο καιρό θα πρέπει ν' απολυθούν όλοι. Από τη στιγμή που συζητάς με τον κάθε κλάδο ξεχωριστά και υποκύπτεις στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του, δεν γνωρίζεις τι θα "ξημερώσει".

Δεν μπορείς να μετράς "κεφάλια" και να υπολογίσεις τα έξοδα του, όπως κάνουν σε όλες τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Μια υπηρεσία του δημόσιου τομέα μπορεί να κοστίζει πολλαπλάσια από μια άλλη φαινομενικά όμοιά της, για χίλιους δύο λόγους. Μπορεί οι υπάλληλοί της να πληρώνονται βάση διαφορετικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, όπως μπορεί να έχουν διαφορά στη μέση ηλικία των υπαλλήλων τους. Τρομερά πράγματα, που γίνονται ακόμα τρομερότερα, αν την επόμενη χρονιά αλλάξουν τα δεδομένα. Αν δηλαδή η "ακριβή" υπηρεσία "ξεφορτωθεί" τους πανάκριβους γηραιούς υπαλλήλους της και τους αντικαταστήσει με φτηνούς νέους ή αν χάσει την "πολυτιμότητά" της, λόγω αλλαγής στη στρατηγική ή τις ανάγκες του κράτους.

Αποτέλεσμα; Η οικονομική αθλιότητα και ένας τρομερός πληθωρισμός. Κάθε φορά που δεν τους φτάνουν τα χρήματα, βγαίνουν και ληστεύουν τον κόσμο με δυσβάστακτη φορολογία. Η φορολογία περιορίζει τα κέρδη των παραγωγών κι αυτοί, αναζητώντας τα "χαμένα", ακριβαίνουν τα προϊόντα τους. Η ανταγωνιστικότητα εξασφαλίζεται εις βάρος των εργατών και αυτό επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την ασθενέστερη κοινωνική τάξη. Ο πληθωρισμός δηλαδή ενισχύει τον πληθωρισμό και ακολουθείται ένας φαύλος κύκλος, που οδηγεί στην οικονομική κρίση.

Εκτός αυτού όμως με τη φορομπηχτική πολιτική δεν μπορούν να σταματήσουν και όλα τα φαινόμενα αισχροκέρδειας της αγοράς. Όταν δίνεις στον εαυτό σου και στις επιχειρήσεις σου ό,τι αυξήσεις θέλεις, δεν μπορείς να πείσεις κανέναν ιδιώτη να μην αισχροκερδεί και να περιορίσει τις αυξήσεις στο όνομα της σταθερής οικονομίας. Είδαμε όλοι τι έγινε φέτος στην οικονομία. Αυτοί οι οποίοι ζητάνε μικρές αυξήσεις από τον ιδιωτικό τομέα, για να μην αυξηθεί ο πληθωρισμός, αύξησαν τα τιμολόγια των ΔΕΚΟ κατά 10%. Αυτοί οι οποίοι ζητάνε από τους ιδιώτες να σεβαστούν μια μισθολογική πολιτική, έκαναν αύξηση στους εαυτούς τους της τάξεως του 80%. Όπου μπορούν αισχροκερδούν οι ίδιοι και έχουν το θράσος να ζητάνε από τους άλλους να δουλεύουν με χαμηλό κέρδος.

Έτσι είναι δυστυχώς τα πράγματα. Αστείοι άνθρωποι κάνουν αστεία πράγματα. Όταν ο υπουργός των οικονομικών είναι ένα ανθρωπάκι, που την οικονομία τη γνωρίζει μέσα από βιβλία ομοίων του, δεν έχει πραγματική εικόνα της. Όταν αυτός είναι ένα ανθρωπάκι, που, αν δεν είχε τον κρατικό μισθό, δεν θα επιβίωνε, είναι αδύνατον να ρυθμίσει σωστά την οικονομία. Πώς θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας ένα τέτοιο ανθρωπάκι, όταν τη δική του την εργασία την εξασφάλισε κάποιος κομματικός "μπάρμπας"; Η οικονομία είναι η "ζούγκλα" όπου συγκρούονται τα θηρία. Είναι δυνατόν ένας "σκύλος" του καναπέ να "ρυθμίσει" τη ζούγκλα; Είναι δυνατόν αυτός ο οποίος τον "ταΐζουν" με ωράριο ν' αποφασίσει πώς θα κυνηγάνε τα θηρία για να επιβιώσουν; Είναι δυνατόν το "πεκινουά" να πει στα λιοντάρια πώς θα κυνηγάνε;

Έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα. Την οικονομία των τεράστιων ιδιωτικών συμφερόντων προσπαθεί να τη ρυθμίσει ένας άνθρωπος, που δεν έχει στήσει δικό του ούτε ένα περίπτερο, ώστε να γνωρίζει πώς σκέφτονται οι κεφαλαιοκράτες και ποια είναι τα προβλήματά τους. Ένας άνθρωπος, που δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα ως εργάτης, ώστε να γνωρίζει πώς σκέφτονται οι εργάτες και ποια είναι τα προβλήματά τους. Ένας άνθρωπος, που από τότε που "γεννήθηκε" επαγγελματικά ψάχνει ξένο "στήθος" για να θηλάσει, γιατί δεν επιβιώνει διαφορετικά. Ένας γνήσιος αστός, που έχει εκπαιδευτεί να είναι ο ανεύθυνος διαχειριστής ξένων περιουσιών. Ένας αστός, που έχει εκπαιδευτεί να υποτιμά τη δουλειά όλων των άλλων εκτός από τη δική του και των ομοίων του.

Όταν η περιουσία που διαχειρίζεται αυτός ο άσχετος και άρπαγας αστός είναι η τρομερή κρατική περιουσία, αυτός ο άνθρωπος φέρεται ως δικτάτορας, χωρίς να γνωρίζει τι σημαίνει η δικτατορία αυτή. Χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, για να γεμίσει τα κρατικά ταμεία και ταυτόχρονα δεν γνωρίζει πόσο αυτό επηρεάζει την οικονομία. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε λάθη. Είναι αδύνατον να συνεννοηθείς με τους ιδιώτες που έχουν ως στόχο τα κέρδη, όταν οι κρατικές και θεωρητικά μη κερδοσκοπικές εταιρείες κερδοσκοπούν, γιατί δεν "βγαίνουν" οι λογαριασμοί του αστού διαχειριστή. Ο ένας παρασέρνει τον άλλον και στο τέλος ο μισθός του εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα δεν του φτάνει ώστε να επιβιώσει αξιοπρεπώς.

Όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία και λόγω λαθών. Το "χάος" ήταν επιδίωξη των μεγαλοαστών. Η φτώχεια των εργατών είναι επιδίωξή τους, γιατί εξαιτίας της κρατούν ομήρους τους τούς επίσης φτωχούς δημοσίους υπαλλήλους. Ο "λαβύρινθος" ήταν το ζητούμενο για τους ανθρωποφάγους και κλέφτες "αστούς-μινώταυρους" της κρατικής μηχανής. Αυτούς, που δίνουν σε όποιους φοβούνται τις αυξήσεις που τους ζητάνε, για να μπορούν να κάνουν μόνοι τους "δώρα" στους εαυτούς τους. Αυτοί δίνουν στους εργάτες αυξήσεις κάτω από τον πληθωρισμό, στους δημόσιους υπάλλήλους όσο τους βολεύει και στους εαυτούς τους ό,τι τους "κατέβει" στο μικρό τους το μυαλό. Αυτοί, που υποτίθεται κατόρθωσαν να κατεβάσουν τον πληθωρισμό στο 3%, έδωσαν αύξηση στους εαυτούς τους 80%. Αν αυτό δεν είναι παγκόσμιο ρεκόρ, τότε πιο είναι.

Με τον τρόπο αυτόν οι μεγαλοαστοί καταφέρνουν και λύνουν όλα τα "προβλήματά" τους. Όλα τα αφεντικά του ιδιωτικού τομέα είναι έξυπνα και υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους και μόνον το δημόσιο "αφεντικό" είναι ένας βλάκας, που μπαίνει "μέσα" με τους μισθούς που μοιράζει. Αποτέλεσμα; Με "ψίχουλα" διαχωρίζουν κοινούς εργαζόμενους μεταξύ τους. Αντί οι εργαζόμενοι τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα να έχουν κοινά συμφέροντα και άρα κοινούς εχθρούς που τα απειλούν, διχάζονται. Για τα "ψίχουλα" ταυτίζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι με τους κλέφτες. Μιλάμε για "ψίχουλα", γιατί αυτό ακριβώς είναι το τελικό αποτέλεσμα για τους ευνοημένους υποτίθεται δημοσίους υπαλλήλους της βάσης.

Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Εξαιτίας της "εύνοιας" που απολαμβάνουν, δημιουργούν προβλήματα στο σύνολο της οικονομίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η γέννηση του πληθωρισμού. Αυτός ο πληθωρισμός "κατατρώγει" την "εύνοια" που απολαμβάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Στην πραγματικότητα κυνηγάνε τη "σκιά" τους κάθε φορά που λαμβάνουν προνομιακές αυξήσεις. Οι αυξήσεις τους επιβαρύνουν τον πληθωρισμό, ο οποίος με τη σειρά του ακυρώνει τις αυξήσεις αυτές. Το μόνο το οποίο καταφέρνουν δηλαδή είναι να επιβαρύνουν τη θέση των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και τίποτε άλλο. Χωρίς να γίνονται οι ίδιοι πλουσιότεροι, κάνουν τους φτωχούς φτωχότερους.

Αυτό το οποίο λέμε είναι ότι θα τους συνέφερε σε πραγματικά νούμερα να παίρνουν έναν απλό μισθό εργαζόμενου σε μια υγιή οικονομία, παρά έναν "παραφουσκωμένο" μισθό μέσα σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον, το οποίο "κατατρώγει" στα πάντα. Σε μια οργανωμένη και σταθερή οικονομία ο μισθός του εργαζόμενου τον καθιστά αυτόματα ευκατάστατο. Όταν εμείς λέμε για κάποιους να παίρνουν τα διπλά ή τα τριπλά από αυτούς τους "ευκατάστατους", στην πραγματικότητα τους κάνουμε πλούσιους. Δεν είναι δηλαδή ασήμαντο πράγμα να παίρνει κάποιος ένα πολλαπλάσιο του μισθού του εργάτη. Απλά, για να έχει αξία αυτό το πολλαπλάσιο, πρέπει να έχει αξία ο εργατικός μισθός κι αυτό προϋποθέτει σταθερή οικονομία.

Η οικονομία της Ελλάδας δεν είναι ποτέ σταθερή κι αυτό δεν οφείλεται στην ανικανότητα του ελληνικού λαού. Αυτό είναι επιλογή των ξένων ιμπεριαλιστών. Αυτοί ήθελαν την Ελλάδα "Μπανανία", για να την εκμεταλλεύονται. Αυτοί κάνουν προβληματική την οικονομία της και οι δούλοι τους —που την κυβερνάνε— προσπαθούν οι ίδιοι να "σωθούν" μέσα στην προβληματικότητά της. Κανένας δεν προσπαθεί να λύσει τα πραγματικά της προβλήματα και όλοι στοχεύουν στην προσωπική τους "σωτηρία". Τα λάθη προστίθενται το ένα πάνω στο άλλο και η οικονομία έρχεται στα όριά της. Αντί οι οικονομία να μοιάζει με μια ήσυχη λίμνη, όπου όλοι "επιπλέουν", γίνεται μια ανταριασμένη και ανθρωποκτόνα θάλασσα. Αποτέλεσμα; Όποιος έχει την εξουσία "σώζεται" και προσπαθεί να "σώσει" μόνον όσους μπορούν να τον εμποδίσουν.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Μέσα στον πανικό της οικονομικής δυσλειτουργίας ισχύει το γνωστό "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Η εξουσιαστές "αυτοσώζονται" και δημιουργούν συνενόχους. Δημιουργούν μια καταστροφική "θαλασσοταραχή", γιατί μπορούν να σωθούν οι ίδιοι. Ανεβαίνουν οι ίδιοι πάνω στην κρατική "βάρκα" και αφήνουν τους δημοσίους υπαλλήλους να πιάνονται από αυτήν, αδιαφορώντας για τους κοινούς εργαζόμενους, οι οποίοι "πνίγονται" σωρηδόν. Ευνοούνται δήθεν οι υπάλληλοι, αλλά στην πραγματικότητα αυτή η εύνοια εξανεμίζεται, για να καλύψει το κόστος της προβληματικότητας, που αυτήν η εύνοια δημιουργεί στην οικονομία. Οι μόνοι οι οποίοι πραγματικά επωφελούνται από αυτήν τη δύσκολη κατάσταση είναι αυτοί οι οποίοι τη σχεδίασαν και είναι οι πραγματικά υψηλόμισθοι μεγαλοαστοί. Αυτοί είναι οι μόνοι οι οποίοι ζούνε πλούσια με τον μισθό τους.

Το θέμα είναι ότι με τα εφευρήματα αυτά κατορθώνουν και κλέβουν όσα θέλουν, όποτε θέλουν. Κανένας από αυτούς, που μέσα στην κοινωνία έχει γνώσεις να τους αμφισβητήσει δεν διαμαρτύρεται, γιατί όλοι με τον άλφα ή βήτα τρόπο προσπαθούν να επωφεληθούν. Το σύστημα όλους όσους έχουν κάποια πιστοποιητικά "μόρφωσης" φροντίζει να τους διαφθείρει με "δώρα", για να μην μιλάνε. Έτσι κατορθώνουν οι μεγαλοαστοί και αποκτούν συμμάχους και συνοδοιπόρους ως κοινωνική τάξη. Εκεί δηλαδή που ένας μισθός ενός μεγαλοαστού αξιωματούχου θα αποτελούσε κοινωνική πρόκληση, αν ήταν πενταπλάσιος από αυτόν του εργάτη και προβλεπόταν από το Σύνταγμα, κατορθώνει και εισπράττει το εικοσαπλάσιο, χωρίς να διαμαρτύρεται κανείς.

Γι' αυτόν τον λόγο έγινε αυτή η μισθολογική "απομόνωση" των εργαζομένων του δημοσίου και η οποία προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Έγινε, γιατί οι αστοί είναι πονηροί. Οι αστοί θέλουν μόνοι τους να διαπραγματεύονται τους μισθούς τους με τους εαυτούς τους. Είναι "αφεντικά" των ίδιων τους των εαυτών, εφόσον το πραγματικό "αφεντικό" κοιμάται τον "ύπνο" του δικαίου και δεν τους ελέγχει. Έχουν εφεύρει τα πιο απίθανα επιδόματα. Επιδόματα, που πολλαπλασιάζουν τους μισθούς τους και, φτάνοντας στην κορυφή του συστήματος, να μιλάμε για μισθούς που ισοδυναμούν με περιουσίες ολόκληρες.

Όμως, το ακόμα χειρότερο είναι ότι, εκτός από την κλοπή και τη γενικότερη δυσλειτουργία της οικονομίας, υπάρχουν και άλλοι κίνδυνοι από την πρακτική αυτήν. Ποιος είναι ο σημαντικότερος; Ο κίνδυνος της κατάλυσης της δημοκρατίας και του πολιτεύματος. Πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό εξαιτίας των μισθών; Με τον εξής απλό τρόπο. Το εύρυθμο της λειτουργίας της δημοκρατίας διασφαλίζεται από τη διάκριση των εξουσιών μεταξύ τους. Το ίδιο το Σύνταγμα διαχωρίζει τις εξουσίες μεταξύ τους. Διαχωρίζει την εκτελεστική εξουσία από τη νομοθετική ή τη δικαστική, για να μπορέσει να εξασφαλίσει την ομαλή κι απρόσκοπτη λειτουργία του.

Αυτό όμως που διαχωρίζει το Σύνταγμα, το "ακυρώνει" αυτό το πανάθλιο συνταγματικό άρθρο. Γιατί; Γιατί πώς θα είναι ανεξάρτητη η δικαστική εξουσία, όταν αυτός ο οποίος καθορίζει τον μισθό των δικαστικών λειτουργών είναι η κυβέρνηση; Πώς θα κυνηγήσουν την κυβέρνηση για παραβίαση του Συντάγματος αυτοί οι οποίοι την επόμενη μέρα θα την παρακαλούν για αυξήσεις; Πώς θα προστατεύσουν το Σύνταγμα αυτοί οι οποίοι επωφελούνται από τη μερική κατάλυσή του; Πώς θα ελέγξει η αντιπολίτευση το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης, όταν οι μισθοί των βουλευτών εξαρτώνται από αυτήν; Πραγματικός διαχωρισμός των εξουσιών υπάρχει μόνον όταν ο καθένας κάνει τη δουλειά του και δεν εξαρτάται από τον άλλο.

Ο κίνδυνος όμως για τη δημοκρατία δεν σταματάει στους μισθούς των "λειτουργών" τής δημοκρατίας. Με δεδομένο τη "χαλαρότητα" στον έλεγχο και την αλληλεξάρτηση των συμφερόντων μεταξύ των εξουσιών αρχίζει κι αναπτύσσεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για ένα κρατικό σύστημα. Ποιος είναι αυτός; Η διαφθορά. Αν ο πληθωρισμός διαβρώνει μια οικονομία, η διαφθορά την καταστρέφει τελείως. Η διαφθορά είναι σχεδόν δεδομένη για κάθε αστικό σύστημα. Γιατί; Γιατί έτσι βολεύει αυτούς που το διαχειρίζονται σαν περιουσία τους και προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους παρανόμως. Όταν υπάρχει ένα γενικό κλίμα συνενοχής, δεν είναι εύκολος ο έλεγχος. Όταν όλοι οι κρατικοί λειτουργοί, είτε άμεσα είτε έμμεσα, κλέβουν, δεν είναι εύκολο να ελέγξουν αυτούς οι οποίοι κλέβουν περισσότερο. Όταν οι δικαστικοί διεκδικούν παράνομες αυξήσεις, δεν είναι δύσκολο να τους δώσουν κάποιες "παραγγελίες" αυτοί οι οποίοι θα τους κάνουν τις αυξήσεις αυτές.

Ελέγχοντας δηλαδή οι κρατικοί υπάλληλοι μόνοι τους το Σύνταγμα και την τιμωρία των παραβατών, δημιουργούν μόνοι τους τις συνθήκες που γεννούν τη διαφθορά. Αυτοί μόνοι τους αποφασίζουν πώς θα τιμωρούν αυτούς τους οποίους το χειρίζονται ως περιουσία τους και είναι οι διεφθαρμένοι υπάλληλοι. Αυτοί μόνοι τους αποφασίζουν ποιος ισχυρός ιδιώτης θα το διαπερνά και ποιος όχι. Αυτοί αποφασίζουν για τα "διόδια" που θα πληρώνουν οι ισχυροί, κάθε φορά που θα θέλουν να το διαπεράσουν χωρίς συνέπειες.

Γι' αυτόν τον λόγο είπαμε παραπάνω ότι όπου έχει ανάγκη ο νόμος τον άνθρωπο αυτός θα έπρεπε να έχει την ακαμψία μιας "πέτρας". Ο συνταγματικός νόμος θα έπρεπε να είναι παντελώς άκαμπτος και στεγανός. Εκεί όπου ο νόμος θα είχε ανάγκη τον άνθρωπο για να λειτουργήσει, τα πράγματα θα έπρεπε να είναι απόλυτα και οριακά. Θα έπρεπε να υπάρχουν νόμοι τόσο απόλυτοι και τόσο αυστηροί, που θα μετέτρεπαν τον υπάλληλο σε μια αδιαπέραστη "πέτρα".

Όλα αυτά τα άσχημα που βλέπουμε να συμβαίνουν δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν, αν οι αστοί οι οποίοι διαχειρίζονται τον νόμο δεν ήθελαν να υπάρχουν κοινωνικά προβλήματα. Τη διαφθορά δηλαδή τη δημιουργούν αυτοί οι οποίοι διαφθείρονται και η ειρωνεία είναι ότι το κάνουν με μέσον τον νόμο ο οποίος έχει συνταχθεί για να την αποτρέπει. Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει γιατί κάναμε αυτόν τον τεράστιο "κύκλο" στην ανάλυσή μας, ενώ το θέμα μας είναι η τρομοκρατία. Μπορεί να καταλάβει γιατί είναι απαραίτητο να γνωρίζει κάποιος την "καταγωγή" των συστημάτων, για ν' αντιληφθεί το πρόβλημα της τρομοκρατίας και τα πραγματικά αίτια του.

Στα αγγλοσαξονικού τύπου συστήματα, επειδή τη διαφθορά την "πληρώνουν" οι ισχυροί, δεν την επιτρέπουν να εκδηλώνεται και την τιμωρούν εν τη γενέσει της. Η τρομοκρατία δεν εκδηλώνεται ως φαινόμενο για λόγους ελέγχου της διαφθοράς και η βίαιη αντίδραση θα υπάρξει μόνον όταν οριακά θα έχουμε ταξική σύγκρουση. Αντίθετα στα γαλλικού τύπου συστήματα, όπου ο ισχυρός είναι ο λαός, ο περιορισμός της διαφθοράς είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Η εκδήλωση της τρομοκρατίας στα συστήματα αυτά πάντα συνδέεται με τη διαφθορά, εφόσον αυτό είναι το ζητούμενο γι' αυτούς που καταλύουν το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δηλαδή δεν το καταλύουν για "πλάκα" αυτοί οι οποίοι το καταλύουν. Το καταλύουν για να κλέβουν. Αυτή η κλοπή δημιουργεί τη διαφθορά και η αντίδραση αυτού του οποίου θίγεται —και είναι ο λαός— ονομάζεται εντελώς αυθαίρετα από την εξουσία "τρομοκρατία".

Για να εξαλειφθεί λοιπόν το φαινόμενο της τρομοκρατίας σε ένα γαλλικού τύπου σύστημα, θα πρέπει πρώτα να εξαλειφθεί η διαφθορά και τα αίτια που την προκαλούν. Δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι άλλο. Δεν μπορούν αυτοί οι οποίοι πήραν την εξουσία με τη βία να φέρονται σαν "αφεντικά" και να καταδικάζουν τη βία. Με τη βία την πήραν την εξουσία και με τη βία ελέγχονται, εφόσον μέσα στα συστήματα αυτά υπάρχει ισότητα μεταξύ των πολιτών. Όταν η εξουσία κλέβει με τη βία, ευνόητο είναι ότι με τη βία αντιδρά το θύμα της.

Γι' αυτόν τον λόγο κατηγορούμε τους αστούς ως τους κύριους υπεύθυνους της γέννησης του φαινομένου της τρομοκρατίας. Οι αστοί, επιδιώκοντας να διαφθείρονται υπό καθεστώς ατιμωρησίας, έδωσαν "ελαστικότητα" σε έναν νόμο, ο οποίος θα έπρεπε να είναι παντελώς "ανελαστικός". Ο συνταγματικός νόμος θα έπρεπε να είναι απόλυτος. Το ίδιο απόλυτη θα έπρεπε να είναι και η τιμωρία για τον παραβάτη. Θα έπρεπε δηλαδή εξ αρχής να διαχωριστεί η παράβαση του συνταγματικού νόμου από την παράβαση του κοινού νόμου.

Θα έπρεπε δηλαδή να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ του συνταγματικού εγκλήματος και του κοινού εγκλήματος. Άλλου είδους έγκλημα είναι να το πας να κλέψεις από το μαγειρείο ενός πλοίου αυτό το οποίο σου χρειάζεται για να επιβιώσεις ή να πλουτίσεις και άλλου είδους έγκλημα είναι το να πας και ν' ανοίξεις μια τρύπα στα ύφαλα του πλοίου, με κίνδυνο να το βουλιάξεις και να πνίξεις όλους όσους βρίσκονται επάνω του. Το πρώτο είναι "κοινό έγκλημα", ενώ το δεύτερο είναι "συνταγματικό έγκλημα". Για να τα ξεχωρίζουμε αυτά τα δύο μεταξύ τους, θα χρησιμοποιούμε κεφαλαία γράμματα κάθε φορά που αναφερόμαστε στο συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ.

Άποψη του γράφοντος είναι —και η οποία αποτελεί και θέση του Συντάγματος— ότι η τιμωρία για το ΕΓΚΛΗΜΑ θα πρέπει να είναι ο θάνατος με συνοπτικές διαδικασίες. Θεωρούμε ότι υπάρχει δεδομένη αυτή η θέση του Συντάγματος, από τη στιγμή που μέσα του υπάρχει η φράση: "με κάθε μέσον". Από τη στιγμή που η προστασία του Συντάγματος επαφίεται στα χέρια των πολιτών με την προτροπή να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο εναντίον αυτού του οποίου το καταλύει, ευνόητο είναι ότι το ίδιο το Σύνταγμα θεωρεί τον θάνατο ως τιμωρία για την παραβίασή του. Αυτός ο οποίος το καταλύει είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ. Από τη στιγμή που αυτός βρίσκεται στο έλεος του πολίτη, πάντα η κατάληξη είναι ο θάνατος. Μπορεί να ελπίζει ότι θα βρεθεί μπροστά σε έναν ήπιο πολίτη, ο οποίος θα τον προπηλακίσει, αλλά ποτέ δεν γνωρίζει πότε θα βρεθεί μπροστά σε έναν πολίτη, ο οποίος θα του τινάξει τα μυαλά στον αέρα.

Με βάση λοιπόν τη λογική του Συντάγματος, θα έπρεπε ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ να θανατώνεται, να διασύρεται μετά θάνατον και να θάβεται σε ξεχωριστά νεκροταφεία από αυτά των υπολοίπων πολιτών. Γιατί; Για να λειτουργεί με το παράδειγμά του αποτρεπτικά προς όλους εκείνους οι οποίοι θα σκέφτονταν να τον μιμηθούν. Γιατί είμαστε σύμφωνοι μ' αυτήν τη σκληρή και απόλυτη τιμωρία; Για τον εξής απλό λόγο. Όταν για την κατάκτηση του Συντάγματος έχουν σκοτωθεί εκατομμύρια ανθρώπων και έχουν βασανιστεί ακόμα περισσότεροι, δεν υπάρχει έλεος για έναν ηλίθιο, που με τις πράξεις του το απειλεί με κατάρρευση. Δεν υπάρχει έλεος για κάποιον ο οποίος για να υπηρετήσει, είτε τις φιλοδοξίες του είτε τα οικονομικά του συμφέροντα, απειλεί να βυθίσει μια κοινωνία στον Μεσαίωνα.

Αυτήν δεν είναι μόνον δική μας άποψη. Είναι άποψη και των "πολιτισμένων" που σήμερα μας κυβερνάνε και οι οποίοι απλά δεν τη "θυμούνται", γιατί δεν τους συμφέρει. Είναι άποψη των "μη μου άπτου", που σήμερα έχουν τα πόστα και δεν θέλουν να τους ενοχλεί κανένας. Αυτοί δεν είναι που ήθελαν να σκοτώσουν τον αποστάτη Μητσοτάκη, αναγκάζοντάς τον να αυτοεξοριστεί; Αυτοί δεν ήταν που ήθελαν να σκοτώσουν τον δικτάτορα; Και έστω ότι όλα αυτά ίσχυαν στην "ανώμαλη" περίοδο της δικτατορίας. Άλλαξε τίποτε στην άποψή τους με την παλινόρθωση της δημοκρατίας; Αυτοί δεν ήταν που διαμαρτυρήθηκαν με όλα τα μέσα και όλους τους τρόπους όταν η θανατική ποινή των πρωταίτιων της Χούντας μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη; Διαμαρτυρήθηκαν, γιατί είχαν τη σωστή άποψη περί ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ.

Γιατί τη θεωρούμε αξιωματικά σωστή; Γιατί, όταν από τη λειτουργία του Συντάγματος εξαρτάται η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και των απογόνων τους, είναι πολύ λογικό ν' αντιμετωπίζεται ως επικίνδυνο ζώο αυτός ο οποίος για να τα "κονομήσει" θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξη και τη ζωή τόσων πολλών ανθρώπων. Νόμος, ο οποίος αφορά την ύπαρξη και τη ζωή κοινωνιών ολόκληρων, δεν πρέπει να παραβαίνεται σε καμία περίπτωση και για κανέναν λόγο. Όποιος τον παραβαίνει δεν δικαιούται να λέγεται "άνθρωπος" και ν' αντιμετωπίζεται ως τέτοιος. Πρέπει ν' "αποβάλλεται" με συνοπτικές διαδικασίες από την κοινωνία των ανθρώπων, γιατί αποτελεί μίασμα. Οι νόμοι οι οποίοι προβλέπουν την επιείκεια έχουν φτιαχτεί για ανθρώπους και όχι για ζώα. Τα λυσσασμένα ζώα είτε τα θανατώνεις είτε τα αποβάλλεις από την κοινωνία σου, γιατί δεν μπορείς ν' απαλλαγείς με άλλον τρόπο από αυτά. Τέτοια λυσσασμένα ζώα είναι οι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ, που τολμούν να εγκληματήσουν εις βάρος μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Αυτό δεν το λέει μόνον η ανθρώπινη αλλά και η Θεία λογική. Δεν το προτείνουμε ως πρακτική εμείς, που μπορεί ως άνθρωποι να είμαστε ατελείς και απολίτιστοι βάρβαροι. Αποτελεί πρακτική ακόμα και του Ίδιου του Θεού. Υπάρχει άνθρωπος που να πιστεύει ότι έχει την Τελειότητα, την Καλοσύνη, και την Αγαθότητα του Θεού; Υπάρχει άνθρωπος που να πιστεύει είναι πιο πολιτισμένος από τον Θεό και να συγχωρεί πιο πολύ από Αυτόν; Όχι βέβαια. Ο Θεός όμως, που συγχωρεί τα πάντα, ένα πράγμα δεν συγχωρεί. Την παραβίαση των Νόμων Του. Των Νόμων, που θεωρεί ο Ίδιος ως θεμέλιους για την ανθρώπινη κοινωνία. Θάνατο υπόσχεται καί σ' αυτούς που παραβαίνουν τον Νόμο Του, αλλά καί σ' αυτούς που τον αλλοιώνουν. Αυτός ο Οποίος συγχώρεσε τους δολοφόνους του Υιού Του, δεν συγχωρεί αυτούς που απειλούν τον Νόμο Του. Είναι δυνατόν να συγχωρήσουν οι πολύ πιο αδύναμοι άνθρωποι αυτούς που παραβαίνουν ή αλλοιώνουν τον νόμο που προστατεύει τους ίδιους και τα παιδιά τους;

Ο νόμος —και μάλιστα αυτού του επιπέδου— πρέπει να λειτουργεί ως τοίχος. Όταν αυτός ο τοίχος πρέπει να λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας για έναν ολόκληρο λαό, ευνόητο είναι ότι δεν επιτρέπεται σε κανέναν ν' ανοίγει "τρύπες". Από τη στιγμή που αυτές οι "τρύπες" απειλούν την επιβίωση αυτών που κατοικούν πίσω του, είναι δεδομένη η αυστηρή τιμωρία των όσων τις ανοίγουν. Δεν έχει σημασία ποιος είναι αυτός ο οποίος τις ανοίγει και ποια η σχέση του μ' αυτόν που νομοθέτησε. Κανενός είδους σχέση δεν μπορεί να επιτρέψει αυθαίρετες παρεμβάσεις σε ένα οικοδόμημα, που πάντα υπάρχει περίπτωση να καταρρεύσει.

Ο νομοθέτης είναι όμοιος με μηχανικό. Κάθε νομικό δημιούργημα μοιάζει με ένα οικοδόμημα. Έχει κι αυτό τους νόμους "υποστυλώματα" και τους διαχωριστικούς "τοίχους". Έχει τα δομικά στοιχεία που το συνθέτουν και τα οποία δεν είναι ισότιμα μεταξύ τους. Τα πρωτεύοντα στοιχεία, που η παραβίασή τους απειλεί τα πάντα με κατάρρευση και τα δευτερεύοντα στοιχεία, που η παραβίασή τους απλά προκαλεί δυσφορία στους κατοίκους τους. Αυτά τα πρωτεύοντα στοιχεία πρέπει απαραίτητα να προστατευτούν "με κάθε μέσο", για να διασφαλιστεί η ευστάθεια του οικοδομήματος. Από εκεί και πέρα ό,τι συμβαίνει με τους μηχανικούς έτσι συμβαίνει και με τους νομοθέτες. Το έργο τους είναι ταυτισμένο με την ίδια τους τη ζωή. Αυτό τους δίνει αξία ως πρόσωπα και αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να διεκδικούν την αθανασία με μια καλή υστεροφημία.

Υπάρχει μηχανικός που στεγάζει την οικογένειά του μέσα στο σπίτι που έχτισε ο ίδιος και την ίδια ώρα ν' αφήνει τον πιο αγαπημένο από τους γιους του να βάζει δυναμίτες στα θεμέλιά του; Δεν θα τιμωρήσει αυτόν που απειλεί την οικογένειά του και την περιουσία του, επειδή του έχει "αδυναμία"; Δεν θα τιμωρήσει αυτόν που απειλεί και τον ίδιο με θάνατο, εφόσον ως δημιουργός είναι ταυτισμένος με το έργο του; Όταν αυτός ο οποίος παραβαίνει τους νόμους σου σε απειλεί με θάνατο, η τιμωρία του είναι επίσης θάνατος. Όταν αυτός ο οποίος παραβαίνει τους νόμους σου απειλεί με θάνατο αυτούς τους οποίους έχεις αναλάβει να προστατεύσεις, ανάλογη είναι και η τιμωρία. Απλά είναι τα πράγματα. Δεν αδικεί απλά το ένα παιδί το άλλο, ώστε να φερθείς πολιτισμένα. Δεν αλλάζουν διάταξη κοινοί τοίχοι, ώστε απλά κάποιοι να επωφελούνται εις βάρος κάποιων άλλων, ώστε να μιλάμε για απλή εύνοια. Όταν κάποιος κάνει επεμβάσεις στα πρωτεύοντα στοιχεία της "οικοδομής", απειλεί τα πάντα με κατάρρευση. Υπάρχει κίνδυνος να σκοτωθούν όλοι από την ηλιθιότητα κάποιου, ο οποίος δεν υπολογίζει την ανθρώπινη ζωή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τα συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Κινδυνεύουν οι πάντες από έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν υπολογίζει τίποτε απολύτως. Κινδυνεύουν με καταστροφή ολόκληρες κοινωνίες, επειδή κάποιος θέλει να γίνει πλούσιος. Στην περίπτωση αυτήν τι είδους έλεος και πολιτισμός μπορεί επιδειχθεί σε ένα ζώο; Για να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς λέμε, θα αναφέρουμε ένα παράδειγμα, που θα του δώσει πλήρη εικόνα της σημασίας του ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ στο οποίο αναφερόμαστε.

Έστω ότι ένας λαός περιφέρεται στην έρημο για πολλά χρόνια και χάνει διαρκώς μέλη του από θάνατο. Αυτός ο βασανισμένος και ταλαιπωρημένος λαός σε κάποια στιγμή "σώζεται" βρίσκοντας στη μέση της ερήμου μια όαση. Μια όαση, της οποίας η "καρδιά" είναι μια πηγή νερού. Μια πηγή νερού, η οποία γίνεται πηγή ζωής για τον λαό που τη βρήκε μέσα στην έρημο και "σώθηκε". Μια πηγή, που εξασφαλίζει τη ζωή και την πρόοδο στα μέλη του. Μια πηγή, που, πριν αυτή βρεθεί, τη στερήθηκαν εκατομμύρια μέλη του, τα οποία πέθαναν στην έρημο από δίψα και πείνα. Μια πηγή, που, για όσο διάστημα θα υπάρχει ο λαός που την κατέχει, θα ευτυχεί και δεν θα κινδυνεύει με θάνατο.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι, όταν υπάρχει μια τέτοια ιδιότυπη συνθήκη, που εξασφαλίζει την επιβίωση του λαού, αναγκαστικά υπάρχει και ιδιομορφία στη θέσπιση των νόμων που διέπουν τη λειτουργία του. Άλλου επιπέδου έγκλημα έχουμε όταν συγκεκριμένοι άνθρωποι αδικούν συγκεκριμένους ανθρώπους στην καθημερινότητα της οάσεως και άλλο έγκλημα έχουμε όταν κάποιοι, πάνω στην προσπάθειά τους επωφεληθούν, "παίζουν" με την πηγή. Άλλο έγκλημα είναι για παράδειγμα ακόμα και να σκοτώσεις κάποιους συνανθρώπους σου και άλλο έγκλημα είναι να πας και να ρίξεις δηλητήριο στη "ζωογόνο" πηγή.

Το πρώτο είναι ένα έγκλημα, που, όσο μεγάλη κι αν είναι η σημασία του, δεν παύει να είναι ένα κοινό έγκλημα. Ο εγκληματίας, όσους ανθρώπους και να σκοτώσει, όσο απεχθές και να είναι το έγκλημά του, δεν παύει να είναι κοινός εγκληματίας. Είναι κοινός εγκληματίας, γιατί με το έγκλημά του δεν επηρεάζει τη γενικότερη λειτουργία της κοινωνίας. Δεν απειλεί το παρόν της και πολύ περισσότερο το μέλλον της. Η τιμωρία του για το έγκλημά του θα είναι πάντα ανάλογη των δεδομένων που θα προκύψουν από τη διερεύνηση της υπόθεσής του και βέβαια θα εξαρτάται από το πολιτισμικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ο λαός που τον κρίνει.

Αντίθετα το δεύτερο δεν είναι κοινό έγκλημα, γιατί έχει τρομερές κοινωνικές προεκτάσεις και συνέπειες. Δεν μπορείς να παίζεις με την επιβίωση ενός ολόκληρου λαού. Δεν μπορείς να παίζεις με κατακτήσεις που κόστισαν άπειρο αίμα και από τη διατήρησή των οποίων επηρεάζεται η τύχη των απογόνων του λαού αυτού. Είσαι δηλαδή ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, όταν "παίζεις" με την τύχη της πηγής. Είσαι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, όταν είσαι ιδιώτης και προσπαθείς να οικειοποιηθείς την περιουσία, που με άπειρο κόπο δημιούργησε ο λαός ώστε να επιβιώνει. Είσαι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, όταν ως ιδιώτης στήνεις μια "παράγκα" πάνω στην πηγή, για να την εκμεταλλεύεσαι κατ’ αποκλειστικότητα, έστω και αν δεν διεκδικείς την ιδιοκτησία της. Αρκεί που εκβιάζεις έναν ολόκληρο λαό μ' αυτό το οποίο του ανήκει και το έχει ανάγκη για να επιβιώσει.

Το ίδιο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ είναι και όλοι εκείνοι οι υπάλληλοι-διαχειριστές της πηγής, που, ενώ διορίστηκαν από τον λαό για να τον υπηρετούν —διαχειριζόμενοι την πηγή—, αυτοί εκμεταλλεύονται την προνομιακή τους θέση, για να αισχροκερδούν εις βάρος του. Όλοι αυτοί, που τους τοποθέτησε ο λαός για να εργαστούν και να πάρουν ένα μεροκάματο και αυτοί, μόλις αντιλήφθηκαν την αξία της θέσης τους, άρχισαν να παριστάνουν τους έξυπνους και τους πονηρούς. Αυτούς όλους τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ δεν τους αντιμετωπίζεις με την πολιτισμική λεπτότητα που αντιμετωπίζεις τους κοινούς εγκληματίες. Αυτούς τους σκοτώνεις σαν τα σκυλιά, γιατί δεν τους αξίζει ακόμα και να περιφέρονται ανάμεσα στους ανθρώπους. Τους σκοτώνεις σαν τα σκυλιά, για να φοβούνται και όλοι όσοι θα σκεφτούν να τους μιμηθούν. Αυτός ο οποίος σκοτώνει αυτούς τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ, δεν είναι δολοφόνος, αλλά ήρωας της κοινωνίας.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους λαούς και τα Συντάγματά τους. Οι σύγχρονοι λαοί δεν διαφέρουν και πολύ από τον λαό του παραδείγματός μας. Διέσχισαν κι αυτοί την τεράστια "έρημο" του Μεσαίωνα κι αυτό το έκαναν με τεράστιο κόστος. Εξασφάλισαν την επιβίωσή τους μετά από αγώνες και βέβαια αφού μπόρεσαν και διασφάλισαν την "πηγή" που τους εγγυάται την εύκολη επιβίωση. "Πηγή" για έναν σύγχρονο λαό είναι το Σύνταγμά του και το δημόσιο κεφάλαιο. Αυτά τα δύο, όταν υπάρχουν μαζί, δεν επιτρέπουν στους ιδιώτες να αδικούν τους φτωχούς συμπολίτες τους. Ο συνταγματικός νόμος περιορίζει την αυθαιρεσία των ισχυρών και το δημόσιο κεφάλαιο τους απειλεί κάθε φορά που αυτοί πάνε να γίνουν επικίνδυνοι.

Αντιλαμβανόμαστε ότι όπως και στο παράδειγμά μας έτσι και στη πραγματικότητα μέσα στο κάθε κράτος υπάρχει το κοινό έγκλημα και το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ. Το απλό έγκλημα, που αυτός ο οποίος το κάνει είναι κοινός εγκληματίας και εξίσου εγκληματίας είναι κι αυτός ο οποίος παρακάμπτει τα δικαστήρια για να τον τιμωρήσει. Όπως υπάρχει και το ΕΓΚΛΗΜΑ, όπου αυτός ο οποίος το διαπράττει είναι δημόσιος κίνδυνος και αυτός ο οποίος τον τιμωρεί δεν είναι εγκληματίας, αλλά ήρωας.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του κοινού εγκλήματος και του ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ και γι' αυτό το Σύνταγμα επιτρέπει στους πολίτες να παίρνουν στα "χέρια" τους τον νόμο, κάθε φορά που υπάρχει κίνδυνος κατάλυσής του. Στο κοινό έγκλημα δεν επιτρέπεται η αυτοδικία. Κοινό έγκλημα είναι οτιδήποτε δεν αφορά το γενικό σύνολο. Ακόμα και το πολιτικό έγκλημα είναι κοινό έγκλημα. Κοινό έγκλημα είναι οποιαδήποτε εγκληματική πράξη γίνεται για λόγους ιδιοτέλειας. Ιδιοτελή συμφέροντα δεν είναι μόνον τα ατομικά, αλλά και τα συλλογικά συμφέροντα. Τα κομματικά ή ιδεολογικά συμφέροντα συγκαταλέγονται στα ιδιωτικά συμφέροντα, εφόσον δεν αφορούν το σύνολο των πολιτών.

Γι' αυτόν τον λόγο και τα πολιτικά εγκλήματα αντιμετωπίζονται όπως τα κοινά εγκλήματα στο θέμα της τιμωρίας αυτού που τα διαπράττει. Δεν υπάρχει περίπτωση δηλαδή κάποιος ο οποίος διαπράττει πολιτικό έγκλημα ν' αποφύγει την τιμωρία και ν' αντιμετωπιστεί σαν κοινωνικός ήρωας. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ένας κομματικός ή συντεχνιακός ήρωας, που όμως για τον νόμο και το Σύνταγμα θα είναι ένας κοινός κακοποιός. Από τη στιγμή που το Σύνταγμα εξασφαλίζει στον πολίτη τα πολιτικά του δικαιώματα και ταυτόχρονα επιτρέπει στον καθένα να πιστεύει ό,τι θέλει, το πολιτικό έγκλημα είναι κοινό έγκλημα. Αυτός ο οποίος το διαπράττει είναι ένας κοινός δολοφόνος. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για το έγκλημά του. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, που ο τιμωρός τους δεν είναι δολοφόνος, αλλά κοινωνικός ήρωας, αποτελούν μόνον εκείνες οι εγκληματικές πράξεις, που θίγουν μια κοινωνία στο σύνολό της και όχι απλά μερίδες της —όσο μεγάλες κι αν είναι αυτές—. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ αποτελούν μόνον εκείνες οι πράξεις, που παραβιάζουν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος.

Ο γράφων απεχθάνεται ιδιαιτέρως το πολιτικό έγκλημα, γιατί η ιστορία αποδεικνύει ότι, ως δραστηριότητα, αποτελεί μόνιμη ενασχόληση των τρελών και των φανατικών. Των φανατικών, που την υποκειμενική πολιτική ή ιδεολογική τους άποψη την αντιλαμβάνονται σαν θεόπνευστο δόγμα. Των φανατικών, που στην Ελλάδα έχουν παράγει πολιτικό "έργο" ακόμα και με τρίκυκλο. Το πολιτικό έγκλημα είναι απεχθές και για έναν ακόμα λόγο. Ενώ υπηρετεί μερικά κοινωνικά συμφέροντα, μπορεί ν' απειλήσει το σύνολο της κοινωνίας. Μπορεί να τη διχάσει και να τη βάλει σε περιπέτειες. Κοινωνίες, που ανέχονται το πολιτικό έγκλημα, δεν είναι υγιείς κοινωνίες και βρίσκονται πολύ κοντά στη συνταγματική εκτροπή και τον εμφύλιο. Το πολιτικό έγκλημα το τιμωρείς πάντα σκληρά, για να διασφαλίσεις την κοινωνική ειρήνη. Το μόνο διαφορετικό το οποίο υπάρχει σε σχέση με το κοινό έγκλημα είναι το γεγονός ότι δεν περιορίζεσαι μόνον στην τιμωρία αυτών που το διαπράττουν. Τιμωρείς σκληρά κι αυτούς που το προκαλούν. Τιμωρείς κι αυτούς που με τις πράξεις τους ωθούν τους πολίτες σε τέτοιου είδους εγκλήματα. Τιμωρείς σκληρά τους "Κοντζαμάνηδες", αλλά δεν περιορίζεσαι μόνον σε αυτούς.

Ο αναγνώστης μπορεί λοιπόν να καταλάβει, γιατί δεν υπάρχει κίνδυνος για την κοινωνική λειτουργία και τη δημοκρατία από την αυτοδικία στο συνταγματικό επίπεδο. Γιατί; Γιατί απλούστατα το ΕΓΚΛΗΜΑ δεν έχει σχέση με την υποκειμενικότητα της πολιτικής και ταυτόχρονα δεν μπορεί να κάνει συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ ένας κοινός πολίτης. Τέτοιου είδους έγκλημα δεν έχει σχέση με την ιδεολογία αυτού που το κάνει. Τέτοιου είδους έγκλημα μπορούν να κάνουν μόνον ελάχιστοι πανίσχυροι ιδιώτες και πολλοί δημόσιοι λειτουργοί, όταν αρχίσει κι αναπτύσσεται η διαφθορά. Η αυτοδικία δηλαδή στο επίπεδο αυτό δεν μπαίνει μέσα στην κοινωνία σαν πρόβλημα, ώστε να δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών. Η απόπειρα δηλαδή της δολοφονίας κατά του Παπαδόπουλου δεν "ενθάρρυνε" την εγκληματικότητα στην Ελλάδα, επειδή αυτή ως πράξη ήταν ανεκτή από την κοινωνία.

Αυτό το οποίο θα δούμε τώρα είναι μερικές περιπτώσεις ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ, για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει και σε τι διαφέρουν από εγκλήματα, που, ενώ είναι περίπου τα ίδια, δεν είναι ισότιμα και άρα δεν μπορούν να τύχουν της ίδιας τιμωρίας. Αν ένας πολίτης δολοφονήσει έναν πολίτη για προσωπικούς ή ιδεολογικούς λόγους, είναι ένας κοινός εγκληματίας. Δικαιούται να τύχει της τιμωρίας που προβλέπει ο νόμος για τους δολοφόνους. Δικαιούται επίσης της όποιας επιείκειας προβλέπει ο νόμος. Τέτοιου είδους επιείκεια είναι για παράδειγμα η διάταξη του νόμου που προβλέπει την κατάργηση της θανατικής ποινής.

Αν όμως αυτός ο οποίος δολοφονεί έναν πολίτη είναι ένας αστυνομικός, που δεν έχει προσωπικές διαφορές μαζί του, αλλά με τη δολοφονία αυτήν εκτελεί αστυνομικό "έργο", τότε έχουμε ΕΓΚΛΗΜΑ. Μιλάμε πάντα για δολοφονία από πρόθεση και σε συνθήκες όπου δεν δικαιολογούν ατύχημα. Μιλάμε για δολοφονία που διατάχθηκε από την εξουσία για υπηρεσιακούς λόγους. Ο δολοφόνος στην περίπτωση αυτήν δεν δικαιούται την εύνοια των νόμων και πρέπει να οδηγηθεί κατ’ ευθείαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά; Γιατί απλούστατα το έγκλημα του κοινού εγκληματία δεν επηρεάζει τη λειτουργία της κοινωνίας και πολύ περισσότερο την επιβίωσή της. Αντίθετα το έγκλημα του δημόσιου λειτουργού την απειλεί άμεσα. Είναι ΕΓΚΛΗΜΑ, που απειλεί το σύνολο της ύπαρξής της και αφορά το σύνολο των πολιτών. Μπορεί αυτή η πράξη να βολεύει εκείνη την ώρα κάποιους εξουσιαστές, αλλά μακροπρόθεσμα δεν βολεύει κανέναν, εφόσον η εξουσία αλλάζει χέρια και κανένας δεν γνωρίζει πότε θα βρεθεί απέναντι στα "όργανά" της. Κανένας ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ δεν γνωρίζει πότε θα χάσει την εξουσία και άρα πότε θα βρεθεί και ο ίδιος στο στόχαστρο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ.

Αυτός είναι κι ο λόγος που τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ αυτά πρέπει να απαγορεύονται δια ροπάλου. Ένα τέτοιο ΕΓΚΛΗΜΑ απειλεί να "ξαναστείλει" την κοινωνία στον Μεσαίωνα. Παραβιάζει το πρώτο και κυριότερο άρθρο του Συντάγματος, που θέλει κυρίαρχο τον λαό και την εξουσία "υπηρέτη" του. Αν αρχίσουν οι "υπηρέτες" υπό τις διαταγές της εξουσίας να σκοτώνουν "ιδιοκτήτες" επειδή την ενοχλούν, τίποτε δεν θα μείνει όρθιο. Αυτό το ΕΓΚΛΗΜΑ απειλεί να ακυρώσει ό,τι κατέκτησε η ανθρώπινη κοινωνία με τους αγώνες αιώνων. Απειλεί να πετάξει στα "σκουπίδια" τους τόνους του αίματος των αγωνιστών, που θυσιάστηκαν για μια καλύτερη κοινωνία. Απειλεί να βυθίσει στο σκοτάδι και τον φόβο όχι μόνον τους υπάρχοντες πολίτες, αλλά κι αυτούς που δεν γεννήθηκαν ακόμα.

Αυτός είναι κι ο λόγος που κανένα αστικό σύστημα γαλλικού τύπου δεν τολμά ούτε να σκεφτεί να επιτρέψει επίσημα τέτοιου είδους δραστηριότητες. Φοβούνται οι εξουσιαστές μήπως οι επόμενοι αντίπαλοί τους κατακτήσουν την εξουσία και βρουν έτοιμους τους νόμους για να τους εξοντώσουν. Οι μόνοι οι οποίοι τολμούν να θεσμοθετήσουν τέτοιου είδους νόμους είναι οι "δημοκράτες" Αγγλοσάξονες και οι Εβραίοι. Οι "θεματοφύλακες" της παγκόσμιας δημοκρατίας. Αυτοί οι οποίοι θεωρούν τους τρομοκράτες στυγνούς δολοφόνους είναι αυτοί οι οποίοι μετατρέπουν υπαλλήλους σε δολοφόνους, για να παράγουν την κρατική τρομοκρατία. Αυτοί, μέσω νόμων, δίνουν τη δυνατότητα σε κρατικούς υπαλλήλους να σκοτώνουν πολίτες. Παρακάμπτουν κάθε έννοια δικαιοσύνης και μόνοι τους δικάζουν, καταδικάζουν και εκτελούν πολίτες. Νομικό πρόβλημα δεν έχουν, γιατί οι "Μπανανίες" τους δεν έχουν Συντάγματα που παραβιάζονται. Όπως κάποιος ιδιοκτήτης μπορεί να σκοτώσει ανά πάσα στιγμή έναν σκύλο του, έτσι κι αυτοί μπορούν ανά πάσα στιγμή να σκοτώσουν έναν υπήκοό τους, που ο νόμος τον αντιλαμβάνεται ως "κατοικίδιο".

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, που πρέπει ν' αντιμετωπίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο έχουμε και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει άμεσος θάνατος πολίτη. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, που αυτός ο οποίος τα διαπράττει δικαιούται τον θάνατο, ακόμα κι αν ο λόγος που τα διέπραξε είναι λίγα χρήματα, που για το κοινό έγκλημα θα αποτελούσε πταίσμα. Ένας ιδιώτης γιατρός, για παράδειγμα, που αισχροκερδεί εις βάρος των ασθενών του, διαπράττει ένα κοινό έγκλημα. Ο πολίτης, ο οποίος πέφτει θύμα του, έχει το δικαίωμα να τον καταγγείλει, αλλά όχι να αυτοδικήσει επάνω του. Αντίθετα ένας γιατρός κρατικού νοσοκομείου, που παίρνει "φακελάκια" ή που "λαδώνεται" από τις εταιρείες οι οποίες προμηθεύουν με εξοπλισμό τα νοσοκομεία, είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, που επιτρέπεται στον πολίτη ακόμα και να αυτοδικήσει εις βάρος του.

Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά; Γιατί ο πρώτος, πάνω στην προσπάθειά του να γίνει πλούσιος, παραβιάζει απλούς νόμους του εμπορίου, οι οποίοι ισχύουν για όλους τους επαγγελματίες. Αυτός ο παραβάτης όμως στηρίζεται στη δική του υποδομή και στη δική του επιστημονική αξία για να εγκληματήσει. Κανένας δεν υποχρεώνει τον ασθενή να πάει σ' αυτόν για να θεραπευτεί. Θέλει και πηγαίνει σ' αυτόν και άρα επιλέγει να διαπραγματευτεί μ' αυτόν το οικονομικό θέμα. Απλά, όπως συμβαίνει σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις, υπάρχουν οι κανόνες και οι νόμοι περί αισχροκέρδειας.

Αντίθετα ο δεύτερος παραβιάζει το Σύνταγμα. Πώς το παραβιάζει; Με το να θέλει να γίνει πλούσιος, όχι στηριζόμενος στο δικό του κεφάλαιο, αλλά στο δημόσιο κεφάλαιο, που αποτελεί κοινή περιουσία όλων μας. Επιδιώκει να εκμεταλλευτεί μια θέση που έχει αξία, όχι επειδή ο ίδιος με τη δική του αξία της την έδωσε, αλλά επειδή έχει αξία το κοινό μας κεφάλαιο. Επιδιώκει να εκμεταλλευτεί μια υποδομή που έχει αξία, επειδή έχει αξία το κοινό μας κεφάλαιο. Επιδιώκει να εκμεταλλευτεί μια υποδομή που ο λαός έφτιαξε για να εξυπηρετείται ο πολίτης και η οποία αποτελεί τον θεραπευτικό μονόδρομο, ειδικά για τους πιο αδύναμους των πολιτών.

Πού παραβιάζεται το Σύνταγμα με την πράξη αυτού του γιατρού; Στο άρθρο 4 που λέει ότι: "2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις." Τα ίσα δικαιώματα αφορούν και τα δικαιώματα πάνω στη δημόσια περιουσία. Δεν είναι δυνατόν να προσπαθούν όλοι οι Έλληνες να γίνουν πλούσιοι με τη δική τους περιουσία και κάποιοι πονηροί να επιδιώκουν να κάνουν το ίδιο με μέσον τη δημόσια περιουσία. Όπως δεν μπορεί ένας Έλληνας να καλλιεργεί ή να εκμεταλλευτεί δημόσια έκταση, έτσι δεν μπορεί και ένας γιατρός να αυξάνει τις αποδοχές του, εκμεταλλευόμενος τη δημόσια περιουσία. Είναι ένας έμμισθος υπάλληλος του κράτους και δεν έχει δικαίωμα να χειρίζεται τη δημόσια περιουσία σαν ιδιωτική του περιουσία, επειδή του το επιτρέπει η θέση του. Αν θέλει να γίνει πλούσιος, να εγκαταλείψει το νοσοκομείο και να ιδιωτεύσει. Από τη στιγμή που δεν το κάνει και γίνεται πλούσιος με μέσο την κοινή μας περιουσία, ΕΓΚΛΗΜΑΤΕΙ.

Η τιμωρία και σ' αυτήν την περίπτωση πρέπει να είναι ο θάνατος στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν υπάρχει ελαφρυντικό σε ένα έγκλημα που μπορεί να οδηγήσει έναν λαό στην καταστροφή. Όσο ασήμαντο και να φαίνεται, ακόμα και σε σχέση με εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, τόσο σοβαρό και επικίνδυνο είναι. Γιατί; Γιατί η διαφθορά οδηγεί στην οικονομική κρίση και από αυτήν την κρίση οδηγούμαστε σε επικίνδυνες "ατραπούς". Η οικονομική κρίση μπορεί να οδηγήσει έναν λαό από το χάος του κοινωνικού εγκλήματος μέχρι τον πόλεμο με εξωτερικό εχθρό, γιατί μόνον έτσι ένα διεφθαρμένο σύστημα "εκτονώνει" τις εσωτερικές του εντάσεις.

Ούτε φαντάζεται κάποιος τις συνέπειες που μπορεί να έχει ένα "φακελάκι" σε ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ούτε φαντάζεται ο γιατρός τι ακριβώς μπορεί να συμβεί στο σύνολο της κοινωνίας, όταν αποφασίζει να ζητήσει από τον ασθενή ένα "δωράκι". Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να υπάρχει αυτή η τιμωρία. Γιατί μόνον έτσι μόνο μπορεί να σταματήσει η διαφθορά, που είναι φαινόμενο μεταδοτικό μέσα σ' έναν μηχανισμό, όπου τα στελέχη του βιώνουν τις ίδιες συνθήκες και κινούνται με βάση τα ίδια δεδομένα. Αρκεί ένας ηλίθιος να διαφθαρεί και μπορεί να γίνει το αίτιο να ξεσπάσει ένα τεράστιο "κύμα" διαφθοράς. Ο ένας μιμείται τον άλλο και είναι θέμα χρόνου η γενική διαφθορά. Ο συνταγματικός νόμος έχει ως στόχο να σταματάει με "κάθε μέσο" αυτόν τον πρώτο, που μπορεί να παρασύρει και τους υπόλοιπους. Μόνον έτσι θα σταματήσει να τα "παίρνει" ο γιατρός του νοσοκομείου, ο μηχανικός της πολεοδομίας, ο υπάλληλος της εφορίας.

Σήμερα υπάρχει διαφθορά, γιατί οι πρώτοι οι οποίοι διαφθάρηκαν δεν τιμωρήθηκαν και, γινόμενοι πλούσιοι, αποτέλεσαν "πρότυπα" για τους υπολοίπους. Σήμερα υπάρχει διαφθορά, γιατί κανένας δεν φοβάται κανέναν και τίποτε. Ίσα-ίσα που θεωρούνται κοροΐδα αυτοί οι οποίοι δεν τα "παίρνουν". Κάθεται ο ευσυνείδητος υπάλληλος και "βασανίζεται" για το αν θα πρέπει να μιμηθεί τα "κτήνη" ή όχι. Αν θ' αντισταθεί στον πειρασμό ή θα βλέπει τους άλλους να πλουτίζουν. Από αυτό το δίλημμα τον βγάζει μια τέτοια ποινή. Ας υπάρξει απειλή τέτοιας ποινής και θα δούμε αν κάποιοι θα εξακολουθήσουν να τα "παίρνουν" ή όχι. Η θέσπιση δηλαδή μιας τέτοιας ποινής δεν συνεπάγεται μαζικές καθημερινές εκτελέσεις, επειδή υπάρχει σήμερα εκτεταμένη διαφθορά στο δημόσιο. Η θέσπισή της θα είναι το τέλος της διαφθοράς, εφόσον κανένας δεν θα τολμά να διαφθαρεί.

Στο σημείο αυτό εύλογα θ' αναρωτηθεί ο αναγνώστης, αν μπορεί ένας εργαζόμενος να λειτουργήσει και να εργαστεί σωστά, αν επικρέμεται από πάνω του η απειλή του θανάτου. Το λεπτό σημείο στην περίπτωση αυτήν είναι το εξής: Η απειλή του θανάτου δεν έχει σχέση με την ίδια την εργασία του, ώστε να τον επηρεάζει αρνητικά κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Δεν του βάζει κανένας το περίστροφο στον κρόταφο, προκειμένου να κάνει καλά τη δουλειά του.

Η δουλειά του θα εξακολουθήσει να κρίνεται από τα όργανα που έχουν ως αντικείμενό τους να κρίνουν τη δουλειά αυτήν. Η τιμωρία, η οποία θα προβλέπεται σε μια τέτοια περίπτωση, θα είναι αυτήν η οποία προβλέπεται για όλους τους εργαζόμενους, όταν αυτοί δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Το περίστροφο δεν μπαίνει στον κρόταφό του, όταν κάποιος κρίνει τη δουλειά του, πράγμα που είναι εντελώς υποκειμενικό. Δεν απειλείς τον κρατικό υπάλληλο, επειδή είναι πιο αργός, λιγότερο εξυπηρετικός ή λιγότερο ευγενικός απ' ό,τι νομίζεις ότι πρέπει να είναι. Αυτά όλα ανήκουν στη σφαίρα του υποκειμενικού.

Το περίστροφο μπαίνει στον κρόταφο του υπαλλήλου για λόγους αντικειμενικούς. Μπαίνει, όχι όταν δεν κάνει καλά τη δουλειά του, αλλά όταν ξεπερνάει τα όρια που έχουν σχέση με τη δουλειά του. Όρια ευδιάκριτα, που δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να μην τα ξεχωρίζει. Η απειλή υπάρχει, όταν ζητάει χρήματα από τον πολίτη, για να κάνει κάτι για το οποίο πληρώνεται από το κράτος να το κάνει, χωρίς να επιβαρύνεται ο πολίτης. Η απειλή υπάρχει, όταν ζητάει χρήματα από τον πολίτη, για να του κάνει εξυπηρέτηση η οποία δεν είναι νόμιμη. Αυτά όλα ανήκουν στη σφαίρα του αντικειμενικού και δεν υπάρχει περίπτωση εσφαλμένης κρίσεως εκατέρωθεν.

Υπάρχει υπάλληλος που να ζητάει "φακελάκι" και να έχει την αφελή εντύπωση ότι αυτό το οποίο κάνει είναι νόμιμο; Αν ήταν έτσι, γιατί στην είσοδο του γραφείου του γράφει "πολεοδομία" και δεν γράφει …"μαγαζί του κύριου "Αρπάχτρα""; Αν αυτός το αντιλαμβάνεται για λόγους βλακείας σαν μαγαζί του, γιατί κάθε μήνα πηγαίνει και πληρώνεται από το δημόσιο και δεν αρκείται στις εισπράξεις του, όπως κάνουν όλοι οι ιδιοκτήτες μαγαζιών; Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση να διαφθείρεται κάποιος, χωρίς να καταλαβαίνει ο ίδιος ότι ξεπερνάει τα όρια. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην καταλάβει ο πολίτης πότε ο υπάλληλος απέναντι του είναι διεφθαρμένος.

Αυτό λέμε εμείς. Όταν ξεπερνάς τα όρια, να εκτελείσαι. Γιατί ορκίζονται δηλαδή οι υπάλληλοι πριν διοριστούν; Έτσι, προς χάριν της παράδοσης; Όχι βέβαια. Ορκίζονται, ώστε πάνω σ' αυτόν τον όρκο-δέσμευση να "χτίζεται" ολόκληρη η νομολογία για την περίπτωση που αυτοί δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους και άρα θα είναι επίορκοι. Τα πράγματα είναι απλά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι αυτοί οι οποίοι ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει διαφθορά; Δεν είναι αυτοί οι οποίοι ωρύονται, κάθε φορά που δυσανασχετούν με τους πολίτες που γκρινιάζουν για τη διαφθορά; Από τη στιγμή που ισχύει αυτό το οποίο ισχυρίζονται δεν έχουν πρόβλημα. Δεν τους αφορά η τιμωρία. Ας υπάρχει ο νόμος και ας έχει διακοσμητική αξία. Δεν υπάρχει διαφθορά, δεν υπάρχει θάνατος. Αν δεν τους αρέσει να υπάρχει "γύρω" τους ο θάνατος, ας παραιτηθούν κι ας βγουν στον ιδιωτικό τομέα να γίνουν πλούσιοι.

Αυτό το οποίο λέμε δεν είναι κάτι το πρωτοφανές. Και ο εργάτης που φτιάχνει στέγες έχει "γύρω" του τον θάνατο. Και ο εργάτης της ΔΕΗ, που επιδιορθώνει το δίκτυο, έχει "γύρω" του τον θάνατο. Αυτό δεν σημαίνει όμως τίποτε για τη δουλειά τους. Κανένας απ' αυτούς τους εργάτες δεν ζήτησε να κατεβάσουν τις στέγες στη γη, για να μην κινδυνεύει, όταν ξεπερνάει τα όρια που προσδιορίζουν τον χώρο της εργασίας του μέσα στον οποίο πρέπει να εργαστεί. Κανένας από τους εργάτες της ΔΕΗ δεν ζήτησε να πάψουν να είναι ηλεκτροφόρα τα δίκτυα, ώστε να μην κινδυνεύει.

Αυτοί οι εργαζόμενοι γνωρίζουν τον κίνδυνο της δουλειάς τους και δουλεύουν μέσα στα προκαθορισμένα όρια που υπάρχει ασφάλεια. Κρίνονται για τη δουλειά τους και αυτή δεν έχει σχέση με τον θάνατο που έχουν "γύρω" από τον χώρο όπου αυτοί εργάζονται. Αποδέχονται τους όρους της και δουλεύουν. Όταν δεν τους αποδέχονται, παραιτούνται και πηγαίνουν να δουλέψουν κάπου αλλού. Κάτι τέτοιο προτείνουμε και για τους δημόσιους υπάλληλους. Κανένας δεν πρόκειται να κινδυνεύσει και ποτέ, όταν σέβεται τους όρους εργασίας του και βέβαια τον όρκο του για υπακοή προς το Σύνταγμα.

Αν μας θεωρούν υπερβολικά σκληρούς, ας μας πούνε οι ίδιοι πώς αξιολογούν την παράβαση της επιορκίας τους. Με μια έγγραφη επίπληξη και ούτε καν απόλυση, όπως γίνεται σήμερα; Οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει ν' αποτελούν πρότυπο εργαζομένων, γιατί από τη στάση τους εξαρτάται η τύχη ολόκληρης της κοινωνίας. Από την αναξιοπιστία ενός απλού ιδιωτικού υπαλλήλου μπορεί ν' απειληθεί μια απλή ιδιωτική περιουσία, που η απώλειά της δεν σημαίνει τίποτε για την κοινωνία. Από την αναξιοπιστία όμως ενός δημοσίου υπαλλήλου μπορεί ν' απειληθεί το μέλλον μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσικό, αν σκεφτεί κάποιος την ισχύ του δημόσιου κεφαλαίου και την έλλειψη φυσικού προσώπου με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη να τους ελέγχει. Τα πάντα στην περίπτωση αυτήν είναι θέμα αξιοπιστίας. Ο λαός τους εμπιστεύεται ό,τι πολυτιμότερο έχει. Στηρίζεται τον λόγο τους και τους παραδίδει στα χέρια τους αυτό το οποίο δεν μπορεί να προστατευτεί από μόνο του, παρά εξαρτάται μόνον απ' αυτούς. Αυτοί πώς θ' αντιδρούσαν, αν τους πρόδιδαν αυτοί στους οποίους εμπιστεύτηκαν ό,τι πολυτιμότερο διέθεταν και το οποίο δεν μπορεί ν' αυτοπροστατευτεί; Πώς θ' αντιδρούσαν, για παράδειγμα, αν συλλάμβαναν έπ’ αυτοφώρω έναν άνθρωπο, που του εμπιστεύτηκαν το παιδί τους για να το προσέχει κι αυτός το κακοποιούσε σεξουαλικά;

Θα φέρονταν πολιτισμένα, για να μην "πληγώσουν" τον εσωτερικό κόσμο του παιδεραστή ή θα τον σκότωναν την ίδια στιγμή; Γιατί να τον σκοτώσουν, με βάση τη υπάρχουσα λογική των δημοσίων υπαλλήλων; Σκότωσε κανέναν, για να δικαιούται τον θάνατο; Όταν οι δολοφόνοι δεν θανατώνονται, γιατί να θανατωθεί ένας παιδεραστής από τον πατέρα του θύματος; Ας του στείλουν μια έγγραφη επίπληξη και ας τον ξαναεμπιστευτούν την επόμενη ημέρα. Γίνονται αυτά τα πράγματα; Όχι βέβαια. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει πολιτισμός. Υπάρχει μόνον το ένστικτο. Όταν βλέπεις κάποιον να "σκοτώνει" το παιδί σου, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι να τον σκοτώσεις.

Τι πιστεύει ο γράφων ότι θα έκαναν όλοι αυτοί οι πολιτισμένοι σε μια τέτοια περίπτωση; Θα τον σκότωναν σαν τον σκύλο και θα είχαν απαίτηση να δικαιωθούν στο δικαστήριο. Θα τον σκότωναν καί γι' αυτό που έκανε, αλλά καί γιατί εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη τους και το οποίο τους κάνει συνυπεύθυνους για τα όσα συνέβησαν στο αγαπημένο τους παιδί. Στην περίπτωση αυτήν δηλαδή υπάρχει συνυπευθυνότητα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και αυτού που κάνει λάθος στην εκτίμηση των πραγμάτων και εμπιστεύεται, χωρίς να ελέγχει.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το δημόσιο κεφάλαιο και με τη διαφθορά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν κλέβουν μόνον, αλλά προδίδουν και την εμπιστοσύνη αυτών που τους εμπιστεύτηκαν. Με ψεύτικους όρκους κατορθώνουν και τους πείθουν για την αξιοπιστία τους, καθιστώντας τους αφελείς και συνένοχους. Για τη διαφθορά τους δηλαδή είναι συνυπεύθυνος και ο λαός που δεν τους έλεγξε ή που δεν σκέφτηκε να δημιουργήσει ασφαλέστερες μεθόδους ελέγχου τους. Αυτό το διπλό τους ΕΓΚΛΗΜΑ είναι αυτό το οποίο τους κάνει ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ. Πώς λοιπόν αντιλαμβάνονται αυτοί το ΕΓΚΛΗΜΑ τους; Σαν αθώο πταίσμα, που αρκεί μια παρατήρηση, για να επανέλθουν όλα σε τάξη;

Αυτό είναι θράσος. Ο δημόσιοι υπάλληλοι απαιτούν, ακόμα κι όταν συλλαμβάνονται έπ’ αυτοφώρω για "σεξουαλική" κακοποίηση του δημοσίου κεφαλαίου και της κοινωνίας, όχι μόνον να μην τιμωρούνται, αλλά να παραμείνουν στις θέσεις τους. Αντί να φοβούνται, όχι μόνον να μην τιμωρηθούν, αλλά να πέσουν θύματα κανιβαλισμού από τους πολίτες, κάθονται και διαπραγματεύονται την τιμωρία τους. Αλληλοϋποστηρίζονται και κρύβονται πίσω από συντεχνιακά κεκτημένα. Ακόμα και ο πιο μεγάλος κλέφτης του δημοσίου εύκολα θα βρει συνδικαλιστές να τον καλύψουν και να θολώσουν τα "νερά" με ψευδοθεωρίες κομματικών σκευωριών.

Σήμερα υπάρχουν υπάλληλοι του δημοσίου, που είναι στην κυριολεξία δισεκατομμυριούχοι. Γιατί εξακολουθούν και δουλεύουν αυτοί στο δημόσιο; Για τον μισθό; Όχι βέβαια. Ο μισθός είναι για τους καφέδες τους. Δουλεύουν, για να διατηρούν τη δημόσια θέση, που τους δίνει τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζουν τα πλούτη τους. Διατηρούν μια θέση που τη χειρίζονται σαν "κεφάλαιο" και όχι ως εργαζόμενοι. Μια θέση, που τους επιτρέπει να διαφθείρονται και να εισπράττουν με μία τους παρανομία ένα ποσό, που ισοδυναμεί με τους μισθούς ενός υπαλλήλου από τη στιγμή που αυτός διορίζεται μέχρι τη στιγμή που θα συνταξιοδοτηθεί.

Αυτούς τους ανθρώπους δηλαδή πώς πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε; Σαν ανθρώπους ή ως ζώα; Σαν εργαζόμενους, που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους ή ως ζώα, που διαρκώς βρίσκονται εκτός των ορίων που προσδιορίζουν τη δουλειά τους. Οι περισσότεροι απ' αυτούς κλαίγοντας και "γλείφοντας" έπιασαν τη "θεσούλα" τους και τώρα θεωρούν φυσικό να κατοικούν στο Παλαιό Ψυχικό και να περνάνε τα Σαββατοκύριακά τους στη Μύκονο. Ποιος ανθρώπινος πολιτισμός μπορεί να επιβάλει το έλεος απέναντι σ' αυτά τα ζώα;

Όμως, ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ δεν έχουμε μόνον στη λειτουργία του δημοσίου κεφαλαίου, αλλά και στη γενική διαχείρισή του. Είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ο πολιτικός, που διορίζει στον δημόσιο τομέα από το "παράθυρο" τους ψηφοφόρους τους. Είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, γιατί παραβιάζει το Σύνταγμα, βάση του οποίου όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μεταξύ τους. Δεν είναι ίσοι μεταξύ τους οι πολίτες, όταν κάποιοι, που έχουν "μπάρμπα", καταφέρνουν και βολεύονται και κάποιοι άλλοι όχι. Είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ αυτός ο οποίος με τη δική μας περιουσία, τα δικά μας χρήματα και το δικό μας κράτος, γίνεται "μπάρμπας" συγκεκριμένων πολιτών.

Το σύνολο της δυσλειτουργίας και της παθολογίας που διακρίνει τον δημόσιο τομέα οφείλεται στους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ πολιτικούς. Που, για ν' αποκτήσουν "ιδιόκτητους" ψηφοφόρους, "υπερφόρτωσαν" τις δημόσιες υπηρεσίες και τους οργανισμούς. Που πάνω στην αγωνία τους να γίνουν μόνιμοι πολιτικοί, άρχισαν να ευνοούν τους υπαλλήλους που οι ίδιοι διόρισαν. Αυτοί κατέστρεψαν το δημόσιο κεφάλαιο, "φορτώνοντάς" το με υπεράριθμους υπαλλήλους. Οι ίδιοι το κατέστρεψαν, κάνοντας το ζημιογόνο και οι ίδιοι σήμερα παριστάνουν τους "σωτήρες" πουλώντας το. Μιλάμε για κεφάλαιο ανυπολόγιστης αξίας, που ο λαός το έφτιαξε από το υστέρημά του, ελπίζοντας να βελτιώσει τη ζωή του.

Σήμερα δηλαδή —και εξαιτίας των αναγκών της Νέας Τάξης— υπάρχουν και άλλα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, που αφορούν το δημόσιο κεφάλαιο και τα κάνουν οι κυβερνητικοί παράγοντες. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, που μέχρι τώρα δεν υπήρχαν, γιατί οι αστοί δεν "έπαιζαν" με την τύχη της δημόσιας περιουσίας, που τους έκανε πλούσιους. Μέχρι τώρα ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ήταν αυτοί οι οποίοι την εκμεταλλεύονταν ασύστολα, υπηρετώντας τα στενά ιδιωτικά ή κομματικά τους συμφέροντα. Σήμερα ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ είναι κι αυτοί οι οποίοι "ξεπουλάνε" αυτήν την περιουσία. Στο όνομα της ελεύθερης οικονομίας ιδιωτικοποιούν δημόσιες επιχειρήσεις. Αυτό είναι ΕΓΚΛΗΜΑ για πολλούς και διάφορους λόγους. Κατ’ αρχήν είναι ΕΓΚΛΗΜΑ, γιατί ο νόμος προβλέπει ότι πάνω σε μια ιδιοκτησία έχει απόλυτη εξουσία μόνον ο ιδιοκτήτης της και κανένας άλλος. Η δημόσια περιουσία ανήκει στον λαό και μόνον αυτός μπορεί ν' αποφασίσει αν θα την πουλήσει ή όχι. Κανένας διαχειριστής και ποτέ δεν έχει δικαίωμα να πουλήσει την περιουσία που διαχειρίζεται.

Ειδικά στην περίπτωση του δημοσίου κεφαλαίου υπάρχει μια ιδιομορφία του, που καθιστά ακόμα και τη θεωρητική περίπτωση πώλησής του αδύνατη. Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότι ως κεφάλαιο δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Όταν μπορεί να πωληθεί —και άρα όταν είναι κερδοφόρο— δεν υπάρχει λόγος και ανάγκη να πωληθεί, ενώ, όταν δεν είναι κερδοφόρο, δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να το αγοράσει. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συμβαίνει το εξής: Το δημόσιο κεφάλαιο δεν δημιουργήθηκε, για να κάνει "μπίζνες" το κράτος με τους ιδιώτες. Δεν αναπτύσσεται, ώστε, όταν πωλείται, να αποφέρει κέρδος στο κράτος. Δημιουργήθηκε, για να μπορεί το κράτος να "ρυθμίζει" την οικονομία του με βάση το κοινωνικό συμφέρον.

Έχει νόημα δηλαδή να υπάρχει, ακόμα κι αν είναι εξαρχής ζημιογόνο. Γιατί; Γιατί αποτελεί μέσον για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και δεν στοχεύει αποκλειστικά στο κέρδος. Μόνον το ιδιωτικό κεφάλαιο προσαρμόζεται αποκλειστικά στην έννοια του "κέρδους". Αν για παράδειγμα δεν υπήρχε η κρατική ΔΕΗ, κάποια απομονωμένα χωριά δεν θ' αποκτούσαν ποτέ ηλεκτρικό ρεύμα. Γιατί; Γιατί το κέρδος από τα χωριά αυτά δεν θα ήταν ικανό για ν' αποσβεστεί η επένδυση που απαιτείται, ώστε να φτάσει μέχρι εκεί το ρεύμα.

Αυτό όμως θα ήταν απόλυτα αντισυνταγματικό, εφόσον απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία μεταξύ των πολιτών, που πληρώνουν φόρους στο κράτος και έχουν απαιτήσεις από αυτό. Αυτή η ανάγκη θα ανάγκαζε το κράτος, αν υπήρχε ιδιώτης παραγωγός ρεύματος, να επιδοτεί το ρεύμα των ασύμφορων γι' αυτόν χωριών και, αν δεν το συνέφερε η επιδότηση αυτή, θα το ωθούσε στο να γίνει και το ίδιο το κράτος παραγωγός ενέργειας. Ήταν θέμα χρόνου δηλαδή να δημιουργηθεί η κρατική ΔΕΗ, ακόμα κι αν υπήρχαν ιδιώτες παραγωγοί ενέργειας.

Με βάση αυτές τις ανάγκες "χτίζεται" το δημόσιο κεφάλαιο και με μια σωστή διαχείριση μπορεί πολύ εύκολα, αν όχι να είναι κερδοφόρο, τουλάχιστον να μην είναι ζημιογόνο. Τα κέρδη από τις πλούσιες αγορές μπορούν να καλύπτουν τις ζημιές από τις φτωχές. Από τη στιγμή που το κράτος δεν φτιάχνει το δημόσιο κεφάλαιο με μοναδικό στόχο το κέρδος, μπορεί να λειτουργεί πολύ εύκολα πάνω από τα "κόκκινα" με βάση αυτήν την ισορροπία. Το γεγονός ότι είναι μόνιμα ζημιογόνο, οφείλεται σε επιλογές της εξουσίας. Οι άνθρωποί της, για να εκμεταλλευτούν την αξία του, βολεύουν μέσα σ' αυτό τα "κομματόσκυλα" που τους ψηφίζουν. Οι άνθρωποί της μετέτρεψαν τις κρατικές επιχειρήσεις σε "κηφηνοστάσια", που συντηρούν υπεράριθμούς αργόμισθους.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο δεν επιτρέπεται να πωληθεί το δημόσιο κεφάλαιο είναι ο τρόπος ανάπτυξής του. Γιατί; Γιατί ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε καθιστά την πώλησή του απόλυτα αντισυνταγματική. Όταν το δημόσιο κεφάλαιο για την ανάπτυξή του εκμεταλλεύεται τις συνταγματικές διατάξεις περί απαλλοτριώσεων των ιδιωτικών περιουσιών, δεν μπορεί να πωληθεί, γιατί παραβιάζεται το Σύνταγμα. Γιατί; Γιατί δεν είναι δυνατόν ν' αρπάζεις την περιουσία του ιδιώτη με νόμους που αφορούν το δημόσιο συμφέρον και στο τέλος αυτό το οποίο θα δημιουργήσεις να το μεταβιβάζεις σε ιδιώτες. Παραβιάζεται και πάλι η ισονομία και η ισοπολιτεία, εφόσον κάποιοι πολίτες, εξαιτίας των επιλογών του κράτους, χάνουν περιουσία και κάποιοι άλλοι κερδίζουν.

Αντισυνταγματικότητα σ' αυτήν την πώληση υπάρχει και εξαιτίας τις παραβίασης και ενός άλλου βασικού άρθρου του Συντάγματος. Ενός από τα πιο βασικά άρθρα του Συντάγματος. Ποιο είναι αυτό; Το άρθρο 2. Τι λέει αυτό το άρθρο; Το εξής απλό. "O σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας." Μέσα στην έννοια της "αξίας του ανθρώπου" υπάρχει και η έννοια της "περιουσίας". Όταν ξεπουλάς τη δημόσια περιουσία, μειώνεις αυτήν την αξία. Άλλη αξία έχει ένας Έλληνας πολίτης, που όταν γεννιέται έχει μερίδιο στη ΔΕΗ, στον ΟΤΕ, στον ΟΣΕ κλπ., και άλλη αξία έχει όταν γεννιέται απόλυτα "άκληρος" σε ένα κράτος όπου δεν του ανήκει τίποτε. Σε ένα κράτος, που, ακόμα και να το εγκαταλείψεις, δεν θα χάσεις τίποτε από πλευράς περιουσίας. Σε ένα κράτος, που, αν σου ζητήσει να πολεμήσεις γι' αυτό, θα μπορείς να το γράψεις στα "παλιά σου τα παπούτσια".

Γιατί να πολεμήσει ο απόλυτα άκληρος Έλληνας για την Ελλάδα; Μπορεί σε περίπτωση κινδύνου να πάρει την οικογένειά του και να πάει σε άλλη χώρα. Θα είναι ακριβώς το ίδιο φτωχός, αλλά ζωντανός. Η ιδιωτικοποίηση δηλαδή της δημόσιας περιουσίας θέτει σε κίνδυνο βασικά θεμέλια της ίδιας της ύπαρξης του εθνικού κράτους και κατ' επέκταση απειλεί το ίδιο το έθνος. Το εθνικό κράτος ζητάει από τους πολίτες να θυσιάζονται για το έθνος και την πατρίδα, ακριβώς επειδή τα πάντα ανήκουν στους πολίτες. Η λειτουργία του δηλαδή στηρίζεται στην έννοια της "συνιδιοκτησίας". Θυσιάζεται ο Έλληνας, όταν πρέπει να αμυνθεί για τη ΔΕΗ του ή τον ΟΤΕ του. Για τα δάση του και τις παραλίες του. Αυτά όλα είναι η δική του πατρίδα η οποία του ανήκει και για την οποία στρατεύεται και όταν υπάρχει κίνδυνος πολεμάει.

Αν αυτή η πατρίδα με την ιδιωτικοποίηση περάσει στην ιδιοκτησία κάποιων λίγων Ελλήνων και πολλών ξένων "επενδυτών", γιατί να πολεμήσει ο Έλληνας σε περίπτωση εξωτερικής απειλής; Ας μαζευτούν τα παιδιά των κλεφτών της Εκάλης κι ας πολεμήσουν. Γιατί να στείλει ο φτωχός Έλληνας το παιδί του στο στρατό; Για να προστατεύει ιδιωτικές περιουσίες; Αν θέλουν οι ιδιώτες να προστατεύσουν τις περιουσίες τους, ας πληρώσουν μισθοφόρους. Μισθοφόρους όμως, που θα πρέπει να "κοιτάνε" καί μέσα καί έξω από το κράτος για εχθρούς. Γιατί; Γιατί την ιδιωτική περιουσία των "αφεντικών" τους πολλοί θα την εποφθαλμιούν. Ποτέ δεν θα γνωρίζουν ποιος θα τους επιτεθεί πρώτος. Ο λαός της γειτονικής χώρας ή μήπως οι ομοεθνείς τους;

Επιπλέον δεν επιτρέπεται ως κράτος να πουλήσεις κεφάλαιο ακόμα και για καθαρά οικονομικούς λόγους. Γιατί; Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του αιώνιου κεφαλαίου και του εφήμερου πλούτου, που αποδίδει αυτό από την πώλησή του. Γιατί; Γιατί παραβιάζεις τα συνταγματικά δικαιώματα των αγέννητων παιδιών ενός λαού. Ακόμα δηλαδή και να μπορείς να το "μοσχοπουλήσεις", δεν επιτρέπεται να το κάνεις, γιατί αδικείς τις επόμενες γενιές. Γιατί; Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του άφθαρτου και αιώνιου κεφαλαίου από τον φθαρτό και εφήμερο πλούτο. Αν πουλήσεις το κεφάλαιο, οι σύγχρονοι θα καταναλώσουν τον πλούτο και δεν θα αδικηθούν. Αν όμως καταναλωθεί αυτός ο πλούτος, τι θα βρουν οι επόμενοι; Όταν ο πιο αγράμματος αγρότης από ένστικτο δεν πουλάει χωράφια, για ν' αφήσει πίσω του ακλόνητη περιουσία, τι πρέπει να κάνουν οι υποτίθεται μορφωμένοι; Τι μαθαίνουν τέλος πάντων στο Harvard οι "τενεκέδες" που μας κυβερνούν; Τι μερίδιο τους αντιστοιχεί, όταν πουλάνε τις ξένες περιουσίες; Τι "μίζα" τους αναλογεί, όταν επιλέγουν τον αγοραστή;

Εδώ κάποιος μπορεί να κάνει τον συνήγορο του διαβόλου και να σταθεί στην επιχειρηματολογία των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ και να μιλήσει για ζημιογόνες επιχειρήσεις, που επιβαρύνουν τον πολίτη ή για υποχρεώσεις έναντι των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα, λόγω της ένταξής της στην Ε.Ε.. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο, συμβαίνει το εξής. Αν μια επιχείρηση, που ως κρατική και άρα ως μη κερδοσκοπική, δεν μπορεί να επιβιώσει, είναι απόλυτα ανεπιθύμητη από τους ιδιώτες. Όταν μια επιχείρηση δεν μπορεί να επιβιώσει, έχοντας ως απαίτηση του ιδιοκτήτη της να καλύπτει μόνον τα έξοδά της, δεν μπορεί να πωληθεί. Άρα εκ των δεδομένων, για να μπορούν τα κουτορνίθια του δημοσίου να τις πουλήσουν σε ιδιώτες, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.

Βλάκες, ανάμεσα στους διαχειριστές του δημοσίου, υπάρχουν. Βλάκες στον ιδιωτικό τομέα δεν υπάρχουν, γιατί όποιος είναι βλάκας στον τομέα αυτόν δεν επιβιώνει για να τον δούμε. Πεθαίνει γρήγορα ο βλάκας μέσα στη "ζούγκλα" της οικονομίας. Άρα, για να μπορούν τα "σκυλάκια" του δημόσιου καναπέ να πουλήσουν σε ιδιώτες την κρατική περιουσία, σημαίνει ότι αυτές οι επιχειρήσεις έχουν "ψαχνό" και άρα δεν είναι τα πράγματα όπως μας τα λένε. Έχουν "ψαχνό", που απλά σήμερα τρώγεται από τις αργομισθίες των υπαλλήλων και δεν φαίνεται. Των υπεράριθμων υπαλλήλων, που δεν τολμούν ν' απολύσουν οι πολιτικοί για λόγους πολιτικού κόστους.

Αποτέλεσμα; Το χειρότερο δυνατό. Αυτοί οι οποίοι δεν εξυγιάνουν τις επιχειρήσεις, για να μην χρεωθούν απολύσεις, τις "ξεπουλάνε" σαν ζημιογόνες. Τις πουλάνε σε ιδιώτες, που σίγουρα θα προχωρήσουν σε απολύσεις και σίγουρα θα τις κάνουν κερδοφόρες. Τι καταφέρνουν; Τίποτε απολύτως. Χάνονται καί οι θέσεις εργασίας, που υποτίθεται προστατεύονται από την κακή οικονομική διαχείριση καί ταυτόχρονα χάνεται και το ίδιο το κεφάλαιο. Αυτό κι αν είναι κακή διαχείριση. Αυτό κι αν θέλει να πας στο Harvard για να το πετύχεις.

Μόνος σου χαλάς το αυτοκίνητό σου, δεν το φτιάχνεις και το πουλάς για χαλασμένο. Ενώ γνωρίζεις τη βλάβη, γιατί μόνος σου την προκαλείς, δεν την επιδιορθώνεις, είτε για να έχεις αυτοκίνητο είτε για να έχει αξία ως περιουσία αυτό το οποίο πωλείται και στη συνέχεια το πουλάς για "ψίχουλα". Αυτοί είναι οι έξυπνοι διαχειριστές μας. Αν το έκανε αυτό ιδιώτης, οι ίδιοι οι συγγενείς του θα τον έστελναν στο τρελοκομείο. Τα πράγματα είναι απλά. Αν το δημόσιο κεφάλαιο δεν μπορεί με τον κοινωνικό προσανατολισμό που έχει να επιβιώσει, δεν υπάρχει περίπτωση να το θέλουν οι ιδιώτες. Το δημόσιο κεφάλαιο, που δεν μπορεί να επιβιώσει, "πεθαίνει" και διαλύεται. Για να θέλουν δημόσιο κεφάλαιο οι ιδιώτες, σημαίνει ότι βλέπουν την κακοδιαχείριση και γνωρίζουν ότι μπορούν να το κάνουν κερδοφόρο.

Σ' ό,τι αφορά τις δεσμεύσεις τις χώρας απέναντι στην Ε.Ε., που έχει καπιταλιστικό προσανατολισμό και πρεσβεύει την ελεύθερη οικονομία, συμβαίνει το εξής: Το δημόσιο κεφάλαιο δεν απειλεί απαραίτητα την ελεύθερη οικονομία. Αποτελεί περιουσία του λαού και δεν διαφέρει σε τίποτε από μια συνηθισμένη ανώνυμη εταιρεία, που μπορεί να έχουν μερίδιο σ' αυτήν εκατομμύρια μετόχων της. Το κράτος και η εξουσία είναι αυτοί οι οποίοι κάνουν την περιουσία αυτήν αρνητική για την ελεύθερη οικονομία.

Οι δεσμεύσεις που έχει το κράτος απέναντι στην Ε.Ε. έχουν σχέση με τις παρεμβάσεις αυτές στην οικονομία. Δεν μας υποχρεώνει κανένας στο όνομα της ελεύθερης αγοράς να "ξεπουλήσουμε" την περιουσία μας. Μας υποχρεώνει να μην διατηρούμε μονοπώλια και ταυτόχρονα να μην "νοθεύουμε" τον ανταγωνισμό μέσα στην ελεύθερη οικονομία. Αυτό είναι το μόνο εύκολο.

Τα "κτήνη" του δημοσίου κεφαλαίου είχαν ανάγκη τους νόμους περί μονοπωλίου για το διάστημα που αυτά αναπτύσσονταν. Σήμερα αυτοί οι νόμοι δεν έχουν κανένα νόημα και καταχρηστικώς διατηρούνται. Μπορούν να αρθούν ανά πάσα στιγμή και να μην κινδυνεύουν οι δημόσιες επιχειρήσεις. Από εκεί και πέρα όποιος ιδιώτης θέλει, μπορεί ν' ανταγωνιστεί τα "κτήνη". Πώς θα τα ανταγωνιστεί; Με τα "σάλια"; Πώς θα ανταγωνιστούν οι ιδιώτες τα τέρατα που ακούν στο όνομα ΔΕΗ ή ΟΤΕ; Οι ιδιώτες θέλουν ν' αρπάξουν για "ψίχουλα" ένα κολοσσιαίας αξίας κεφάλαιο. Πόσο κολοσσιαίας; Αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι ο διαβόητος Κόκκαλης έχει μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές περιουσίες του κόσμου, μόνον εξαιτίας των προμηθειών του ΟΤΕ. Μπορεί να φανταστεί κάποιος πόσο αξίζει ο ίδιος ο ΟΤΕ;

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι η επιχειρηματολογία περί δεσμεύσεων είναι απόλυτα ψευδής και έχει ως στόχο να παραπλανήσει τον λαό. Οι δεσμεύσεις μας έχουν σχέση μόνον με τον τρόπο λειτουργίας αυτών των επιχειρήσεων μέσα στο οικονομικό περιβάλλον και όχι με το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Κανέναν δεν ενδιαφέρει που καταλήγουν τα κέρδη αυτών των επιχειρήσεων. Όπως στην ελεύθερη οικονομία δεν ενδιαφέρει κανέναν ποιοι εισπράττουν μερίσματα από τα κέρδη της κάθε πολυμετοχικής επιχείρησης, έτσι δεν ενδιαφέρει κανέναν αν τα κέρδη αυτών των δημοσίων εταιρειών πηγαίνουν στον κρατικό προϋπολογισμό και απαλλάσσουν τον λαό ιδιοκτήτη από κάποια οικονομικά βάρη, που σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να τα επωμισθεί με νέους φόρους. Αποτελεί δηλαδή συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ η πώληση του δημοσίου κεφαλαίου. Είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ οι πολιτικοί που την μεθοδεύουν και τους αξίζει ο θάνατος.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ όμως δεν είναι οι πολιτικοί μόνον εξαιτίας της συμπεριφοράς τους στο δημόσιο κεφάλαιο. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ έχουν κάνει και σ' ό,τι αφορά το ιδιωτικό κεφάλαιο. Εδώ πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης τα όσα είπαμε για το δικαίωμα της "επικαρπίας", που έχει ο κάθε Έλληνας πολίτης. Οι Έλληνες, χάρη στον αγώνα και το αίμα των προγόνων τους, έγιναν ως λαός ιδιοκτήτες αυτού του χώρου. Κάποιοι απέκτησαν ιδιοκτησία στον χώρο αυτόν και κάποιοι άλλοι όχι. Όλοι όμως ανεξαιρέτως οι Έλληνες πολίτες —και εξαιτίας της θυσίας των δικών τους ανθρώπων— απολάμβαναν το αποκλειστικό δικαίωμα να έχουν δυνατότητα αγοράς κεφαλαίου στην Ελλάδα.

Τα κτήνη και το δικαίωμα αυτό το εξανέμισαν. Άλλαξαν τους νόμους κι επέτρεψαν σε ξένους υπηκόους ν' αγοράζουν κεφάλαιο στην Ελλάδα. Η πολυτιμότητα και το περιορισμένο του μεγέθους του ελληνικού κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τα εκατοντάδες εκατομμύρια των Δυτικών, που αναζητούν χώρες για επένδυση, δημιουργούν συνθήκες σχεδόν εφιαλτικές για τον λαό. Γιατί; Γιατί οι Έλληνες δεν μπορούν ν' ανταγωνιστούν σε πλούτο τους ξένους επενδυτές. Δεν μπορούν με χρήματα που προσφέρει η ελληνική αγορά εργασίας να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα και να γίνουν ιδιοκτήτες ελληνικού κεφαλαίου. Σε λίγο καιρό ό,τι έχει αξία στην Ελλάδα θα ανήκει σε ξένους. Σε λίγο καιρό οι Έλληνες θα κρατάνε στα χέρια τους τις πληθωριστικές "χάντρες" των πλούσιων Δυτικών και θα είναι άκληροι στη χώρα τους.

Συμβαίνει αυτό που είπαμε και πιο πάνω. Ο πιο αγράμματος λαός του κόσμου είναι έτοιμος να πολεμήσει, αν του πάρεις μια πιθαμή γης. Εμείς περιμέναμε τους "φωστήρες" του "Harvard", για να τα πουλήσουν όλα στους ξένους. Πουλάμε τη γη μας, για ν' ανεβάζουμε τους "δείκτες" της ψευδοοικονομίας μας. Πουλάμε το σπίτι μας, για να πάμε διακοπές και ν' αγοράσουμε κομπιούτερ. Ωραίο αποτέλεσμα είχαν οι θυσίες των προγόνων μας, για να κρατήσουν την Ελλάδα ελεύθερη. Οι απόγονοί τους την παρέδωσαν σε αρίστη κατάσταση τους ξένους. Αυτοί θα έχουν τα ξενοδοχεία στην Καλντέρα και εμείς στο κεφάλαιο αυτό θα διεκδικούμε θέσεις σερβιτόρων.

Όταν σε λίγα χρόνια θα πηγαίνουν τα παιδιά μας στη Σαντορίνη να βρουν δουλειά, τότε θα φανούν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πολιτικής. Όταν θα διεκδικούν υπό ίσους όρους τις ίδιες θέσεις με τους Αλβανούς λαθρομετανάστες, τότε θα καταλάβουν όλοι τα σημερινά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Όταν θ' αρχίσουν οι ξένοι "ιδιοκτήτες" να φέρονται και σ' αυτούς σαν να είναι κι αυτοί οικονομικοί μετανάστες, που αγωνιούν για τη βασική επιβίωσή τους, καλό θα είναι να ξέρουν ποιοι τους έκαναν φουκαράδες. Ποιοι τους έκαναν άκληρους ξένους μέσα στην ίδια τους την πατρίδα, με αντάλλαγμα κάποιους δείκτες στην οικονομία.

Τότε θα καταλάβουν απόλυτα τι σημαίνει ΕΓΚΛΗΜΑ, αλλά τότε δυστυχώς θα είναι πολύ αργά. Τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ θα τα έχουν κάνει οι πολιτικοί που μας κυβερνάνε και οι ξένοι, που επωφελήθηκαν, θα μας πουν "ουδέν λάθος αναγνωρίζεται". Οι "μπίζνες" είναι "μπίζνες". "Ας ήταν πιο έξυπνοι οι πρόγονοί σας"… θα τους πουν. Εμείς δηλαδή θα χρεωθούμε τη μελλοντική φτώχεια των απογόνων μας. Μιλάμε για τρομερά πράγματα. Αυτά τα ζώα όχι απλά δεν πήγαν να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι την "πηγή" στην ελληνική "όαση", όπως στο παράδειγμά μας, αλλά την πούλησαν εξολοκλήρου σε ξένους. Πούλησαν τα πάντα. "Πηγή" και εγκαταστάσεις μαζί.

ΕΓΚΛΗΜΑ όμως δεν υπάρχει μόνον στο ατομικό επίπεδο, όπου κάποιος διεφθαρμένος διαχειριστής ή άρπαγας ιδιώτης απειλεί το κοινό κεφάλαιο και άρα απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία. ΕΓΚΛΗΜΑ έχουμε και σε συλλογικό επίπεδο, όταν μια μερίδα του λαού επωφελείται συστηματικά εις βάρος των υπολοίπων. Συμβαίνουν δηλαδή στην Ελλάδα και συλλογικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Ποιοι μπορούν να κάνουν τέτοια ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ; Τα γνωστά παράσιτα όλων των εθνικών κοινωνιών. Οι "αγαπημένοι" μας Εβραίοι. Αυτήν τη στιγμή η εβραϊκή κοινότητα ΕΓΚΛΗΜΑΤΕΙ εις βάρος όλων των Ελλήνων.

Αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσει κάποιος, αν εξετάσει τους νόμους βάση των οποίων λειτουργεί αυτή η κοινότητα μέσα στη ελληνική κοινωνία. Οι Εβραίοι απολαμβάνουν προνόμια τόσο κραυγαλέα, που όχι μόνον παραβιάζουν το Σύνταγμα, αλλά την κοινή λογική. Ας ψάξει κάποιος να δει τι συμβαίνει με το θέμα των περιουσιών τους και θα διαπιστώσει ότι οι Εβραίοι, που απολαμβάνουν το δικαίωμα του Έλληνα πολίτη, είναι πιο "ίσοι" από τους υπόλοιπους Έλληνες. Πιο "ίσοι" απ' ό,τι επιτρέπει και βέβαια ανέχεται η δημοκρατία και το Σύνταγμα.

Ο αναγνώστης μέχρι αυτού του σημείου μπορεί να έχει μια σαφή εικόνα για το τι σημαίνει συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ. Μπορεί να καταλάβει γιατί το ίδιο το Σύνταγμα επιτρέπει την αυτοδικία σ' αυτόν τύπο του ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ. Είναι υποχρεωμένος ο πολίτης στο όνομα της κοινωνίας και στο όνομα του μέλλοντος των παιδιών του να σταματάει "με κάθε μέσον" τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ.

Όλα αυτά δεν αποτελούν εκτιμήσεις του γράφοντος. Αποτελούν αρχές του Συντάγματος. Το "με κάθε μέσον" συνεπάγεται μερικά πράγματα. Απλά, επειδή οι αστοί είναι πονηροί, δεν προχωρούν στην περιγραφή αυτών που το Σύνταγμα αφήνει σαφώς να εννοηθεί το τι συνεπάγεται. Γιατί; Γιατί δεν θέλουν ν' ανοίξουν τα "μάτια" του λαού. Δεν θέλουν τον έλεγχο. Θέλουν να ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΥΝ, χωρίς να κινδυνεύουν. Γι' αυτόν τον λόγο προσθέτουν στο Σύνταγμα και τη λεξούλα "βία" σ' ό,τι αφορά την κατάλυσή του. Όταν όμως οι συνθήκες το απαιτούν και απειλούνται τα δικά τους συμφέροντα, αυτοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα "συνεπάγοντα". Με τα "συνεπάγοντα" αυτά δικάστηκαν οι πρωταίτιοι της Χούντας. Με τα "συνεπάγοντα" αυτά αθωώθηκαν και ηρωοποιήθηκαν οι αντιστασιακοί της Χούντας, που είχαν υποπέσει σε κοινά ποινικά αδικήματα.

Με βάση τον ορατό συνταγματικό νόμο, δεν θα μπορούσαν να γίνουν όλα αυτά. Γιατί; Γιατί έτσι όπως έχει αυτός συνταχθεί, προβλέπει την αντιμετώπιση μόνον του κοινού και του πολιτικού εγκλήματος. Πού βρίσκεται δηλαδή η νομολογία για την αντιμετώπιση του συνταγματικού ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ; Βάση ποιων νόμων στήθηκαν τα έκτακτα ειδικά δικαστήρια των τακτικών δικαστών, που δίκασαν τους χουντικούς; Βάση ποιων νόμων απαλλάχθηκαν οι αντιστασιακοί από τις κατηγορίες που τους βάρυναν και είχαν σχέση με απόπειρες ανθρωποκτονιών, βιαιοπραγίες, καταστροφές περιουσιών κλπ.; Βάση ποιων νόμων επιβλήθηκαν θανατικές ποινές σε ανθρώπους που δεν εγκλημάτησαν με βάση τον κοινό νόμο; Σκότωσε κάποιον πολίτη ο δικτάτορας ή κάποιος υπουργός του, ώστε να δικαιολογείται η θανατική ποινή του;

Αυτοί απλά κυβερνούσαν και μάλιστα, σύμφωνα με την άποψή τους, το έκαναν και καλά. Υπήρχε μάλιστα και ένα αρκετά σεβαστό ποσοστό του λαού, που τους υποστήριζε. Δεν κρίθηκαν όμως για την άποψή τους κι ούτε τέθηκε υπό κρίση το κυβερνητικό τους έργο. Γιατί λοιπόν δικάστηκαν και καταδικάστηκαν ως εγκληματίες από τη στιγμή που οι περισσότεροι απ' αυτούς δεν εγκλημάτησαν σε προσωπικό επίπεδο; Αυτοί οι οποίοι σκότωσαν πολίτες και ήταν οι βασανιστές, ας δικάζονταν για τα εγκλήματά τους. Βάση ποιου νόμου οι μη εγκληματίες κλείστηκαν ισοβίως στον Κορυδαλλό και κτήνη σαν τον Μάλλιο αμνηστεύτηκαν; Βάση δηλαδή ποιου νόμου υπήρξε μεταβίβαση ευθυνών, εφόσον θεωρούμε ότι όλα αυτά έγιναν μετά την επάνοδο και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας; Άρα υπάρχει μια νομολογία, που έχει σχέση με την προστασία του Συντάγματος και η οποία δεν κοινοποιείται στον πολίτη.

Βάση της ίδιας "μυστηριώδους" νομολογίας, που προκύπτει από τα "συνεπάγοντα" του "με κάθε μέσο" στήθηκαν και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσα στα οποία τα αστικά συστήματα συγκέντρωναν και βασάνιζαν τους κομμουνιστές. Από τη στιγμή που το Σύνταγμα επιτρέπει στον κάθε πολίτη να έχει πολιτικά δικαιώματα και να πιστεύει σε όποια ιδεολογία θέλει και ταυτόχρονα αυτός ο πολίτης δεν έχει υποπέσει σε κάποιο ποινικό αδίκημα, συνταγματικά δεν στέκουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Κι όμως συνταγματικά στέκουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στέκουν βέβαια σε σχέση με τους πολίτες που κινήθηκαν με τον κομμουνιστικό τρόπο εναντίον της δημοκρατίας. Δεν στέκουν σε σχέση με τους πολίτες που απλά τον υιοθετούν ως ιδεολογία. Δεν νομιμοποιεί δηλαδή το Σύνταγμα τις αυθαιρεσίες και τις καταχρήσεις των Ελλήνων αστών στη μεταπολεμική περίοδο. Δεν νομιμοποιεί αυτούς, που, όποιον αντιπαθούσαν για τον οποιονδήποτε λόγο, τον έστελναν στα "ξερονήσια". Ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας. Ο καθένας όμως δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει μέσα στα πλαίσια αυτά.

Από τη στιγμή λοιπόν που κάποιοι κινούνται με συνταγματικά παράνομο τρόπο για την κατάληψη της εξουσίας, ευνόητο είναι ότι το Σύνταγμα δεν τους προστατεύει. Αυτό συνέβη και με τον κομμουνισμό. Γιατί; Γιατί η δημοκρατία δεν έχει συμβατότητα με τον κομμουνισμό. Ο κομμουνισμός δεν σέβεται βασικά συνταγματικά άρθρα. Δεν σέβεται για παράδειγμα το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Δεν σέβεται τα πολιτικά δικαιώματα των αντιπάλων ιδεολογιών κλπ.. Από τη στιγμή που δεν τα σέβεται, κινείται εκτός του πλαισίου του Συντάγματος. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει συμβατότητα μ' αυτό. Είτε το ένα θα ισχύει είτε το άλλο. Δεν υπάρχει πιθανότητα συνύπαρξης. Αυτό σημαίνει όμως σύγκρουση των ασύμβατων συστημάτων για τη διεκδίκηση της εξουσίας. Το Σύνταγμα της δημοκρατίας τη βία της άμυνάς του την ονομάζει "αντίσταση με κάθε μέσο", ενώ το "Σύνταγμα" του κομμουνισμού την ονομάζει "επανάσταση".

Συνταγματικά δηλαδή τα αστικά συστήματα ήταν κατοχυρωμένα για τη βία τους απέναντι σ' αυτούς που τα απειλούσαν με βίαιη επανάσταση. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άρα το δικαίωμα της επιβίωσης των αποδεδειγμένα ένοπλων επαναστατών αποτελούσαν πράξη επιείκειας της δημοκρατίας έναντι αυτών που την απειλούσαν με βία, προετοιμάζοντας επανάσταση. Εδώ ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιες βιαιότητες μέσα στη δημοκρατία τη στιγμή που η ίδια η δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας. Τι γίνεται δηλαδή στην περίπτωση που ένα μεγάλο μέρος του λαού υιοθετήσει τον κομμουνισμό; Θα τους κλείσει όλους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Η δημοκρατία και σ' αυτό το σημείο δεν έχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι δηλαδή το τι γίνεται όταν ο μισός λαός υιοθετεί μια ιδεολογία, που δεν είναι συμβατή με τη δημοκρατία. Ό,τι γίνεται με τα αδέρφια, που δεν μπορούν να συνυπάρξουν μέσα στην ίδια περιουσία. Δεν "αλλοιώνεται" η δημοκρατία, για να υπάρξει συνύπαρξη. Δεν περιορίζονται δικαιώματα, για να μπορέσουν να ασκηθούν εξουσίες, που δεν συμβαδίζουν με τη δημοκρατία. Χωρίζεται το κράτος και η κάθε ιδεολογία εφαρμόζεται στον χώρο όπου κατέχουν οι πιστοί της. Απλά, επειδή μέσα στις κοινωνίες υπάρχουν πάντα τεράστια συμφέροντα, αυτά δεν γίνονται ποτέ ειρηνικά.

Η κάθε ιδεολογία, μέχρι να γίνει ο διχασμός, διεκδικεί το σύνολο του κεφαλαίου κι αυτό σημαίνει σχεδόν πάντα εμφύλιο πόλεμο. Η κάθε ιδεολογία θα δοκιμάσει τις δυνάμεις της, για να δει αν είναι μέσα στις δυνατότητές της να διεκδικήσει το σύνολο του κεφαλαίου. Έτσι γίνεται και με τ' αδέρφια. Πρώτα πιάνονται στα "χέρια" και μετά χωρίζουν την οικογενειακή περιουσία. Γιατί; Γιατί είναι διαφορετικό πράγμα να διαχειρίζεσαι ολόκληρη την περιουσία, παρά ένα μέρος της. Κάτι ανάλογο κάνουν και οι λαοί και γι' αυτό εμπλέκουν σε εμφυλίους. "Δοκιμάζουν" τις δυνάμεις τους, μήπως και μπορέσουν να ελέγξουν το σύνολο του κοινού κεφαλαίου. Όταν διαπιστωθεί ότι κανένας δεν μπορεί να νικήσει κανέναν και οδηγούνται σε ένα αιματηρό αδιέξοδο, κάνουν αυτό που περιγράψαμε. Ο καθένας, ανάλογα με τον πληθυσμό που αντιπροσωπεύει, παίρνει το μερίδιό του από την κοινή περιουσία και πορεύεται με τον τρόπο που επέλεξε. Μ' αυτήν τη λογική δημιουργήθηκαν τα κράτη τύπου Βόρεια και Νότια Κορέα ή Βόρειο και Νότιο Βιετνάμ.

Το αστείο με τον κομμουνισμό εδώ στην Ελλάδα είναι το εξής: Τα απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που στήθηκαν μετά τον εμφύλιο, ήταν συνταγματικά νόμιμα και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ ως κόμματος με δικαίωμα εισαγωγής στη βουλή είναι συνταγματικά παράνομη. Γιατί; Γιατί το ΚΚΕ δεν είναι ένα αστικό κόμμα, που το καταστατικό του είναι συμβατό με το Σύνταγμα. Το ΚΚΕ δεν είναι κόμμα και κακώς ονομάζεται έτσι όπως ονομάζεται. Το ΚΚΕ είναι μηχανισμός-"ιερατείο", που αντιπροσωπεύει ιδεολογία ξένη προς την αστική δημοκρατία. Δεν θα πούμε εμείς στο σημείο αυτό αν ο κομμουνισμός είναι καλός ή κακός ως ιδεολογία. Δεν θα το κρίνουμε το ΚΚΕ, για το αν πρόσφερε ή δεν πρόσφερε στη χώρα. Μπορεί να πρόσφερε παραπάνω απ' όλους, αλλά στο σημείο αυτό δεν είναι αυτό το θέμα μας.

Το θέμα μας είναι ότι το ΚΚΕ είναι όχι απλά παράνομο, αλλά κυριολεκτικά αστείο να συμμετέχει στις διαδικασίες που προβλέπει η αστική δημοκρατία. Τόσο αστείο, που είναι σαν να βάζεις φονταμενταλιστές μουσουλμάνους μέσα στην ιερά σύνοδο, για να συμμετέχουν στις δραστηριότητές της. Μουσουλμάνους, που θα είναι υποχρεωμένοι να κηρύττουν τον χριστιανικό λόγο και θα κοινωνούν τους πιστούς. Είναι δυνατόν να γίνουν αυτά τα πράγματα; Είναι δυνατόν φανατικοί μουσουλμάνοι, για να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία, να κηρύττουν τον λόγο που μισούν και στην πραγματικότητα να δρουν ενάντια σ' αυτό που πιστεύουν;

Ό,τι δικαιούνται δηλαδή οι μουσουλμάνοι μέσα σε μία χώρα με κυρίαρχη θρησκεία διαφορετική από τη δική τους, το ίδιο ακριβώς δικαιούνται και οι κομουνιστές μέσα στη δημοκρατία. Όπως οι πρώτοι στο όνομα της ανεξιθρησκίας δικαιούνται να υπάρχουν και να πιστεύουν αυτά τα οποία πιστεύουν, έτσι ακριβώς και το ΚΚΕ μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας δικαιούται να υπάρχει και τα μέλη του να πιστεύουν τα όσα πιστεύουν. Όπως όμως απαγορεύεται στα μέλη κάποιας θρησκείας ο βίαιος προσηλυτισμός, έτσι απαγορεύεται και στο ΚΚΕ ν' αγωνίζεται για την κατάληψη της εξουσίας με βάση την επαναστατική του λογική. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται, για να μην υπάρχουν κοινωνικά προβλήματα και εντάσεις. Όχι για να προστατευτεί η δημοκρατία, αλλά για να προστατευτεί η μειονότητα που τον επιχειρεί από την οργή της πλειοψηφίας που θίγει.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια μπορεί ο κομμουνισμός να υπάρξει μέσα στη δημοκρατία. Επιτρέπεται στα μέλη του με τη στάση ζωής τους να κάνουν ήπιο "προσηλυτισμό". Επιτρέπεται να συνευρίσκονται, να συζητούν, να κρίνουν με βάση την ιδεολογία τους τα συμβαίνοντα, αλλά όχι να επεμβαίνουν δυναμικά για να επιβάλουν τη δική τους ιδεολογία. Ως πολίτες έχουν δικαίωμα να ψηφίζουν όποιο κόμμα έχει συμβατότητα με τη δημοκρατία και είναι πιο κοντά στις δικές τους θέσεις σ' ό,τι αφορά συγκεκριμένα προβλήματα.

Τα πράγματα είναι απλά. Μέσα στη βουλή της δημοκρατίας υπάρχουν τα κόμματα που την σέβονται με την ίδια λογική που υπάρχουν μέσα στον χριστιανισμό οι μεγάλες και νόμιμες "αιρέσεις" του. Την πρωτοκαθεδρία μέσα σ' αυτόν τη διεκδικούν μόνον αυτές οι "αιρέσεις" που συντρέχουν λειτουργικά μ' αυτόν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη δημοκρατία. Το κάθε κόμμα δηλαδή είναι "αίρεση" της ίδιας "θρησκείας", που ονομάζεται "δημοκρατία". Ο κομμουνισμός είναι διαφορετική "θρησκεία" και όταν εμφανίζεται σαν κόμμα είναι σαν να εμφανίζεται σαν δημοκρατική "αίρεση", πράγμα που δεν συμβαίνει.

Η δημιουργία και η αναγνώριση δηλαδή του κομμουνιστικού κόμματος ως τέτοιο είναι συνταγματικά λάθος. Δεν μπορείς να παρέχεις τα όσα προβλέπει η δημοκρατία σε ένα κόμμα, όταν αυτό το κόμμα δεν τη σέβεται. Πώς είναι δυνατόν να συμμετέχει ένα κόμμα σε δημοκρατικές εκλογές, τις οποίες αν κερδίσει θα καταλύσει τη δημοκρατία; Είναι παράνομο να εισέρχεται στον ναό της δημοκρατίας, που είναι η βουλή. Είναι παράνομο, τόσο για την αστική δημοκρατία, όσο και για το ίδιο. Είναι δημοκρατικά παράνομο να του επιτραπεί η είσοδος στη βουλή και είναι κομμουνιστικά παράνομο να μπει σ' αυτήν, ακόμα κι αν του το επιτρέπουν.

Ακόμα δηλαδή κι αν ήθελαν οι αστοί να το νομιμοποιήσουν, θα έπρεπε αυτό να αρνείται την νομιμοποίησή του. Θα έπρεπε να αρνείται, ώστε να παραμένει σε συνθήκες που θα το βοηθούσαν να κυριαρχήσει. Είτε μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, "καταγγέλλοντας" τις αδυναμίες της δημοκρατίας και κάνοντας "ήπιο" προσηλυτισμό, είτε παραμένοντας στην παρανομία, αγωνιζόμενο να διατηρεί τις συνθήκες που θα οδηγήσουν στην επανάσταση και άρα το ίδιο στην εξουσία. Θα έπρεπε να αρνείται την είσοδό του στη βουλή, για να σώσει το "Σύνταγμά" του και να μην το αλλοιώσει. Ήταν δεδομένο ότι θα το αλλοίωνε, εφόσον, για να μπει στη βουλή, θα έπρεπε να δεχθεί τους όρους των αστών και άρα να προδώσει τις αρχές του. Η αλλοίωση είναι δεδομένη, εφόσον, για να μπει στη βουλή, θα έπρεπε να δεχθεί να "παγώσει" βασικές ιδεολογικές του θέσεις κι αυτό είναι προδοσία της ιδεολογίας.

Το ΚΚΕ, δηλαδή, πρόδωσε τους κομμουνιστές όταν μπήκε στη βουλή και δεν τους δικαίωσε. Τους πρόδωσε ιδεολογικά, όπως θα πρόδιδαν τη δημοκρατία κάποια δημοκρατικά "ανδρείκελα", αν έμπαιναν στη "βουλή" του Στάλιν. Γιατί θα μπορούσε να τους βάλει αυτούς ο Στάλιν στη "βουλή" του; Για να τους εκμεταλλευτεί. Αν για παράδειγμα φοβόταν κάποια αντικομμουνιστική μάζα, θα μπορούσε να βάλει τους ηγέτες της μέσα στη "βουλή", εφόσον αυτοί θα αποδέχονταν τους όρους του, που θα είχαν σχέση με την προστασία του κομμουνιστικού συστήματος.

Για τους ίδιους λόγους τούς έβαλαν κι αυτούς στη βουλή οι αστοί. Με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ κατάφεραν πολλά πράγματα. Κατ’ αρχήν έκαναν ανούσια και ακίνδυνη επίδειξη δημοκρατικότητας. Γνώριζαν τη χρεοκοπία της κομμουνιστικής ιδεολογίας και δεν φοβήθηκαν να βάλουν έναν ιδεολογικό "μαϊντανό" μέσα στη βουλή. Τους χρειάζονταν "χρώμα" στη βουλή, για να παρουσιάζουν τη δημοκρατία μας σαν πλουραλιστική και πολυφωνική, ενώ δεν είναι. Τους χρειάζονταν "ξεδοντιασμένοι" ιδεολογικοί αντίπαλοι, για να παριστάνουν αυτοί τους "πατερούληδες" της δημοκρατίας. Με τον κομμουνισμό δηλαδή καλύπτουν οι αστοί το πολιτικό μονοπώλιό τους, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν προκλητικό. Υποτίθεται με το ΚΚΕ εκτός από τους αστούς μπαίνουν και οι εργάτες στη βουλή, που οι αστοί φροντίζουν να τους "ξεδοντιάσουν" με τους όρους τους. Αυτό ήταν βέβαια και το ζητούμενο, εφόσον οι εργάτες είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες της κοινωνίας.

Το σημαντικότερο δηλαδή κέρδος για τους αστούς από τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ ήταν το πλήρες "καπέλωμα" της εργατικής τάξης. Οι βουλευτές του ΚΚΕ θα γίνονταν οι "σκύλοι" της αστικής τάξης, που θα περιόριζαν τα "πρόβατα" της εργατικής τάξης. Το ΚΚΕ θα γινόταν ένα "μικρομάγαζο" των αστών. Γι' αυτόν τον λόγο και εξαιτίας αυτών των αναγκών οι ίδιοι οι αστοί προώθησαν τους κομμουνιστές στα συνδικάτα.

Κίνδυνος δεν υπήρχε, εφόσον οι συνδικαλιστές εργάτες στα ίδια αστικά πανεπιστήμια είχαν σπουδάσει και τους ίδιους αστικούς μισθούς και προνόμια διεκδικούσαν. Επιπλέον, το ιδεολογικό δόγμα, που χαρακτηρίζει τον κομμουνισμό, θα τους δέσμευε στις επιλογές τής ηγεσίας τους. Από τη στιγμή που οι αστοί είχαν συμφωνήσει στους όρους με την ηγεσία του ΚΚΕ, ήταν σίγουροι ότι οι κομμουνιστές συνδικαλιστές θα έκαναν ό,τι συνέφερε τα αστικά συμφέροντα, τα οποία θα μπορούσαν να απειληθούν από τους εργάτες, αν αυτοί αφήνονταν ελεύθεροι. Οι αστοί με τους κομμουνιστές στη βουλή κατάφεραν να έχουν καί τον σκύλο χορτάτο καί την πίτα ολόκληρη. Κατάφεραν καί να κάνουν επίδειξη δημοκρατικότητας καί να μεθοδεύσουν "καπέλωμα" μιας τεράστιας κοινωνικής τάξης και άρα της δημοκρατίας.

Τους κομμουνιστές δεν τους φοβούνται, γιατί πάντα θα μπορούν να τους ελέγχουν και να τους απειλούν. Για τους ίδιους λόγους και με τους ίδιους νόμους που κάποτε τους περιόριζαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, θα τους αντιμετωπίσουν αν χρειαστεί και σε περίπτωση που θα πάψουν να σέβονται τους όρους εισαγωγής τους στη βουλή. Ακόμα δηλαδή κι αν ως δια μαγείας κέρδιζε το ΚΚΕ της εκλογές, δεν σημαίνει ότι θα κέρδιζε και την εξουσία. Ποτέ δεν θα αφηνόταν να κυβερνήσει και άρα να καταλύσει το Σύνταγμα. Γιατί; Γιατί, για να κυβερνήσεις στην αστική δημοκρατία και άρα να δώσεις νόημα στην εκλογική σου νίκη, θα πρέπει να ορκιστείς πίστη στο Σύνταγμα.

Πώς όμως θα ορκιστείς πίστη σ' έναν νόμο, που δεν είναι συμβατός με την ιδεολογία σου; Εκ των δεδομένων, δηλαδή, ακόμα και σε περίπτωση εκλογικής νίκης, δεν θα μπορείς ν' ασκήσεις εξουσία με τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Είτε αρνηθείς εκ των προτέρων να ευθυγραμμιστείς μ' αυτό είτε αλλάξεις στάση εκ των υστέρων, η νίκη σου ακυρώνεται και περνάς στην πλευρά αυτών που καταλύουν το Σύνταγμα. Αν περάσεις στην "άλλη" πλευρά, ενεργοποιείς εκείνη τη διάταξη του Συντάγματος, που νομιμοποιεί τη βίαιη αντίδραση και άρα πηγαίνεις στις διατάξεις του "συνεπάγονται". Αυτήν τη δυνατότητα των αστών να αμύνονται ακόμα και με τη βία τους τη δίνει το Σύνταγμα και οι νόμοι του. Το Σύνταγμα, που δεν ανέχεται τα άκρα. Είτε αυτά τα άκρα είναι της αριστεράς είτε της δεξιάς.

Τα όσα δηλαδή είπαμε και ισχύουν για τους κομμουνιστές ισχύουν και για τους ακροδεξιούς με τα βασιλικά φρονήματα. Δεν μπορούν αυτοί οι οποίοι αντιπροσωπεύουν επίσης ιδεολογική αντίληψη, που είναι ασύμβατη με τη δημοκρατία να εισέλθουν στη βουλή σαν νόμιμα κόμματα. Όπως οι κομμουνιστές έτσι κι αυτοί δεν μπορούν να διεκδικούν την εξουσία μέσω της δημοκρατίας, όταν δεν σέβονται βασικά συνταγματικά άρθρα. Πέρα από το γεγονός ότι δεν σέβονται τα βασικά άρθρα περί ισονομίας και ισοπολιτείας και ο ίδιος ο άρχων στον οποίον πιστεύουν είναι συνταγματικά έκνομος. Άρθρο 4. "7. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες." Δεν μπορεί δηλαδή την εξουσία μέσα σε μία δημοκρατία —όπου προβλέπεται η απόλυτη ισότητα μεταξύ των πολιτών— να τη διαχειρίζονται άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουν σε βασιλείς και βέβαια υποτάσσονται σ' αυτούς. Όταν υπάρχει βασιλεία δεν υπάρχει δημοκρατία. Όταν κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται "εκλεκτοί", δεν υπάρχει δημοκρατία.

Οι αστοί όλα αυτά τα γνωρίζουν, αλλά ρισκάρουν και τα βάζουν μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, γιατί μπορούν να τα εκμεταλλεύονται. Πώς γίνεται αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Η αστική δημοκρατία, εξαιτίας τους, τείνει προς τη διαφθορά. Αυτή η διαφθορά όμως προκαλεί τα άκρα στην κριτική τής αστικής δημοκρατίας, εφόσον αυτά έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα μ' αυτήν. Για να λειτουργούν οι αστοί με τον τρόπο που τους βολεύει —και άρα χωρίς ουσιαστική κριτική— βάζουν παράνομα μέσα στη βουλή αυτούς, που σε άλλη περίπτωση θα τους έκριναν και θα τους απειλούσαν. Δημιουργούν συνθήκες συνενοχής με όλους αυτούς που θα είχαν λόγους να κρίνουν την αστική δημοκρατία. Αυτοί, που γνωρίζουν ότι παρανόμως βρίσκονται στη βουλή κι απολαμβάνουν προνόμια, αρνούνται να κρίνουν τους αστούς, γιατί φοβούνται. Με τον τρόπο αυτόν γίνονται "μικρομάγαζα" των αστών και ουσιαστικά "δεκανίκια" του αστικού φασισμού. Εντασσόμενοι αυτοί στη βουλή, στην ουσία δεν βρίσκεται καμία δύναμη εκτός αυτής, ώστε να την κρίνει για τις αθλιότητές της. Ο λαός απογυμνώνεται από δυνάμεις που θα μπορούσαν να τον προστατεύσουν, άσχετα με τον λόγο που αυτές οι δυνάμεις θα προχωρούσαν σε καταγγελίες κατά των αστών.

Όμως, από τη στιγμή που δεν υπάρχει φανερή νομολογία μέσα στο Σύνταγμα, που να αφορά την ίδια την προστασία του, κάτι πονηρό συμβαίνει. Αυτό το πονηρό κρύβεται στο τελευταίο άρθρο του Συντάγματος. Το "με κάθε μέσο" επιτρέπει στους αστούς να δικάζουν τα συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ μόνον όταν τους βολεύει και μόνον όταν αφορά τους αντιπάλους τους. Θυμίζει τα προγράμματα των υπολογιστών, όπου, πίσω από ένα φαινομενικά ασήμαντο "κουμπάκι" σε κάποια γωνία του, κρύβεται ένα ολόκληρο "παράθυρο", που περιγράφει τη συνέχεια αυτού του οποίου φαίνεται, αλλά δεν είναι πλήρες. Το "κουμπάκι" αυτό είναι το "με κάθε μέσο".

Το πατάς αυτό το "κουμπάκι" κι εμφανίζεται το σύνολο των όπλων της δημοκρατίας. Εμφανίζονται τα ένστικτά της και η βία, που μπορεί να εκδηλώσει κάθε φορά που αυτή απειλείται. Πολλοί νομίζουν ότι η δημοκρατία είναι ένα αδύναμο σύστημα, το οποίο πρέπει να τυγχάνει της συνεχούς μέριμνας των "φυλάκων" της, γιατί είναι ευάλωτη κι αδύναμη. Την φαντάζονται κάπως σαν απροστάτευτη "κορασίδα" στο μέσον της ζούγκλας. Όλα αυτά είναι λάθος. Η δημοκρατία είναι το πιο ισχυρό σύστημα στον κόσμο. Ένα πραγματικό θηρίο, που, εν αντιθέσει προς όλα τα άλλα, μπορεί να αυτοσυντηρείται και να πολεμάει με απίστευτη βία και μανία τους εχθρούς της. Ένα σύστημα πραγματικά αήττητο, που δεν έχει ανάγκη τους "πατερούληδες" της πολιτικής για να επιβιώσει.

Εδώ ο αναγνώστης θ' αναρωτηθεί για την ορθότητα αυτού που λέμε. Υπάρχουν άπειρες περιπτώσεις όπου η δημοκρατία νικήθηκε από τους εχθρούς της. Τι συμβαίνει; Αυτό το οποίο συμβαίνει είναι το εξής: Η δημοκρατία δεν νικήθηκε ποτέ κι ούτε πρόκειται ποτέ να νικηθεί. Οι λαοί οι οποίοι ήθελαν δημοκρατία ήταν αυτοί οι οποίοι νικήθηκαν και όχι η ίδια η δημοκρατία. Αυτοί ήταν που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και όχι η ίδια η δημοκρατία. Τι θέλουμε να πούμε μ' αυτό; Το εξής απλό. Τη δημοκρατία δεν αρκεί να την αγαπάς, για να υπάρχει. Τη δημοκρατία πρέπει να τη γνωρίζεις, για να υπάρχει. Η δημοκρατία έχει μία και μοναδική αδυναμία και αυτή στην πραγματικότητα δεν είναι δική της, αλλά των λαών που την υιοθετούν. Η ισχύς της δημοκρατίας εξαρτάται άμεσα από το επίπεδο μόρφωσης των λαών.

Η δημοκρατία είναι πραγματικά ανίκητη μόνον αν ο λαός που την απολαμβάνει είναι μορφωμένος. Γιατί; Γιατί απλούστατα, όταν είναι μορφωμένος, δεν παρασύρεται στην κατάλυσή της. Όταν ο εχθρός της δημοκρατίας είναι εξωτερικός, πρέπει να πολεμήσει μέχρις ενός τον λαό που την υιοθετεί ως σύστημα, για να την καταλύσει. Πρέπει να τον νικήσει και να τον κατακτήσει, για να επέλθει πτώση της. Αυτό όμως δεν είναι ήττα της δημοκρατίας, αλλά ήττα του λαού που πολέμησε. Έτσι νικήθηκε ο λαός της Αθήνας από τους Μακεδόνες και καταστράφηκε η δημοκρατία της. Οι Αθηναίοι νικήθηκαν και όχι η δημοκρατία. Η πιο ισχυρή δημοκρατία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος —εφόσον αφορούσε τον πιο ομοιογενώς μορφωμένο πληθυσμό— χάθηκε, γιατί νικήθηκαν αυτοί οι οποίοι την απολάμβαναν.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο εχθρός της δημοκρατίας είναι εσωτερικός. Η Αθήνα ποτέ δεν κινδύνεψε από τέτοιους εχθρούς. Όταν αντιλαμβανόταν τέτοιον κίνδυνο, έδινε στον επικίνδυνο εχθρό της μια εξωστρακιστική "κλωτσιά", που ήταν όλη δική του. Τον έστελνε στον διάολο και αυτό μάλιστα το έκανε μέσα στο πνεύμα μεγαλοψυχίας που την χαρακτηρίζει, εφόσον θα μπορούσε ακόμα και να τον σκοτώσει. Το όλο θέμα δηλαδή για την καλή άμυνά της είναι η μόρφωσή της κοινωνίας της. Αν είναι μορφωμένη, δεν κινδυνεύει από κανέναν, όσο πονηρός ή χαρισματικός κι αν είναι αυτός.

Η δημοκρατία σήμερα στην Ελλάδα είναι πιο ισχυρή από ποτέ, όχι γιατί την κυβερνούν "χαρισματικοί" πολιτικοί, αλλά επειδή οι Έλληνες είναι πιο μορφωμένοι από ποτέ. Όσο πιο πολύ μορφώνονται, τόσο πιο δύσκολο είναι ν' ανατραπεί η δημοκρατία τους. Αυτήν την αύξηση της ισχύος της δημοκρατίας από τη μορφωτική "πορεία" των Ελλήνων μπορεί να την καταλάβει κάποιος, κάνοντας την εξής απλή σκέψη. Η σημερινή νέα γενιά των Ελλήνων είναι κατά πολύ πιο μορφωμένη από την προηγούμενη. Αν σήμερα κάποιος αποφάσιζε να αφαιρέσει τα πολιτικά δικαιώματα στους Έλληνες, που ξεπερνούν το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, θα άλλαζε ραγδαία το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα. Γιατί; Γιατί οι ιδεολογίες που δεν σέβονται τη δημοκρατία θα εξαλείφονταν. Οι μοναρχικοί μαζί με τους κομμουνιστές δεν θα κατόρθωναν να εκλέξουν ούτε δημοτικό σύμβουλο. Οι αγράμματοι των προηγούμενων γενιών είναι αυτοί οι οποίοι δίνουν στις ιδεολογίες αυτές το όποιο λαϊκό έρεισμα εμφανίζονται ότι έχουν. Σε λίγα χρόνια βασιλικοί και κομμουνιστές θα κάνουν τις κομματικές τους συγκεντρώσεις μέσα σε ταξί.

Τα πάντα δηλαδή στη δημοκρατία εξαρτώνται από το μορφωτικό επίπεδο του λαού. Όταν ο λαός είναι μορφωμένος, δεν παρασύρεται στα άκρα, που την απειλούν. Όταν η πλειοψηφία των "μη εχόντων" είναι μορφωμένη, δεν ακολουθεί τη μειοψηφία των "εχόντων" και άρα δεν εκτροχιάζεται προς τα δεξιά, γιατί δεν την συμφέρει. Το ίδιο συμβαίνει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν συμφέρει μια μορφωμένη κοινωνία το κομμουνιστικό μοντέλο των "πατερούληδων" του κόκκινου φασισμού. Από τη στιγμή που την πλειοψηφία την συμφέρει το "κέντρο" της δημοκρατικής ισορροπίας, δεν υπάρχει περίπτωση αυτή να μετακινηθεί και άρα να πάει προς την κατεύθυνση των άκρων, που απειλούν την ισορροπία αυτήν. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει να είναι μορφωμένη. Θα πρέπει να γνωρίζει ποιος την "δουλεύει" και ποιος όχι, για να μην τείνει προς τα "δεξιά" και οδηγηθεί στο "τέρμα" του, το οποίο εκφράζει ο φασισμός. Θα πρέπει να γνωρίζει τι την συμφέρει και τι όχι, για να μην τείνει προς τα "αριστερά" και οδηγηθεί στο τέρμα του, το οποίο εκφράζει ο επίσης φασιστικός "κομμουνισμός".

Στο σημείο αυτό μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει πλήρως το παιχνίδι των αστών. Οι αστοί, ως οι μορφωμένοι της κοινωνίας, επιδιώκουν διαρκώς να διατηρούν τις πλειοψηφίες των λαών αγράμματες και δημοκρατικώς ανεκπαίδευτες. Αυτό το κάνουν για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι για να μεγιστοποιούν την αξία της δικής τους γνώσης και ο δεύτερος είναι για να μην καταλαβαίνει ο λαός τι γίνεται και άρα να μην έχει δυνατότητα να τους ελέγχει. Όταν λοιπόν ο λαός είναι αγράμματος, δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει και στην πραγματικότητα η δημοκρατία είναι ευάλωτη, γιατί οι αγράμματοι παρασύρονται από τους πονηρούς ακόμα και σε επιλογές που δεν τους συμφέρουν ταξικά.

Με τον τρόπο αυτόν οι αστοί αποκτούν το πλεονέκτημα, γιατί εμφανίζονται σαν οι "προστάτες" της δημοκρατίας. Οι "προστάτες" ενός συστήματος, που σιχαίνεται τους "προστάτες". Ταυτίζονται οι πολιτικοί με τη δημοκρατία, ώστε να την κλέβουν και ταυτόχρονα να κρύβονται πίσω απ' αυτήν, κάθε φορά που οι λαοί θυμώνουν με τις αθλιότητές τους. Αυτοί οι "εθνοπατέρες" και "δημοκρατοπατέρες" είναι που παρουσιάζουν τη δημοκρατία σαν αδύναμη κορασίδα. Την παρουσιάζουν σαν τέτοια, γιατί οι ίδιοι την καθηλώνουν στην αδυναμία, για να την εκμεταλλεύονται. Την "δένουν" δηλαδή, για να τη "βιάζουν" και ταυτόχρονα διεκδικούν δικαιώματα προστάτη. Όταν αυτός ο "βιασμός" την εξασθενεί, σε σημείο να την απειλούν τα θηρία των άκρων, την απελευθερώνουν. Πώς όμως μπορεί ν' αμυνθεί υπό τέτοιες συνθήκες; Όταν νικιέται δηλαδή η δημοκρατία δεν είναι επειδή δεν έχει η ίδια δυνάμεις, αλλά γιατί δεν πρόλαβε να αμυνθεί εξαιτίας της αγραμματοσύνης των λαών και της ηλιθιότητας των αστών, που τη διατηρούσαν "δεμένη".

Ένα δημοκρατικό σύστημα μοιάζει με έναν οίκο, που περιβάλλεται από μια κλειστή αυλή. Μια όαση πολιτισμού μέσα στη έρημο της βαρβαρότητας. Μια όαση, που την αντιλαμβάνονται οι κάτοικοί της ως τη "σωτηρία" τους μέσα σ' έναν κόσμο αφιλόξενο. Νοιάζονται γι' αυτόν τον οίκο και τους ενδιαφέρει να κάθονται μέσα του, γιατί τους συμφέρει. Έναν οίκο, που οι ίδιοι οι κάτοικοί του φροντίζουν να διατηρούνται οι τοίχοι της αυλής του πανίσχυροι. Δεν είναι κλειστή αυλή, που μοιάζει με στρατόπεδο συγκέντρωσης, μέσα στο οποίο σε κρατάνε με τη βία και ψάχνεις τρόπο διαφυγής.

Αυτή είναι η διαφορά της δημοκρατίας με τα υπόλοιπα συστήματα και σ' αυτήν τη διαφορά βρίσκεται το μυστικό της δύναμής της. Όλα τα υπόλοιπα συστήματα βαστούν τους ανθρώπους με τη βία μέσα στις βάρβαρες κι απάνθρωπες "αυλές" τους, γιατί υπηρετούν τα συμφέροντα αυτών που τους εκμεταλλεύονται. Εξαιτίας αυτής της καταναγκαστικής παραμονής των λαών μέσα στα συστήματα αυτά, οι εξουσίες είναι αυτές οι οποίες έχουν ως στόχο να προστατεύουν τη στεγανότητα των τειχών τους. Εξουσίες και λαοί δηλαδή έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Οι λαοί απειλούν τα τείχη, γιατί θέλουν να δραπετεύσουν και δεν τους αφήνουν. Οι λαοί εκμεταλλεύονται τα "ανοίγματα", που ανοίγουν οι δημοκράτες.

Οι δημοκρατία αντίθετα ταυτίζεται με τα συμφέροντα των λαών. Οι λαοί και τα συμφέροντά τους διατηρούν τα τοιχώματά της πανίσχυρα. Οι φασίστες είναι αυτοί που δημιουργούν "ανοίγματα" στα τείχη της και όχι οι δημοκράτες. Οι λαοί συμμετέχουν στην ευθύνη της διατήρησής τους και δεν αποτελεί καθήκον μόνον της εξουσίας αυτή η προστασία. Στην ευθύνη των τειχών της δημοκρατίας συμμετέχουν και οι λαοί με τη λογική που τα μέλη μιας οικογένειας προστατεύουν το σπίτι τους. Συμμετέχουν με τη λογική που το πλήρωμα ενός πλοίου προστατεύει τη στεγανότητα του πλοίου. Όπως, όταν πας να καταστρέψεις ένα οικογενειακό σπίτι, κινδυνεύεις από το οποιονδήποτε μέλος της οικογένειας και όχι μόνον από τον αρχηγό της και τους υπεύθυνους, έτσι συμβαίνει και με τη δημοκρατία. Όπως σε ένα καράβι κινδυνεύεις ακόμα και από έναν μούτσο, όταν πας να το βυθίσεις, έτσι συμβαίνει και με τη δημοκρατία.

Η δύναμή της δηλαδή είναι τα κοινά συμφέροντα των μελών της. Δεν υπάρχουν ρόλοι, όταν αυτή κινδυνεύει. Δεν είναι υποχρεωτικό να σε αντιληφθούν οι κυβερνώντες ή τα αμυντικά "όργανά" της, για να κινδυνεύσεις, κάθε φορά που την απειλείς. Η άμυνά της είναι μαζική και μπορεί να ξεκινήσει από τον οποιονδήποτε. Μπορεί να είναι θανατηφόρος ο οποιοσδήποτε πολίτης βρεθεί απέναντι στον εχθρό της. Η δημοκρατία με τις διατάξεις της δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να γίνεται θανατηφόρος για τα συμφέροντά της. Αυτό την καθιστά πανίσχυρη, εφόσον πάντα μπορεί να "δει" και ν' "ακούσει" ό,τι την ενδιαφέρει. Την καθιστά πανίσχυρη, γιατί ο οποιοσδήποτε πολίτης μπορεί να την "αντιπροσωπεύσει", αν βρεθεί στο σημείο όπου απειλείται την ώρα που αυτή απειλείται. Αυτό της δίνει τη δυνατότητα ν' ανέχεται τα πάντα και να μην κινδυνεύει.

Μ' αυτές τις συνθήκες μπορεί και λειτουργεί στον χώρο που περιβάλει απόλυτα ελεύθερα. Μέσα στην αυλή της μπορεί ελεύθερα να "παίζει" ο καθένας. Ο καθένας μπορεί να πιστεύει και να λέει ό,τι θέλει ατιμώρητα. Κανένας δεν μπορεί να τον απειλήσει με περιορισμό, γιατί τον προστατεύει η δημοκρατία. Ενώ όμως μπορεί ο κάθε πολίτης να κάνει ό,τι θέλει στην αυλή, κινδυνεύει αν πάει να παραβιάσει τα τείχη της. Όταν απειλείς τα τείχη, η δημοκρατία παύει να είναι ανεκτική. Τότε εκδηλώνει τα πιο άγρια ένστικτά της.

Είναι πρακτικά ανίκητη, γιατί απλούστατα, εκτός από τους "υπηρέτες" της, θα έχεις ν' αντιμετωπίσεις και τους υπόλοιπους κατοίκους της "αυλής". Θα έχεις να τους αντιμετωπίσεις, γιατί η απειλή των τειχών είναι άμεση απειλή εναντίον των ίδιων των κατοικούντων της αυλής. Είναι το ίδιο πράγμα με το παράδειγμα της όασης. Καμία εξουσία δεν έχει άγχος να προστατεύει την πηγή από απειλές. Όποιος απειλεί την πηγή, θα εξοντωθεί από τον πρώτο που θα τον δει.

Σ' αυτό το σημείο παίζουν ολέθριο ρόλο οι αστοί. Η δημοκρατία απαιτεί γνώση για την κατανόησή της. Είναι ζωογόνος όπως μια πηγή νερού, αλλά δεν είναι το ίδιο απλή στην κατανόησή της. Διατηρώντας οι αστοί τους λαούς αγράμματους, τους κάνουν αδιάφορους στις απειλές των τειχών της δημοκρατίας. Τους κάνουν ευάλωτους στην αντιδημοκρατική προπαγάνδα. Μόλις αντιληφθούν οι αγράμματοι πολίτες "ρήγμα", δεν τρέχουν να το κλείσουν, έστω και με τη βία απέναντι σ' αυτούς που το άνοιξαν. Πανικοβάλλονται κι ακολουθούν αυτούς που δεν πρέπει.

Μόλις δηλαδή ανοίξει ένα "ρήγμα", εξαιτίας των κλοπών των αστών, δεν τρέχουν να τους κατασπαράξουν και να κλείσουν το "ρήγμα". Νομίζουν ότι η δημοκρατία καταρρέει από τις λειτουργικές της αδυναμίες. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα τα πράγματα είναι τραγικά. Νομίζουν ότι το "νερό" της δημοκρατίας είναι προβληματικό και τρέχουν σ' αυτούς που τους υπόσχονται νερό και προσφέρουν "δηλητήριο". Ο κάθε αγράμματος σε κατάσταση πανικού με τη λίγη γνώση του επενδύει σ' αυτόν που του υπόσχεται προστασία από τη βαρβαρότητα που αρχίζει και κατακλύζει την "αυλή". Αποτέλεσμα; Τα παράδοξα των πολιτικών δυνάμεων μέσα σ' ένα σύστημα, που συντίθεται από αγράμματους. Το παράδοξο να υπάρχουν φτωχοί και άκληροι ακροδεξιοί και από την άλλη να υπάρχουν ευκατάστατοι που υποστηρίζουν το ΚΚΕ. Αυτά όλα είναι παραδοξότητες, που προέρχονται από την αγραμματοσύνη και τη δημοκρατική απαιδευσιά των λαών. Η δημοκρατία κινδυνεύει από όλους αυτούς τους αγράμματους, αλλά δεν είναι η ίδια υπεύθυνη γι' αυτούς. Υπεύθυνοι είναι οι διαχειριστές της, που δεν ακολουθούν τους νόμους της, για να την ισχυροποιήσουν. Υπεύθυνοι είναι οι λαοί για την ήττα της και αυτοί είναι που τη χρεώνονται.

Αυτοί χρεώνονται την ήττα της, γιατί έχουν ήδη ηττηθεί από τους αστούς. Οι αστοί νικούν τους λαούς, όταν καταφέρνουν και "βιάζουν" τη δημοκρατία. Η "βιασμένη" δημοκρατία καταρρέει, γιατί είναι "άρρωστη" και αδύναμη να αμυνθεί. Αυτό είναι το μέγα λάθος των λαών, που δεν την προστατεύουν για ν' απολαύσουν την ισχύ της. Οι αγράμματοι λαοί δεν αντιδρούν άμεσα στην κατάλυσή της, γιατί οι μορφωμένοι αστοί δεν τους εκπαιδεύουν ανάλογα. Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί από τη μία θέλουν να την κλέβουν και από την άλλη θέλουν να έχουν την πρωτοκαθεδρία στην αντίδραση εναντίον των εχθρών της, εφόσον παριστάνουν τους προστάτες της. Το ρίσκο τους είναι ότι πολλές φορές δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας το "σωτήριο" έργο τους και την ίδια ώρα ο λαός δεν μπορεί να τους βοηθήσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι αδύναμη. Αδύναμοι είναι οι λαοί. Αδύναμοι είναι να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που τους παρέχει η δημοκρατία για ν' αντιδράσουν.

Τι ισχυριζόμαστε εμείς και ας μας κρίνουν οι νομικοί και οι συνταγματολόγοι; Ότι το σύνολο της νομολογίας που αφορά την προστασία του Συντάγματος —και κατ' επέκταση της δημοκρατίας— "κρύβεται" πίσω από το "κουμπί" που γράφει επάνω του "με κάθε μέσο". Το σύνολο της αντίληψης του Συντάγματος για την αντιμετώπιση των συνταγματικών ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ βρίσκεται μέσα σ' αυτήν τη φαινομενικά ασήμαντη φράση. Εκεί θέτονται τα δεδομένα, που αναγνωρίζει ως τέτοια η δημοκρατία και βάση αυτών των δεδομένων προκύπτουν οι υποχρεώσεις της πολιτείας σ' ό,τι αφορά την προστασία της.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι το "με κάθε μέσο" κατ’ αρχήν προσδιορίζει με τον πιο απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο τόσο την ποιότητα του ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ, που ονομάζουμε συνταγματικό, όσο και την τιμωρία του ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑ. Το Σύνταγμα δηλαδή άμεσα και χωρίς καμία αναστολή προτείνει τον θάνατο απέναντι στους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ. Από τη στιγμή που το προτείνει το ίδιο το Σύνταγμα, ευνόητο είναι ότι απαλλάσσει από κάθε κατηγορία αυτόν που θα επιβάλλει την ποινή. Ακόμα δηλαδή και ο αυτεπάγγελτος τιμωρός προβλέπεται από το Σύνταγμα.

Αυτά είναι τα δεδομένα σ' ό,τι αφορά το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ. Από εκεί και πέρα προκύπτουν οι υποχρεώσεις του κρατικού συστήματος. Ποιες είναι αυτές; Οι μεθοδολογίες και οι δομές που πρέπει να δρομολογήσει και να δημιουργήσει, προκειμένου να προστατεύει το Σύνταγμα. Είναι υποχρεωμένο το κράτος να στήσει μηχανισμούς, που να δικάζουν αποκλειστικά το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ. Είναι υποχρεωμένο να δημιουργήσει εκείνους τους μηχανισμούς, που προστατεύουν τη δημοκρατία.

Αυτήν την υποχρέωση την έχει, όχι επειδή δεν μπορεί η δημοκρατία να αυτοπροστατευτεί ή για να προστατεύσει την ζωή των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ, αλλά για ν' απαλλάξει από τους πολίτες την υποχρέωση να λερώσουν τα χέρια τους με το αίμα των ζώων. Είναι υποχρεωμένη να προλαβαίνει τους πολίτες, γιατί σε άλλη περίπτωση χρεώνεται καί το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ, αλλά καί το ψυχολογικό κόστος που πληρώνει το πολίτης "τιμωρός". Αυτός, που δεν έχει λόγο να υποκαθιστά την πολιτεία, αλλά που είναι υποχρεωμένος στο όνομα της δημοκρατίας να το κάνει.

Από τη στιγμή που η ανάγκη της προστασίας του Συντάγματος είναι μια καθημερινή πραγματικότητα, θα έπρεπε να θεσμοθετηθεί ένα όργανο που ο ρόλος του θα ήταν να ικανοποιεί αυτήν την ανάγκη. Θα έπρεπε δηλαδή να υπάρχει ένα τακτικό συνταγματικό δικαστήριο, που θα έκρινε και θα τιμωρούσε τα συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Ένα δικαστήριο, στο οποίο θα κατέφευγε ο πολίτης, κάθε φορά που θα διαπίστωνε ΕΓΚΛΗΜΑ.

Εκεί θα κατέφευγε, όταν θα του ζητούσαν "φακελάκι" στο νοσοκομείο, την πολεοδομία ή την εφορία. Εκεί θα κατέφευγε, όταν θα διαπίστωνε ότι ο βουλευτής της περιφέρειάς του βολεύει από τα "παράθυρα" ψηφοφόρους του. Εκεί θα κατέφευγε, όταν κάποιοι κυβερνητικοί απειλούν την ισονομία και την ισοπολιτεία ή "ξεπουλάνε" τη δημόσια περιουσία. Τα πράγματα θα ήταν παντελώς διαφορετικά σήμερα, αν υπήρχε ένα τέτοιο δικαστήριο. Δεν θα υπήρχε αυτό το τεράστιο "ξεπούλημα" της δημόσιας περιουσίας. Δεν θα υπήρχε η καταστροφή του λαού στο χρηματιστήριο. Δεν θα υπήρχε αυτή η τρομερή διαφθορά του δημόσιου τομέα, που καθιστά τη χώρα μας επιφανές μέλος του κλαμπ των "Μπανανιών".

Η σπουδαιότητα του ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ θα έκανε αυτό το δικαστήριο τον φόβο και τον τρόμο των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ. Αυτό το δικαστήριο, σε περίπτωση που θα διαπίστωνε συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ, θα έπρεπε να είναι ελεύθερο να επιβάλει την οποιαδήποτε ποινή όσο σκληρή κι αν ήταν. Στο όνομα του λαού δεν θα έπρεπε να φεύγει κανένας καταδικασμένος από αυτό με ποινή λιγότερη από την ισόβια κάθειρξη και την ολική δήμευση της περιουσίας του. Όποιος με τις πράξεις του απειλούσε με κατάλυση το Σύνταγμα, θα έπρεπε να εξασφαλίζει κελί δίπλα σ' αυτά των "Απριλιανών", εφόσον για τους ίδιους λόγους φυλακίζονται.

Θα αρκούσε όμως αυτό; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί, όταν αστοί διαχειριστές δικάζουν συναδέρφους τους, εύκολα ο νόμος "ξεθυμαίνει". Τα συντεχνιακά συμφέροντα και οι ταξικές συμπάθειες μπορούν να αλλοιώσουν το πνεύμα του νόμου. Εύκολα θ' αρχίσουν να μοιράζονται "συγχωροχάρτια" και να δίνονται "δεύτερες" ευκαιρίες, χάριν του πρότερου έντιμου βίου. Αυτό όμως που μπαίνει σε φάση ύφεσης, δεν μπορεί να παρασύρει και τον νόμο σε ανάλογη ύφεση. Μέσα στον νόμο υπάρχει το διαρκές και απειλητικό "με κάθε μέσο". Τα συνταγματικά δικαστήρια μπορεί να μοιράζουν δεύτερες "ευκαιρίες", αλλά το θέμα είναι τι βλέπει ο πολίτης στην καθημερινότητά του.

Γιατί είναι σημαντικό αυτό; Γιατί ο πολίτης είναι ο πραγματικός ρυθμιστής της κατάστασης, εφόσον αυτός είναι ο υπέρτατος προστάτης της δημοκρατίας. Τα τακτικά συνταγματικά δικαστήρια υπάρχουν, για ν' απαλλάξουν τον πολίτη από το θλιβερό έργο της τιμωρίας των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ. Αυτό σημαίνει ότι, όταν αυτά τα δικαστήρια αρχίζουν να υπολειτουργούν, επανέρχεται η κατάσταση στα χέρια αυτού, που είναι ο φυσικός κριτής των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ. Επανέρχεται το θέμα της συνταγματικής αυτοδικίας. Υπάρχει περίπτωση δηλαδή το τακτικό συνταγματικό δικαστήριο να "συγχωρήσει" έναν διεφθαρμένο υπάλληλο και αυτός να υποτροπιάσει, όταν θα επιστρέψει "δικαιωμένος" στη δουλειά του.

Τι γίνεται δηλαδή στην περίπτωση που αυτός ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ βρεθεί απέναντι σε έναν "νευρικό" συμπολίτη μας; Ένα συμπολίτη μας, που θα γνωρίζει το παρελθόν του και, αμφισβητώντας τη δικαιοσύνη του τακτικού δικαστηρίου, θα του τινάξει τα μυαλά στον αέρα; Ποιος θα τον δικάσει αυτόν τον πολίτη; Η περίπτωσή του δεν ανήκει ούτε στην αρμοδιότητα των κοινών δικαστηρίων ούτε στην αρμοδιότητα των τακτικών συνταγματικών δικαστηρίων. Το έγκλημα του δηλαδή δεν ανήκει στο κοινό έγκλημα και ταυτόχρονα το τακτικό συνταγματικό δικαστήριο δεν μπορεί να τον δικάσει.

Γιατί δεν μπορεί να τον δικάσει; Για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχήν δεν μπορεί να τον δικάσει, γιατί δεν μπορεί να δικάσει "κατώτερος" κάποιον "ανώτερο". Στο συνταγματικό επίπεδο υπάρχουν "ανώτεροι" ιδιοκτήτες, που είναι οι κυρίαρχοι του συστήματος και "κατώτεροι" υπηρέτες, που εργάζονται στην υπηρεσία των πρώτων. Τα θέματα που αφορούν την ιδιότητα των κυρίαρχων δεν μπορούν να τα εκδικάζουν οι "κατώτεροι". Δεν δικαιούνται να παίρνουν θέση για τον ίδιο λόγο που δεν παίρνουν θέση οι υπάλληλοι μιας επιχείρησης σε διενέξεις μεταξύ των συνεταίρων ιδιοκτητών ή σε διενέξεις μεταξύ ιδιοκτητών και άλλων υπαλλήλων.

Ένας άλλος λόγος, που δεν μπορούν να τον δικάσουν, είναι η δεδομένη σύγκρουση συμφερόντων. Γιατί υπάρχει αυτή; Γιατί το δικαστήριο που αθώωσε τον ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑ είναι συνυπεύθυνο για το ΕΓΚΛΗΜΑ του. Η ατυχής κρίση του δικαστηρίου ανάγκασε τον πολίτη να αυτοδικήσει. Δεν μπορεί δηλαδή το δικαστήριο να δικάσει έναν πολίτη, τη στιγμή που έχει λόγους να τον καταδικάσει, για να δικαιώσει τη δική του προηγούμενη απόφαση. Άρα τι πρέπει να γίνει; Ποιος θα δικάσει εκ νέου τον νεκρό, ώστε ν' αποφασίσει αν είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ή όχι;

Ο νεκρός είναι αυτός ο οποίος δικάζεται στην περίπτωση αυτήν, εφόσον η δική του περίπτωση διερευνάται. Ο πολίτης δεν δικάζεται, εφόσον δεν υπάρχει αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης. Αυτός έκανε ό,τι έκανε, στηριζόμενος στον συνταγματικό νόμο, που του δίνει αυτό το δικαίωμα. Δεν αρνείται την πράξη του. Τη δικαιολογεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο και αυτό κρίνεται. Άρα ο νεκρός δικάζεται, ώστε, ανάλογα με το αποτέλεσμα της δίκης, ν' ακολουθήσει η απόφαση για τον πολίτη που αυτοδίκησε. Αν πράγματι ο νεκρός ήταν ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, ο πολίτης απαλλάσσεται και παίρνει και μια εύφημο μνεία για την προσφορά του προς τη δημοκρατία και το Σύνταγμα. Αν ο νεκρός κριθεί ότι δεν ήταν ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, ο πολίτης παραπέμπεται στα κοινά δικαστήρια, για να δικαστεί ως κοινός δολοφόνος.

Μαζί με τον νεκρό κρίνεται και το τακτικό συνταγματικό δικαστήριο που τον "έκρινε", πριν τον ξανακρίνει ο πολίτης που τον σκότωσε. Είναι υπεύθυνο το δικαστήριο για τις πράξεις τού νεκρού, εφόσον αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να υποτροπιάσει. Κάθε φορά δηλαδή που ένας ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ υποτροπιάζει, πρέπει να τιμωρούνται κι αυτοί που υπέγραψαν τη δυνατότητά του να το κάνει. Είναι υποχρεωμένος, αυτός ο οποίος "εγγυάται" στην κοινωνία το ποιόν αυτού του οποίου έχει κατηγορηθεί για ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ και τον έχει αθωώσει, να τον ελέγχει. Να τον ελέγχει εφ’ όρου ζωής και, όταν διαπιστώσει πριν από τον απλό πολίτη ότι είναι ανάξιος της "εγγύησης", να την άρει και να τον ξαναδικάζει.

Πριν συνεχίσουμε την ανάλυση, θα πρέπει να διευκρινίσουμε μερικά πράγματα, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται παράξενα. Μιλάμε για δίκες νεκρών σε μια κοινωνία που έχει μάθει να συγχωρεί τους νεκρούς. Έχει μάθει να τους συγχωρεί, όχι επειδή αυτό είναι το σωστό, αλλά γιατί αυτό συμφέρει το σύστημα. Ό,τι άσχημο βλέπουμε να συμβαίνει στην κοινωνία, οφείλεται σε επιλογές νεκρών. Κάποιοι νεκροί αποφάσισαν κάποτε να κλέβουν και έδωσαν αυτήν τη δυνατότητα στους σημερινούς ζωντανούς κλέφτες. Για όσο διάστημα δεν κρίνονται οι νεκροί, δεν θα πάψουν να υπάρχουν ζωντανοί διάδοχοί τους.

Άποψη του γράφοντος είναι ότι ο θάνατος δεν συγχωρεί τίποτε απολύτως. Για τον γράφοντα στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν νεκροί άνθρωποι. Οι άνθρωποι είναι αθάνατοι για όσο διάστημα ισχύουν τα λόγια και τα έργα τους και επηρεάζουν τη ζωή ολόκληρων κοινωνιών. Τα σώματά τους πεθαίνουν, αλλά αυτό ελάχιστη σημασία έχει για τη "ζωντάνια" τους. Πρέπει να "πεθάνει" το έργο τους, για να "πεθάνουν" και οι ίδιοι. Μέχρι να συμβεί αυτό, συνυπάρχουν νεκροί και ζωντανοί στον ίδιο κόσμο. Απλά υπάρχουν άνθρωποι "ενσώματοι", που είναι οι ζωντανοί και άνθρωποι "ασώματοι", που είναι οι νεκροί. Τις περισσότερες φορές μάλιστα οι "ασώματοι" είναι πιο ισχυροί από τους "ενσώματους" και πολύ πιο "ισχυρογνώμονες", εφόσον, λόγω βιολογικού θανάτου, δεν έχουν τη δυνατότητα ν' αλλάξουν τα έργα και τα λόγια τους.

Όλοι όμως ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, που επηρεάζουν την κοινωνία, παραμένουν "ζωντανοί". Αυτό ισχύει καί για το καλό καί για το κακό. Είναι "ζωντανός" ο Χριστός, για όσο διάστημα υπάρχει και επηρεάζει την κοινωνία με τα έργα και τα λόγια Του. Κρίνεται κάθε μέρα, σαν να στέκεται δίπλα μας ολοζώντανος. Αυτό δεν είναι κακό. Ίσα-ίσα που ευνοεί κάποιον, ο οποίος έχει κάνει το καλό, να δικάζεται καθημερινά και να δικαιώνεται πανηγυρικά. Κάθε φορά που πλησιάζουμε την εικόνα Του, Τον δικάζουμε. Κάθε φορά που την προσκυνάμε, Τον δικαιώνουμε. Έχει συμφέρον ο Χριστός να δικάζονται οι νεκροί, για να μην στέκονται δίπλα Του και εξίσου αθάνατοι, άνθρωποι, που κέρδισαν άκριτα την αθανασία τιμής ένεκεν, επειδή ευνοούσαν το σύστημα και την εξουσία.

Κάτι ανάλογο ισχύει και γι' αυτούς που υπηρέτησαν το κακό. Είναι "ζωντανός" για παράδειγμα ο Χίτλερ, για όσο διάστημα επηρεάζει την κοινωνία με τις απόψεις του και δημιουργεί ομοίους του. Είναι "ζωντανός", μέχρι να κριθεί και να "εκτελεστεί" από την ανθρωπότητα, για να περάσει οριστικά στον χώρο των "νεκρών". Εκείνων δηλαδή που δεν μπορούν να επηρεάσουν την κοινωνία των ζωντανών. Για όσο διάστημα δεν κρίνεται οριστικά και άρα δεν "εκτελείται", πρέπει ν' αντιμετωπίζεται ως "ζωντανός", που πρέπει οι πολίτες να τον πολεμάνε. Πρέπει να τον πολεμάνε, γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα τους βάλει σε περιπέτειες με τις "ενέργειές" του. Με τις "ενέργειες" που φέρουν σε πέρας τα ζωντανά ομοιώματά του.

Στο σημείο αυτό αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης και μία άλλη ακόμα υποκρισία των αστών. Όταν οι αστοί εχθρεύονται κάποιον, έχουν άποψη πανομοιότυπη με αυτήν του γράφοντος. Κρίνουν και προσπαθούν να "εκτελέσουν" τους νεκρούς και μάλιστα, χωρίς να τους αναγνωρίζουν ελαφρυντικά. Δεν υπάρχει αντιφασιστική επέτειος, που να μην δικαστούν και να μην καταδικαστούν εκ νέου ο Χίτλερ, ο Στάλιν, οι Απριλιανοί κλπ.. Όλοι αυτοί, δηλαδή, που ανήκουν στους ταξικούς εχθρούς τους και των οποίων η δίκη είναι για τους αστούς μια ανέξοδη επίδειξη δημοκρατικής ευαισθησίας και ταυτόχρονα μια πολύ καλή αυτοδιαφήμιση για τους ίδιους. Στις περιπτώσεις αυτές δεν σέβονται τους νεκρούς και βέβαια τις οικογένειές τους. Αν μπορούσαν θα τους ξέθαβαν, για να είναι ακόμα πιο ρεαλιστική η δίκη τους. Το γιατί δεν "πεθαίνουν" όλοι αυτοί μετά από τις τόσες "εκτελέσεις" τους, είναι κάτι που προκύπτει εξαιτίας των άθλιων αστών. Για όσο διάστημα οι αστοί δεν βοηθούν στην ολοκληρωτική επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, οι "κακοί" θα υπάρχουν όσες φορές κι αν τους "εκτελέσουν".

Αντίθετα μ' αυτήν την πρακτική, όταν πρόκειται να "δικάσουν" κάποιον όμοιό τους ή όταν η δημόσια "δίκη" κάποιου δεν τους συμφέρει, σέβονται τους νεκρούς. Σέβονται τις οικογένειές τους και βέβαια τη δικαστική δεοντολογία, όπως την έχουν μέσα στο συμφεροντολογικό μυαλό τους. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συμβαίνει το εξής: Επειδή οι αστοί δεν θέλουν να "πληγώσουν" τις οικογένειες των νεκρών, δεν θέλουν να τις βάλουν να ξαναπεράσουν το "μαρτύριο" της κρίσης του δικού τους ανθρώπου. Δεν θέλουν να τους "ξυπνήσουν" δυσάρεστες μνήμες.

Αγνοούν οι αστοί ότι μέσα στην ιστορία αποδεικνύεται ότι οι ίδιες οι οικογένειες είναι οι πρώτοι και βασικοί τυμβωρύχοι των τάφων των νεκρών τους. Αυτές πρώτες κάνουν το πτώμα του δικού τους ανθρώπου οικογενειακό "μαγαζάκι". Ποιος μπορεί να αγνοήσει την περίπτωση του "λόρδου" Σπένσερ; Αυτό το τεμπελόσκυλο δεν είναι που έκανε πραγματικό "μαγαζί" στο οικογενειακό οικόπεδο το πτώμα της λαίδης "Ντι"; Αυτός δεν είναι που προσπαθεί να ζήσει πλούσια, πουλώντας τα "βρακιά" της νεκρής αδερφής του; Της αδερφής που αγάπησε σφόδρα μόλις αυτή σκοτώθηκε και μπορούσε να τη διαχειριστεί σαν κεφάλαιο.

Αυτό κάνουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, όσοι είναι άθλιοι και τεμπέληδες. Μετατρέπουν σε "μαγαζάκι" το οικογενειακό τους δράμα ή την οικογενειακή τους επωνυμία. Ένα "μαγαζάκι" που θα τους εξασφαλίσει καλύτερους διορισμούς, καλύτερες μπίζνες κλπ.. Αν δηλαδή ο γράφων ισχυριστεί ότι πρέπει να δικαστεί ο νεκρός Μπακογιάννης, θα πρέπει να κατηγορηθεί για προσβολή νεκρού; Ποιος προσβάλει τον νεκρό; Ο γράφων, που, αν ο Μπακογιάννης είναι "καθαρός", θα δικαιωθεί για πάντα και θα εξασφαλίσει την αθανασία ή τα παιδιά του, που, για να τον εκμεταλλευτούν, σπρώχνονται με τους άλλους για το ποιος θα πιάσει καλύτερη θέση μπροστά στα κανάλια και άρα προτεραιότητα στο βόλεμα;

Αν ο —συμπαθής για τον γράφοντα— Μπακογιάννης ζούσε, δεν θα επιθυμούσε να δικαστεί, για να μάθει ο κόσμος τα έργα του; Δεν θα επιθυμούσε να δικαστεί, για να μάθει ο κόσμος τον αγώνα του για τη δημοκρατία; Δεν θα επιθυμούσε να δικαστεί, για ν' αποδειχθεί ότι οι τρομοκράτες έκαναν λάθος που τον σκότωσαν και ότι είναι κοινοί δολοφόνοι; Ποιος λοιπόν τον προσβάλει; Αυτός που κάνει το θέλημά του ή αυτός που, λόγω συγγενικής σχέσης, προσπαθεί να τον εκμεταλλευτεί; Το χειρότερο μάλιστα στην περίπτωση αυτήν είναι ότι αυτή η εκμετάλλευση έχει σχέση με θέσεις στον μηχανισμό του κράτους και άρα απειλεί αυτό για το οποίο ο ίδιος αγωνίστηκε. Όταν δηλαδή η πρώην γυναίκα του και τα παιδιά του με μέσον το πτώμα του προσπαθούν ν' αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι των άλλων πολιτών, στην ουσία όχι μόνον τον προσβάλουν, αλλά γίνονται απευθείας εχθροί του, αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι αυτός ο άνθρωπος σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε για τη δημοκρατία.

Ποιος προσβάλει λοιπόν τον νεκρό; Μα φυσικά αυτός ο οποίος θέλει να κεφαλαιοποιήσει το όνομά του και να το κάνει περιουσία, που δρα εις βάρος της δημοκρατίας και της αξιοκρατίας. Τον προσβάλουν οι δικοί του άνθρωποι. Η γυναίκα του, που, ενώ ξαναπαντρεύτηκε, διατηρεί το επίθετό του, με τη λογική που βαστά κάποιος ένα αξιοποιήσιμο οικόπεδο. Τα παιδιά του, που με το όνομα αυτό ελπίζουν να βολευτούν με ένα καλό "πόστο" στον δημόσιο βίο. Τα ίδια —όχι βέβαια στον ίδιο βαθμό— ισχύουν και για όλες τις οικογένειες που έχουν θύματα τρομοκρατίας.

Τι είναι λοιπόν η οργάνωση "ως εδώ"; Ένα "μαγαζάκι", που στήθηκε πάνω σε πτώματα και το οποίο θα διευθετήσει διεκδικήσεις και προσωπικές φιλοδοξίες. Ποιος άλλος μπορεί να είναι ο ρόλος του; Τι είναι η Ελλάδα, "Μπανανία"; Πρέπει να της "θυμίζει" κάποιος να κάνει το καθήκον της; Αν δηλαδή δεν υπάρχει αυτή η οργάνωση, δεν θα ευαισθητοποιηθούν οι διωκτικοί και δικαστικοί μηχανισμοί της; Προσβάλει τη δημοκρατία, το Σύνταγμα και το δικαστικό μας σύστημα αυτή η οργάνωση και μόνον που υπάρχει. Προσβάλει την κοινωνία μια οργάνωση, που δήθεν την ενημερώνει για τα προφανή. Τι είναι η ελληνική κοινωνία; Ένας όχλος κάφρων, που πρέπει να της πει η οργάνωση ότι η δημοκρατία είναι η υπέρτατη αξία; Ένας όχλος δολοφόνων, που πρέπει να της πει η οργάνωση ότι δεν πρέπει να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους;

Παίρνει ο κάθε αστοιχείωτος το μικρόφωνο και κάνει μαθήματα δημοκρατίας στον λαό; "Κρύβεται" πίσω από το πτώμα του συγγενή του, και προσπαθεί να εισπράξει κέρδη; Άλλοι άνθρωποι δουλεύουν μέρα-νύκτα και δεν έχουν τη δυνατότητα ν' απολαύσουν τη δημοσιότητα αυτήν. Άνθρωποι, που, όπως και ο φτωχός Μπακογιάννης κάποτε, "φτύνουν" αίμα, προκειμένου ν' αναγνωρισθεί το έργο τους και ν' αποκτήσουν ευρύτερη δημοσιότητα οι απόψεις τους και άρα να έχουν άμεση "επαφή" με τον λαό. Έργο, που έχει σχέση με τις αγωνίες τους για την κοινωνική δικαιοσύνη. Δημοσιότητα, που δημιουργεί "επαφή" και η οποία έχει σχέση με τα άμεσα συμφέροντα του λαού.

Πόσο θράσος λοιπόν χρειάζεται, για να πάει κάποιος άσχετος και απαίδευτος άνθρωπος σε ένα κανάλι-βήμα και ν' απευθύνει λόγο-κήρυγμα στον λαό; Να επιχειρήσει να τον νουθετήσει και να τον πείσει ότι στο όνομα της ασφάλειας δεν θα πρέπει ν' αρνούμαστε την περιστολή των δικαιωμάτων μας. Των δικαιωμάτων, που απαίτησαν τόνους αίματος για ν' αναγνωρισθούν στον πολίτη. Πόσο θράσος χρειάζεται, για να πάει κάποιος, που ανήκει σε μια "κάστα" —που μεγάλο μέρος του λαού τη θεωρεί κοινωνική μάστιγα—, να υποδείξει στον λαό ποια είναι η "πραγματική" μάστιγα, που υποτίθεται ότι αυτός λόγω αφέλειας δεν τη γνωρίζει;

Θράσος χρειάζεται, ώστε να πάει η πανάσχετη κόρη του Μπακογιάννη σε ένα κανάλι, για να κάνει τον κήνσορα της κοινωνικής αντίστασης και να υποδείξει στη δικαιοσύνη το καθήκον της. Να αναμασήσει τα "πέτσινα" λόγια της βολεμένης μητέρας της και του αποστάτη παππού της. Αποτελεί θράσος αυτή η πράξη, όταν αυτός ο οποίος την πράττει ζει πλούσια εις βάρος του "κοροΐδου", που λέγεται λαός. Του "κοροΐδου", που προφανώς το υποτιμάει και όχι μόνον δεν ντρέπεται που ζει εις βάρος του, αλλά προσπαθεί να του επιβάλει την άποψή του για την κοινωνική δικαιοσύνη. Αποτελεί θράσος, αυτός που μεγαλώνει πλούσια, εξαιτίας της κοινωνικής αδικίας, να διδάσκει δημοκρατία σ' αυτούς που είναι θύματα αυτής της αδικίας.

Γιατί αναφερόμαστε ειδικά στα παιδιά του Μπακογιάννη; Γιατί τόσο μένος απέναντι σε νεαρά άτομα, που ο καθένας από εμάς τους αναγνωρίζει το δικαίωμα στη θλίψη και στην απαίτηση για δικαιοσύνη; Γιατί αυτά τα πλουσιόπαιδα —από τη δική μας βέβαια "τσέπη"— είναι οι προφανείς "εμπνευστές" της οργάνωσης. Αυτά ήταν που παρέσυραν στα παιχνίδια του βολέματος και τα παιδιά των φτωχών θυμάτων της τρομοκρατίας. Αυτά χρειάζονταν το "φόντο" των παιδιών των νεκρών φτωχών, για να είναι πιο αποτελεσματικός ο αγώνας του βολέματος και της προπαγάνδας. Αυτά τα πλουσιόπαιδα, που επενδύουν στη δημοσιότητα, για να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, αποτελούν την "κορυφή" της νέας κατάστασης που "χτίζεται" αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα.

Αυτήν τη στιγμή "χτίζεται" μια νέα Ελλάδα εντελώς "σάπια". Η Ελλάδα της Νέας Τάξης, που ευνοεί απόλυτα μόνον τους μεγαλοαστούς. Η Ελλάδα των τεμπέληδων και των καιροσκόπων, που με έναν καλό μάνατζερ μπορεί να ενσαρκώσει όποιον ρόλο θέλει και βέβαια της το επιτρέπει η "καταγωγή" της. Μια Ελλάδα, που τελεί εν συγχύσει μέσα στο χάος της Νέας Τάξης. Μια Ελλάδα, που θέλει —άγνωστο το πώς σκέφτεται να το καταφέρει— να ζει πλούσια, χωρίς να δουλεύει. Που έχει μετατρέψει σε πρότυπα τα "τίποτε" και έχει βάλει τη νεολαία να τα ακολουθεί. Πρότυπα της νεολαίας έχουν γίνει τα χιλιάδες φιλόδοξα "top models", που καταλήγουν στο τέλος φτηνές "βίζιτες". Πρότυπα της νεολαίας έχουν γίνει οι χιλιάδες φιλόδοξοι "top managers", που στο τέλος καταλήγουν ανασφάλιστοι σερβιτόροι.

Αυτή η "άρρωστη" Ελλάδα χτίζεται σήμερα. Η Ελλάδα, που με τη δημοσιότητα γυαλίζει τα "μπακίρια" κι αφήνει στη σκιά το "χρυσάφι". Μια Ελλάδα με συγκεκριμένη άποψη περί κοινωνικού αγώνα και βέβαια με συγκεκριμένα κοινωνικά πρότυπα, που έχουν αγγλοσαξονική προέλευση και αντιπροσωπεύουν ό,τι μισεί ο ελληνισμός. Μια Ελλάδα των "ανωτέρων", που δικαιούνται τα πάντα και μια Ελλάδα των "κατωτέρων", που δεν δικαιούται τίποτε. Μια Ελλάδα, που αποζημιώνει σε χρόνο ρεκόρ την οικογένεια του Κρανιδιώτη και του ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΑ παράνομα εβρισκόμενου στο αεροπλάνο γιου του, και αγνοεί προκλητικά το σύνολο των υπολοίπων θυμάτων, που βρισκόταν στο ίδιο αεροπλάνο, κάνοντας απλά τη δουλειά τους. Μια Ελλάδα, που, αν πειράξεις κάποιον "ανώτερο", μέχρι και στο Σύνταγμα θα το γράψει ότι πρέπει ν' αποκαταστήσεις τα παιδιά του, τη στιγμή που, αν σκοτώσεις άπειρους "κατώτερους", δεν υπάρχει ούτε καν κακούργημα.

Αυτήν τη στιγμή διεξάγεται ένας πόλεμος μεταξύ των δύο αυτών Ελλάδων και δυστυχώς για τον μακαρίτη τον Μπακογιάννη τα παιδιά του επέλεξαν το στρατόπεδο που προφανώς ο ίδιος ως δημοκράτης μισούσε. Το στρατόπεδο των "κηφήνων", που βρήκε κι αυτός μπροστά του, όταν ξεκινούσε φτωχός από το Καρπενήσι και έβρισκε μπροστά του τα παιδιά των μεγαλοαστών της Αθήνας να θεωρούν κεκτημένο δικαίωμά τους να έχουν καλύτερες θέσεις από τον ίδιο. Σήμερα που ο ίδιος είναι νεκρός και δεν μπορεί να διαχειριστεί τον εαυτό του και το έργο του, γίνεται και ο ίδιος μεγαλοαστικό "κεφάλαιο" για τους κληρονόμους του. Τους κληρονόμους του, που μπροστά στις κάμερες έδειξαν ότι δεν πρόκειται να σταματήσουν πουθενά μέχρι να βολευτούν. Τους κληρονόμους του, που αποδεικνύουν καθημερινά ότι είναι "παιδιά" του αποστάτη παππού τους και όχι δικά του.

Αυτή η Ελλάδα των πλουσίων και της αναξιοπρέπειας μάχεται την Ελλάδα των φτωχών και των αξιοπρεπών. Γιατί τα θεωρούμε αυτά ως δεδομένα; Γιατί αυτό μας δείχνουν τα γεγονότα. Η οργάνωση "έως εδώ" περιφέρει τη θλίψη της και την εξαργυρώνει καθημερινά. Ζητάει δικαιοσύνη, τη στιγμή που έχουν κινητοποιηθεί όλοι οι μηχανισμοί του κράτους για ν' αποδώσουν τη δικαιοσύνη αυτήν. Ζητάει πολιτικό ρόλο, ενώ δεν έχει κανένα δικαίωμα να το κάνει, εφόσον απλά εκμεταλλεύεται την ιδιότητα του θύματος, κάνοντας στην πραγματικότητα "ριφιφί" για ν' αλλάξει χώρο. Κλαίνε στα "πεζοδρόμια", για να τους λυπηθούν οι πολίτες και να μπούνε στο πολιτικό "μαγαζί" τους.

Από την άλλη υπάρχει η Ελλάδα των φτωχών και της αξιοπρέπειας. Της Ελλάδας, που ζητάει τα αυτονόητα. Που ζητάει να δουλέψει και να πληρωθεί. Που δουλεύει και θέλει να της αναγνωρίζεται ο κόπος της. Που ζητάει να μεγαλώσει με τον κόπο της τα παιδιά της και δεν της το επιτρέπουν. Που πληρώνει φόρους και δεν θέλει να καταστρέφεται στην παραμικρή πλημμύρα. Που πληρώνει φόρους και δεν θέλει να σκοτώνονται τα παιδιά της στους κακοφτιαγμένους δρόμους που φτιάχνουν κλέφτες εργολάβοι. Που πληρώνει φόρους και θέλει να φτάνει στον προορισμό της και όχι να πνίγεται.

Άξιοι εκπρόσωποί της οι συγγενείς των θυμάτων του τρομερού ναυαγίου του Σάμινα. Άνθρωποι περήφανοι, που σέβονται τον θρήνο και τη θλίψη τους και δεν τα περιφέρουν στα κανάλια. Άνθρωποι που ζητάνε δικαιοσύνη και δεν τους δίνεται. Άνθρωποι, που το κράτος έπνιξε σαν "γατιά" τους συγγενείς τους και το οποίο δεν θέλει να τιμωρήσει ούτε στοιχειωδώς τους εγκληματίες. Άνθρωποι, που απλά ζητάνε δικαιοσύνη και δεν προσπαθούν να κάνουν "ριφιφί", για να εκμεταλλευτούν τη δημοσιότητα που αναγκαστικά πέφτει επάνω τους. Άνθρωποι, που δεν επιδιώκουν να χτίσουν νέες καριέρες πάνω στα πτώματα. Άνθρωποι, που δεν μας είπαν με κλάματα να περάσουμε από το "μαγαζί" τους, προκειμένου να εκμεταλλευτούν το δράμα τους. Αυτό κάνουν οι αξιοπρεπείς άνθρωποι και γι' αυτό δεν οργανώνονται συλλογικά, εκμεταλλευόμενοι την έννοια της "θυματοποίησης". Ούτε καν συμμετέχουν σ' αυτού του είδους τις εκδηλώσεις των πολιτών, για να μην δώσουν σε κανέναν το δικαίωμα να πει ότι εκμεταλλεύονται το δράμα τους.

Αυτές οι Ελλάδες πολεμάνε σήμερα μεταξύ τους. Η Ελλάδα των θρασύτατων "τίποτε", που θέλουν να βολευτούν με μέσον την εύκολη και άκοπη δημοσιότητα που απολαμβάνουν απλόχερα και των υπολοίπων, που αγωνίζονται με μέσον τον κόπο και το έργο τους και καθηλώνονται στη αφάνεια. Η νεοταξική Ελλάδα, που από τα κουτορνίθια του "big brother" μέχρι τα παιδιά του Μπακογιάννη θέλουν να "βολευτούν" στη ζωή τους με κεφάλαιο το "τίποτε" και χωρίς να δουλεύουν. Οι πρώτοι, εξαργυρώνοντας τη "διασημότητά" τους σε εγκαίνια πατσατζίδικων της επαρχίας και οι δεύτεροι, εξαργυρώνοντάς την με μια θέση στο πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο.

Μια διασημότητα, που οι πρώτοι απέκτησαν επειδή εξευτέλισαν την προσωπικότητά τους μπροστά στο πανελλήνιο, ενώ οι δεύτεροι, επειδή εξευτελίζουν με τις αντιδημοκρατικές θέσεις τους τον πατέρα τους, που υποτίθεται τον θεωρούν ήρωα της δημοκρατίας. Έναν πατέρα, που τον προσβάλουν, όταν σπρώχνονται μπροστά στις κάμερες, για να τους δει ο κόσμος. Έναν πατέρα, που τον έχουν εκμεταλλευτεί οικογενειακώς όσο δεν πάει άλλο. Ο παππούς έγινε πρωθυπουργός εξαιτίας του, η μαμά βουλευτής, ο θείος τραπεζικό μεγαλοστέλεχος, η θεία επιφανής ανθρωπίστρια και έπεται και συνέχεια. Η οικογένεια, που πρόδωσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα με την "αποστασία", τρώει "παντεσπάνι" με πρόφαση τον αγώνα υπέρ της δημοκρατίας. Όλα αυτά εξαιτίας ενός ανθρώπου, που δεν είναι σίγουρο αν αυτοί οι οποίοι τον εκμεταλλεύονται με τον πιο ασύστολο τρόπο διατηρούν επαφές με τους φτωχούς γονείς του.

Αυτή είναι η φτηνή κι αναξιοπρεπής Ελλάδα των "τυμβωρύχων". Η Ελλάδα της Νέας Τάξης. Η Ελλάδα της "Ντόρας", της "Φώφης", του "Γιωργάκη", του "Κωστάκη", του "Νάσου" και όλων των διάσημων "τίποτε", που "κατοικοεδρεύουν" σε διάσημους "τάφους". Των διασήμων, που κανένας δεν γνωρίζει γιατί έγιναν διάσημοι και πώς κατάφεραν να μονοπωλούν το κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο. Των διάσημων "σωτήρων", που δεν έχουν πει τίποτε σημαντικό κι ωφέλιμο για τον λαό και ούτε βέβαια πρόκειται να πουν τίποτε, γιατί απλούστατα δεν γνωρίζουν τίποτε για να πουν. Αυτήν την Ελλάδα υπηρετούν τα παιδιά του Μπακογιάννη και από τα "διευθυντήριά" της παίρνουν τα "σκονάκια" που μας διαβάζουν κάθε φορά. Κάνουν εκδούλευση στους ισχυρούς, με την υπόσχεση ότι θα τα βολέψουν. Κάνουν εκδούλευση, γιατί γνωρίζουν την έλλειψη προσόντων που τους διακρίνει και είναι έτοιμοι να κάνουν την οποιαδήποτε εξυπηρέτηση, προκειμένου να διατηρηθούν στο προσκήνιο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Εξαιτίας αυτών των δεδομένων υπάρχει το μένος μας εναντίον τους. Δεν δικαιούνται τα "τίποτε" να έχουν πολιτικό ρόλο. Ως αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας δικαιούνται συμπάθειας, δικαιούνται δικαιοσύνης, αλλά όχι πολιτικό ρόλο. Αυτόν τον ρόλο στον δίνει μόνον ο κόπος και το έργο σου. Το τι είναι τρομοκρατία και τι δεν είναι αποτελεί πολιτικό ζήτημα και δεν είναι δική τους δουλειά να μας το πούνε. Το πόσο και αν πρέπει να περισταλθούν τα ατομικά δικαιώματα υπέρ της ασφάλειας αποτελεί πολιτικό ζήτημα και δεν είναι δική τους δουλειά να μας το πούνε.

Είναι δυνατόν λοιπόν να μας πείσουν τα μέλη αυτού του συλλόγου ότι αναζητούν τη δημοσιότητα, χωρίς να υπάρχει ιδιοτέλεια; Μέχρι και ο γέρο Περατικός έγινε "φίρμα" στα γεράματά του. Συμμετέχει σε δημόσιες εκδηλώσεις και παίρνει θέση σε πολιτικά ζητήματα. Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Αν σέβεσαι τη θλίψη σου για τον νεκρό σου, τη βιώνεις μόνος σου και δεν την περιφέρεις στα κανάλια. Όταν το κάνεις αυτό "ξεπουλάς" τον νεκρό κι "εξαργυρώνεις" την σχέση σου μ' αυτόν. "Φωνάζεις": "Δείτε με, είμαι ο γιος του Μπακογιάννη, να με θυμάστε, γιατί σε λίγο καιρό θα σας ζητήσω να με ψηφίσετε". "Δείτε με, είμαι η κόρη του Μπακογιάννη, δείτε τι ωραία και πόσο συγκινητικά διαβάζω αυτά που μου γράφουν η μαμά και ο παππούς μου".

Ενδοιασμούς δεν έχεις, όταν και η μάνα σου έχει στηρίξει την καριέρα της στις ίδιες κραυγές και για τους ίδιους λόγους. Αμφιβολίες δεν έχεις για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου, εφόσον την έχεις δει ν' αποδίδει καρπούς. Κι αυτήν φώναζε κάποτε: "Δείτε με, είμαι η χήρα του Μπακογιάννη, είμαι πολύ θλιμμένη και γι' αυτό πρέπει να με ψηφίσετε". "Καλοί μου κύριοι, βάλτε με στη βουλή και μην μ' αφήνετε στην κουζίνα". Ποιος ξέρει ποιον συμπολίτη μας "καπέλωσε", για να πάρει τη θέση του στη βουλή. Συμπολίτη μας, που δεν είχε κάποιον διάσημο να "κλαίει" και δυστυχώς γι' αυτόν δεν ήταν από "σόι" και στηριζόταν μόνον στη δουλειά του και το έργο του. Συμπολίτη μας, που δεχόταν να βλέπει την "πλάτη" του Μπακογιάννη, αλλά που ως δια μαγείας βρέθηκε πίσω από την πανάσχετη γυναίκα του.

Αν αυτοί δεν προσβάλουν τους "Μπακογιάννηδες" αυτού του τόπου, τότε ποιοι τους προσβάλουν; Στο σημείο αυτό πρέπει να σκεφτεί ο καθένας μας τον ρόλο του και τις ευθύνες του. Τα φτωχόπαιδα, που συμμετέχουν στον σύλλογο "ως εδώ", καλά θα κάνουν να σκεφτούν τι γίνεται και να τον εγκαταλείψουν όσο γρηγορότερα γίνεται. Συμμετέχουν σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι, που το έστησαν κάποιοι εν αγνοία τους, εκμεταλλευόμενοι τον πόνο τους και τις κοινές τους ιδιότητες. Διευκολύνουν συμφέροντα, που απειλούν ακόμα και τα δικά τους ταξικά και ατομικά συμφέροντα. Δίνουν "άλλοθι" σε ένα κράτος και μια εξουσία, που είναι ένοχη και άδικη απέναντι σε όλους μας.

Ας θυμηθούν όλοι αυτοί οι φτωχοί, που θρήνησαν θύματα από την τρομοκρατία, ποια ήταν η στάση των πλούσιων "νεοφίλων" τους απέναντί τους, πριν πέσουν επάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας, εξαιτίας των θεαματικών συλλήψεων των τρομοκρατών. Οι νέοι τους "φίλοι" τούς βοήθησαν, όταν αυτοί πραγματικά τους είχαν ανάγκη και δεν υπήρχε το κέρδος της δημοσιότητας; Ας θυμηθεί η κόρη του αστυνομικού Πέτρου σε πόσο καιρό και με ποιον τρόπο η πολιτεία ανέλαβε τις ευθύνες της απέναντι στην οικογένειά της. Ας ρωτήσει κι ας μάθει σε πόσο καιρό η ίδια πολιτεία έκανε τα ίδια πράγματα για την οικογένεια Μπακογιάννη.

Το ίδιο κράτος, που με τις εντολές του έκανε τον πατέρα της μισητό στους φτωχούς, το ίδιο εγκατέλειψε την οικογένειά του, όταν αυτή το είχε ανάγκη για να επιβιώσει. Το κράτος, που πάντα μεριμνά για τα παιδιά των πλουσίων "πραιτοριανών" του και αγνοεί συστηματικά ακόμα κι αυτούς που το υπηρέτησαν. Οι Μπακογιάννηδες έγιναν πλούσιοι εξαιτίας της τρομοκρατίας και η κόρη του Πέτρου φοβόταν να πει ποιανού κόρη ήταν. Ας τα θυμηθούν όλα αυτά κι ας επανεξετάσουν τις θέσεις τους. Αυτά τα οποία τους πλήγωσαν και τους πίκραναν "γεννούν" την τρομοκρατία και όχι η "τρέλα" των τρομοκρατών.  Ας προσπαθήσουν όλοι αυτοί να μην γίνουν το μέσο ώστε να βολευτούν αυτοί οι οποίοι δεν πρέπει εις βάρος μιας κοινωνίας ολόκληρης. Ας μην γίνουν το μέσο να βουλευτούν οι ηθικοί αυτουργοί της τρομοκρατίας. Ας μην γίνουν το μέσον να βολευτούν αυτοί οι οποίοι "σκότωσαν" τους γονείς τους, πολύ πριν οι τρομοκράτες πατήσουν τη σκανδάλη.

Θέλουμε όλοι να καταλάβουν ότι δεν υποτιμάμε την ανθρώπινη ζωή και των θρήνο αυτών που πενθούν τα θύματα της τρομοκρατίας. Αποτελεί όνειδος για την κοινωνία να σκοτώνονται πολίτες από πολίτες. Δέος μας πιάνει μπροστά στον αριθμό των θυμάτων της τρομοκρατίας. Αυτό όμως δεν είναι τίποτε μπροστά σ' αυτό που σήμερα μας απειλεί και μας ανησυχεί. Σήμερα κάποιοι απειλούν την πατρίδα μας. Διακυβεύεται η θυσία των πατέρων μας για μια ελεύθερη πατρίδα.

Αν λοιπόν μας πιάνει δέος για τα δεκάδες θύματα της τρομοκρατίας, μας πιάνει τρόμος όταν σκεφτόμαστε ότι σήμερα απειλείται αυτό για το οποίο θυσιάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες. Σήμερα κάποιοι "ξεπουλάνε" μια πατρίδα και "ακυρώνουν" θυσίες κολοσσιαίες. Θυσίες, που ξεκινάνε από την επανάσταση του 1821 και φτάνουν μέχρι τον πόλεμο του 1940. Αν, για να το πετύχουν αυτό, χωρίς ν' αντιδράσει ο λαός, χρησιμοποιούν ως μέσο τα θύματα της τρομοκρατίας, ας είναι βέβαιοι ότι δεν θα το πετύχουν. Δεν σκοτώθηκαν άπειροι Έλληνες, για να ελέγχουν Γερμανοί το μεγαλύτερο ελληνικό αεροδρόμιο. Δεν σκοτώθηκαν άπειροι Έλληνες, για ν' αποτελούν τα ελληνικά νησιά βρετανικές ιδιοκτησίες. Δεν σκοτώθηκαν άπειροι Έλληνες, για να παραδοθεί η ελληνική αγορά βορά στις αμερικανικές πολυεθνικές.

Ό,τι αποκτήθηκε με αίμα δεν εγκαταλείπεται εύκολα και είναι βέβαιον ότι θα κοστίσει σε αίμα καί σ' αυτούς που το πουλάνε καί σ' αυτούς που το αγοράζουν. Αυτό δεν το λέμε εμείς. Αυτό το λέει η λογική. Όταν ένας αγράμματος αγρότης σε απειλεί με θάνατο, όταν πας να του αρπάξεις το χωράφι, δεν είναι δυνατόν να θέλεις ν' αρπάξεις μια πατρίδα από έναν λαό, χωρίς αντίδραση. Οι Έλληνες σήμερα δεν αντιδρούν, αλλά είναι βέβαιον ότι θα αντιδράσουν, γιατί τα χειρότερα δεν τα έχουμε δει ακόμα. Όταν θα τελειώσουν τα χρήματα από το ξεπούλημα του δημοσίου κεφαλαίου και θα πάψουν οι κυβερνώντες να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν την κοινωνική πολιτική των επιδομάτων, τότε θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει λαϊκή αντίδραση.

Γιατί αναφερόμαστε σε όλα αυτά, που εκ πρώτης όψεως είναι άσχετα με το θέμα της τρομοκρατίας; Γιατί οι ρίζες της τρομοκρατίας πάντα έχουν σχέση με τα οικονομικά αίτια. Δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος τι συμβαίνει με την τρομοκρατία, αν δεν καταλάβει πώς είναι στημένο το οικονομικό και κοινωνικό σκηνικό σε μια χώρα. Δεν θα μπορούσαμε δηλαδή να καταλήξουμε στο θέμα της τρομοκρατίας, αν δεν κάναμε αυτήν την "πορεία". Μόνον αν γνωρίζει κάποιος αυτήν την "πορεία", που ταυτίζεται με τη συνταγματική "σήψη", μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Μπορεί να καταλάβει, γιατί επενδύουν οι εξουσιαστές μας στα "κλάματα" των θυμάτων της τρομοκρατίας.

Σήμερα το διευθυντήριο της Νέας Τάξης, που είναι υπεύθυνο για την καταλήστευση της περιουσίας των Ελλήνων, φοβάται την κοινωνική αντίδραση. Λίγο χρόνο πριν τα πράγματα φτάσουν στα άκρα, προσπαθεί να δημιουργήσει τις άμυνές του. Αλλάζουν τους νόμους και τη νοοτροπία των διωκτικών αρχών και προσπαθούν ν' αλλάξουν μαζί τους και τη νοοτροπία του λαού. Οι πονηροί φοβούνται αυτήν την αντίδραση και θέλουν προκαταβολικά να μας τρομάξουν. Διαχέουν στην κοινωνία την άποψή τους περί τρομοκρατίας και προσπαθούν να δημιουργήσουν τις συνθήκες που τους ευνοούν. Στην ανάγκη τους αυτήν για προπαγάνδα οφείλεται ο "πόνος" τους για τα θύματα της τρομοκρατίας. Οι συνήθως "αναίσθητοι" για τα χιλιάδες θύματα της καθημερινότητας είναι "υπερευαίσθητοι" για τα αναλογικά λίγα θύματα της τρομοκρατίας.

Σ' αυτήν την ανάγκη τους οφείλεται η συστηματική και επίμονη προώθηση των θέσεων των οργανώσεων τύπου "ως εδώ". Γιατί μιλάμε για εσκεμμένη και επίμονη προώθηση με όλα τα μέσα; Για τον εξής απλό λόγο. Ας προσπαθήσει να σκεφτεί ο αναγνώστης ποιος Έλληνας πολίτης και για ποιον λόγο έχει μιλήσει σε πανεθνικό δίκτυο. Κανένας, ποτέ και για κανέναν λόγο. Αυτό το κάνει μόνον ο Πρωθυπουργός ελάχιστες φορές κι αυτό μόνον για σοβαρούς εθνικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους. Αυτό το προνόμιο του κορυφαίου της εξουσίας το "απόλαυσε" η οργάνωση "ως εδώ". Είναι δυνατόν να έγινε αυτό τυχαία και μάλιστα υπέρ ενός "εκφωνητή" που ανήκει σε διαφορετικό ιδεολογικό χώρο από την κυβέρνηση; Προφανώς έγινε μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας των αστών υπέρ των κοινών τους συμφερόντων.

Σήμερα μεθοδεύονται ανθελληνικές πολιτικές και δυστυχώς για όλους μας "περνάνε" και μέσα από οργανώσεις τύπου "ως εδώ". Αν αυτή η οργάνωση κάνει τη νεοταξική προπαγάνδα, ας γνωρίζουν αυτοί οι οποίοι την κάνουν ότι δεν θα περάσει άκριτα. Ας μην ελπίζουν ότι θα βολευτούν δίκην αντιπαροχής. Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε σκληροί απέναντι σε ανθρώπους που το τελευταίο πράγμα που δικαιούνται είναι η σκληρότητα. Αν εξακολουθήσουν να δρουν συλλογικά και να διεκδικούν πολιτικό ρόλο, εκμεταλλευόμενοι το δράμα τους, δεν θα τους σεβαστούμε. Τους σεβόμαστε μόνον ως άτομα και άρα στο προσωπικό επίπεδο. Σεβόμαστε τον πόνο τους, αλλά πρέπει πρώτα οι ίδιοι να σεβαστούν τους εαυτούς τους και τους ανθρώπους που θρηνούν. Ας δούνε τι κάνουν οι αξιοπρεπείς άνθρωποι και ας τους μιμηθούν. Άνθρωποι, που θρηνούν δικούς τους ανθρώπους, που δυστυχώς γι' αυτούς είχαν την ατυχία να είναι φτωχοί.

Άνθρωποι, όπως οι συγγενείς των θυμάτων της "Ρικομέξ", της Μότορ όιλ ή των ναυπηγείων. Θύματα της αστικής αδιαφορίας και της διαφθοράς και οι οποίοι το μόνο "έγκλημα" που έκαναν ήταν ότι είχαν την ατυχία να έχουν ανάγκη το μεροκάματο και να βρεθούν στο έλεος των ισχυρών της κοινωνίας. Αυτοί όλοι ζητάνε δικαιοσύνη και δεν τους δίνεται. Αποτελεί λοιπόν πρόκληση, όταν τη μια και μοναδική φορά που οι ισχυροί βρίσκονται στην πλευρά των θυμάτων και δεν αδικούνται από την πολιτεία, να δραστηριοποιούνται συλλογικά και να επιδιώκουν να το εκμεταλλευτούν. Αποτελεί πρόκληση να φωνάζουν οι ισχυροί για απόδοση δικαιοσύνης, όταν η πρωτοφανής κινητοποίηση του κράτους δεν δικαιολογεί τέτοιο πρόβλημα.

Η συμπεριφορά τους δηλαδή είναι ύποπτη και προκαλεί πολλά ερωτηματικά. Γιατί φωνάζουν άραγε; Για την απόδοση δικαιοσύνης η οποία έχει δρομολογηθεί ή μήπως για να πιέσουν και στο τέλος να χειραγωγήσουν τη δικαιοσύνη, ερεθίζοντας το "συγκινησιακό" του λαού; Αν δηλαδή αυτοί οι οποίοι σήμερα φωνάζουν βρίσκονταν στη θέση των φτωχών, που δεν τους δίδεται καν δικαιοσύνη, τι θα έκαναν; Θα γίνονταν τρομοκράτες; Τι θα γινόταν δηλαδή, αν έπεφταν πάνω σε ένα "αναίσθητο" κράτος, που τους αγνοούσε και δεν τους υπολόγιζε; Τι θα γινόταν, αν τους "έπνιγε" το δίκιο και ταυτόχρονα διαπίστωναν ότι ως πολίτες δεν είχαν τα μέσα να το πιέσουν; Μήπως θα πρέπει και οι ίδιοι να ξανασκεφτούν τα "κίνητρα" των τρομοκρατών; Πριν αρχίσουν δηλαδή και ξεφεύγουν από τα όρια της ανοχής της κοινωνίας, ας επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι σε ένα σύστημα, που καί τους "ακούει" καί τους "υπολογίζει" εν αντιθέσει προς τον κοινό πολίτη.

Αυτά σ' ό,τι αφορά την άρνηση των αστών να δικάζουν τους νεκρούς, για να μην πληγώνουν τις "αγαθές" οικογένειές τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη δικαστική δεοντολογία, που συνήθως προφασίζονται οι αστοί, όταν θέλουν ν' αποφύγουν τη δική νεκρών. Όταν θέλουν ν' αποφύγουν τη συζήτηση πάνω στα "κεκτημένα" τους. Δεν θέλουν να τους δικάσουν, γιατί υποτίθεται οι νεκροί δεν έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Αυτό είναι πέρα για πέρα ψευδές. Γιατί; Γιατί ο νεκρός, που με τις πράξεις και τα έργα του είναι "ζωντανός", έχει πάντα την υπεράσπιση των "παιδιών" του και άρα έχει τη δυνατότητα αυτοάμυνας. Επιπλέον ξεχνάνε το εξής: Η καταδίκη ενός κατηγορούμενου δεν επέρχεται ως προϊόν απόψεων. Η καταδίκη επέρχεται εξαιτίας στοιχείων. Όπως ένα δικαστήριο μπορεί να δικάσει και να καταδικάσει βάση στοιχείων κάποιον άνθρωπο ερήμην του, έτσι μπορεί να κάνει και με τους νεκρούς. Όποιος με στοιχεία μπορεί να τον υπερασπιστεί, μπορεί να το επιχειρήσει με την άδεια του νόμου. Αν ο Περατικός είναι αθώος ή ένοχος, θα το δείξουν τα στοιχεία των ναυπηγείων και όχι οι απόψεις των ζωντανών κατηγόρων του.

Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι το να ζητάμε να δικαστούν νεκροί για ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, δεν είναι και τόσο παράξενο. Πρέπει να δικαστούν, γιατί από την έκβαση της δίκης αυτής εξαρτάται η τύχη των ζωντανών, που αυτοβούλως ανέλαβαν να υπερασπιστούν το Σύνταγμα, Των ζωντανών, οι οποίοι εξαρτώνται από το αποτέλεσμα της δίκης, εφόσον από το αποτέλεσμα αυτό θα κριθεί αν έκαναν αυτό που έπρεπε ή αν έσφαλαν σε εγκληματικό βαθμό. Το θέμα εδώ είναι ποιος θ' αναλάβει την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, που αφορά πράξη αυτοδικίας ενός πολίτη εναντίον ενός νεκρού, ο οποίος κατηγορείται για ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Ποιος θα κρίνει τον νεκρό, ώστε στη συνέχεια να κρίνει το μέλλον του ζωντανού;

Υποθέσεις των "ανωτέρων" τις αναλαμβάνουν όμοιοί τους. Τι σημαίνει αυτό; Έκτακτο συνταγματικό δικαστήριο. Ορκωτό δικαστήριο, όπου δικαστές θα είναι πολίτες. Ένα δικαστήριο του οποίου η σύνθεση θα είναι απόλυτη απεικόνιση του κοινωνικού μωσαϊκού. Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί αυτή η ιδιαιτερότητα στη σύνθεσή του; Με βάση τον αριθμό των ασφαλισμένων σε κάθε ταμείο. Με τον τρόπο αυτόν η κάθε κοινωνική τάξη θα αντιπροσωπεύεται στο δικαστήριο με εκείνο το ποσοστό που της αντιστοιχεί στο κοινωνικό σύνολο. Όχι όπως συμβαίνει σήμερα, όπου ακόμα και τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια είναι "νοθευμένα" από τους αστούς, χρησιμοποιώντας ως λαϊκούς δικαστές αποκλειστικά δημόσιους υπάλληλους. Εμείς προτείνουμε πραγματικό λαϊκό δικαστήριο, που θα "αποτυπώνει" επάνω του την κοινωνική σύνθεση της χώρας.

Μόνον ένα τέτοιο δικαστήριο μπορεί να κρίνει πολίτες, που ισχυρίζονται ότι τιμώρησαν ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ. Μόνον μια επιτροπή, που συντίθεται από συνιδιοκτήτες μπορεί να κρίνει έναν εκ των ιδιοκτητών. Απλά είναι τα πράγματα. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφεται το κείμενο αυτό τη συγκεκριμένη αυτή στιγμή. Σήμερα είναι η μέγιστη ευκαιρία —αν όχι η τελευταία— να σωθεί η ελληνική δημοκρατία από τις πραγματικές μάστιγές της. Σήμερα οι Έλληνες πολίτες έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα λάθη των Αμερικανών και να δώσουν τέλος στην αστική δικτατορία των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ. Γιατί είναι ευκαιρία; Γιατί η ελληνική αστυνομία έκανε το "λάθος" να συλλάβει τα μέλη της πιο διάσημης τρομοκρατικής οργάνωσης στην ελληνική δημοκρατία. Γιατί είναι "λάθος"; Γιατί θα πρέπει αναγκαστικά να τους δικάσει και άρα θα πρέπει επίσης αναγκαστικά να τους δώσει τον "λόγο".

Άσχετα με το τι πιστεύει ο γράφων για τα πρόσωπα που συλλάβανε ή για την πραγματική ταυτότητα της 17 Νοέμβρη, το θέμα στην περίπτωση αυτήν είναι το τι πιστεύει η πολιτεία και όχι το τι πιστεύει ο γράφων. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουν συλληφθεί τρομοκράτες —βάση των στοιχείων που πιστεύει η πολιτεία ότι έχει στα χέρια της—, θα πρέπει οι πολίτες σε συνεργασία με τους συλληφθέντες να το εκμεταλλευτούν, για ν' απαλλαγούν μια για πάντα από τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ.

Πώς μπορούν να το εκμεταλλευτούν; Με τον τρόπο που φοβούνται οι αστοί. Με την καταγγελία των ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ τους. Είναι ευκαιρία δηλαδή γύρω από τη δίκη κάποιων με την κατηγορία της τρομοκρατίας ν' "ανοίξει" ο φάκελος συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ. Αν δηλαδή οι συλληφθέντες, ως τρομοκράτες, σέβονται τον λόγο τους και τα επιχειρήματά τους, θα πρέπει να βοηθήσουν στο να νικηθούν αυτοί οι οποίοι έχουν δηλωθεί από τους ίδιους ως εχθροί τους. Ποιοι είναι αυτοί; Οι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ, που αδικούν τον λαό και τον κατακλέβουν.

Σ' αυτό το σημείο είναι υπερπολύτιμοι οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες. Είναι οι μόνοι που μπορούν ν' αποκαλύψουν το "κρυφό" μέρος του Συντάγματος. Από την επιλογή τους δηλαδή στην υπερασπιστική τους γραμμή μπορεί ν' αποκαλυφθεί αυτό το οποίο δεν θέλουν οι αστοί να φαίνεται και θα είναι η αρχή του τέλους της ασυδοσίας τους και της διαφθοράς τους. Τι δεν θέλουν; Ν' ανοίξει από την αρχή ο κοινωνικός διάλογος και να κριθούν και οι ίδιοι για τα προνόμιά τους και βέβαια τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ τους. Η υπερασπιστική τακτική των κατηγορούμενων για τρομοκρατία δηλαδή μπορεί ν' "ανοίξει" το Σύνταγμα.

Η επιλογή τους να αμυνθούν, βασιζόμενοι στο "κουμπί" που λέει το "με κάθε μέσο", είναι δυνατόν να κρατά το Σύνταγμα "ανοικτό" και άρα ν' απειλεί ευθέως τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ. Θα έχουμε κέρδος όλοι, αν ο υπερασπιστικός "κέρσορας" μείνει κολλημένος πάνω στη φράση "με κάθε μέσο". Μόνον στην περίπτωση αυτήν το κρυφό "παράθυρο" στο Σύνταγμα θα γίνει ορατό στον κάθε πολίτη.

Για να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς λέμε, θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το έγκλημα μέσα σε μια αστική δημοκρατία έχει τρία επίπεδα. Υπάρχει το πρώτο επίπεδο, που είναι το κοινό έγκλημα, το δεύτερο επίπεδο, που είναι το πολιτικό έγκλημα και το τρίτο επίπεδο, που είναι το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ. Το πρώτο και το δεύτερο επίπεδο βρίσκονται ως περιπτώσεις εντός του φανερού Συντάγματος. Αποτελούν δηλαδή εγκλήματα, που μπορεί να τα εκδικάσει το σύστημα εξουσίας, χωρίς ν' αναγκαστεί ν' "ανοίξει" το Σύνταγμα. Μόνον το τρίτο επίπεδο, για να εκδικαστεί, απαιτεί ν' "ανοίξει" το Σύνταγμα.

Οι συλληφθέντες, ως τρομοκράτες, εκ των δεδομένων δεν μπορούν ν' ανήκουν στο κοινό έγκλημα και άρα στο πρώτο επίπεδο. Ανήκουν στο δεύτερο επίπεδο και άρα απαιτείται να δικαστούν στα "όρια" του Συντάγματος. Αυτό όμως ανησυχεί το σύστημα, γιατί, όταν κινείται στα "όρια", δεν γνωρίζει πού θα οδηγηθούν τα πράγματα και θα είναι πάντα εξαρτώμενο από τις επιλογές των κατηγορουμένων. Είναι αδύνατον ν' αποφύγει τον διάλογο με τους κατηγορούμενους και άρα δεν μπορεί να ελέγξει τις εξελίξεις. Η όλη αγωνία του δηλαδή είναι να το "κατεβάσει" επίπεδο, ώστε να το διαχειριστεί χωρίς "παρενέργειες" και απρόοπτα.

Αυτήν την ίδια αγωνία απέναντι στα "ανώτερα" εγκλήματα την είχαν και τα "αφεντικά" των εξουσιαστών μας οι Αγγλοσάξονες. Τι έκαναν για ν' αποφύγουν αυτόν τον νομικό "σκόπελο", που θα μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλήματα; Το εξής απλό. Για να μην έχουν ν' αντιμετωπίσουν πολιτικούς εγκληματίες, που δεν μπορούν να τους χειριστούν εύκολα, τους δελεάζουν με "εκπτώσεις" στο επίπεδο του κοινού εγκλήματος. Έχουν τη γνώση ότι μπορούν να τους τιμωρήσουν και στο πολιτικό επίπεδο, εφόσον τους το επιτρέπει το Σύνταγμα και η διεθνής νομολογία, αλλά, για να μην μπουν σε περιπέτειες, τους μετακινούν προς τα "κάτω".

Σ' αυτήν τη βάση τους εκβιάζουν. Τους λένε δηλαδή ότι έτσι κι αλλιώς είναι καταδικασμένοι, αλλά μπορεί η ποινή να μετριασθεί, αν οικειοθελώς αυτοί "κατέβουν" επίπεδο και δεχθούν να δικαστούν σαν κοινοί ποινικοί. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει οι ίδιοι να αποποιηθούν τα πολιτικά τους επιχειρήματα και να ζητήσουν "συγνώμη" από την κοινωνία. Να "παγώσουν" τον διάλογο μ' αυτήν και να δεχθούν την κρίση της εξουσίας. Πρέπει δηλαδή να παραιτηθούν από το δεύτερο επίπεδο εγκλήματος, που είναι το πολιτικό έγκλημα. Αυτή είναι η περίφημη "εγκληματικοποίηση" (criminalization), την οποία την εφεύραν οι Αγγλοσάξονες.

Γιατί την εφεύραν; Για να μην συζητιούνται δημοσίως τα πολιτικά θέματα σε περιπτώσεις που δεν τους συμφέρει. Αυτήν την πρακτική για παράδειγμα την εφαρμόζουν στην περίπτωση του IRA. Τους αγωνιστές του IRA τους συλλαμβάνουν ως τρομοκράτες, αλλά θέλουν να τους δικάζουν σαν κοινούς εγκληματίες και όχι ως πολιτικούς ή εθνικούς αγωνιστές, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι ότι είναι. Γιατί; Γιατί με τον τρόπο αυτόν καταστέλλουν την αντίδραση και ταυτόχρονα δεν επιτρέπουν στους ιδεολόγους εγκληματίες ν' αναπτύξουν δημόσια την επιχειρηματολογία τους. Μια επιχειρηματολογία, που δεν αναπτύσσεται από τους "τρομοκράτες" για να "σωθούν" ή ν' απαλλαγούν των κατηγοριών οι ίδιοι, αλλά για να διατυπώσουν δημοσίως τα πολιτικά ή εθνικά "αιτήματά" τους.

Το πρόβλημα της εξουσίας δηλαδή στην περίπτωση αυτήν δεν είναι τόσο η επιβολή της τιμωρίας όσο η επιβολή της σιωπής. Το πρόβλημα των Βρετανών στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι να τιμωρήσουν νόμιμα τα μέλη του IRA, αλλά να τα εμποδίσουν να μιλάνε. Αυτό ακριβώς υπηρετεί η έννοια της "εγκληματικοποίησης". Για τα ίδια αδικήματα κάνουν "εκπτώσεις" μεγάλες, που για το κοινό ποινικό έγκλημα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σκανδαλώδεις. Μπορούν για παράδειγμα έναν "μετανοημένο" πολυδολοφόνο να τον βγάλουν από τις φυλακές μέσα σε λίγα χρόνια. Ποιο είναι το ζητούμενο; Να δεχθούν κάποιοι να δικαστούν σαν κοινοί εγκληματίες, ώστε αυτή τους η πράξη να δίνει στον ίδιο τον IRA την ετικέτα της κοινής εγκληματικής οργάνωσης.

Αυτό οι αγωνιστές του IRA το γνωρίζουν και γι' αυτό πηγαίνουν στα ποινικά δικαστήρια, αρνούμενοι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους σαν κοινοί εγκληματίες. Ενώ μπορούν να "γλιτώσουν" με λίγα χρόνια φυλάκισης, αυτοί αρνούνται ν' αναγνωρίσουν ότι το ποινικό δικαστήριο έχει αρμοδιότητα επάνω τους και πηγαίνουν φυλακή με ένα ιδιόμορφο καθεστώς. Για το βρετανικό σύστημα επισήμως είναι ποινικοί, που εκτίουν την ποινή τους, για τη βρετανική κοινωνία είναι πολιτικοί κρατούμενοι και για την ιρλανδική μειονότητα είναι αιχμάλωτοι πολέμου.

Αυτή η πρακτική των αγωνιστών του IRA είναι ό,τι χειρότερο για το βρετανικό σύστημα και ό,τι καλύτερο μπορούν να πετύχουν εις βάρος του οι πολέμιοί του. Γιατί; Γιατί όταν δεν τους συλλαμβάνει, ασκούν τρομοκρατία ως εθνικοί αγωνιστές, διατηρώντας το ιρλανδικό ζήτημα "ζεστό" και όταν τους συλλαμβάνει μετατρέπει το ίδιο ζήτημα σε "καυτό", εφόσον οι αγωνιστές, που παρουσιάζονται από τα βρετανικά δικαστήρια σαν κοινοί δολοφόνοι, γίνονται ήρωες-μάρτυρες του ιρλανδικού προβλήματος. Προσπαθεί να τους αγνοήσει πολιτικά, όταν κάνουν τρομοκρατικές ενέργειες και, όταν τους συλλαμβάνει, φοβάται ότι με μια πολιτική δίκη τούς δίνει "βήμα" να εκθέσουν τις απόψεις τους.

Αυτό το γνωρίζουν οι Ιρλανδοί και το εκμεταλλεύονται. Ακόμα και η στάση άρνησης που ακολουθούν στα ποινικά δικαστήρια είναι πολιτική "θέση". Όταν "φτύνεις" αυτόν που σε δικάζει στο όνομα της βασίλισσας, "φτύνεις" την ίδια τη βασίλισσα και αυτό είναι πολιτική θέση, που δεν μπορείς ως σύστημα ούτε να το αγνοήσεις ούτε να το αποσιωπήσεις. Πρέπει να εξηγήσεις στον κόσμο γιατί αυτοί οι οποίοι καταδικάζονται αρνούνται να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Αυτό είναι κέρδος για τους Ιρλανδούς κι αυτό αναζητούν για τον αγώνα τους.

Η μέθοδος της "άρνησης" είναι το νομικό αντίμετρο των Ιρλανδών στις μεθοδεύσεις των Άγγλων. Το κακό γι' αυτούς είναι ότι, ενώ αγωνίζονται στο εθνικοαπελευθερωτικό επίπεδο, στην καλύτερη γι' αυτούς περίπτωση "κινούνται" στο πολιτικό επίπεδο, το οποίο δεν τους αντιπροσωπεύει. Γι' αυτούς δηλαδή δεν υπάρχει το τρίτο επίπεδο, που θα κατέστρεφε την κρατική ιμπεριαλιστική πολιτική της Βρετανίας. Γιατί; Γιατί η Βρετανία δεν έχει Σύνταγμα, ώστε οι Βορειοιρλανδοί —ως Βρετανοί υπήκοοι— να παρασύρουν την εξουσία της σε μάχη για θέματα που αφορούν την πολιτική τής ανισότητας απέναντι σε μειονότητες και άρα στο συνταγματικό επίπεδο, ώστε να μεγιστοποιήσουν τη ζημιά. Αναγκάζονται και αγωνίζονται ως Ιρλανδοί και σκοτώνουν στο όνομα ενός ανύπαρκτου Συντάγματος, μιας πατρίδας που δεν έχει υπόσταση.

Αν υπήρχε δηλαδή Σύνταγμα στη Βρετανία, όλοι αυτοί θα έκαναν ζημιά στο βρετανικό σύστημα, γιατί θα μπορούσαν, ως κοινωνικοί αγωνιστές, να την αναγκάσουν ν' αλλάξει την αποικιακή πολιτική της στη Βόρεια Ιρλανδία και άρα θα την νικούσαν. Αυτό θα τους αθώωνε, εφόσον θα δικαιολογούνταν η δράση τους ως απόλυτα νόμιμη συνταγματικώς. Τώρα αναγκάζονται να τα κάνουν όλα στο όνομα της εθνικής απελευθέρωσης, χωρίς στην πραγματικότητα να στηρίζονται πουθενά. Αν ποτέ απελευθερωθεί η Βόρειος Ιρλανδία, αυτοί θα αθωωθούν, γιατί το Σύνταγμα της συνολικά απελευθερωμένης Ιρλανδίας θα τους δικαιώσει ως εθνικούς και κοινωνικούς ήρωες. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, περιορίζονται στο καλύτερο δυνατό, που είναι η ιδιότητα των πολιτικών κρατουμένων, πράγμα που δεν ισχύει, εφόσον δεν αγωνίζονται στο όνομα κάποιας ιδεολογίας. Το θέμα είναι όμως ότι ακόμα και μ' αυτήν την ιδιότητα ενοχλούν και απειλούν το βρετανικό σύστημα.

Αυτό το πρόβλημα είχαν ν' αντιμετωπίσουν οι Βρετανοί και αυτό τους έκανε να εφεύρουν την "εγκληματικοποίηση" και τις τρομερές "εκπτώσεις" στο επίπεδο του κοινού εγκλήματος. "Εκπτώσεις" σκανδαλώδεις, που για το επίπεδο στο οποίο εκδικάζονται υποτιμούν την αξία της ζωής των θυμάτων "κοινών" εγκληματικών ενεργειών. Απομίμηση αυτής της πρακτικής αποτελεί και ο νέος ελληνικός αντιτρομοκρατικός νόμος. Ποιο είναι το "πνεύμα" του αγγλοσαξονικής εμπνεύσεως νόμου; "Εκπτώσεις" σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι αρνηθούν την πολιτική τους ιδιότητα. Εισαγωγή παραμέτρων του κοινού εγκλήματος μέσα σε μια τρομοκρατική οργάνωση. Ανταμοιβή για χαφιεδισμό, για "κάρφωμα" κλπ..

Γιατί; Γιατί με τον τρόπο αυτόν οι πονηροί εξουσιαστές εξασφαλίζουν αυτούς που πρώτοι θα δεχθούν να δικαστούν σαν κοινοί ποινικοί και άρα εξασφαλίζουν αυτούς οι οποίοι με τη στάση τους θα "χαρακτηρίσουν" την τρομοκρατική οργάνωση σαν "συμμορία" του κοινού εγκλήματος. Τι επιδιώκουν με την ευνοϊκή αυτή μεταχείριση; Με μέσον την απειλή των βαρύτατων ποινών, να αγχώσουν όλους τους κατηγορούμενους και να ενσπείρουν μεταξύ τους τη διχόνοια. Προσπαθούν να τους κάνουν ν' αρνηθούν ή ν' αναγνωρίσουν σαν λάθος το πολιτικό "κίνητρο" που τους ωθούσε στη δράση τους.

Όταν κάποιος θεωρεί λάθος του τις επιλογές του, δεν μπορεί να δικαστεί ως πολιτικός εγκληματίας. Η "συγνώμη" τού αφαιρεί την πολιτική ιδιότητα και τον απογυμνώνει από τα πολιτικά επιχειρήματα που ενοχλούν την εξουσία και την τρομάζουν. Την τρομάζουν, όχι επειδή δεν έχει τα νομικά όπλα να τιμωρήσει το πολιτικό έγκλημα, αλλά επειδή, αν χαθεί ο έλεγχος και οι κατηγορούμενοι είναι έξυπνοι, μπορούν να μετακινηθούν στο τρίτο επίπεδο και άρα να επέλθει η καταστροφή για τους εξουσιαστές.

Σ' αυτό το σημείο μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης γιατί εμπλέκεται ο Υδροχοϊσμός και ο γράφων σ' αυτήν την υπόθεση που δεν τον αφορά άμεσα και επιπλέον αμφισβητεί ότι πράγματι εξαρθρώθηκε η οργάνωση 17 Νοέμβρη. Άποψη του γράφοντα —την οποία έχει δημοσιοποιήσει— είναι ότι η 17 Νοέμβρη αποτελεί "κατασκεύασμα" μυστικών υπηρεσιών. Άνθρωποι σαν τους συλληφθέντες συμμετείχαν σε ενέργειές της, χωρίς όμως να γνωρίζουν ποιοι κινούν τα "νήματα" της τρομοκρατίας. Το θέμα είναι ότι, άσχετα με το τι πιστεύει και τι όχι ο γράφων, το σημαντικό είναι η ιδιότητα των συλληφθέντων για τους λόγους για τους οποίους συνελήφθησαν. Αν και εφόσον ισχύουν τα όσα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες στις προκηρύξεις τους, υπάρχουν κοινοί εχθροί γι' αυτούς και τον Υδροχοϊσμό. Εφόσον θεωρούν ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ αυτούς που κλέβουν το κεφάλαιο του λαού, υπάρχει ταύτιση απόψεων στο θέμα αυτό, άσχετα αν δεν υπάρχει κοινή ιδεολογική αφετηρία, που να οδηγεί στην εξαγωγή αυτών των απόψεων.

Τι προτείνει στους κατηγορούμενους ο Υδροχοϊσμός; Ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που τους προτείνει το σύστημα εξουσίας. Η εξουσία προσπαθεί να τους "πείσει" να κατέβουν επίπεδο, ενώ ο Υδροχοϊσμός θα προσπαθήσει να τους πείσει να ανέβουν επίπεδο. Για την εξουσία το δεύτερο επίπεδο είναι "πολύ", ενώ για τον Υδροχοϊσμό είναι "λίγο". Την εξουσία την ενοχλεί ακόμα και η πολιτική επιχειρηματολογία, που αφορά την τρομοκρατία, ενώ για τον Υδροχοϊσμό είναι η καλύτερη ευκαιρία ν' ακουστεί και η συνταγματική επιχειρηματολογία που την αφορά. Είναι η καλύτερη ευκαιρία να δει όλος ο κόσμος όχι ποιοι είναι οι τρομοκράτες, αλλά ποιοι είναι αυτοί που τους δημιουργούν.

Για τον γράφοντα δηλαδή το σημαντικό δεν είναι να δει ποιος είναι ο "πιστολάς" της 17 Νοέμβρη. Για τον γράφοντα σημαντικό είναι να δει ποιος είναι ο υπεύθυνος για το ναυάγιο του "Σάμινα". Ποιος κυβερνητικός αξιωματούχος τα "πήρε", για να κυκλοφορεί ένα πλωτό "φέρετρο" μέσα στο Αιγαίο. Για τον γράφοντα το σημαντικό είναι να δει ποιος είναι υπεύθυνος για την κατάρρευση του κτιρίου της "Ρικομέξ". Ποιος μηχανικός του κράτους τα "πήρε", για να εργάζονται πολίτες μέσα σε έναν ετοιμόρροπο "στάβλο". Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις, για να δεις τι συμβαίνει στο διεφθαρμένο κράτος. Αυτό το "κάπου" κατά τη γνώμη μας βρίσκεται μέσα σε μια δίκη, που αφορά την τρομοκρατία.

Γι' αυτό τον λόγο εμπλεκόμαστε κι εμείς στην περίπτωση της 17 Νοέμβρη. Προτείνουμε, σ' αυτούς που υποτίθεται την συνθέτουν, εκείνη τη διαχείριση της υπόθεσής τους, που θα έχει τα μέγιστα κέρδη για την κοινωνία. Η υποτιθέμενη εξάρθρωση της συγκεκριμένης οργάνωσης μπορεί να είναι η καλύτερη ευκαιρία ν' αναγκαστεί το κράτος να πραγματοποιήσει την αυτοκάθαρσή του. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει να το αναγκάσει ο πολίτης. Πώς όμως θα το αναγκάσει να κάνει κάτι τέτοιο, όταν δεν γνωρίζει τι συμβαίνει; Όταν δεν γνωρίζει τη διαφθορά σε όλο της το μέγεθος;

Πρέπει ο πολίτης να δει τι συμβαίνει. Γι' αυτόν τον λόγο είναι πολύτιμη αυτή η δίκη. Ξεκινάς από τις καταγγελίες της τρομοκρατικής οργάνωσης και διερευνάς και ό,τι άλλο σου φαίνεται ύποπτο. Ξεκινάς από την περίπτωση του Περατικού και άγνωστο πού θα "φτάσεις". Μόνον έτσι θα δεις ποιοι τα "πήραν" για να "ξεπουληθούν" τα ναυπηγεία, ο ΟΤΕ, ο ΟΠΑΠ, η ΔΕΗ κλπ.. Μόνο έτσι θα δεις ποιοι τα "πήραν", για να γεμίσει η Ελλάδα καζίνο, που καταληστεύουν τον κοσμάκη. Αυτά ενδιαφέρουν τον γράφοντα και προφανώς και τον υπόλοιπο λαό. Αυτά όμως είναι που θέλει να κρύψει το σύστημα και γι' αυτό βάζει τους "κλαίοντες" συγγενείς ν' αποπροσανατολίζουν τον λαό.

Οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες γι' αυτόν τον λόγο αποτελούν τη μεγάλη μας ευκαιρία. Πολύτιμους τους κάνει η ιδιότητά τους, που δεν έχει σχέση με το κοινό έγκλημα. Εκ των δεδομένων αυτήν τη στιγμή βρίσκονται στο δεύτερο επίπεδο εγκλήματος και άρα στο πολιτικό επίπεδο. Όσο κι αν το κράτος επιμένει να κάνει "focus" στις ληστείες, δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτε απολύτως και άρα να πείσει κανέναν ότι πρόκειται περί κοινής εγκληματικής οργάνωσης. Τα περισσότερα θύματα της οργάνωσης αποτελούν επιλογές με κριτήρια, που δεν έχουν σχέση με το κοινό έγκλημα.

Οι τρομοκράτες δεν σκότωσαν τον Μπακογιάννη, για να του πάρουν το πορτοφόλι. Δεν σκότωσαν τον Περατικό, επειδή δεν τους προσλάμβανε για μούτσους στα καράβια του. Δεν έκαναν απόπειρα εναντίον του Πέτσου, εξαιτίας ενός χωραφιού στην Πέλλα. Άρα εκ των δεδομένων στο δικαστήριο θα πρέπει να μας πουν οι ίδιοι οι τρομοκράτες γιατί έκαναν αυτά τα οποία έκαναν. Εκ των δεδομένων, δηλαδή, όταν αρχίσει η δίκη, οι ληστείες και οι λοιπές ενέργειες της οργάνωσης, που είχαν κοινό εγκληματικό χαρακτήρα, θα πέσουν σε δεύτερη μοίρα. Σε πρώτη μοίρα θα περάσει το πολιτικό μέρος της υπόθεσης, που αφορά τα εγκλήματα.

Γιατί επιμένει η κρατική προπαγάνδα για κάτι που είναι προφανώς λάθος και αναγκαστικά θα υποβαθμιστεί στη δίκη, εάν όλα εξελιχθούν φυσιολογικά; Για τον εξής απλό λόγο. Η εξουσία προσπαθεί να δημιουργήσει προκαταβολικά τις συνθήκες που την ευνοούν. Προετοιμάζει ένα έδαφος, το οποίο όμως θα έχει αξία μόνον στην περίπτωση που οι τρομοκράτες θα "συνεργαστούν" μαζί της. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, επιμένοντας στην έννοια "κοινό έγκλημα", μπορεί να τους δικάσει —κατόπιν συμφωνίας μ' αυτούς— με τον τρόπο με τον οποίο θέλει και υπό τους όρους που θέλει. Ο λαός θα πειστεί ή τουλάχιστον θα προετοιμαστεί από την προπαγάνδα, να δεχθεί ότι πρόκειται περί κοινών εγκληματιών και δεν θα περιμένει να δει ή ν' ακούσει τίποτε άλλο στη δίκη τους.

Με τον τρόπο αυτόν θα "κατεβάσουν" το επίπεδο των εγκλημάτων των τρομοκρατών από το δεύτερο επίπεδο στο πρώτο. Οι τρομοκράτες θα ζητήσουν "συγνώμη" για τα θύματά τους και δεν θα χρειαστεί να επιχειρηματολογήσουν για τίποτε άλλο. Όταν θεωρείς λάθος αυτό το οποίο έκανες, δεν έχεις λόγο να εξηγήσεις δημόσια γιατί το έκανες. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα στην εξουσία να κάνει κυρίαρχο το κοινό έγκλημα και να τους δικάσει σαν κοινούς εγκληματίες. Θα τους δικάσει δηλαδή στο επίπεδο που θέλει και νιώθει ασφάλεια. Δεν θα τους ακολουθήσει στο επίπεδο στο οποίο ό,τι ακούγεται είναι επικίνδυνο. Θα δημιουργήσει και ένα δικαστικό προηγούμενο, για να μπορεί ν' απειλεί στο άμεσο μέλλον τον οποιοδήποτε θα σκεφτεί ν' αντιδράσει βίαια απέναντι στις αυθαιρεσίες της.

Γι' αυτόν τον λόγο επιμένουν σ' αυτήν την προπαγάνδα. Προκαταβολικώς προσπαθούν να προστατεύσουν τον νέο αντιτρομοκρατικό νόμο, που προβλέπει την εκδίκαση των υποθέσεων αυτού του τύπου από τακτικούς δικαστές. Προκαταβολικώς προσπαθούν να πείσουν τον λαό ότι το πρωτεύον της υπόθεσης είναι η σύλληψη και η τιμωρία των κακοποιών και άρα δεν έχει λόγο να ενδιαφέρεται για το τι θα πούνε. Επιμένει εκ του πονηρού στο αστυνομικό μέρος του ζητήματος, ενώ αυτό δεν είναι το σημαντικό. Το σημαντικό είναι να δοθούν απαντήσεις στα "γιατί" της τρομοκρατίας.

Σε μια ευνομούμενη κοινωνία η "δίκη" για τα αίτια της τρομοκρατίας θα έπρεπε να ξεκινάει από τη στιγμή που αυτήν εμφανίζεται ως φαινόμενο. Θα έπρεπε να ξεκινάει η εκδίκασή της ακόμα και ερήμην των τρομοκρατών. Γιατί; Γιατί το σημαντικό με την τρομοκρατία, που συνδέεται σχεδόν πάντα με το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ, δεν είναι να βρεθεί ο δράστης, αλλά αυτός ο οποίος δημιουργεί τον δράστη. Ο κύριος κατηγορούμενος στις περιπτώσεις αυτές είναι η εξουσία και οι διαχειριστές της και όχι ο απών δράστης. Τα εγκλήματα των παρόντων είναι τα σημαντικά και όχι αυτά των απόντων, που βεβαίως δεν τα υποτιμούμε.

Για μια ευνομούμενη κοινωνία η τρομοκρατική ενέργεια θα ήταν η ευκαιρία να κάνει το κράτος την αυτοκριτική του και να βελτιώσει τη στάση του, ώστε να μην επαναληφθούν τα θλιβερά συμβάντα. Θα αρκούσε ακόμα και η ανώνυμη προκήρυξη, για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες. Γιατί; Γιατί στις περιπτώσεις αυτές ελάχιστα απασχολεί τον λαό το ποινικό μέρος της υπόθεσης. Το ποινικό μέρος της υπόθεσης αφορά τις διωκτικές αρχές, που έχουν ως καθήκον τους να βρουν τους εγκληματίες και να τους παραπέμψουν στη δικαιοσύνη, ώστε να δικαστούν με βάση τους νόμους του κράτους.

Ο λαός όμως ενδιαφέρεται για άλλα πράγματα, που ενοχλούν την εξουσία. Ο λαός επιθυμεί την ανακάλυψη των τρομοκρατών για άλλους λόγους. Περιμένει τη δίκη τους, για ν' ακούσει από τους ίδιους τους τρομοκράτες γιατί έκαναν αυτά τα οποία έκαναν και με ποιον στόχο. Περιμένει ν' ακούσει ποιοι εξουσιαστές και ποιες αυθαιρεσίες τους "ανάγκασαν" να γίνουν δολοφόνοι. Περιμένει ν' ακούσει για ποιους λόγους επέλεξαν να δολοφονήσουν αυτούς τους οποίους δολοφόνησαν. Περιμένει ν' ακούσει κάτι για το οποίο έχει άμεσο ενδιαφέρον, εφόσον αφορά το συμφέρον του.

Απόδειξη αυτού που λέμε; Η μεγάλη θεαματικότητα που απόλαυσε το κανάλι, που μετέδωσε την πρόσφατη συνέντευξη του τρομοκράτη. Μια θεαματικότητα, που είναι ακριβώς αντίθετη από τη θεαματικότητα του αστυνομικού ρεπορτάζ για το ίδιο θέμα και η οποία διαρκώς φθίνει. Μια θεαματικότητα, που μέχρι τώρα στηριζόταν κυρίως στην περιέργεια του λαού ως προς την αστυνομική έρευνα και όχι στο ενδιαφέρον του για τα πραγματικά σημαντικά δεδομένα που αφορούν την υπόθεση. Από εδώ και πέρα θεαματικότητα θα έχει μόνον ό,τι ενδιαφέρει τον λαό.

Αυτόν τον λαό λοιπόν δεν τον ενδιαφέρει ν' ακούσει λεπτομέρειες αστυνομικού τύπου για τις δολοφονίες. Δεν τον ενδιαφέρει ν' ακούσει για τις ποινές που θα επιβληθούν στους υπόδικους. Αυτά δεν τον ενδιαφέρουν, γιατί απλούστατα δεν άπτονται των συμφερόντων του. Δεν μπορούν ν' αλλάξουν την καθημερινότητά του. Δεν μπορούν ν' αλλάξουν την πολιτική ή ιδεολογική του άποψη. Δεν μπορούν ν' αλλάξουν την άποψη του για τα πρόσωπα που ψηφίζει ή έχει εμπιστευτεί την κρατική περιουσία. Δεν τον ενδιαφέρει να μάθει αν ήταν δύο ή τρεις οι εκτελεστές του Περατικού, γιατί αυτό δεν αλλάζει την καθημερινότητά του. Δεν τον ενδιαφέρει να μάθει αν η ποινή αυτών των εκτελεστών θα είναι "δις" ή "τρις εις θάνατον".

Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να μάθει γιατί επιλέχθηκε να "χτυπηθεί" ο Περατικός και τι ακριβώς ήθελαν να "πουν" με τον φόνο αυτόν οι τρομοκράτες. Τον ενδιαφέρει ν' ακούσει από το στόμα τους τι ακριβώς εννοούσαν στην προκήρυξή τους με τις κατηγορίες τους περί κλεφτών της δημόσιας περιουσίας. Τον ενδιαφέρει να μάθει ποιοι παράγοντες της εξουσίας συναλλάσσονταν με τον Περατικό και για ποιον λόγο. Τον ενδιαφέρει δηλαδή να δει μήπως υπάρχει κάποιο συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ, που θίγει τα συμφέροντά του και το οποίο δεν έχει αντιληφθεί και το αντιλήφθηκαν οι τρομοκράτες.

Αν δεν υπάρχει τέτοιου είδους ΕΓΚΛΗΜΑ, "κατεβάζει" τις απαιτήσεις του. Τον ενδιαφέρει ν' ακούσει τα επιχειρήματά τους, ακόμα κι αν υπάρχει πολιτικό έγκλημα. Τι εννοούσαν για παράδειγμα οι τρομοκράτες, όταν έλεγαν ότι οι σοσιαλιστές που κυβερνάνε πρόδωσαν τον σοσιαλισμό; Τι εννοούσαν, για παράδειγμα, όταν κατάγγελλαν τον ιμπεριαλισμό; Τι ήθελαν να "πουν" με τις εκτελέσεις των ξένων πρακτόρων, των βασανιστών ή των εισαγγελέων; Υπάρχει πρόβλημα ξένων επεμβάσεων στην Ελλάδα; Υπάρχει πρόβλημα με τους μηχανισμούς του κράτους; Τι έχουν να πουν γι' αυτά οι πολίτες, που γι' αυτούς τους λόγους ξεπέρασαν τα όρια και πήραν τα όπλα στα χέρια τους;

Αυτά είναι πράγματα που έχουν ενδιαφέρον να τα ακούσουν καί οι δεξιοί καί οι σοσιαλιστές πολίτες. Άσχετα με το γεγονός ότι αυτές οι πράξεις είναι εγκλήματα, που τιμωρούνται από το Σύνταγμα, ισχύει και σ' αυτήν την περίπτωση το "ουδέν κακόν αμιγές καλού". Γιατί έκαναν αυτό το οποίο έκαναν, έστω κι αν εμείς θεωρούμε ότι ήταν λάθος; Μήπως κάποιοι πρόδωσαν τον σοσιαλισμό και, άσχετα με την τιμωρία των τρομοκρατών, πρέπει ο λαός ν' ακούσει την άποψή τους και να μην ξαναψηφίσει αυτούς τους οποίους δηλώνουν σοσιαλιστές;

Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο αναγνώστης ότι, ακόμα και στο πολιτικό επίπεδο να διεξαχθεί η δίκη, τα πράγματα δεν θα είναι ακίνδυνα για το σύστημα. Ακόμα και η καλύτερη για το σύστημα εξουσίας εκδοχή αυτής της δίκης δεν θα είναι και τόσο ανώδυνη γι' αυτό.

Τι προτείνει στους κατηγορούμενους ο Υδροχοϊσμός ως νομική συμβουλή; Το εξής απλό. Ν' ακολουθήσουν την πρακτική των αγωνιστών του IRA. Να αρνούνται να δικαστούν στο επίπεδο που ευνοεί το σύστημα. Είναι μάλιστα πιο τυχεροί από αυτούς στο θέμα αυτό, γιατί η Ελλάδα δεν είναι "Μπανανία" όπως η Βρετανία. Η Ελλάδα είναι θεσμικά ένα σοβαρό κράτος και διαθέτει ένα Σύνταγμα, στο οποίο μπορεί να προσφύγει ο πολίτης, όταν αντιλαμβάνεται ότι απειλείται από την εξουσία ή ότι θίγεται από τις ενέργειές της. Είναι πιο τυχεροί από τους Ιρλανδούς, γιατί μπορούν ν' "ανέβουν" στο τρίτο επίπεδο και να διεκδικήσουν μέχρι και την αθώωσή τους μέσω της δικαίωσής τους. Είναι πιο τυχεροί, γιατί μπορούν ν' αποκαταστήσουν το όνομά τους μέσα στην κοινωνία. Ο πιο τυχερός όμως είναι ο λαός, γιατί θα μάθει τι συμβαίνει. Ο πιο τυχερός είναι ο λαός, που θα δει το Σύνταγμά του να λειτουργεί, ως ένα "εργαλείο" χρήσιμο για τα συμφέροντά του.

Για να το καταλάβει αυτό ο αναγνώστης, θα πρέπει να γνωρίζει το τι επιλογές έχουν σήμερα οι φερόμενοι ως τρομοκράτες με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Αν επιλέξουν να "συνεργαστούν" με την εξουσία, θα τιμωρηθούν ως κοινοί εγκληματίες και απλά θα πέσουν στα "μαλακά" στο θέμα της τιμωρίας. Αυτό όμως δεν θα γίνει, χωρίς να υπάρχει βαρύτατο τίμημα γι' αυτούς. Το τίμημα θα είναι να εξευτελιστούν καί ως άνθρωποι καί ως πολίτες. Είναι εξευτελισμός να θεωρήσεις το σύνολο των όποιων επιλογών σου λάθος. Ο λαός θα σε "φτύσει" και δεν θα θέλει ούτε ν' ακούσει το τι λες ή το τι πιστεύεις. Θα είσαι για πάντα ένα "σκουπίδι", που ανάγκασες τον λαό ν' ασχοληθεί μαζί σου παραπάνω απ' όσο δικαιούσουν. Αυτή η επιλογή είναι η πρώτη.

Η δεύτερη επιλογή είναι να σταθεροποιηθούν στο δεύτερο επίπεδο. Ούτε αυτό όμως είναι ικανό να τους προσφέρει πολλά πράγματα. Ακόμα και η πολιτική δικαίωσή τους δεν είναι δυνατόν να τους απαλλάξει από τις ποινικές ευθύνες και άρα από την τιμωρία. Επιπλέον είναι και δύσκολο αυτό το επίπεδο, λόγω του υποκειμενικού αυτού που ονομάζουμε "ιδεολογική μάχη". Αν επιλέξουν δηλαδή την πολιτική επιχειρηματολογία, θα "μπλέξουν" και ο λαός δεν θα τους καταλάβει. Αν επιχειρηματολογούν πάνω στο ποιος είναι ο ορθός σοσιαλισμός και ποιος όχι, θα πάψουν να ενδιαφέρουν τον κόσμο. Τέτοιες διαμάχες υπάρχουν από την εποχή που εφευρέθηκε ο σοσιαλισμός και άκρη ακόμα δεν βρήκαν. Θα την βρουν στα δικαστήρια με δεδομένο το περιορισμένο του χρόνου;

Αν αυτά τα δύο συνδυαστούν, μας αποκαλύπτουν τη δυσκολία του εγχειρήματος. Όταν δηλαδή, ακόμα κι αν πείσουν σε μεγάλο βαθμό τον λαό για το ιδεολογικό τους "δίκιο", δεν πρόκειται να κερδίσουν τίποτε, εννοείται ότι τα πράγματα γι' αυτούς είναι δύσκολα. Το σύστημα θα τους τιμωρήσει για τα εγκλήματά τους, άσχετα με το αν ιδεολογικά είχαν ή δεν είχαν δίκιο. Το Σύνταγμα είναι σαφές. Στο όνομα της ιδεολογίας μπορείς να ψηφίζεις και να ψηφίζεσαι. Δεν έχεις δικαίωμα όχι να σκοτώνεις πολίτες, αλλά ούτε ένα σάντουιτς να κλέψεις. Όποιος αμφισβητεί τη σοσιαλιστική άποψη αυτού που κυβερνά, έχει την ελευθερία να μην τον ψηφίζει, αλλά όχι να τον σκοτώσει. Αν θεωρείς ότι δεν είναι αυθεντικός σοσιαλιστής, θέσε υποψηφιότητα ως εκφραστής του αυθεντικού σοσιαλισμού και στείλε τον σπίτι του. Απλά είναι τα πράγματα. Το Σύνταγμα δεν επιτρέπει να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίματος στο όνομα της ιδεολογίας.

Η τρίτη επιλογή είναι αυτή που προτείνουμε εμείς. Είναι η πιο δύσκολη, γιατί είναι η πιο περίπλοκη σ' ό,τι αφορά τις διαδικασίες. Ποια είναι αυτήν; Ν' "ανέβουν" επίπεδο. Να πάψουν να εκστομίζουν ιδεολογικές αερολογίες και να προσαρμόσουν την επιχειρηματολογία τους σε απλά πράγματα, που έχουν σχέση με το Σύνταγμα και μπορεί να τα καταλάβει ο λαός. Να επιμείνουν δηλαδή στις καταγγελίες στις οποίες είχαν αναφερθεί στην προκήρυξη για τη δολοφονία Περατικού. Να επιμένουν —έστω και μονότονα— σε εκείνες τις αιτιάσεις. Να επιμένουν στο ότι ό,τι έκαναν το έκαναν για να προστατεύσουν τον λαό από τη διαφθορά και τη λεηλασία της περιουσίας του. Να ζητήσουν συγνώμη μόνον από αυτούς που θα επιλεγούν να πάρουν συγνώμη με βάση αυτήν την επιχειρηματολογία.

Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι αρκετό και δεν σε ανεβάσει επίπεδο. Γιατί; Γιατί τα όσα καταγγέλλεις μπορεί η προπαγάνδα της εξουσίας να τα χρωματίζει με το ιδεολογικό "χρώμα" που την ευνοεί και άρα να σε "καθηλώνει" στο δεύτερο επίπεδο. Από τη στιγμή που ο κάθε πολίτης σε ανύποπτο χρόνο έχει δηλώσει την ιδεολογική του "ταυτότητα", είναι εύκολο για το σύστημα ν' αποδίδει τις όποιες πράξεις του στην ιδεολογική του επιλογή. Είναι εύκολο να τον παρασύρει σε ιδεολογική διαμάχη και να χαθεί και πάλι η ουσία της υπόθεσης. Δεν μπορείς δηλαδή να ξεφύγεις εύκολα από το δεύτερο επίπεδο, αν δεν γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις. Η καταγγελία, δηλαδή, για να έχει νόημα, απαιτεί μια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Ποια είναι αυτή; Η μεθοδολογία των αγωνιστών Ιρλανδών και άρα η μεθοδολογία της "άρνησης". Αυτή η μεθοδολογία για το σύνολο του κόσμου θα σε βάλει σε ένα "stand by" υποτίθεται μέχρι να αθωωθείς πλήρως, εφόσον θα δικαιωθείς.

Τι σημαίνει αυτό που λέμε; Ότι πρέπει να εκμεταλλευτείς τους περιορισμούς που επιβάλει το Σύνταγμα στην εξουσία και ταυτόχρονα ν' απευθυνθείς σ' αυτούς που πρέπει και όχι σ' αυτούς που η ίδια η εξουσία βάζει μπροστά σου. Ανοίγεις δηλαδή διάλογο μ' αυτούς που πρέπει και όχι μ' αυτούς που το σύστημα επιδιώκει να συνδιαλέγονται μαζί σου. Αν κάτι από αυτά δεν ελέγξεις, δεν θα έχεις το παραμικρό αποτέλεσμα. Στην καλύτερη για σένα περίπτωση θα σε καθηλώσει η εξουσία στο δεύτερο επίπεδο και θα σε αφήνει να "μπουρδολογείς" μέχρι να σε βαρεθεί ο κόσμος. Θα βάλει απέναντί σου επαγγελματίες προπαγανδιστές, που θ' "αποσβένουν" την ισχύ του λόγου σου.

Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς λέμε. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο, που έχει σχέση με τους περιορισμούς που επιβάλει το Σύνταγμα στην εξουσία συμβαίνει το εξής: Το σύστημα, όταν δικάζει πολίτες, περιορίζεται από κάποιους απαράβατους συνταγματικούς κανόνες. Όταν δικάζει πολίτες, που εγκληματούν με βάση τον κοινό νόμο, είναι δικαίωμά του να χρησιμοποιεί αποκλειστικά τακτικούς δικαστές, χωρίς να απειλείται η έννοια της "δικαιοσύνης". Όταν δικάζει πολίτες, που εγκληματούν, είτε στο ανώτατο επίπεδο για το κοινό έγκλημα είτε στο πολιτικό επίπεδο, είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί και ένορκους λαϊκούς δικαστές. Άρθρο 97.1. "Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών υπόκεινται στα ένδικα μέσα που ορίζει ο νόμος."

Αυτός ο νόμος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την περίπτωσή μας, γιατί απλούστατα αποκαλύπτει τη "λογική" του Συντάγματος. Από αυτήν τη "διαβάθμιση" μπορεί κάποιος να "οδηγηθεί" στο κρυφό μέρος του Συντάγματος. Τι σημαίνει αυτό στην περίπτωσή μας; Ότι το λογικό είναι ότι, όταν το κράτος δικάζει πολίτες για συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί αποκλειστικά ένορκους λαϊκούς δικαστές. Γιατί; Γιατί, όταν δικάζεις κάποιον, ανοίγεις αναγκαστικά "διάλογο" μ' αυτόν. Ανοίγει "διάλογο" ο κρινόμενος με τον κριτή κι αυτό είναι βασική αρχή της δημοκρατίας. Αυτό όμως δεν είναι τόσο απλό, γιατί τα διαφορετικά επίπεδα των εγκλημάτων ορίζουν και τα επίπεδα που αναπτύσσεται ο "διάλογος". Δεν μπορεί για παράδειγμα ένας κοινός κλέφτης ν' ανοίξει "διάλογο" με την κυβέρνηση ή τον λαό. Δεν μπορεί για παράδειγμα να αγνοήσει τους δικαστές του και να απαιτήσει από την κυβέρνηση ή τον λαό να πάρει θέση για την περίπτωσή του. Ο διάλογός του περιορίζεται εντός του δικαστηρίου και η αντιδικία του έχει σχέση μ' αυτόν που τον κατηγορεί.

Αυτό δεν γίνεται επειδή ο πολίτης είναι μια αμελητέα ποσότητα και δεν δικαιούται ν' ασχοληθεί ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση με το πρόβλημά του, όποιο κι αν είναι αυτό. Αυτό γίνεται για πρακτικούς λόγους, εφόσον δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας στο θέμα της δικαιοσύνης. Ο δικαστής δεν έχει λόγο να ευνοήσει ή να αδικήσει έναν κοινό κλέφτη. Δεν έχει δηλαδή συγκρουόμενα συμφέροντα μ' αυτόν. Είτε είναι ομοϊδεάτης του είτε όχι, θα τον κρίνει αμερόληπτα, γιατί δεν έχει κανέναν λόγο να κάνει κάτι άλλο. Δεν κρίνεται από την τύχη ενός κλέφτη το συμφέρον της πολιτικής παράταξης που αυτός πιστεύει, ώστε αυτό να επηρεάσει την κρίση του δικαστή. Αυτό το αναγνωρίζει το Σύνταγμα στον δικαστή και του δίνει το δικαίωμα να αντιπροσωπεύει στο δικαστήριο τόσο την κυβέρνηση όσο και τον λαό. Ο δικαστής δηλαδή μιλάει εξ ονόματος της κυβέρνησης και του λαού και αποφασίζει για τον κοινό εγκληματία.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι στα δικαστήρια ανοίγει ο "διάλογος", μόνον όταν δεν υπάρχει περίπτωση να αδικηθεί ο κατηγορούμενος. Ανοίγει, όταν αυτός ο οποίος κρίνει "ακούει" τον κατηγορούμενο και δεν προαποφασίζει γι' αυτόν, εξαιτίας άλλων δεδομένων, που δεν βρίσκονται μέσα στο δικαστήριο. Ο δικαστής "ακούει" τους αντίδικους και τους κρίνει. "Συνδιαλέγεται" μ' αυτούς και βγάζει την απόφασή του, η οποία δεν αμφισβητείται, γιατί δεν μπορεί κάποιος ν' αποδείξει ότι είναι αναξιόπιστη ή ότι κρύβει μέσα της την υστεροβουλία.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που αυτή η απόφαση μπορεί να είναι καί αναξιόπιστη καί υστερόβουλη; Τι γίνεται δηλαδή αν ο κατηγορούμενος έχει ενστάσεις και αμφισβητεί την αξιοπιστία του δικαστή; Μπορεί να συμβεί αυτό; Βεβαίως και μπορεί. Αν αλλάξει το επίπεδο του εγκλήματος, αλλάζει και το επίπεδο του δικαστή. Δικαστής πάντα είναι αυτός ο οποίος έχει δικαίωμα να κρίνει και ν' αποφασίζει, χωρίς να αμφισβητείται. Ένα "ανώτερο" έγκλημα δεν μπορεί να κριθεί από έναν κοινό δικαστή.

Τι θα πει "ανώτερο" έγκλημα; Δεν θ' ασχοληθούμε με πολύπλοκες υποθέσεις. Θα εξετάσουμε μια απλή περίπτωση "ανώτερου" εγκλήματος, που δεν είναι και σπάνιο, ειδικά στις "Μπανανίες", όπου τα πολιτικά εγκλήματα είναι καθημερινές πρακτικές. Έστω ότι σε μια εκλογική διαδικασία κάποιος πολίτης αντιλαμβάνεται έναν κυβερνητικό υπάλληλο ή έναν αστυνομικό να πραγματοποιεί νοθεία υπέρ του κυβερνητικού συνδυασμού. Αντιλαμβάνεται δηλαδή ένα κρατικό όργανο, που είναι υποχρεωμένο να δρα "ουδέτερα", να λειτουργεί κομματικά. Έστω ότι από ανεξέλεγκτο δυναμισμό καταστρέφει την κάλπη και βιαιοπραγεί εις βάρος του αστυνομικού οργάνου.

Ό,τι κάνει εκείνη την ώρα αποτελεί έγκλημα. Αν το έκανε για ιδιοτελείς λόγους, θα δικαζόταν με τις κοινές διαδικασίες και θα πήγαινε κατ’ ευθείαν φυλακή. Στην περίπτωση αυτήν όμως δεν υπάρχουν τέτοιοι λόγοι. Δεν είναι κλέφτης, που βιαιοπράγησε εναντίον του αστυνομικού που τον συνέλαβε. Είναι πολίτης, που ένιωσε απειλή για τα ιδεολογικά του "πιστεύω" από κρατικό "όργανο" και αντέδρασε με απαράδεκτο τρόπο για σωστούς όμως λόγους. Άρα πρέπει να κριθεί με άλλα κριτήρια. Είναι ταυτόχρονα καί κατηγορούμενος καί κατήγορος. Είναι κατηγορούμενος σ' ό,τι αφορά το πρόσωπο που έθιξε με τις ενέργειές του και είναι κατήγορος σ' ό,τι αφορά το πολιτικό "διευθυντήριο", που έδωσε την εντολή σ' αυτό το "όργανο" να παραβιαστούν κανόνες της δημοκρατίας.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι δεν μπορεί ένας τακτικός δικαστής ν' αποφασίσει μόνος του για ένα "ανώτερο" έγκλημα. Γιατί; Γιατί απλούστατα αμφισβητείται η αξιοπιστία του. Αμφισβητείται, όχι επειδή υπάρχουν κάποιες αποδείξεις γι' αυτό, αλλά μόνο και μόνο επειδή ως δικαστής —και άρα ως κρατικός υπάλληλος— αντιπροσωπεύει έναν κρατικό μηχανισμό, του οποίου η διαχείριση γίνεται από μια κυβέρνηση με μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Από μια κυβέρνηση, που εκείνη τη στιγμή κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε κρατικό υπάλληλο, για να υπηρετήσει τα ιδεολογικά και κομματικά της συμφέροντα. Αμφισβητείται ο δικαστής, που είναι επίσης κρατικός υπάλληλος, ακόμα και για λόγους που έχουν να κάνουν με την προσωπική του ιδεολογική επιλογή, παρ' όλο που η ελευθερία της επιλογής προβλέπεται από το Σύνταγμα.

Γιατί αμφισβητείται; Γιατί το "ανώτερο" έγκλημα είναι πολυεπίπεδο και αλλάζουν οι ιδιότητες των διαδίκων ανάλογα με τα επίπεδα που κρίνονται. Στο βασικό επίπεδο, που είναι το ποινικό, υπάρχουν τα συμβατικά δεδομένα, που το αφορούν πάντα. Υπάρχει ο κατηγορούμενος και το θύμα. Υπάρχει και ο ανάλογος ποινικός νόμος, που αφορά την περίπτωσή τους. Όμως, αυτός ο νόμος είναι εξαιρετικά απλοϊκός σ' ό,τι αφορά τα κίνητρα της όποιας πράξης. Στηρίζεται στο δεδομένο ότι μια πράξη γίνεται για ιδιοτελείς σκοπούς. Δεν προβλέπει πράξεις που έγιναν με διαφορετικά κίνητρα, που είναι "ανώτερα" των ιδιοτελών. Εξαιτίας αυτών των κινήτρων προκύπτει το ανώτερο επίπεδο της ίδιας δίκης. Σ' αυτό το επίπεδο όμως αλλάζουν και οι ιδιότητες των διαδίκων. Σ' αυτό το επίπεδο ο κατηγορούμενος γίνεται κατήγορος, εφόσον υπήρξε θύμα αυτού που στο ποινικό επίπεδο ήταν θύμα.

Επιπλέον, στο επίπεδο του πολιτικού εγκλήματος οι διάδικοι δεν είναι "μόνοι" τους. Αντιπροσωπεύουν δυνάμεις, που εκείνη τη στιγμή αντιδικούν μεταξύ τους. Μέσα στο δικαστήριο είναι πάρα "πολλοί" αυτοί οι οποίοι δικάζονται. Είναι πάρα "πολλοί" αυτοί οι οποίοι κατηγορούν και κατηγορούνται. Η δίκη δηλαδή αναγκαστικά έχει δύο επίπεδα. Το βασικό επίπεδο, που είναι αυτό των προσώπων που αντιδικούν και το ανώτερο επίπεδο, το οποίο είναι αυτό των πολιτικών δυνάμεων που αυτοί αντιπροσωπεύουν και των οποίων δυνάμεων τα συμφέροντα τους οδήγησαν εκεί όπου τους οδήγησαν.

Στο επίπεδο αυτό ένας πολίτης μπορεί να έχει ως αντίδικο την κυβέρνηση και αυτός που μπορεί να τον κρίνει είναι αυτός που μπορεί να τον "ακούσει" και έχει κάθε λόγο να το κάνει. Ποιος είναι αυτός; Το κράτος και ο λαός, που είναι οι θεματοφύλακες του Συντάγματος και βρίσκονται υπεράνω της κυβέρνησης. Ο δικαστής στην περίπτωση αυτήν χάνει ιδιότητες, εφόσον παύει ν' αντιπροσωπεύει τον λαό και την κυβέρνησή του. Ο δικαστής αντιπροσωπεύει μόνον το κράτος και στην ουσία διαχειρίζεται τη δίκη και δεν δικάζει ο ίδιος. Ακόμα και μία υποψία ιδεολογικής προτίμησης από την πλευρά του, μπορεί να γίνει αιτία αντικατάστασής του.

Τι κάνεις στην περίπτωση αυτήν; Δεν επιτρέπεις στον δικαστή να μιλάει και ν' αποφασίζει εξ ονόματος της κυβέρνησης και του λαού. Η κυβέρνηση στην περίπτωση αυτήν είναι κατηγορούμενη και ως εκ τούτου είναι ασύμβατη η ιδιότητά της ως κριτή αυτού που αδίκησε πρώτη η ίδια. Από εκεί και πέρα αναγκαστικά βάζεις και τον λαό "μέσα" στο δικαστήριο, γιατί υπάρχει περίπτωση να επηρεάσει η κυβέρνηση τον δικαστή, που είναι κρατικός υπάλληλος. Για λόγους λοιπόν αξιοπιστίας, συνθέτεις μικτά ορκωτά δικαστήρια, των οποίων την τελική απόφαση έχουν στα χέρια τους πολίτες, αλλά σημαντικό μερίδιο της απόφασης αυτής παίρνουν και οι τακτικοί δικαστές, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα της δίκης σε περίπτωση διχογνωμίας των πολιτών. Η άποψη του κράτους δηλαδή δεν είναι η κυρίαρχη κι απλά σε περίπτωση διχογνωμίας ισχυροποιεί αυτόν με τον οποίον συμφωνεί.

Οι δίκες αυτές είναι υποχρεωτικό να τυγχάνουν μεγάλης δημοσιότητας, εφόσον ο "διάλογος" αφορά τα συμφέροντα των πολιτών. Είναι υποχρεωμένη η κυβέρνηση ν' ανοίξει "διάλογο" με τον αντίδικό της και να εξηγήσει τις επιλογές της. Είναι αναγκασμένη να δώσει λόγο για τις πράξεις της, εφόσον εκείνη την ώρα δίνει εξηγήσεις στον λαό που την κρίνει. Η δίκη δηλαδή εξελίσσεται σε δύο διαφορετικά ακροατήρια. Το ένα είναι αυτό του δικαστηρίου και το άλλο είναι αυτό της κοινωνίας. Οι ένορκοι λαϊκοί δικαστές δηλαδή έχουν διπλό ρόλο. Αποτελούν το μέρος του λαού που "μπαίνει" μέσα στο δικαστήριο και είναι το "μέσον" με το οποίο βγαίνει η υπόθεση από το δικαστήριο. Είναι απαραίτητο να συμβεί αυτό, γιατί αυτό συμφέρει την κοινωνία και τη δημοκρατία. Μπορεί μέσα στο δικαστήριο μια κυβέρνηση να δικαιωθεί, επειδή το κράτος μέσω του δικαστή τη βοήθησε, αλλά μπορεί μέσα στην κοινωνία να συμβεί το ακριβώς αντίθετο κι αυτό να φανεί στις εκλογές. Μπορεί δηλαδή στο ποινικό επίπεδο να τιμωρηθεί ο πολίτης, που είναι κατηγορούμενος, αλλά στο πολιτικό επίπεδο, που είναι κατήγορος, να δικαιωθεί. Μπορεί δηλαδή να κερδίσει πολιτικά την υπόθεση, άσχετα αν τιμωρηθεί στο ποινικό επίπεδο.

Στο σημείο αυτό μπορεί ν' αντιληφθεί ο αναγνώστης και το ποιόν του ατόμου που σήμερα εκφράζει την κυβέρνηση και είναι ο κυβερνητικός εκπρόσωπός της. Τι είναι αυτός; Αν δεν είναι παντελώς άσχετος με τη λειτουργία της δημοκρατίας, είναι ένας κοινός υποκριτής και ψεύτης. Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί σε πρόσφατη δήλωσή του είπε το εξής απίστευτο. Είπε ότι η κυβέρνηση δεν ανοίγει διάλογο με τους τρομοκράτες και ότι το θέμα ανήκει αποκλειστικά στη δικαιοσύνη. Επέμεινε μάλιστα να τους αποκαλεί "ληστές".

Που βρίσκεται η υποκρισία; Στο εξής απλό. Η κυβέρνηση δεν πρέπει απλά να πάρει θέση στα όσα ισχυρίζεται ένας πολιτικός κρατούμενος για λόγους ευαισθησίας. Είναι υποχρεωμένη να το κάνει. Ο τρομοκράτης είναι κατήγορος στο πολιτικό επίπεδο. Τρομοκράτες και εξουσία στο επίπεδο αυτό είναι αντίδικοι. Είναι υποχρεωμένη η κυβέρνηση να απαντήσει για τα όσα την κατηγορεί και είναι υποχρεωμένη ν' αντιμετωπίσει τις κατηγορίες του. Γιατί είναι υποχρεωμένη; Γιατί έτσι θέλει ο κυρίαρχος λαός, που πρέπει να κρίνει έναν πολίτη για την πολιτική διάσταση της όποιας ενέργειάς του. Δεν πρόκειται για κάποιον κλέφτη, που η περίπτωσή του αποτελεί αντικείμενο της τακτικής δικαιοσύνης.

Γι' αυτόν τον λόγο και εκ του πονηρού επιμένει να τους χαρακτηρίζει σαν "ληστές". Επιλέγει μια κατώτερη ποινικά ιδιότητά τους, γιατί είναι επικίνδυνο να τους λέει δολοφόνους και να εστιάζει το ενδιαφέρον του κόσμου στις δολοφονίες και άρα στο πολιτικό μέρος της δραστηριότητάς τους. Επιμένει να επιδιώκει την εγκληματικοποίηση της τρομοκρατίας. Επιμένει ν' αποκαλεί τους τρομοκράτες "ληστές", ενώ αυτοί είναι πάνω απ' όλα φονείς. Επιμένει, γιατί θέλει να κριθούν σε όλα τα επίπεδα αποκλειστικά από τα δικαστήρια και όχι από τον λαό. Επιμένει, όχι γιατί φοβάται ότι ως πολιτικοί δολοφόνοι θα τη "γλιτώσουν", αλλά γιατί δεν θέλει να γνωρίζει ο κόσμος τι συμβαίνει.

Σ' αυτό το σημείο μπορούν οι τρομοκράτες ν' ακολουθήσουν τη "συμβουλή" του Υδροχοϊσμού. Να ανέβουν ένα επίπεδο και ν' αλλάξουν άρδην τα δεδομένα. Το επίπεδο όμως αυτό δεν είναι απλό. Απαιτείται να έχει γνώση κάποιος, για να μπορεί να το εκμεταλλευτεί. Τι συμβαίνει σ' αυτό το επίπεδο; Το εξής: Οι δίκες στο επίπεδο αυτό είναι τρεις. Αλλάζουν όλα τα δεδομένα και οι ιδιότητες που ισχύουν στο δεύτερο επίπεδο. Οι τρομοκράτες είναι κατηγορούμενοι για το ποινικό μέρος της υπόθεσης. Είναι κατήγοροι και κατηγορούμενοι για το πολιτικό μέρος της υπόθεσης και τέλος είναι απλώς κατήγοροι για το συνταγματικό μέρος.

Όμως, το πρόβλημα εδώ είναι το εξής: Για να εκδικαστεί το πρώτο ή το δεύτερο μέρος της υπόθεσης, που αφορά το ποινικό ή το πολιτικό αδίκημά τους, θα πρέπει πρώτα να εκδικαστεί το τρίτο. Γιατί; Γιατί τους προστατεύει το Σύνταγμα με τη διάταξη που προαναφέραμε. Από τη στιγμή που το ίδιο το Σύνταγμα προτρέπει τον πολίτη να το προστατεύσει "με κάθε μέσο", ευνόητο είναι ότι θα πρέπει πρώτα να διερευνηθεί η "καταγγελία" των τρομοκρατών. Θα πρέπει να εκδικαστεί πρώτα η περίπτωση στην οποία οι τρομοκράτες είναι κατήγοροι και άρα θα πρέπει να κριθούν αυτοί οι οποίοι έπεσαν θύματά τους. Μόνον αν αποδειχθεί ότι όλοι αυτοί οι "κατηγορούμενοι" δεν διέπραξαν κανένα συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ, ξαναξεκινάει η διαδικασία πτώσης επιπέδων και άρα η δίκη των τρομοκρατών ως κατηγορουμένων. Μέχρι όμως τα αρμόδια δικαστικά όργανα ν' αποφανθούν ότι πράγματι τα θύματα των τρομοκρατών δεν υπέπεσαν σε συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, οι τρομοκράτες είναι μόνιμα κατήγοροι.

Στην περίπτωση αυτήν τα πράγματα δεν είναι απλά. Γιατί; Γιατί, όταν πρόκειται περί συνταγματικής δίκης, στην ουσία το ίδιο το κράτος είναι ο κατηγορούμενος. Αυτό είναι που λογοδοτεί απέναντι στους πολίτες, γιατί αυτό με δικές του παραβλέψεις προκάλεσε τα εγκλήματα κάποιων πολιτών. Ο τακτικός δικαστής στο επίπεδο αυτό είναι απλός συντονιστής της δίκης, χωρίς καν δικαίωμα ψήφου. Ο λαός είναι ο μόνος κριτής κι "ακούει" τις καταγγελίες του πολίτη. Ο λαός θ' αποφασίσει για το τι θα επιβάλει στο κράτος ως τιμωρία του. Σ' αυτό το επίπεδο δεν μπορεί ούτε η κυβέρνηση ν' ανοίξει διάλογο με τους κατήγορους. Γιατί; Γιατί είναι ένας "κατώτερος" παράγοντας, που εκείνη την ώρα ελέγχεται για τα έργα του. Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβει δηλαδή και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πόσο βαθιά νυχτωμένος είναι σ' ό,τι αφορά τις διαδικασίες της δημοκρατίας από την οποία πληρώνεται και θησαυρίζει. Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβει ο φασίστας τι σημαίνει "κυρίαρχος λαός". Για να καταλάβει ότι η κυβέρνηση δεν είναι ο ανώτατος παράγοντας της κοινωνίας, που ό,τι λέει αποτελεί θέσφατο.

Αυτή η δυνατότητα να δικάζει ο κυρίαρχος λαός το ίδιο το κράτος είναι αυτό που κάνει το ελληνικό Σύνταγμα ένα από τα καλύτερα Συντάγματα στον κόσμο και την Ελλάδα μια λαμπρή δημοκρατία. Μια λαμπρή δημοκρατία, που στο επίπεδο του λαού είναι ακόμα πιο λαμπρή και πάντα ξεπερνάει με άριστο τρόπο τις προκλήσεις. Προκλήσεις, που τείνουν να την παρασύρουν κι αυτήν αντιστέκεται. Προκλήσεις, που ξεπερνάει επιτυχώς, όπως αυτήν με τη δίκη του Λεσπέρογλου.

Μέσα σ' ένα κλίμα αντιτρομοκρατικής υστερίας και πιέσεων, οι Έλληνες έδειξαν ότι μπορούν ν' αντέξουν στην αθλιότητα της Νέας Τάξης. Μέσα σ' ένα δικαστήριο απαράδεκτα για δημοκρατικό καθεστώς εχθρικό για τον κατηγορούμενο, με έναν απερίγραπτο εισαγγελέα να μην δέχεται κανένα ελαφρυντικό, ψευδομάρτυρες με "περίεργη" μνήμη, που, αντί να ατονεί στον χρόνο οξύνεται και μια κυβέρνηση η οποία, υποτασσόμενη στις αμερικανικές πιέσεις, επιθυμούσε διακαώς την καταδίκη, οι λαϊκοί δικαστές άντεξαν. Άντεξαν και αθώωσαν τον κατηγορούμενο. Αντέδρασαν στις πιέσεις της κυβέρνησης, που μετέτρεψε τη δικαστική καταδίκη σε πολιτική επιλογή και έκαναν αυτό που συνέφερε τον λαό.

Είναι τόσο ιδιόμορφη η περίπτωση αυτή, που, ακόμα κι αν υπήρχαν λαϊκοί δικαστές οι οποίοι δεν θα πίστευαν στην αθωότητά του, μπορεί να ψήφιζαν υπέρ αυτής μόνο και μόνο για να μην "περάσει" η μεθόδευση της Νέας Τάξης. Το θέμα είναι ότι με την ετυμηγορία τους στη δίκη αυτήν απέδειξαν τη χρησιμότητα που έχει για τη δημοκρατία ο θεσμός των λαϊκών δικαστών. Των δικαστών, που τα συμφέροντά τους ταυτίζονται μ' αυτά της κοινωνίας και οι οποίοι δεν μπορούν να πιεστούν σαν "μισθοφόροι" υπάλληλοι της κάθε κυβέρνησης. Αντιστάθηκαν στις καταδικαστικές δικαστικές ψήφους και αθώωσαν έναν κατηγορούμενο, "περνώντας" στην Νέα Τάξη το μήνυμα ότι δεν θα περάσει ο φασισμός της. Το μήνυμα ότι δεν θα επιτρέψουν στην εξουσία να απειλεί με καταδίκες όποιον την απειλεί. Εξευτέλισαν τις μεθοδεύσεις της εξουσίας, η οποία δια στόματος του γνωστού Μητσοτάκη έσπευσε να κατηγορήσει τον θεσμό των μικτών δικαστηρίων. Ο "αποστάτης" τόλμησε και έκρινε το ίδιο το Σύνταγμα. Όλους αυτούς τους αγνόησαν οι ένορκοι και αθώωσαν τον Λεσπέρογλου. Αυτοί είναι οι τρομεροί Έλληνες και ανάλογα ισχυρή είναι και η δημοκρατία τους.

Μια δημοκρατία, που δεν έχει σχέση με τις αγγλοσαξονικές "Μπανανίες" τύπου Βρετανίας και ΗΠΑ. Τα πράγματα στις "Μπανανίες" αυτές θα ήταν τελείως διαφορετικά, αν μπορούσαν έστω και για μία φορά οι λαοί τους ν' αντέξουν την πίεση της εξουσίας τους και την προπαγάνδα. Θα ήταν τελείως διαφορετικά, αν μπορούσαν έστω και μία φορά να δικάσουν οι λαοί τα κράτη τους? αν αυτοί ήταν κυρίαρχοι και όχι η βασίλισσα ή ο πρόεδρός τους, που αντιπροσωπεύουν την εξουσία και είναι ανεξέλεγκτοι. Τόσο ανεξέλεγκτοι, που πρόσφατα επανέφεραν έναν μεσαιωνικό νόμο, που δίνει τη δυνατότητα σε κρατικούς υπαλλήλους να εκτελούν πολίτες, σε περίπτωση που αυτό "συμφέρει" το κράτος και την εξουσία.

Θα ήταν διαφορετικό το ιρλανδικό ζήτημα, αν το βρετανικό σύστημα καθόταν έστω και μία φορά στο "σκαμνί" για τη συμπεριφορά του στην Ιρλανδία. Με πρόφαση ένα "χτύπημα" του IRA, θα λύνονταν πολλά από τα κοινωνικά της προβλήματα. Προβλήματα, που αποτελούν έναν "γόρδιο δεσμό" κι έχουν ως αποτέλεσμα την κοινωνική αδικία. Γιατί; Γιατί εξαιτίας της αποικιοκρατικής πολιτικής των Βρετανών στην Ιρλανδία βρίσκει νομικό άλλοθι και μπαίνει μέσα στη βρετανική κοινωνία και η ταξική αποικιοκρατία των λόρδων.

Δεν συμφέρει τους λόρδους ένα δημοκρατικό Σύνταγμα και το πολεμούν με κάθε τρόπο. Αναπτύσσουν την άμυνά τους με το ιρλανδικό ζήτημα και άρα πολύ πριν αυτό φτάσει στην "πόρτα" τους και έρθουν σε σύγκρουση με τα πραγματικά τους θύματα, που είναι οι ομοεθνείς τους. Αποστρέφονται το Σύνταγμα, υποτίθεται για λόγους εθνικούς, ενώ στην πραγματικότητα το φοβούνται για τα ιδιωτικά τους συμφέροντα. Αν πάψει να έχει νομικό έρεισμα η βρετανική αποικιοκρατία στην Ιρλανδία, σύντομα θα πάψει να έχει έρεισμα και η αποικιοκρατία των λόρδων μέσα στην ίδια τη Βρετανία. Αν πάψουν οι Βρετανοί να κλέβουν "ελέω θεού" τους Ιρλανδούς, θα πάψουν και οι λόρδοι να κλέβουν "ελέω βασίλισσας" τους Βρετανούς.

Το ίδιο ισχύει και για τις ΗΠΑ. Πολλοί πόλεμοί της θα σταματούσαν, αν καθόταν στο "σκαμνί" η εξουσία της. Πολλοί Ιρακινοί ή Γιουγκοσλάβοι αλλά και Αμερικανοί στρατιώτες θα γλίτωναν, αν με πρόφαση ένα τρομοκρατικό χτύπημα αμερικανού πολίτη δικαζόταν το σύστημά της από τον αμερικανικό λαό. Μπορεί να φανταστεί ο αναγνώστης τι κέρδος θα υπήρχε για την παγκόσμια ειρήνη, αν κάποιος Αμερικανός πολίτης δολοφονούσε την αιμοβόρα "σκλάβα" Κοντολίζα Ράϊζ; Τι κέρδος θα υπήρχε από τον μεμονωμένο θάνατο ενός λυσσασμένου "σκύλου", που το μόνο το οποίο τον ενδιαφέρει είναι να υπηρετεί πιστά τους κυρίους του;

Το κέρδος σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ότι, εξαιτίας ενός θανάτου, θα γινόταν ορατά όλα τα υπόλοιπα "σκυλιά" της αμερικανικής εξουσίας. Το κέρδος θα ήταν ότι, θα δινόταν επιτέλους η ευκαιρία στον αμερικανικό λαό να "δει" αυτά τα οποία δεν του επιτρέπονται να "βλέπει" και είναι τα εγκλήματα που γίνονται στο "όνομά" του. Μετά από ένα τέτοιο συμβάν, θα μπορούσε να δει και να κρίνει. Να δικάσει την εξουσία του, που στο όνομα της ειρήνης έχει αιματοκυλίσει τον πλανήτη. Να δικάσει τους "σκλάβους", που, για να εξυπηρετήσουν τα "αφεντικά" τους, σκοτώνουν χιλιάδες συνανθρώπους μας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Να δικάσει τους ηλίθιους, που με τα εγκλήματά τους οδήγησαν τα θύματά τους πάνω στους "δίδυμους" πύργους.

Αυτά όλα όμως τα τρομερά νομικά μέσα δεν ισχύουν στις διάσημες "Μπανανίες", ενώ ισχύουν στην ταπεινή Ελλάδα. Στην Ελλάδα ο λαός είναι πραγματικά κυρίαρχος κι απλά συμβαίνει πολλές φορές να μην γνωρίζει τα δικαιώματά του. Νομικά όμως έχει τα "όπλα" να δικάσει το κράτος του ανά πάσα στιγμή. Νομικά έχει τα μέσα να επιλέξει τον τρόπο της λειτουργίας του με βάση τα δικά του συμφέροντα και όχι αυτά της εξουσίας. Αυτό προτείνουμε εμείς σήμερα. Η λειτουργία του ελληνικού κράτους, εξαιτίας των νεοταξικών απαιτήσεων, αρχίζει κι εκφυλίζεται προς το αγγλοσαξονικό μοντέλο. Σ' αυτό το επίπεδο μπορεί να μας βοηθήσει η υπόθεση της 17 Νοέμβρη. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρούμε επιβεβλημένο να εκμεταλλευτούμε το φαινόμενο της τρομοκρατίας και να δικάσουμε το κράτος και τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ που αυτό παράγει.

Στην περίπτωση αυτήν το κράτος, ως κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο από το Σύνταγμα να βρει τις αποδείξεις που χρειάζεται, για ν' αποδείξει την "αθωότητά" του. Είναι υποχρεωμένο να λογοδοτήσει στο "αφεντικό" του. Το κράτος μόνο του πρέπει να βρει αν τα στελέχη του ή οι ιδιώτες που συναλλάσσονταν μ' αυτό ήταν ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ή όχι. Αυτό πρέπει να βρει αν αυτοί τους οποίους εμπιστεύτηκε και άρα το ίδιο τούς δημιούργησε διέπραξαν τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ για τα οποία κατηγορούνται. Αυτό πρέπει να βρει αν ήταν ή δεν ήταν ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ οι κατηγορούμενοι, είτε αυτοί είναι τα νεκρά θύματα της οργάνωσης είτε είναι οι επιζώντες από τα αποτυχημένα χτυπήματα.

Το κράτος δηλαδή πρέπει να βρει τα "σφάλματά" του και να τα προσφέρει στον λαό προς κρίση, ώστε αυτός ως κυρίαρχος να πράξει ανάλογα. Να προσπαθήσει —με προσθαφαιρέσεις νόμων και διατάξεων στο Σύνταγμα— να το βελτιώσει, ώστε να μην επαναληφθούν ανάλογα περιστατικά, που επιβαρύνουν τη λειτουργία του και βέβαια ωθούν τους πολίτες στη συνταγματική αυτοδικία. Αυτή η δημοκρατική διαδικασία κάνει το Σύνταγμα ένα σοβαρό "εργαλείο" της δημοκρατίας, εφόσον του επιτρέπει να βελτιώνεται μέσω των λαθών του.

Οι τρομοκράτες, ως κατήγοροι, έχουν δικαίωμα να παραγγείλουν στα όργανα του κράτους ν' αναζητήσουν την επιβεβαίωση των καταγγελιών τους και άρα να "δικάσουν" τα θύματα. Η δίκη των θυμάτων είναι απλή κι ανήκει στην αρμοδιότητα της τακτικής δικαιοσύνης, γιατί τα θύματα κατηγορούνται για κλοπές και κατάχρηση εξουσίας. Είναι μια υπόθεση καθαρά ποινική στο επίπεδο που αφορά τα θύματα αυτά. Οι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ κατηγορούνται για απλά ποινικά αδικήματα και άρα μπορεί το σύστημα της δικαιοσύνης να αποφανθεί γι' αυτούς με βάση τους νόμους που υπάρχουν και βέβαια τα στοιχεία που τους αφορούν.

Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε πιο πάνω για συγκεκριμένη στρατηγική και για επιλεγμένη "συγνώμη" από την πλευρά των τρομοκρατών. Η "συγνώμη" των τρομοκρατών μπορεί στο προσωπικό ή το ηθικό επίπεδο να φαίνεται ασήμαντη, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο στο συνταγματικό. "Συγνώμη" στο επίπεδο αυτό σημαίνει ότι απλά δεν σε κατηγορώ. Ότι δεν ζητώ να δικαστείς για ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Νομικά αυτή η "συγνώμη" είναι απόλυτα όμοια με τη "συγνώμη" που ζητάνε τα κράτη για "παράπλευρα" θύματα όταν πολεμούν. Είναι όμοια, εφόσον, τόσο το κράτος, όταν δραστηριοποιείται, όσο και ο πολίτης, όταν προστατεύει το Σύνταγμα, στο ίδιο επίπεδο κινούνται από πλευράς δικαιωμάτων. Το μέγεθος του δημόσιου κέρδους είναι τόσο μεγάλο, που δικαιολογεί ακόμα και "παράπλευρες" απώλειες.

Εδώ πρέπει ο αναγνώστης να καταλάβει μερικά βασικά πράγματα, για να μην παρεξηγήσει την όλη προσέγγισή μας. Για να μην παρεξηγήσει τη φαινομενικά "φιλοτρομοκρατική" προσέγγισή μας. Αυτό που συμβαίνει είναι το εξής: Ο άνθρωπος ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη φύση του. Πάντα το ένα μέρος του θα είναι ζωικό και θα λειτουργεί με βάση τα ένστικτά του. Δεν είναι θεός, ώστε να μην αντιμετωπίζει ποτέ το πρόβλημα επιβίωσης. Είναι θνητός, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να κινδυνεύσει και ως εκ τούτου να ενεργοποιήσει τα ένστικτά του, που πολλές φορές μπορεί να είναι θανατηφόρα.

Για όσο διάστημα δεν θα επιλύονται τα κοινωνικά προβλήματα και θ' απειλείται η επιβίωσή του, θα γίνεται επικίνδυνος απέναντι στον όποιο θεωρεί ότι την απειλεί. Πάντα δηλαδή θα τίθεται μέσα στην κάθε κινδυνεύουσα κοινωνική ομάδα θέμα λογιστικής. Πάντα θ' αντιδρά βίαια ένας λαός ή μια κοινωνική τάξη, όταν αντιλαμβάνονται ότι κινδυνεύει η επιβίωση τους ή όταν αντιλαμβάνονται ότι απειλούνται τα συλλογικά τους συμφέροντα. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει λύση, που ν' αντιπροσωπεύει το αντικειμενικά και απόλυτα "καλό", πάντα θα επιλέγεται με υποκειμενικά κριτήρια το λιγότερο "κακό".

Πάντα δηλαδή θα "ζυγίζεται" το ένα "κακό" σε σχέση με κάποιο άλλο επίσης "κακό". Σ' αυτό το σημείο μπαίνει η λογιστική και η υποκειμενική κρίση. Αν μια κοινωνία ή μια κοινωνική τάξη πιστεύει ότι την συμφέρει ο θάνατος λίγων ανθρώπων, προκειμένου να σωθεί στο σύνολό της, πάντα θα τον επιλέγει ως λύση. Πάντα κάποιοι λίγοι θα θυσιάζονται, για τη σωτηρία των πολλών. Από την αυτοθυσία του Χριστού, για να σωθεί ο κόσμος, μέχρι και έναν πόλεμο υπέρ της πατρίδας, η λογική είναι ίδια και είναι απόλυτα λογιστική. Συμφέρει να θυσιαστούν λίγοι, για να σωθούν οι υπόλοιποι.

Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το ξεπεράσει ο άνθρωπος, αν βρεθεί υπό απειλή, είτε ως άτομο είτε ως κοινωνία. Από τους ανθρώπους που διέπραξαν κανιβαλισμό, προκειμένου να επιβιώσουν, μέχρι την αυτοθυσία ενός λαού, που δέχεται επίθεση και σπεύδει ν' αμυνθεί, πάντα θα υπάρχει η λογιστική του θανάτου. Όταν η επιβίωση ή η ελευθέρια θα απαιτήσει θυσία, ο άνθρωπος δεν θα διστάσει να κάνει την επιλογή του. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια της ανθρώπινης λογικής μπορεί ακόμα κι ένα Σύνταγμα να δικαιολογεί τα "παράπλευρα" θύματα. Αν δεν τα δικαιολογούσε, δεν θα μπορούσε να κάνει ούτε καν αμυντικούς πολέμους. Δεν θα μπορούσε να επιβάλει σε κανέναν πολίτη να πολεμήσει υπέρ της πατρίδας.

Αν δεν καταλάβουμε αυτήν τη λογική, δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε αυτά που καλώς ή κακώς συμβαίνουν γύρω μας. Δεν θα καταλάβουμε για παράδειγμα πώς είναι δυνατόν να θυσιάζει κάποιος τη ζωή του, υποτίθεται για να ζήσει ελεύθερα. Δεν θα καταλάβουμε τι νόημα έχει η δήλωση ενός τρομοκράτη, που, ενώ σκοτώνει ανθρώπους, λέει ότι σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Βγήκαν όλοι οι "πολιτισμένοι", που κατά σύμπτωση είναι βολεμένοι κι απόρεσαν με αυτήν τη δήλωση. Έσπευσαν να κατηγορήσουν και να λοιδορήσουν αυτόν που την έκανε. Προφανώς έρχονται από το φεγγάρι και δεν γνωρίζουν τα ανθρώπινα. Δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη φύση.

Οι άνθρωποι αυτοί, που ονομάζουμε "τρομοκράτες", πρέπει να κριθούν γι' αυτά που λένε σε άλλο επίπεδο, που δεν έχει σχέση με τη δική μας καθημερινότητα. Μέσα στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι κάνουν πόλεμο. Αισθάνονται ότι ανήκουν σε ένα μέρος της κοινωνίας που αδικείται και, θεωρώντας ότι κινδυνεύει, ξεκινάνε και κάνουν πόλεμο. Καλώς ή κακώς αυτό πιστεύουν κι αυτό ισχύει μέσα τους. Ακόμα κι ένας τρελός, που σκοτώνει, επειδή νομίζει ότι κινδυνεύει, το ίδιο πράγμα έχει στο θολωμένο μυαλό του. Τη λογιστική του θανάτου. Κάνει ό,τι τον συμφέρει, προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωσή του ή την επιβίωση της ομάδας στην οποία ανήκει.

Πριν λοιπόν αρχίσουμε τις υποκρισίες και να παριστάνουμε τους αφελείς, θα πρέπει να εξετάζουμε τα δεδομένα στο σύνολό τους. Την κοινωνία δεν την ενδιαφέρει τι λέει ο τρομοκράτης στο θεωρητικό επίπεδο. Την κοινωνία την ενδιαφέρει να μην υπάρχουν τρομοκράτες. Όπως την ενδιαφέρει να μην υπάρχουν επικίνδυνοι τρελοί ανάμεσα στα μέλη της, έτσι την ενδιαφέρει να μην υπάρχουν και επικίνδυνοι τρομοκράτες. Την ενδιαφέρει να μην ξεκινάνε πολίτες πόλεμο και άρα την ενδιαφέρει να καταργήσει όλες εκείνες τις συνθήκες που βάζουν στο μυαλό κάποιων συμπολιτών μας τη λογική του πολεμιστή.

Εξ αντικειμένου δηλαδή την ενδιαφέρει πρωτίστως ν' ακούσει τι λένε για τα όσα τους οδήγησαν εκεί όπου τους οδήγησαν και όχι οι θεωρητικές τους προσεγγίσεις πάνω σε φιλοσοφικά ζητήματα. Την ενδιαφέρει να μάθει ποιοι και ποιες καταστάσεις τους "τρέλαναν" και τους έβαλαν σε εμπόλεμη κατάσταση μέσα σε μια κοινωνία που θεωρητικά ζει εν ειρήνη. Αν δεν καταλάβεις γιατί μια κοινωνία αναγκάζει κάποιους να κάνουν εσωτερικό "πόλεμο", δεν έχεις κέρδος αν τους κρίνεις σε δευτερεύοντα ζητήματα. Δεν έχεις κέρδος, αν τους δυσφημίσεις και πείσεις τους υπόλοιπους ότι είναι τρελοί.

Έστω κι έπεισες την κοινωνία ότι αυτοί είναι τρελοί. Κέρδισε τίποτε η κοινωνία; Αν δεν αλλάξουν οι καταστάσεις που "γεννούν" τρελούς, αυτούς θα τους ακολουθήσουν άλλοι τρελοί και συνεπώς θα έχουμε κι άλλα "παράπλευρα" θύματα. Το κέρδος υπάρχει μόνον όταν επιλύονται τα προβλήματα και όχι όταν αυτά "σκεπάζονται". Αν οι τρομοκράτες δηλαδή βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με το σύστημα, είναι αληθή και ειλικρινή τα όσα δηλώνουν. Ένας πολεμιστής πράγματι μπορεί ακόμα και να σκοτώνει, χωρίς να χάνει τον σεβασμό του για την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα που ενδιαφέρει την κοινωνία. Το θέμα είναι να βρεις γιατί αυτοί ξεκινάνε πόλεμο, μήπως και μπορέσεις κι αλλάξεις τα πράγματα στο σημείο που δεν θα ξεκινάνε στον μέλλον τέτοιοι πόλεμοι και φυσικά δεν θα υπάρχουν "παράπλευρα" θύματα.

Με βάση λοιπόν αυτά τα δεδομένα και με στόχο την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, εμείς προτείνουμε στους τρομοκράτες τη διαχείριση που ισχύει σε καιρό "πολέμου". Προσπαθούμε να τους συμβουλέψουμε στη διαχείριση του προβλήματός τους, όχι επειδή τους συμπαθούμε ή επειδή συμφωνούμε με την άποψή τους, αλλά επειδή πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρχει κέρδος για την κοινωνία, αν η όλη δραστηριότητά τους δεν πάει "χαμένη" και υπέρ του συστήματος. Αναγκαζόμαστε κι εξηγούμε τα προφανή, γιατί το σύστημα, πάνω στην αγωνία του να "κλείσει" το θέμα της τρομοκρατίας, προσπαθεί να τρομοκρατήσει όλους όσους θα επιχειρήσουν να διατυπώσουν αντίθετη άποψη από τη δική του.

Μέσα σε ένα "κλίμα" αντιτρομοκρατικής υστερίας, προσπαθούν να επιβάλουν τη σιωπή. Μιμούμενοι τα υπερατλαντικά "αφεντικά" τους, προσπαθούν να επιβάλουν τη μανιχαϊστική λογική του απόλυτου αφορισμού και η οποία είναι απόλυτα εχθρική με την ελληνική λογική της ανάλυσης. Προσπαθούν να επιβάλουν στον κόσμο την άποψη ότι όποιος δεν συντάσσεται μ' αυτούς είναι εκ των δεδομένων φιλοτρομοκράτης. Εμείς αντίθετα ως Έλληνες προσπαθούμε να επιβεβαιώσουμε το γνωστό ότι "ουδέν κακόν αμιγές καλού".

Προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τη λογική τους και να δούμε τα πράγματα με έναν τρόπο, που μπορεί να εξάγει κέρδος για την κοινωνία. Κέρδος δεν υπάρχει για την κοινωνία με την απλή σύλληψη των τρομοκρατών. Ακόμα και να τους κρεμάσουμε στις πλατείες, δεν θ' απαλλαγούμε από την τρομοκρατία και πολύ περισσότερο από τα αίτια που την προκαλούν και τα οποία βέβαια δεν είναι προϊόντα της τρέλας των τρομοκρατών. Τα αίτια βρίσκονται στις συμπεριφορές των υπεράνω υποψίας επιφανών συμπολιτών μας.

Των συμπολιτών μας, που έχουν την εντύπωση ότι το κράτος τούς ανήκει και κάνουν ό,τι θέλουν. Των συμπολιτών μας, που πλουτίζουν όποτε θέλουν, πουλώντας την κρατική περιουσία και που βολεύουν τα παιδιά τους όπου θέλουν με μέσον και πάλι την ίδια περιουσία. Όταν όμως το κάνεις αυτό συστηματικά μέσα σε μια κοινωνία φτωχών κι άνεργων πολιτών, ευνόητο είναι ότι σε κάποια στιγμή κάποιοι θα "σαλτάρουν". Θα πάρουν ένα πιστόλι κι όποιον πάρει ο Χάρος. Ποιος όμως ευθύνεται σε μια τέτοια περίπτωση; Αυτός που παίρνει το πιστόλι ή αυτός που τον αναγκάζει να το κάνει; Αυτό είναι που μας απασχολεί.

Αναζητώντας λοιπόν τα αίτια της τρομοκρατίας, κάνουμε τις επιλογές που πιστεύουμε ότι ωφελούν την κοινωνία. Επιλογές όμως τις οποίες το σύστημα δεν τις ανέχεται και τις κατηγορεί. Είναι βέβαιον δηλαδή ότι σε μια κοινωνία η οποία "πελαγοδρομεί" και σε καιρούς όπου η υποκρισία περισσεύει, θ' ακούσουμε σχόλια απόλυτα αρνητικά για εμάς. Θα βγούνε οι επαγγελματίες "ειρηνιστές", "ανθρωπιστές" κι "ευαίσθητοι" και θα μας κατηγορήσουν. Το θέμα είναι όμως τι βλέπουμε εμείς και όχι τι λένε αυτοί. Εμείς βλέπουμε ότι όλοι αυτοί οι επαγγελματίες "πολιτισμένοι" κατά σύμπτωση είναι βολεμένοι, είτε μέσα στους μηχανισμούς του κράτους είτε σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες απομυζούν κέρδη από το κράτος. Έχουν όλοι πιάσει άμεσα ή έμμεσα από μια κρατική "ρώγα" και θηλάζουν. Όλοι αυτοί "ανατριχιάζουν" με το άκουσμα περί τρομοκρατίας, αλλά πρέπει να γνωρίζουν ότι και κάποιοι άλλοι "ανατριχιάζουν", όταν τους βλέπουν να πλησιάζουν τα ταμεία του κράτους.

Σ' αυτό το σημείο βρίσκεται και η διαφορά μας μ' αυτούς. Εμείς δεν είμαστε ούτε από αυτούς που προκαλούν την τρομοκρατία αλλά ούτε κι απ' αυτούς που την ασκούν. Δεν είμαστε υψηλόμισθοι κρατικοί υπάλληλοι, που "κατοικοεδρεύουν" στα δημόσια ταμεία κι ούτε είμαστε πιστολάδες. Αυτό μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα πιο "καθαρά". Δεν έχουμε να κρύψουμε κλοπές και δεν έχουμε να κρύψουμε εγκλήματα. Γι' αυτόν τον λόγο δεν χρειάζεται να είμαστε υποκριτές, όπως είναι οι "ανατριχιάζοντες" και "πολιτισμένοι" συμπολίτες μας. Αυτοί λοιπόν οι υποκριτές θα βγουν και θα μας κατηγορήσουν σαν φιλοτρομοκράτες, που —"άκουσον άκουσον"— μιλάμε για λογιστική του θανάτου.

Τους λέμε υποκριτές, γιατί εκ των δεδομένων είναι τέτοιοι. Γιατί αυτοί οι οποίοι παριστάνουν τους αθώους και οι οποίοι δεν "διαπραγματεύονται" την ανθρώπινη ζωή για κανέναν λόγο και κανέναν σκοπό, δεν είναι όπως παρουσιάζονται. Δεν είναι τόσο αθώοι όσο θέλουν να δείχνουν κι επιπλέον τον θάνατο τον "διαπραγματεύονται" όταν τους συμφέρει και άρα όταν βρίσκονται από την πλευρά των φονιάδων. Αυτοί οι οποίοι θεωρούν τους σχετικά λίγους θανάτους της τρομοκρατίας ως όνειδος του πολιτισμού είναι οι ίδιοι που είναι συνυπεύθυνοι και συνένοχοι για εκατομμύρια θανάτους. Αυτοί οι άθλιοι υποκριτές και δολοφόνοι μάς αναγκάζουν να εξηγούμε τα προφανή.

Ποια είναι τα προφανή; Ότι εμείς ποτέ δεν πήραμε θέση υπέρ της τρομοκρατίας, εφόσον δεν την θεωρούμε σοβαρή λύση των κοινωνικών προβλημάτων. Εμείς ποτέ δεν υποστηρίξαμε τη δραστηριότητα αυτήν και ως εκ τούτου δεν γίναμε ποτέ το αίτιο ν' αυξηθούν αυτοί οι θάνατοι. Για όσο διάστημα παρέμεναν ασύλληπτα τα μέλη της 17 Νοέμβρη, δεν ενθαρρύναμε ποτέ τους τρομοκράτες και ποτέ δεν τους αποδώσαμε τα εύσημα. Εμείς συστρατευόμαστε για συγκεκριμένους λόγους σήμερα μ' αυτούς που είναι στη φυλακή και άρα σήμερα που είναι ακίνδυνοι για την κοινωνία κι ανίκανοι να προκαλέσουν άλλους θανάτους. Προσπαθούμε να βγάλουμε κέρδος για την κοινωνία από θανάτους, που αποτελούν προϊόντα τετελεσμένων πράξεων και γεγονότων. Δεν συμμετέχουμε δηλαδή ενεργά σε κάποιο έγκλημα, που εξακολουθεί να υφίσταται.

Εμείς απλά σαν "εργαζόμενοι" σε ένα "νεκροτομείο", προσπαθούμε να κουβαλήσουμε τους νεκρούς στο "δωμάτιο" της κοινωνίας και όχι σ' αυτό της εξουσίας. Προσπαθούμε να κάνουμε δημόσια "νεκροψία" και όχι να "κρύψουμε" τα πτώματα, όπως κάνει η εξουσία για λόγους συμφέροντος. Υπάρχει λογικός άνθρωπος που να θεωρεί τους ιατροδικαστές συνένοχους ή συμπαθούντες των δολοφόνων, επειδή επιθυμούν την νεκροψία; Δολοφόνοι είναι αυτοί οι οποίοι συμμετέχουν σε εγκλήματα και τα ενθαρρύνουν και όχι αυτοί οι οποίοι, μέσω της "νεκροψίας", προσπαθούν να βρουν εκτός από τους προφανείς δολοφόνους και τους ηθικούς αυτουργούς. Στο θέμα της τρομοκρατίας είναι βέβαιον ότι υπάρχουν ηθικοί αυτουργοί και αυτούς αναζητούμε.

Πώς θα τους βρούμε μέσω της "νεκροψίας"; Με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει και στα κοινά αστυνομικά προβλήματα. Δια του επαγωγικού συμπεράσματος. Αν απ' όλα τα "πτώματα" λείπουν οι "καρδιές", τα "νεφρά" και τα "συκώτια", θ' αρχίσουμε ν' αναζητούμε τους ηθικούς αυτουργούς ανάμεσα στους έμπορους των μοσχευμάτων και δεν θα πειστούμε ότι ο δολοφόνος ήταν ένας κοινός τρελός, που τους σκότωνε για "πλάκα". Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την τρομοκρατία. Αναζητούμε τα κοινά στοιχεία που συνδέουν μεταξύ τους τα επιφανή θύματα της τρομοκρατίας. Ήταν όλοι μελαχρινοί; Ήταν όλοι κοντοί; Ήταν όλοι υψηλόμισθοι; Ήταν όλοι πρωταγωνιστές των ιδιωτικοποιήσεων; Ποια ήταν δηλαδή τα κοινά στοιχεία μεταξύ τους και τα οποία τους έκαναν στόχους; Αυτό το νόημα έχει η πολιτική "νεκροψία" των θυμάτων. Να εξετάσεις τους νεκρούς, για να βρεις τους ηθικούς αυτουργούς της τρομοκρατίας, εφόσον οι φυσικοί δολοφόνοι δεν σε καλύπτουν.

Εκ των δεδομένων δηλαδή, επειδή το πρόβλημα της τρομοκρατίας ξεφεύγει από το κοινό έγκλημα, είναι απαραίτητη η δημόσια "νεκροψία" των θυμάτων της. Αυτήν την "νεκροψία" όμως κάποιοι τη φοβούνται και προσπαθούν να την εμποδίσουν με τις "κραυγές" τους. Αυτό κάνουν οι υποκριτές, που σήμερα κατηγορούν όσους δεν συστρατεύονται με τη λογική τους. Μια λογική, που θέλει να τιμωρηθούν οι τρομοκράτες με συνοπτικές διαδικασίες και να "κλείσει" για πάντα το θέμα. Γι' αυτόν τον λόγο είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν τους πάντες σαν φιλοτρομοκράτες και ηθικούς συναυτουργούς.

Αντίθετα όμως μ' εμάς, όλοι οι υποκριτές, που σήμερα πιάνουν τα κανάλια και λένε τις ηλιθιότητές τους, συμμετέχουν ενεργά σε εγκλήματα κι ευνοούν δολοφόνους. Εγκλήματα κολοσσιαία σε σχέση μ' αυτά της τρομοκρατίας. Εγκλήματα, που στην πραγματικότητα είναι υπεύθυνα και για τα ίδια τα εγκλήματα της τρομοκρατίας. Τι θέλουμε να πούμε μ' αυτό; Το εξής απλό. Ας πάρουμε να εξετάσουμε ένα τυπικό παράδειγμα "ευαίσθητων" στο θέμα της τρομοκρατίας. Ποιοι είναι οι "σημαιοφόροι" της αντιτρομοκρατικής υστερίας και της δικαιοσύνης στην Ελλάδα; Αναμφισβήτητα η οικογένεια Μητσοτάκη.

Αυτή η οικογένεια αντιπροσωπεύει με τον πιο απόλυτο τρόπο την υποκρισία που περιγράψαμε πιο πάνω. Είναι βολεμένη με τον πιο απόλυτο και κερδοφόρο τρόπο στο ελληνικό δημόσιο. Δεν υπάρχει μέλος της που να μην έχει επαφή με τα δημόσια ταμεία και τη δημοσιότητα. Κάθε μήνα αυτή η οικογενειακή "συμμορία" πηγαίνει στα δημόσια ταμεία και κάνει "απαλλοτριώσεις", που κάνουν τις "απαλλοτριώσεις" της 17 Νοέμβρη να φαίνονται αστείες. Δεκάδες εκατομμύρια εισπράττουν κάθε μήνα τα μέλη της από την κοινή μας "τσέπη" και περιουσία. Ανήκουν δηλαδή σ' αυτούς που εμείς θεωρούμε ότι προκαλούν με τη στάση τους την τρομοκρατία.

Αυτή η "αθώα" και τυπικά μεγαλοαστική οικογένεια αρνείται κατηγορηματικά να δεχθεί τη λογιστική του θανάτου. Δεν διαπραγματεύεται την ανθρώπινη ζωή για κανέναν λόγο και για κανέναν σκοπό. Με μία διαφορά όμως. Αυτή η οικογένεια είναι βολεμένη και δεν έχει κανέναν λόγο και κανέναν σκοπό ν' αντιδράσει. Είναι μάλιστα τόσο βολεμένη, που μπορεί για κάποιον φτωχό ν' αποτελεί λόγο και σκοπό να την ξεβολέψει. Όταν όμως ένας φτωχός μέσα στην αστική δημοκρατία —που την έχουν κάνει στα "μέτρα" τους— δεν έχει τα μέσα να ξεβολέψει αυτόν που τον "προκαλεί" με τη συμπεριφορά του, ευνόητο είναι ότι υπάρχει πρόβλημα. Η δραστηριότητά δηλαδή της τρομοκρατίας "ξεκινάει" από την αδυναμία των πολιτών να ελέγξουν αυτούς που τους κλέβουν. Να ελέγξουν αυτούς που πιάνουν τα δημόσια "πόστα" και στην κυριολεξία κάνουν ό,τι θέλουν. Τέτοια "πόστα" κατέχει και η οικογένεια Μητσοτάκη και κάνει στην κυριολεξία ό,τι θέλει.

Αυτή λοιπόν η "άγια" οικογένεια, εκτός του ότι δεν είναι "αθώα", λέει και ψέματα. Γιατί; Γιατί, ενώ αρνείται ακόμα και ν' αντιληφθεί ότι υπάρχει η λογιστική του θανάτου των τρομοκρατών, κάθε λίγο και λιγάκι σπεύδει στις ΗΠΑ να φιλήσει τα "χέρια" και ενίοτε και τον "πισινό" του "πλανητάρχη". Του αρχιτρομοκράτη του πλανήτη. Γιατί τον αποκαλούμε έτσι; Μήπως κρίνοντας τα έργα του, που έχουν μέσα τους την υποκειμενικότητα της πολιτικής; Όχι βέβαια. Τον κρίνουμε με βάση τα λόγια του, που επιδέχονται αντικειμενική κρίση. Τι είπε αυτός ο άθλιος τρομοκράτης; Τι είπε αυτό το ηλίθιο κατασκεύασμα; Όρισε με τον πιο απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο την έννοια της "τρομοκρατίας" και έδωσε στη λογιστική του θανάτου τα απόλυτα μεγέθη της.

Αυτός είπε πρόσφατα τα εξής τρομερά: Ότι ..."δεν μπορεί να υπάρχει ειρήνη, αν δεν υπάρχει γι' αυτούς εξουσιοδότηση να χρησιμοποιούν βία, προκειμένου να την προστατεύσουν". Ότι …"οι ΗΠΑ και οι "φίλοι" τους —ακόμα κι αν ο ΟΗΕ δεν συμφωνήσει με την άποψή τους—, θα στραφούν βίαια εναντίον αυτών που οι ίδιοι κρίνουν ότι αποτελούν εχθρούς της ειρήνης". Σε τι διαφέρει αυτό το ζώο από την τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη; Αυτή η οργάνωση δεν ήταν που ισχυριζόταν στις προκηρύξεις της ότι δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική ειρήνη και δικαιοσύνη χωρίς βία; Αν ο ΟΗΕ αντιπροσωπεύει μια παγκόσμια κυβέρνηση, σε τι διαφέρει αυτός, ο οποίος αγνοεί τις αποφάσεις του και ασκεί βία, από έναν τρομοκράτη, που αγνοεί την πολιτεία και τους μηχανισμούς της και πραγματοποιεί τρομοκρατικά χτυπήματα; Σε τι διαφέρει ο κάθε Ξηρός με τους φίλους του από τις ΗΠΑ και τους "φίλους" τους;

Ποιος λοιπόν είναι απεχθέστερος τρομοκράτης; Ο πλούσιος, που σκοτώνει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του ή ο φτωχός, που σκοτώνει λίγους ανθρώπους, προκειμένου να υπηρετήσει —με βάση την ίδια και σαφώς καταδικαστέα τρομοκρατική λογική— την κοινωνική δικαιοσύνη και χωρίς να αποβλέπει σε ατομικό κέρδος; Και οι δύο είναι δολοφόνοι, αλλά από απόψεως μεγέθους ο ένας είναι ανθρωποφάγο τέρας και ο άλλος μια δολοφονική "μύγα".

Ποιος λοιπόν είναι φιλοτρομοκράτης; Ο γράφων, που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα τετελεσμένα της εξουδετερωμένης "μύγας" ή ο "ειρηνιστής", που ενθαρρύνει και προσκυνά το εν ενεργεία δολοφονικό τέρας της Ουάσιγκτον; Ποιος διαπραγματεύεται την ανθρώπινη ζωή και εντάσσει στην ανθρώπινη λογική τη λογιστική του θανάτου; Ποιος εκτιμά πιο "φτηνά" την ανθρώπινη ζωή; Ο γράφων, που προσπαθεί ν' αποκομίσει κοινωνικά οφέλη από ήδη διαπραχθέντες θανάτους φυλακισμένων δολοφόνων ή το "Μητσοτακαίηκο", που για ιδιοτελείς λόγους ενθαρρύνει το "κτήνος" να συνεχίσει το τεράστιο τρομοκρατικό έργο του, ελπίζοντας να λάβει προνόμια από αυτό;

Πριν δηλαδή βγουν όλοι οι "ευαίσθητοι" και μας κατηγορήσουν, ας σκεφτούν ποιανού χέρια φιλούν. Εμείς δεν φιλήσαμε κανενός δολοφόνου τα χέρια. Αν θέλουν δηλαδή να μας κρίνουν σαν φιλοτρομοκράτες και σαν βάρβαρους, που ανεχόμαστε τη βία για τον οποιονδήποτε λόγο, ας κάνουν την αυτοκριτική τους κι ας επανορθώσουν τα σφάλματά τους. Ας καταδικάσουν οι Μητσοτάκηδες την αμερικανική τρομοκρατική πολιτική κι ας ζητήσουν από τη διεθνή κοινότητα να παραπέμψει σε δίκη τον εγκληματία Μπους. Ή μήπως η γενναιότητά τους φτάνει μέχρι τον φουκαρά Ξηρό; Ή μήπως στη δική τους λογιστική του θανάτου οι τριάντα θάνατοι έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από το ένα εκατομμύριο θανάτων μικρών παιδιών του Ιράκ;

Τα ίδια ισχύουν και για τους αριστερούς υπερασπιστές του "πολιτισμού", που βγήκαν όψιμα να καταδικάσουν την τρομοκρατία, φοβούμενοι το αμερικανικό "φακέλωμα". Ας καταδικάσουν κι αυτοί τον παλαιστινιακό αγώνα κι ας ζητήσουν την παραδειγματική τιμωρία του τρομοκράτη Αραφάτ. Μέχρι να το κάνουν αυτό, καλά θα κάνουν να αυτοπεριοριστούν και να μην λένε ηλιθιότητες, γιατί ούτε οι καιροί είναι κατάλληλοι κι ούτε ο κόσμος έχει περιθώρια να τους ανέχεται. Τον κόσμο, που τόσο "αγαπάνε", ας τον σκέφτονται όταν πηγαίνουν στα "γκισέ" του δημοσίου να πληρωθούν. Ας τον σκέφτονται όταν εισπράττουν μισθούς, που ο μέσος Έλληνας δεν έχει ούτε ως καταθέσεις του κόπου μιας ζωής.

Για όσο διάστημα αυτοί δεν αλλάζουν τη δολοφονική τακτική τους, δεν θ' αλλάζουμε και εμείς τη δική μας. Θα επιμένουμε στη "νεκροψία" των θυμάτων, μέχρι να φτάσουμε στις "πόρτες" των πραγματικών υπευθύνων. Μέχρι να φτάσουμε στις "πόρτες" των παλατιών των μεγαλοαστών και όχι στα "τσαντίρια" των Ξηρών. Θα επιμένουμε στη διαχείριση, που θ' αποσκοπεί στην ανάλυση των "γιατί" της τρομοκρατίας. Τη διαχείριση, που συμφέρει την κοινωνία, ώστε ακόμα και από την "τρέλα" των τρομοκρατών να υπάρχει κέρδος. Γι' αυτόν τον λόγο μιλάμε για κατευθυνόμενη "συγνώμη" με βάση τη λογική της σύγκρουσης μεταξύ εξουσίας και τρομοκρατών. Μεταξύ αυτών που διαφθείρονται και αυτών που καταγγέλλουν τη διαφθορά.

Ακόμα και πραγματικά τρελός να είναι ο άλλος, μπορεί, με την κατάλληλη διαχείριση του προβλήματός του, να προσφέρει θετικές υπηρεσίες στην κοινωνία. Γιατί; Γιατί την κοινωνία δεν τη συμφέρει να "γεννιούνται" τρελοί ανάμεσά στα μέλη της και άρα την ενδιαφέρει να μην υπάρχουν οι συνθήκες που ευνοούν αυτήν τη "γέννηση". Με την ίδια λοιπόν λογική που ένας δικαστής ρωτάει ακόμα και τον αναξιόπιστο τρελό ποιος κατά τη γνώμη του τον τρέλανε, έτσι κι εμείς, παρ' όλο που η τρομοκρατική δράση δεν μας εκφράζει, προσπαθούμε να την εκμεταλλευτούμε και άρα να μπούμε στη λογική της.

Ζητάμε να μάθουμε τα "γιατί", άσχετα αν θεωρούμε τους τρομοκράτες αξιόπιστους ή όχι. Ζητάμε να μας βάλουν σ' έναν "δρόμο" σκέψης, για να καταλάβουμε τι τους έχει συμβεί ή τι πιστεύουν οι ίδιοι ότι συμβαίνει στην κοινωνία, ώστε να το αντιμετωπίσουμε. Μπορεί να είναι τρελοί, αλλά μπορεί και να μην είναι. Αυτό θα προσπαθήσουμε να μάθουμε, κρίνοντας τα θύματά τους. Όπως οι δικαστές προσπαθούν να καταλάβουν τα αίτια ενός φόνου, ώστε ν' αποφασίσουν σωστά για την ταυτότητα του δολοφόνου, έτσι θα κάνουμε κι εμείς ως κοινωνία.

Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει να υπάρχει μια συγκεκριμένη στρατηγική στη διαχείριση των πράξεών τους. Θα τους θεωρήσουμε δηλαδή λογικούς και θα προσπαθήσουμε να οδηγηθούμε προς τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ, εφόσον αυτοί είναι που ξεκινούν τους εσωτερικούς πολέμους μέσα στην κοινωνία. Αυτοί κλέβουν κι αδικούν και αναγκάζουν κάποιους συμπολίτες μας να γίνονται φονικοί. Πάνω σ' αυτήν την αναζήτηση θα προσπαθήσουμε με τη "συγνώμη" να διαχωρίσουμε τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ από αυτούς που δεν είναι κι απλά υπήρξαν θύματα. Να διαχωρίσουμε αυτούς που, αν μπουν στην ίδια "ζυγαριά" με τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ, θα περιπλέξουν την κατάσταση και θα μας οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Με βάση αυτήν τη λογική τούς προτείνουμε συγκεκριμένα πράγματα. Με την έξυπνη χρήση της έννοιας της "συγνώμης" μπορούμε να κατευθύνουμε τα πράγματα προς την κατεύθυνση που συμφέρει την κοινωνία. "Συγνώμη" στο επίπεδο αυτό πρέπει να λάβουν μόνον τα θύματά τους, που δεν διέπραξαν συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Όλοι όσοι δεν λαμβάνουν "συγνώμη" σημαίνει ότι κατηγορούνται. Σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να κριθούν και από το αποτέλεσμα αυτής της κρίσης εξαρτάται η μετέπειτα κρίση αυτών που ενήργησαν επάνω τους.

Στο επίπεδο αυτό υπάρχει και η μερική "συγνώμη". Ποια είναι η πρακτική σημασία αυτών που λέμε στην περίπτωση της 17 Νοέμβρη; "Συγνώμη" δικαιούνται για παράδειγμα οι φτωχοί εργαζόμενοι, που έπεσαν θύματα της οργάνωσης, ενώ δεν ήταν στόχοι της. Θύματα όπως οι οδηγοί ή οι σωματοφύλακες των στόχων. "Συγνώμη" δεν δικαιούνται μέχρι να κριθούν και άρα να δικαστούν για συνταγματικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ τα θύματα —είτε νεκρά είτε ζωντανά—, τα οποία αποτελούσαν στόχους της οργάνωσης. Μερική "συγνώμη" δικαιούται από την οργάνωση μόνον ο άτυχος Αξαρλιάν. Τι θα πει μερική "συγνώμη"; Να ζητήσει "συγνώμη" μόνον για τον βαρύτατο τραυματισμό του και όχι για το θάνατό του. Γιατί; Γιατί για το ποιος ευθύνεται γι' αυτόν τον θάνατο θ' αποφανθεί η δικαιοσύνη.

Αν η δικαιοσύνη αποφανθεί ότι ο θάνατός του ήταν αναπόφευκτος, λόγω του τραυματισμού του, η "συγνώμη" θα γίνει ολική. Αν όμως η δικαιοσύνη αποφανθεί ότι ο θάνατός του προήλθε από ολιγωρία της πολιτείας ή υπήρξε προϊόν πολιτικής επιλογής, άλλος πρέπει να "φορτωθεί" αυτόν τον θάνατο και όχι η οργάνωση. Άλλος ένας δηλαδή θα δικαστεί ανάλογα με τα όσα θα προκύψουν από τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αν αυτός ο άλλος ήταν κάποιος αδιάφορος κρατικός υπάλληλος, που δεν έκανε καλά τη δουλειά του, θα δικαστεί στο ποινικό επίπεδο. Αν όμως αυτός ο "αδιάφορος" επέλεξε με πολιτικά κριτήρια να πεθάνει ο Αξαρλιάν, τότε θα δικαστεί ως ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ.

Με τη λογική αυτήν θα πρέπει οι καταγγέλοντες τρομοκράτες να ζητήσουν από το κράτος να δικάσει τα θύματα των ενεργειών τους για ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Να δικαστούν ο Περατικός, ο Βαρδινογιάννης, ο Τσάτσος, ο Ανδρεάδης και οι υπόλοιποι ιδιώτες για ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ οικονομικής φύσης, που έγιναν εις βάρος του λαού. Να δικαστούν και οι εισαγγελείς, που με απαλλακτικά βουλεύματα τους άφηναν όλους αυτούς ελεύθερους να καταληστεύουν τον λαό. Να δικαστούν ο Μπακογιάννης, ο Παλαιοκρασσάς, ο Πέτσος για πολιτικά ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, τα οποία διέπραξαν με απώτερο στόχο να ωφεληθούν, είτε οικονομικά είτε πολιτικά. Ειδικά ο τελευταίος, που είναι ιδιαίτερα προκλητικός.

Γι' αυτόν ισχύει το γνωστό: "εκεί που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι". Αντί να μακαρίζει την τύχη του, που "γλίτωσε" από το ειδικό δικαστήριο, ενώ ήταν ο βασικός πολιτικός παράγοντας του σκανδάλου "Κοσκωτά" και δεν σάπισε στη φυλακή, έρχεται σήμερα και κάνει τον τιμητή της δημοκρατίας. Ενώ είχε αποπεμφθεί από το ίδιο του το κόμμα ως υπεύθυνος του σκανδάλου, έρχεται σήμερα και παριστάνει τον "δεν είδα, δεν ξέρω" και οι "τρελοί" τρομοκράτες με χτύπησαν εμένα τον "ανύποπτο" πολίτη. Αν είναι έτσι όπως τα λέει, γιατί εξακολουθεί και "τρώει" από το ΠΑΣΟΚ. Ας του κάνει αγωγή για ηθική αυτουργία στην απόπειρα δολοφονίας. Πολύ πριν τον πυροβολήσουν οι τρομοκράτες, τον "πυροβόλησε" το ΠΑΣΟΚ για τους ίδιους λόγους.

Μαζί μ' αυτόν καλά θα κάνει να ηρεμήσει και ο σημερινός απλός πολίτης και άλλοτε πρόεδρος του ειδικού δικαστηρίου. Γιατί; Γιατί αν το κράτος επανεξετάσει τα κρατικά "σφάλματα", είναι βέβαιον ότι θα εξετάσει και την περίπτωση της δίκης Κοσκωτά. Καλό θα είναι γι' αυτόν να μην παριστάνει εκ του ασφαλούς τον κριτή των πάντων. Γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα ότι το Σύνταγμα επιτρέπει την κρίση των κρινόντων και ιδιαίτερα των κρατικοδίαιτων.

Τέλος σ' ό,τι αφορά την περίπτωση Αξαρλιάν, να δικαστεί ο Μητσοτάκης και οι συνυπεύθυνοι μ' αυτόν. Να γίνει δηλαδή εις βάθος έρευνα για τα αίτια του θανάτου του Αξαρλιάν. Να εξεταστούν οι αυτόπτες μάρτυρες της ολιγωρίας του συστήματος και από εκεί και πέρα να κληθούν οι υπεύθυνοι να λογοδοτήσουν. Ήταν δικό τους σφάλμα η όποια καθυστέρηση στη μεταφορά του τραυματία ή μήπως κάποιος ανώτερος κρατικός λειτουργός τούς πρότεινε να "μην βιαστούν". Αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει ν' απαντηθούν, γιατί πρέπει να τα μάθει ο λαός. Πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες, όταν αυτοί τραυματίζονται, αν η επιβίωσή τους εξαρτάται από τις πολιτικές σκοπιμότητες των κρατούντων ή όχι. Πρέπει να γνωρίζουν, αν η ζωή τους είναι στη διάθεση της κάθε κυβέρνησης ή όχι.

Για να γίνουν όλα αυτά, θα πρέπει οι φερόμενοι ως τρομοκράτες ν' αναπτύξουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά στη διάρκεια της δίκης τους. Το πρώτο που πρέπει να κάνουν είναι να μην αναγνωρίζουν στο δικαστήριο δικαιοδοσία επάνω τους. Να φέρονται μέσα στο δικαστήριο σταθερά ως κατήγοροι και όχι ως κατηγορούμενοι. Ν' αρνούνται δηλαδή να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους για όσο διάστημα δεν μπορούν να κριθούν τα "έργα" τους, που προκύπτουν από το συνταγματικό τους καθήκον. Ν' απευθύνουν τον λόγο μόνον στον λαό και σε κανέναν άλλον.

Θα εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς προτείνουμε. Τι εννοούμε ν' αρνούνται ν' αναγνωρίσουν δικαιοδοσία του δικαστηρίου επάνω τους; Το εξής απλό. Από τη στιγμή που κατηγορούνται για αντιεξουσιαστική δραστηριότητα, μπορούν εύκολα ν' αποδείξουν ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ κριτών και κρινόμενων και άρα υπάρχει πρόβλημα αξιοπιστίας του τακτικού δικαστηρίου. Δεν είναι δυνατόν να δικάζεις κάποιον για αντιεξουσιαστική δραστηριότητα και να τον παραδίδεις στους υπαλλήλους της εξουσίας για να τον κρίνουν. Τέτοιου είδους υπόδικους τους δικάζει η κοινωνία και αυτή αποφασίζει για την τύχη τους. Είναι εύκολο δηλαδή με λογική επιχειρηματολογία ν' αμφισβητήσουν το δικαστήριο, χωρίς να εμφανιστούν ούτε ως παράλογοι ούτε ως αναρχικοί.

Το επόμενο πράγμα που πρέπει να κάνουν είναι να μην υπερασπίζονται καθόλου τους εαυτούς τους. Ν' αρνούνται δηλαδή τον ρόλο που θέλει να τους επιβάλει η δικογραφία. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Να τα ομολογήσουν όλα και να μην αρνηθούν τίποτε. Να μην δώσουν στις κατηγορούσες αρχές αντικείμενο προς διερεύνηση, που θα δικαιολογεί τον ρόλο τους. Να ομολογήσουν τις πράξεις τους και ν' αποδεχθούν κάθε τιμωρία, μόνον όμως στην περίπτωση που θα κριθούν τα θύματά τους. Μόνον στην περίπτωση που αυτή η κρίση αποδείξει ότι έκαναν λάθος στις επιλογές τους.

Επιπλέον, για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους, θα πρέπει ν' αποφύγουν τη συνήθη μιζέρια των κατηγορουμένων και να δημιουργήσουν μια ηρωική εικόνα γύρω από τα πρόσωπά τους. Να μην προσπαθούν ως κατηγορούμενοι να διεκδικούν δικαιώματα κατηγορουμένων, ακόμα κι αν αυτά θίγονται. Να επισημαίνουν τις παραβιάσεις τους, αλλά να μην τα διεκδικούν. Να τα δημοσιοποιούν, αλλά να μην βάζουν τους δικηγόρους τους να διαπραγματεύονται με την εξουσία. Να μην ασχολούνται δηλαδή με τις συνθήκες κράτησης. Να υπομένουν ακόμα και βασανισμούς.

Αντικειμενικό πρόβλημα, εξαιτίας αυτής της τακτικής, δεν υπάρχει γι' αυτούς κι ούτε πρόκειται να στερηθούν και τίποτε. Γιατί; Γιατί κατά πρώτον δεν έχει νόημα για το κράτος ο βασανισμός τους, είτε αυτός είναι σωματικός είτε ψυχολογικός. Από τη στιγμή που ομολογούν τις πράξεις τους, δεν υπάρχει λόγος βασανισμού τους. Αν το επιχειρήσει η εξουσία, μόνον θα χάσει, εφόσον θα το "χρεωθεί" και θα λειτουργήσει εις βάρος της. Κατά δεύτερον, δεν υπάρχει λόγος να διεκδικούν οι ίδιοι δικαιώματα για τους εαυτούς τους, γιατί υπάρχουν διαθέσιμοι πολίτες να το κάνουν, χωρίς οι ίδιοι να εκτίθενται σε κριτική. Ο Ξηρός ακόμα ήταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου ημιθανής και κάποιοι πολίτες αγωνίζονταν για τα δικαιώματά του, όταν αυτά παραβιάζονταν.

Το σύνολο δηλαδή της συμπεριφοράς τους να έχει ως στόχο να υπηρετεί την ιδιότητα που επιδιώκουν να ενσαρκώσουν. Μόνο με τον τρόπο αυτόν μπορούν να λειτουργούν αποκλειστικά ως κατήγοροι. Για όσο διάστημα έχουν αυτόν τον ρόλο, δεν πρέπει ν' αρνούνται τα εγκλήματά τους, αλλά να μην μετανοούν πριν τη δίκη των ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ. Να δηλώνουν ότι ως αξιοπρεπείς πολίτες θα δεχθούν ακόμα και τη θανατική ποινή, αν αποδειχθεί ότι έκαναν λάθος στις επιλογές τους και όχι μόνον δεν ωφέλησαν την κοινωνία, αλλά την αδίκησαν, σκοτώνοντας ευυπόληπτους κι επιφανείς πολίτες. Να δηλώνουν ότι ακόμα κι αν σ' αυτήν την περίπτωση το κράτος τους χαρίσει τη ζωή, αυτοί θα την αφαιρέσουν μόνοι τους.

Για όσο διάστημα όμως το δικαστήριο δεν θα προχωρά στην κρίση των θυμάτων τους, να μην αλλάζουν τη γραμμή τους. Να κατηγορούν διαρκώς τα θύματά τους, με τον τρόπο που κάνει ένας εισαγγελέας.

Στο σημείο αυτό παίζει ρόλο κι ένα άλλο βασικό στοιχείο, που έχει βαρύνουσα σημασία και κανένας δεν του έχει δώσει τη δέουσα προσοχή. Είναι βασικό στοιχείο για κάποιον, που παριστάνει τον εισαγγελέα, να έχει την καλή "έξωθεν μαρτυρία". Είναι βασικό, δηλαδή, σ' ό,τι αφορά την εικόνα του, να μην υπάρχουν μαρτυρίες, που παρουσιάζουν τον "κατήγορο" ως έναν κοινό αλήτη. Εδώ βρίσκεται και το βασικό πλεονέκτημα αυτών που σήμερα είναι έγκλειστοι στον Κορυδαλλό. Για όλους αυτούς υπάρχει το πλεονέκτημα της καλής μαρτυρίας των πολιτών που τους συναναστράφηκαν. Των πολιτών, που βγήκαν αυτοβούλως κι αυθόρμητα και μίλησαν για συμπολίτες, που ήταν καλοί άνθρωποι.

Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό, όταν αναζητάς την ευνοϊκή κρίση του κόσμου. Ο κόσμος, όταν κρίνει, εμπιστεύεται πιο πολύ την κρίση και τη μαρτυρία των απλών πολιτών, παρά την κρίση των κρατούντων ή των ΜΜΕ. Αποτελεί λοιπόν πλεονέκτημα για όλους αυτούς η μέχρι τώρα καλή μαρτυρία που απέσπασαν από αυτούς που ο κόσμος εμπιστεύεται και δεν τους υποψιάζεται. Με όπλο λοιπόν αυτήν τη μαρτυρία μπορούν ν' αντιμετωπίσουν εύκολα την τακτική του συστήματος, που θα προσπαθήσει να τους πολεμήσει στο προσωπικό επίπεδο. Που θα προσπαθήσει να τους παρουσιάσει σαν κοινούς κακοποιούς, που δήθεν επιδιώκουν, μέσω της τεχνητής και αβάσιμης πολιτικοποίησης της υπόθεσής τους, να γλιτώσουν τα "τομάρια" τους. Είναι βασικό λοιπόν γι' αυτούς να μην δείχνουν ότι αγωνίζονται να γλιτώσουν κι επιπλέον να μην εμφανίζονται σαν "τομάρια".

Αν καταφέρουν και προστατευτούν σ' αυτήν τη βασική επίθεση του συστήματος, είναι εύκολο να λάβουν τον ρόλο του κοινωνικού εισαγγελέα. Από εκεί και πέρα μόνιμα θα κατηγορούν και μόνιμα θα προσπαθούν να δικαιωθούν, πάντα με στόχο την κοινωνική υπηρεσία και όχι τη δική τους "σωτηρία". Γι' αυτόν τον λόγο θα πρέπει ν' αναζητούν στοιχεία εις βάρος των θυμάτων τους και να τα δημοσιοποιούν. Τους συμφέρει μάλιστα ακόμα πιο πολύ ν' ανοίξουν "γραμμή" επικοινωνίας με τον λαό, ώστε να τους βοηθήσει στη συλλογή στοιχείων. Αυτό δεν έχει σχέση με τον χαφιεδισμό που αναζητά το σύστημα, όταν ανοίγει "γραμμή" επικοινωνίας με τον λαό. Γιατί; Γιατί είναι άλλο πράγμα οι πολίτες να χαφιεδίζουν πολίτες και άλλο πράγμα να συνεργάζονται, προκειμένου να βρουν ατασθαλίες "υπηρετών". Οι "υπηρέτες" ελέγχονται από τους πολίτες κι αυτό νομιμοποιεί τη μεταξύ των πολιτών συνεργασία.

Το ζητούμενο από αυτήν την πρακτική είναι να βάλουν τον λαό να σκέπτεται τα "γιατί" της τρομοκρατίας και όχι την αστυνομική της διάσταση, όπως διακαώς επιθυμεί η εξουσία. Πρέπει να βάλουν την κοινωνία να σκέπτεται, γιατί βρέθηκαν αυτοί εκεί όπου βρέθηκαν και ποιες είναι οι αγωνίες της εξουσίας, που προσπαθεί να τους "φιμώσει", επιδιώκοντας να τους δικάσει σαν κοινούς εγκληματίες. Με τον τρόπο αυτόν φτάνουμε στο τελευταίο σκέλος της στρατηγικής τους. Στόχος αυτής της στρατηγικής είναι ν' ανοίξουν "διάλογο" με τον λαό. Μόνον σ' αυτόν θ' απολογούνται και σε κανέναν άλλον. Μόνον σ' αυτόν θα εξηγούν τους λόγους που τους οδήγησαν στη δράση τους και μόνον απ' αυτόν θα ζητάνε ευνοϊκή κρίση και άρα και συγχώρεση.

Γι' αυτόν τον λόγο θεωρήσαμε ως επιβεβλημένο να μην υπερασπίζονται τους εαυτούς τους και τα δικαιώματά τους μέσα στο δικαστήριο. Αν υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, ανοίγουν "διάλογο" με την εξουσία κι αυτό δεν τους συμφέρει, γιατί την ανεβάζουν στο επίπεδο του αντιδίκου, ενώ για το συνταγματικό ΕΓΚΛΗΜΑ η εξουσία είναι υπόλογη, ως συνυπεύθυνη για τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ συγκεκριμένων προσώπων. Όχι τίποτε άλλο, αλλά να δει και ο πανάσχετος κυβερνητικός εκπρόσωπος ότι η εξουσία δεν είναι ο Θεός, που όλοι θέλουν ν' ανοίξουν "διάλογο" μαζί Του. Θεός στο Σύνταγμα είναι μόνον ο λαός. Η εξουσία λογοδοτεί σ' αυτόν. Οι κρατικοδίαιτοι υπάλληλοί της πρέπει να είναι έτοιμοι να φύγουν "κλοτσηδόν" από τις θέσεις τους, αν το αποφασίσει ο λαός.

Το πλεονέκτημα σ' αυτού του είδους τις πρακτικές το έχουν πάντα οι απλοί πολίτες και όχι οι πολυεκατομμυριούχοι "υπηρέτες" τους, τους οποίους ο λαός τους βλέπει με καχυποψία. Το πλεονέκτημα το έχει ο φτωχός "Αγιάννης" και όχι ο βολεμένος και χορτάτος "Ιαβέρης". Ο λαός πάντα θα βλέπει με πιο πολύ συμπάθεια έναν βιοπαλαιστή αγιογράφο, που "τα έχασε" και πήρε το όπλο, παρά έναν μόνιμο θαμώνα των δημοσίων ταμείων, όπως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Ένας άνθρωπος, που αποτελεί προσωπική αντιπάθεια του γράφοντος, γιατί αντιπροσωπεύει ακριβώς ό,τι ο γράφων μισεί. Ένα πονηρό αστόσκυλο, που, για να διακριθεί στον κοινωνικό στίβο, ξεκίνησε την πορεία του ως "εργατοπατέρας".

Αφού έγινε επώνυμος, "πατώντας" πάνω στους εργάτες, στη συνέχεια έγινε εξουσιαστής, που δεν καταλαβαίνει τα "γιατί" της τρομοκρατίας. Δεν καταλαβαίνει ότι, επειδή αυτός και οι όμοιοί του "έφαγαν" ή επέτρεψαν να "φαγωθούν" τα χρήματα των ασφαλισμένων εργατών, μέχρι και οι συνταξιούχοι σε λίγο καιρό θα γίνουν τρομοκράτες. Με χρήματα του λαού όλοι αυτοί οι πρώην κακομοίρηδες έμαθαν πού βρίσκεται η Εκάλη και το Παλαιό Ψυχικό. Με χρήματα του λαού όλοι αυτοί οι πρώην πειναλέοι ψωριάρηδες έμαθαν τι είναι το "φουά γκρα". Με χρήματα του λαού όλοι αυτοί οι πρώην ρακένδυτοι έμαθαν τι είναι η "οτ κουτίρ". Όταν λοιπόν ο ελεεινός κυβερνητικός εκπρόσωπος ανεβαίνει στο "βήμα" και με ύφος καρδιναλίου "μαλώνει" τον λαό, καλό θα είναι να ξέρει σε ποιον απευθύνεται.

Το "υφάκι" του ο λαός μπορεί να του το κόψει σε μια στιγμή. Ο λαός μπορεί να τον κάνει να κλάψει τόσο, που να πεθάνει από αφυδάτωση. Γιατί; Γιατί ο λαός μπορεί να τον στείλει όχι απλά σπίτι του, αλλά σε κελιά πιο βαθιά από αυτά όπου βρίσκονται οι Ξηροί. Ο λαός γνωρίζει ποιος είναι τι. Ο λαός γνωρίζει πού καθόταν και τι έτρωγε πριν γίνει "υπηρέτης" του και γνωρίζει πού κάθεται και τι τρώει σήμερα. Η "ληστεία" των υπηρετών είναι σήμερα το πρόβλημα της κοινωνίας και όχι οι "ληστές" της 17 Νοέμβρη. Η ληστεία αυτών, που στη σημερινή Ελλάδα της φτώχειας και της ανεργίας κάνουν υπολογισμούς για μισθό πέντε εκατομμυρίων τον μήνα. Αυτών, που, αυτοεκτιμώντας την αξία της δουλειάς τους, την προσδιορίζουν σε εικοσιπέντε μισθούς εργατών ή σε πενήντα εργατικές συντάξεις. Συντάξεις, που γίνονται εκατό, αν μιλάμε για αγρότες.

Τα έξοδα ενός μικρού "εργοστάσιου" θέλουν να πληρώνει ο λαός για το κεφάλι τού κάθε "υπηρέτη". Τις συντάξεις αρκετών χωριών θέλουν να πληρώνει ο λαός για τον κάθε "εθνοπατέρα". Αυτοί οι ληστές, που καθημερινά "απαλλοτριώνουν" τη δημόσια περιουσία, αποκαλούν "ληστές" τους τρομοκράτες. Αυτοί οι ληστές μάς απειλούν καθημερινά ότι δήθεν θα μας εγκαταλείψουν, για να εργαστούν στον ιδιωτικό τομέα, αν δεν τους δώσουμε αυτά τα οποία θέλουν. Προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν με τη στέρηση των "υπηρεσιών" τους. Λες και θα βρισκόταν ιδιώτης να τους πληρώσει αυτούς τους συγκεκριμένους ανεπάγγελτους τα χρήματα που θέλουν.

Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει οι κατηγορούμενοι να εκμεταλλευτούν την αντιπάθεια του κόσμου προς τους "κηφήνες", που ό,τι κάνουν το κάνουν με βάση τα προσωπικά τους συμφέροντα. Πρέπει να βάλουν κατά μέρος τα ατομικά τους δικαιώματα, για να δείξουν ότι δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Ο λαός αγαπάει τους γενναίους, που με αυταπάρνηση τον υπηρετούν πιστά και προπαντός αφιλοκερδώς. Όταν η εξουσία αυτούς τους πιστούς υπηρέτες του λαού προσπαθεί να τους τιμωρήσει, στην πραγματικότητα αυτοκαταστρέφεται, εφόσον δημιουργεί μάρτυρες και οι λαοί έχουν τη δύναμη να σώζουν τους μάρτυρες. Είναι βασικό δηλαδή γι' αυτούς ν' αποκτήσουν απευθείας "επαφή" με τον λαό, ώστε να βάλουν το κράτος και την κυβέρνηση στην άκρη. Είτε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις είτε με γραπτά μηνύματα είτε ακόμα και με ταχυδρομικά περιστέρια, πρέπει να εξασφαλίσουν άμεση γραμμή επικοινωνίας με τον λαό.

Πρέπει να τον ενημερώνουν γι' αυτά που τον αφορούν την ίδια στιγμή που ενημερώνεται και η εξουσία. Αυτή η πρακτική καθιστά τον λαό πρωταγωνιστή των εξελίξεων κι επιπλέον δεν επιτρέπει στην εξουσία να "μαγειρεύει" τις εξελίξεις, παρά να τις αντιμετωπίζει σε πραγματικό χρόνο και άρα με μεγάλη πιθανότητα σφάλματος. Είναι απαραίτητο να μπουν οι εξουσιαστές στην άκρη, γιατί εύκολα η "άκρη" γίνεται "σκαμνί". Είναι απαραίτητο δηλαδή οι κατηγορούμενοι να δημιουργήσουν εκείνες τις συνθήκες, που θα κάνουν διακριτούς τους ρόλους μέσα στο δικαστήριο, όπου με την έξυπνη τακτική τους μπορούν να το μετατρέψουν σε συνταγματικό. Είναι απαραίτητο να κάνουν διακριτούς τους ρόλους των κριτών των κατηγόρων, αλλά και των κατηγορούμενων.

Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και την άγνοια κάποιων από τα θύματα της τρομοκρατίας. Κάποιοι, προσπαθώντας ν' αποκομίσουν πολιτικά οφέλη, διέπραξαν ένα μέγα στρατηγικό σφάλμα. Ποιο είναι αυτό; Το να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής. Γιατί είναι σφάλμα; Γιατί "μπαίνουν" στο δικαστήριο μαζί με τους κατηγορούμενους. Αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί εύκολα αλλάζουν οι ρόλοι και μπορεί ν' αρχίσει ο κόσμος να "σκανδαλίζεται" μ' αυτά που θα δει και θ' ακούσει. Απαιτείται θράσος και βλακεία να είσαι ο Πέτσος και να δηλώνεις συμμετοχή σ' αυτήν τη δίκη. Γιατί; Γιατί, όταν εσύ θα μιλάς για ρουκέτες από απέναντι, θα σου ρίχνουν "ρουκέτες", που ενδιαφέρουν περισσότερο τον λαό.

Ακόμα ο Πέτσος "αρμέγει" τα δημόσια ταμεία και άρα επιδέχεται κι άλλες τρομοκρατικές "ρουκέτες". Απειλείται ακόμα και μέσα στο δικαστήριο με "ρουκέτες", που είναι πιο αποτελεσματικές από τις πραγματικές. Ο "αθώος" Πέτσος θα κληθεί μέσα στο δικαστήριο να εξηγήσει γιατί τον διέγραψε το κόμμα του πολύ πριν προσπαθήσουν για τον ίδιο λόγο να τον "διαγράψουν" οι τρομοκράτες. Θα κληθεί να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν αυτός ο οποίος διαγράφηκε από το κόμμα του για διαφθορά, να εξακολουθεί ν' απασχολείται στους μηχανισμούς του κράτους. Τι θα κάνει σε περίπτωση που του απευθύνουν τον λόγο οι τρομοκράτες; Τι θα κάνει, αν του ζητηθεί ν' αποδείξει ότι έκαναν λάθος στην επιλογή τους; Αν από τη συνύπαρξη πλούσιων θυμάτων και φτωχών θυτών ο λαός αρχίσει να εκφράζει συμπάθεια, θα "τιναχθούν" τα πάντα στον αέρα. Αντί λοιπόν όλοι αυτοί να κρύβονται μέχρι να τελειώσει η δίκη, βγαίνουν και προκαλούν. Τι θα κάνει ο Περατικός στη δίκη, αν αρχίσουν να μοιράζουν με "φέιγ βολάν" τα στοιχεία που ενοχοποιούν τον γιο του;

Τι θα κάνει η εξουσία, που βάλθηκε να μας πείσει με όλους τους τρόπους και όλα τα μέσα ότι οι τρομοκράτες είναι κοινοί ληστές; Τι θα κάνουν τα φερέφωνά της, οι "σοβαροί" δημοσιογράφοι, αν το ενδιαφέρον μετακινηθεί στα στοιχεία που θα έρχονται στα "χέρια" των τρομοκρατών και τα οποία θα μοιράζονται στη διάρκεια της δίκης; Τι θα κάνουν όλοι αυτοί, αν μετατραπεί η δίκη σε συνταγματική και ο κόσμος έξω από τα δικαστήρια "γιουχάρει" τα καλοβολεμένα "θύματα"; Αυτό είναι κάτι που το τρέμει η εξουσία, γιατί την απειλεί. Υπάρχει απειλή, όταν ο κόσμος αντιλαμβάνεται τα πράγματα διαφορετικά από αυτήν. Υπάρχει απειλή, όταν θ' αρχίσουν οι "ψίθυροι" στην κοινωνία. "Ψίθυροι", οι οποίοι θ' αναπαράγουν τα όσα θα ισχυρίζονται οι τρομοκράτες μέσα στα δικαστήρια.

Η εξουσία θέλει να δικαστούν οι τρομοκράτες από το τακτικό δικαστήριο, ώστε αυτήν να παριστάνει τον υπεράνω ρυθμιστή και ο λαός να μην εμπλακεί καθόλου στο ζήτημα, παρ' όλο που τον αφορά άμεσα. Αυτός είναι κι ο λόγος που έδειξε να χάνει την ψυχραιμία της, όταν πριν λίγες μέρες ο Ξηρός έδωσε συνέντευξη σε γνωστό κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας. Τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί ο λαός να μπει στο "παιχνίδι". Τρέμει τον λαό. Γιατί; Γιατί ο κυρίαρχος λαός τους ψηφίζει τους "κηφήνες". Αυτός αποφασίζει ποιος θα κυκλοφορεί με τις κρατικές λιμουζίνες και ποιος όχι. Αυτός αποφασίζει ποιος θα πηγαίνει στις δεξιώσεις και ποιος όχι. Τρέμουν τα μέχρι πρόσφατα πεινασμένα λιγούρια ότι μπορεί να στερηθούν τα πάντα και να τους στείλει ο λαός στα σπίτια τους, αν όχι στη φυλακή. Τρέμουν αυτοί οι οποίοι έγιναν "φίρμες" με τις βόμβες του γαλλικού Μάη και ακόμα τους ταΐζει ο κόσμος σαν λαϊκούς αγωνιστές.

Γι' αυτόν τον λόγο έσπευσαν να κατηγορήσουν τον δημοσιογράφο που πήρε τη συνέντευξη και το κανάλι που τη μετέδωσε. Πανικοβλήθηκαν και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ψύχραιμοι είναι μόνον όταν κάνουν οι ίδιοι τις διαρροές και δεν έχει δυνατότητα ο φερόμενος ως τρομοκράτης ν' αντιδράσει. Ψύχραιμοι και δημοκράτες είναι μόνον όταν δυσφημούν οι ίδιοι όποιον θέλουν και για όποιον λόγο θέλουν. Όταν ο "φιμωμένος" βρίσκει τρόπο να μιλήσει, πανικοβάλλονται οι εκ του ασφαλούς έξυπνοι. Εξαιτίας του πανικού τους, επιχειρηματολόγησαν με τον πιο αστείο τρόπο. Αυτοί, που, καταπατώντας κάθε νόμο, διαρρέουν στον τύπο ομολογίες και καταθέσεις κατηγορουμένων, μίλησαν για δικαστική έρευνα, που βρίσκεται σε εξέλιξη και κινδυνεύει από τις συνεντεύξεις των τρομοκρατών. Αυτοί, που δεν σέβονται τον νόμο, μίλησαν ακόμα και για δημοσιογραφική δεοντολογία, που καταπατείται.

Αυτό κι αν είναι ειρωνεία. Οι πλειστάκις και πολλάκις παράνομοι τόλμησαν και μίλησαν για παράβαση ηθικών νόμων. Οι παράνομοι μίλησαν για ηθικότητα. Όντας πανικόβλητοι, αναφέρθηκαν σε μια περίπτωση, που ούτε καν θεωρητική περίπτωση παράβασης δεν υπάρχει. Γιατί να υπάρχει παράβαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας με τη δημοσιοποίηση μιας συνέντευξης κατηγορουμένου, ο οποίος έχει ομολογήσει τα πάντα και δεν αρνείται τίποτε στη συνέντευξη αυτήν; Γιατί εξαιτίας της συνέντευξης υπάρχει από τον κατηγορούμενο παράβαση και κατάχρηση του δικαιώματος για επικοινωνία με τον έξω κόσμο; Ακόμα και ο καταδικασμένος για κοινά ποινικά αδικήματα πολίτης έχει δικαιώματα. Πόσο μάλλον ένας κατηγορούμενος, που βάση νόμου εξακολουθεί να είναι αθώος μέχρι την τελεσίδικη καταδίκη του κι επιπλέον κατηγορείται για αδικήματα που δεν άπτονται του κοινού νόμου και αφορούν την κοινωνία στο σύνολό της και όχι αποκλειστικά το θύμα του.

Δεν μπορεί ένας έγκλειστος στις φυλακές να δίνει συνεντεύξεις, ώστε να περιγράφει στον κόσμο πώς αντιλαμβάνεται τα πράγματα; Για όσο διάστημα ενδιαφέρει τον κόσμο αυτό το οποίο πιστεύει ένας άνθρωπος —έστω κι αν αυτός είναι κατηγορούμενος για αδικήματα— πάντα θα βρίσκεται δημοσιογράφος που θα του παίρνει συνεντεύξεις. Κοινοί ποινικοί κατάδικοι δίνουν συνεντεύξεις στα ΜΜΕ. Τρέχουν τα ΜΜΕ ακόμα και πίσω από τους καταδικασθέντες για παιδεραστία, προκειμένου να πάρουν συνέντευξή τους. Πίσω από ανθρώπους, που δεν ενδιαφέρουν την κοινωνία οι ενέργειές τους και επιπλέον τους μισεί. Τότε δεν υπάρχει δεοντολογία; Δεοντολογία υπάρχει μόνον στην περίπτωση αυτήν;

Βιάστηκαν οι εξουσιαστές να πουν ότι με τις συνεντεύξεις που δίνουν οι τρομοκράτες υπάρχει κίνδυνος να δημιουργήσουν "κλίμα" και ν' αποκτήσουν συμπάθειες. Τους είπε κανένας ότι το "κλίμα" το δημιουργεί μόνον η εξουσία και είναι αποκλειστικό της προνόμιο; Αυτοί τόσο καιρό δεν δημιουργούν "κλίμα" εις βάρος των κατηγορουμένων; Οι κατηγορούμενοι μ' αυτούς δεν αντιδικούν, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι είναι κοινοί εγκληματίες; Γιατί να μην δημιουργήσουν "κλίμα" και οι ίδιοι; Αν οι εξουσιαστές επιδιώκουν να δημιουργήσουν "κλίμα", για να πιέσουν τα δικαστήρια και να πάρουν καταδίκες, γιατί να μην κάνουν οι τρομοκράτες το ακριβώς αντίθετο; Για το συμφέρον τους ενεργούν οι πρώτοι για το συμφέρον τους ενεργούν και οι δεύτεροι. Τα ίδια ισχύουν και με την έννοια της "συμπάθειας". Τι θα πει …επιδιώκουν να κερδίσουν τη συμπάθεια, ενώ είναι δολοφόνοι; Τι είναι ο κόσμος; Ένας βλάκας, που μοιράζει συμπάθειες; Και οι κοινοί δολοφόνοι και οι παιδεραστές επιθυμούν τη συμπάθεια. Ακόμα όμως και να τους αφήσεις να μιλήσουν στον κόσμο, δεν μπορούν να την κερδίσουν.

Τι φοβούνται οι "λατρευτοί" από τον λαό "εθνοπατέρες", αν κερδίσουν λίγα "ψίχουλα" συμπάθειας και οι τρομοκράτες; Αυτοί δεν λένε ότι ανακουφίστηκε ο κόσμος, επειδή εξαρθρώθηκε η τρομοκρατία; Αυτοί δεν λένε ότι τώρα ο κόσμος αισθάνεται πιο ασφαλής; Πώς είναι δυνατόν να κερδίσουν συμπάθεια αυτοί, που η φυλάκισή τους αποτελεί ανακούφιση για τον κόσμο; Θα συμπαθήσει κανένας το "AIDS", αν το γνωρίσει καλύτερα; Ακόμα όμως κι αν ο κόσμος είναι αγαθός και λίγο βλάκας —όπως πιστεύουν οι πολιτικοί, που τον υποτιμούν— και παρασυρθεί από αυτούς και πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα. Ας βγουν κι αυτοί να δώσουν συνεντεύξεις, για να τους κάνουν αντιπαθείς. Τους εμπόδισε κανείς; Γιατί δεν το κάνουν; Για να μην ανοίξουν "διάλογο" μ' αυτούς ή μήπως φοβούνται ότι θ' αποκαλυφθεί ότι η "λατρεία" που απολαμβάνουν είναι δικό τους προπαγανδιστικό δημιούργημα;

Μήπως φοβούνται ότι ο κόσμος τούς έχει σιχαθεί και πλέον δεν τον ενδιαφέρει τι λένε; Μήπως, για να προστατευτούν από τον κόσμο διατηρούν σωματοφύλακες και όχι από φόβο για τους τρομοκράτες; Μήπως κατόρθωσαν οι "νομοταγείς" "σωτήρες" μας και έγιναν πιο αντιπαθείς στον κόσμο ακόμα και από τους δολοφόνους; Πώς πιστεύουν ότι θ' αντιμετωπίσει ο κόσμος τους τρομοκράτες, αν αυτοί απελευθερωθούν και κυκλοφορούν στους δρόμους; Τους έχει χειροκροτήσει ποτέ κανένας αυθόρμητα, όπως χειροκρότησαν πρόσφατα τον Γιωτόπουλο οι φυλακισμένοι; Ή μήπως δεν λογαριάζονται αυτοί ως "καλοί" άνθρωποι, επειδή είναι κατάδικοι; Και ποιοι είναι καλοί άνθρωποι; Είναι καλοί άνθρωποι οι επαγγελματίες χειροκροτητές και θαυμαστές τους τα "κομματόσκυλα", που χειροκροτούν κατόπιν αντιπαροχής;

Τι θα πει λοιπόν ότι δεν ανοίγει ο πολιτικός κόσμος διάλογο με τους τρομοκράτες. Πολιτικό δεν είναι το θέμα της τρομοκρατίας; Με ποιον θ' ανοίξουν διάλογο αυτοί; Με τον γαλατά της γειτονιάς; Το ν' ανοίξεις διάλογο δεν σημαίνει ότι δημιουργείς ζήτημα εκεί όπου δεν υπάρχει ή νομιμοποιείς και δικαιολογείς κάτι παράνομο κι αδικαιολόγητο. Ανοίγει "διάλογο" ο βιαστής με το θύμα του, όταν βγαίνουν στη δημοσιότητα να πουν την άποψή τους; Θίγεται το θύμα, όταν παίρνει ο βιαστής τον λόγο; Ο βιαστής μόνος του δεν καλύπτει το πρόσωπό του, για να μην τον δει ο κόσμος; Μόνος του δεν αποφασίζει να κρυφτεί από τον κόσμο, επειδή λόγω φόβου δεν θέλει ν' αποκτήσει "επαφή"; Μόνος του καλύπτει το πρόσωπό του και δεν το σκεπάζει το θύμα του, για να μην γίνει συμπαθής.

Ίσα-ίσα που το ίδιο το θύμα θέλει να δει ο κόσμος τον βιαστή και να τον σιχαθεί ακόμα περισσότερο. Να τον δει, για να τον γνωρίζει και αν μπορεί να τον τιμωρήσει όπως και όπου μπορεί. Αυτό είναι στις δυνατότητες του κόσμου, γιατί ο κόσμος είναι παντού. Ακόμα και οι κοινοί ποινικοί κατάδικοι είναι μέρος του κόσμου. Θυμάται κανένας τον παιδεραστή και παιδοκτόνο Δουρή; Επειδή τον είδε ο κόσμος και τον άκουσε τον συμπάθησε; Ίσα-ίσα που κάθε φορά που τον έβλεπε όλο και πιο πολύ τον μισούσε. Κάθε φορά που έβλεπε την συνέντευξή του —όπου έλεγε ψέματα και μυξόκλαιγε υποκριτικά— όλο και περισσότερο ήθελε να τον λιντσάρει. Πώς του φέρθηκαν οι κοινοί πολίτες, που περνούσαν τυχαία από τον δρόμο, όταν οι αστυνομικοί τον προσήγαγαν στα δικαστήρια; Πώς του φέρθηκαν οι συγκρατούμενοί του, όταν μπήκε στη φυλακή; Όλοι αυτοί αντιπροσωπεύουν τον κόσμο. Ο κόσμος έχει ένστικτο και μοιράζει με ασφάλεια συμπάθειες και αντιπάθειες.

Πού είναι το πρόβλημα δηλαδή με τον πολιτικό κόσμο ν' ανοίξει διάλογο με τους τρομοκράτες. Ο διάλογος ούτε βγάζει κάποιους από τη φυλακή ούτε σκοτώνει. Ο διάλογος είναι ωφέλιμος για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε άλλο επίπεδο και μπορεί να εξελίσσεται παράλληλα με τη δικαστική διερεύνηση. Ίσα-ίσα λοιπόν που, αν οι πολιτικοί κερδίσουν στον διάλογο αυτόν με τους τρομοκράτες, κάποιους μπορεί να σώσουν, εφόσον θα τους αποδείξουν ότι η τρομοκρατία είναι λάθος δρόμος. Θα σώσουν κάποιους που την σκέπτονται ως μέσον κοινωνικής πάλης και θα σώσουν κι αυτούς που έχουν επιλέξει ως στόχους. Γιατί λοιπόν φοβούνται να "συνομιλήσουν" με τους προφυλακισμένους ως τρομοκράτες; Αν αυτοί ήταν τίποτε φουκαράδες, που μπορούσαν να τους χειριστούν εύκολα, θα άνοιγαν διάλογο. Θα άνοιγαν διάλογο, όπως ανοίγουν με τους κερδοσκόπους της αγοράς, τους εμπρηστές των δασών κλπ.. Με όλους αυτούς που με τις ενέργειές τους προκαλούν κοινωνικά προβλήματα. Τέτοια προβλήματα δεν προκαλούν και οι τρομοκράτες; Άρα, κάτι άλλο φοβούνται οι εξουσιαστές, όταν δεν προσπαθούν με την "αγιότητά" τους να κάνουν τους τρομοκράτες αντιπαθείς και επιλέγουν να τους φιμώσουν.

Τι φοβούνται; Αυτά που προτείνουμε. Φοβούνται μήπως οι φερόμενοι ως τρομοκράτες χειριστούν την κατάσταση με τον τρόπο εκείνον που οδηγεί τον κόσμο κατευθείαν στους "σωτήρες" του, που τον κλέβουν. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και το στρατηγικό πλεονέκτημα των κατηγορουμένων για τρομοκρατία. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι μπορούν πλέον, ως επώνυμοι πολιτικοί παράγοντες, να συνεχίσουν την "τρομοκρατία" και μέσα από τη φυλακή. Μπορούν, χωρίς να υπάρχει πραγματικό αίμα και πραγματικοί νεκροί, να πραγματοποιούν τρομοκρατικά "χτυπήματα" της ίδιας ισχύος και αποτελεσματικότητας μ' αυτά που σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να χυθεί άφθονο αίμα, για να τύχουν της απαραίτητης δημοσιότητας. Μπορούν να δημιουργήσουν μια εικονική τρομοκρατική πραγματικότητα, που θα βάλει σε περιπέτειες τους κρατούντες.

Μια τέτοια δραστηριότητα συμφέρει καί τους τρομοκράτες καί την κοινωνία. Γιατί; Γιατί οι τρομοκράτες, άσχετα με το πώς κατάφεραν και έγιναν "επώνυμοι" πολιτικοί παράγοντες, μπορούν να λειτουργήσουν με βάση τη δική τους φιλοσοφία, ακόμα και μέσα από τη φυλακή. Από τη στιγμή που έτσι κι αλλιώς θα φυλακιστούν, δεν έχουν κανέναν λόγο να φοβούνται και ν' αλλάξουν τη φιλοσοφία τους. Κάνοντας μάλιστα αυτό που θέλουν μέσα από τη φυλακή, θα είναι πολύ πιο ελεύθεροι από πολλούς πολίτες οι οποίοι περιφέρονται ανάμεσά μας και έχουν κλειστεί σε προσωπικά "κελιά", που δεν μπορείς να βγεις με τίποτε από εκεί μέσα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα μπορούν μέσα από τη φυλακή να "σημαδεύουν" και να "εκτελούν" όποιον θεωρούν οι ίδιοι ότι διαπράττει ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ κατά του λαού. Δεν έχουν κανέναν λόγο ν' αλλάξουν συμπεριφορά.

Για όσο διάστημα το Σύνταγμα τους αναγνωρίζει τον εισαγγελικό ρόλο, που έχει ο κάθε φορολογούμενος πολίτης, δεν έχουν λόγο να σταματήσουν τη δραστηριότητά τους. Για όσο διάστημα το σύστημα δεν σέβεται την απαίτησή τους να εκδικαστούν τα θύματά τους, ώστε στη συνέχεια να κριθούν και οι ίδιοι από τον κόσμο, δεν δεσμεύονται απέναντί του για ν' αποδεχθούν την όποια τιμωρία θα τους επιβάλει. Μπορούν ακόμα και μέσα από τη φυλακή να συνεχίσουν αυτό που έκαναν, χωρίς καμία αλλαγή. Το μόνο διαφορετικό θα είναι ότι δεν θα υπάρχει πραγματικό "χτύπημα" και πραγματικό αίμα. Το χτύπημα θα είναι καθαρά εικονικό, αλλά τα επιχειρήματα που οδήγησαν σ' αυτό εντελώς πραγματικά. Θα επιλέγουν τους στόχους με την ίδια λογική που τους επέλεγαν πριν από τη σύλληψή τους και θα επιχειρηματολογούν με την ίδια μέθοδο των προκηρύξεων.

Εδώ μπορεί να καταλάβει και ν' αξιολογήσει ο αναγνώστης τη μέχρι τώρα συμπεριφορά των κατηγορουμένων και τις διαφορετικές στρατηγικές τους. Μέχρι τώρα τις εντυπώσεις τις είχε κερδίσει ο Γιωτόπουλος, γιατί απλούστατα αρνήθηκε να ομολογήσει τα εγκλήματά του και να καταδώσει συντρόφους και ο κόσμος τον έκρινε σαν γενναίο σε αντίθεση με τους Ξηρούς. Από εκείνο το σημείο όμως κι έπειτα διαρκώς χάνει, γιατί από τη μία δεν υπερασπίζεται την όποια ιδεολογική ή κοινωνιολογική άποψή του και από την άλλη αναλίσκεται στο να "γκρινιάζει" για τις συνθήκες κράτησης. Η στρατηγική αυτή είναι λάθος, γιατί σταδιακά χάνει την αρχική συμπάθεια του κόσμου. Ο κόσμος δεν τον θεωρεί χρήσιμο, που θα του πει κάτι το οποίο δεν γνωρίζει κι επιπλέον τον θεωρεί εγωιστή, ο οποίος το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να "γλιτώσει" και στη χειρότερη γι' αυτόν περίπτωση να μην "ζορίζεται" μέσα στη φυλακή.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ο Σάββας Ξηρός, που ξεκίνησε απόλυτα αρνητικά από πλευράς εντυπώσεων, εφόσον φάνηκε λιπόψυχος και καταδότης των συντρόφων του. Η στρατηγική όμως που επέλεξε στη συνέχεια είναι πολύ καλή, γιατί θα τον κάνει κυρίαρχο των εντυπώσεων και αρκετά δημοφιλή. Θα καλύψει το χαμένο "έδαφος" και θα φτάσει στο επίπεδο που θ' αρχίσει ο κόσμος να τον συμπαθεί. Πολλοί —και μάλιστα άνθρωποι της εξουσίας— έτριβαν τα "χέρια" τους, όταν απείλησε με θάνατο τον εισαγγελέα Διότη. Νόμισαν ότι αυτό είναι στρατηγικό σφάλμα, το οποίο θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν και ότι σαν σφάλμα θα τον έκανε αντιπαθή στον κόσμο. Αυτό είναι λάθος και αυτοί οι οποίοι το νόμισαν είναι άσχετοι με το θέμα. Γιατί; Γιατί κατ' αρχήν ο κόσμος δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον εισαγγελέα, ώστε οι απειλές του τρομοκράτη να δημιουργήσουν αρνητικά συναισθήματα. Δεν αισθάνεται ότι απειλείται ο κόσμος, όταν απειλείται ένας εισαγγελέας. Ο κόσμος αισθάνεται απειλή, όταν τον αφορά μια κατάσταση. Ένας παιδεραστής, για παράδειγμα, τον απειλεί, όταν ισχυρίζεται δημοσίως ότι σε λίγο καιρό θα βρίσκεται έξω από τη φυλακή. Τον απειλεί, γιατί μπορεί να φτάσει ως πρόβλημα έξω από την "πόρτα" τού κάθε πολίτη.

Ο Ξηρός, με την απειλή του προς το πρόσωπο του εισαγγελέα, δεν χτύπησε τις "πόρτες" των πολιτών. Ο Ξηρός με την απειλή του έδωσε ένα στίγμα, αλλά ταυτόχρονα αποκάλυψε και τον ερασιτεχνισμό του σ' ό,τι αφορά τη στρατηγική του. Κινείται με το ένστικτο του επαναστάτη και όχι με τη γνώση του "εισαγγελέα". Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Γνωρίζει από ένστικτο τι πρέπει να κάνει, αλλά δεν γνωρίζει να χειρίζεται καταστάσεις. Η επιλογή της δημόσιας απειλής εναντίον του εισαγγελέα ήταν σωστή από πλευράς στρατηγικής. Ήταν σωστή για έναν άνθρωπο ο οποίος κατηγορείται για τρομοκρατία και το πιο πιθανό είναι να γεράσει στη φυλακή. Λάθος ήταν ο χειρισμός της και η αιτιολογία της. Ένας "εισαγγελέας" ποτέ δεν στρέφεται εναντίον κάποιων για προσωπικούς λόγους. Στρέφεται αυτεπάγγελτα πάντα εναντίον εκείνων που μπορούν να βλάψουν την κοινωνία. Αν ο Σάββας Ξηρός γνώριζε να χειρίζεται το θέμα, θα εκστόμιζε την ίδια απειλή, αλλά θα την αιτιολογούσε με διαφορετικό τρόπο.

Πώς γίνεται αυτό; Θα έπρεπε να πει ότι ο συγκεκριμένος εισαγγελέας δικαιούται τον θάνατο από το χέρι ενός τρομοκράτη, γιατί είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ. Γιατί δεν σέβεται το Σύνταγμα και χρησιμοποιεί τη δύναμή του εις βάρος των πολιτών και υπέρ της εξουσίας. Υποτίθεται θα εξήγαγε αυτό το συμπέρασμα, κρίνοντας από τη δική του περίπτωση και θα μετέφερε τις εντυπώσεις του στον κόσμο. Η δική του περίπτωση δηλαδή θα ήταν αυτή που απλά θα τον βοηθούσε να κρίνει έναν εισαγγελέα στο έργο του και όχι αυτή που θα τον έκανε να στραφεί εναντίον του.

Εναντίον του δηλαδή στρέφεται, επειδή παραβαίνει τα συνταγματικά όρια και όχι επειδή τον αδίκησε προσωπικά. Θα έπρεπε να επιχειρήσει να πείσει τον κόσμο ότι η εισαγγελική εις βάρος του συμπεριφορά δεν τον ενδιαφέρει, γιατί είναι επαναστάτης και αλτρουιστής. Να τον πείσει ότι αυτό που τον ενδιαφέρει ως πολίτη, που έγινε τρομοκράτης, είναι να σέβονται οι εξουσίες τον νόμο. Να πείσει τον κόσμο ότι ο Ξηρός μπορεί να γίνει ακόμα και δολοφόνος, προκειμένου να τον προστατεύσει από τους ανάξιους και παρανομούντες κρατικούς λειτουργούς. Να τον πείσει ότι ακόμα και μέσα από τη φυλακή θα παραμένει ένας ισχυρός φίλος και επικίνδυνος εχθρός της εξουσίας. Με τον χειρισμό αυτόν ο εισαγγελέας θα ήταν πλέον αυτός ο οποίος θα "απειλούσε" τον κόσμο και ο Ξηρός θα ήταν ο "προστάτης" του.

Αντιλαμβανόμαστε ότι πολύ εύκολα αλλάζουν οι ρόλοι, αν οι φερόμενοι ως τρομοκράτες μάθουν να χειρίζονται τα πράγματα. Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι συμφέρει την κοινωνία να συνεχίσουν τον αγώνα τους ακόμα και μέσα από τη φυλακή. Έπρεπε την απειλή εναντίον του εισαγγελέα να την ονομάσει "χτύπημα" και να περιμένουν οι πάντες την νέα προκήρυξη, που θα δικαιολογούσε την ενέργειά της η οργάνωση. Προκήρυξη, που θα δικαιολογούσε την απειλή του και δεν θα αρκούταν στα όσα γενικά γνωρίζει ο κόσμος περί των παρανομιών του συγκεκριμένου εισαγγελέα και τα οποία τα έχει μάθει από άλλους.

Τίποτε όμως από αυτά δεν έκανε και έδωσε χώρο στους δημοσιογράφους, που υπερασπίζονται την εξουσία, να τον διαβάλουν και να τον παρουσιάζουν στην κοινωνία σαν επικίνδυνο στοιχείο με σχιζοφρενικές τάσεις. Έναν καταδότη και χαφιέ, που παριστάνει τον επαναστάτη και ο οποίος απειλεί μόνον για προσωπικούς λόγους σαν κοινός αλήτης. Όλα αυτά όμως αλλάζουν εύκολα και αρκεί να υπάρχει μια σταθερή επιλογή στρατηγικής. Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι τους συμφέρει να συνεχίσουν την τρομοκρατική τους "δράση" μέσα από τη φυλακή.

Αυτό είναι κάτι που —όπως είπαμε— βολεύει και την ίδια την κοινωνία. Γιατί; Γιατί, χωρίς να υπάρχει ανθρώπινο αίμα, θα έχει στη διάθεσή της το σύνολο των επιχειρημάτων που "γεννούν" την τρομοκρατία. Χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή πολιτών, θα γνωρίζει η κοινωνία ποιος καταγγέλλει ποιον και γιατί. Με τον τρόπο αυτόν θ' απαλλαγεί η κοινωνία από θανάτους, από νέους τρομοκράτες και ταυτόχρονα θ' αποκτήσει πραγματικό νόημα ο έλεγχος των πολιτών απέναντι στην εξουσία. Οι επώνυμοι πλέον "ανώνυμοι" τρομοκράτες θα μπορούν να φέρουν εις πέρας το έργο τους και να προσφέρουν θετικές υπηρεσίες στην κοινωνία.

Είναι απαραίτητο να καταλάβουν οι πάντες —και κυρίως οι δικαστικοί— ότι βρισκόμαστε προ μεγάλων κινδύνων. Κινδύνων εθνικών, κοινωνικών και οικονομικών. Κινδύνων, που θα μας βάλουν σε περιπέτειες χωρίς προηγούμενο. Γιατί; Γιατί η εξουσία έχει αποθρασυνθεί πλήρως και υπό τις εντολές των Αμερικανών διαπράττει καθημερινά εγκλήματα, που θα γεννήσουν μια τρομοκρατία άνευ προηγουμένου. Πρέπει να γνωρίζουν όλοι ότι, ακόμα και οι σημερινοί τρομοκράτες να συλληφθούν στο σύνολό τους, η τρομοκρατία δεν θα εξαλειφθεί. Η τρομοκρατία δεν εξαλείφεται με συλλήψεις συγκεκριμένων προσώπων, γιατί γεννάται από τις συμπεριφορές της εξουσίας. Την τρομοκρατία την γεννούν οι λιμουζίνες των "πραιτοριανών" της εξουσίας, όταν περνάνε ανάμεσα από φτωχούς ανέργους. Την τρομοκρατία την γεννούν οι προκλητικές συμπεριφορές των "βλαστών" τους, που φέρονται σαν παιδιά μεγιστάνων. Την τρομοκρατία τη γεννά η βεβαιότητα αυτών των "βλαστών" ότι θα ζήσουν εξίσου πλούσια με τους γονείς τους.

Εδώ πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης, γιατί αυτό το οποίο θα πούμε είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Τον κόσμο δεν τον ενοχλεί ο πλούτος και οι λιμουζίνες στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, όταν αυτές ανήκουν στους κεφαλαιοκράτες. Ο κόσμος δεν έχει πάντα αντικρουόμενα συμφέροντα με την κεφαλαιοκρατία. "Τριβές" έχει με την κεφαλαιοκρατία και όχι κάθετες "συγκρούσεις". Όταν λοιπόν έχουν λιμουζίνες οι κεφαλαιοκράτες, σημαίνει ότι αποδίδει το κεφάλαιό τους και άρα υπάρχει δουλειά για τους εργαζόμενους. Όταν ζουν πλούσια οι κεφαλαιοκράτες, σημαίνει ότι πληρώνουν περισσότερους φόρους και άρα γεμίζουν το κοινό "ταμείο". Δεν έχει λόγο δηλαδή να θυμώνει ο πολίτης, όταν οι κεφαλαιοκράτες αποκαλύπτουν τον πλούτο τους, γιατί απλούστατα και οι ίδιοι επωφελούνται όταν υπάρχει αυτός ο πλούτος.

Αντίθετα με τους κεφαλαιοκράτες, όταν κάνουν τα ίδια οι αστοί, προκαλούν το μίσος. Γιατί; Γιατί ο αστός εξουσιαστής τις περισσότερες φορές στον οικονομικό τομέα είναι ένα τίποτε, που ο κόσμος του δίνει την εξουσία για να τον υπηρετήσει και όχι για να ζει σαν μεγιστάνας με τα δημόσια χρήματα. Όταν οι εξουσιαστές, που κάνουν "τούμπες" μέχρι να τους ψηφίσεις, στη συνέχεια κυκλοφορούν με λιμουζίνες, υπάρχει πρόβλημα. Τους μισεί ο κόσμος, γιατί ο πλούτος ο οποίος καταναλώνουν είναι δικός του. Ο πλούτος των εξουσιαστών δεν σημαίνει περισσότερες δουλειές. Δεν σημαίνει περισσότερα έσοδα για το κράτος. Σημαίνει τα ακριβώς αντίθετα. Σημαίνει περισσότερα έξοδα από το κοινό ταμείο.

Αυτός είναι κι ο λόγος που σχεδόν πάντα η λαϊκή τρομοκρατία στρέφεται εναντίον των αστών και όχι εναντίον της κεφαλαιοκρατίας. Ο λαός ελπίζει στην κεφαλαιοκρατία, εφόσον αυτή είναι ο "ρυθμιστής" της απασχόλησης. Από την επιτυχία των κεφαλαιοκρατών εξαρτάται και η επιτυχία της εργατικής τάξης. Αντίθετα μ' αυτούς οι αστοί εξουσιαστές κρίνονται με άλλα μέτρα. Κρίνονται ως οι άνθρωποι, που ο λαός τούς ψήφισε, για να τον βοηθήσουν. Είναι οι όμοιοί του. Εκ των δεδομένων δηλαδή πρέπει να ζουν και να φέρονται με έναν τρόπο ανάλογο μ' αυτόν που ζει ο μέσος πολίτης. Δεν σε ψηφίζει ο άλλος, για να πας στη βουλή και στη συνέχεια να κάνεις "μεγάλη" ζωή. Δεν σε ψηφίζει ο άλλος, για να μάθεις τι είναι τα "cohiba". Με την περιουσία σου μπορείς να κάνεις όσο "μεγάλη" ζωή θέλεις. Κανένας δεν θα σου πει τίποτε και ποτέ. Με την περιουσία του λαού θα κάνεις τη ζωή του λαού. Απλά είναι τα πράγματα.

Από αυτά τα απλά πράγματα ξεκινούν τα προβλήματα. Κάποιοι δεν τα καταλαβαίνουν και προκαλούν. Θέλουν να ζήσουν σαν "Ωνάσηδες", χρησιμοποιώντας την εξουσία που τους εμπιστεύτηκαν φτωχοί άνθρωποι. Τρεισήμισι χρόνια τους αγνοούν και τους προκαλούν και το τελευταίο εξάμηνο πριν τις εκλογές τους παρακαλάνε να τους ξαναψηφίσουν, κάνοντας τους κακομοίρηδες. Τρεισήμισι χρόνια κάνουν τους θεούς και ένα εξάμηνο κάνουν τις "τούμπες" του καραγκιόζη. Κάποιοι δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν αυτοί οι πολιτικοί και κάποιοι άλλοι καταλαβαίνουν. Κάποιοι από αυτούς που τους καταλαβαίνουν τους αγνοούν και κάποιοι άλλοι "τρελαίνονται". Ανάμεσα σ' αυτούς τους τελευταίους θα βρεις τους τρομοκράτες. Αν δεν αλλάξει συμπεριφορά η εξουσία, δεν πρόκειται να εξαλειφθούν οι τρομοκράτες.

Για όσο διάστημα δεν συμβαίνει αυτό, ένας τρομοκράτης θα συλλαμβάνεται δύο θα "γεννιούνται" και άλλοι δέκα θα σκέφτονται ν' ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Για όσο διάστημα η εξουσία δεν θα σέβεται αυτό το οποίο ονομάζουμε κοινό αίσθημα και θα παραβαίνει τους νόμους, η τρομοκρατία θα υπάρχει. Για όσο διάστημα όλη η κοινωνία της Αθήνας θα πιστεύει ότι το πάρκο του Ριζάρη θα πρέπει να παραμείνει ως έχει και η εξουσία θα το παραχωρεί στους ισχυρούς της κοινωνίας, για να "εξαγοράσουν" την αθανασία τους, κάποιοι συμπολίτες μας θα σκέφτονται πώς να την σταματήσουν, έστω και με ανορθόδοξους τρόπους.

Για όσο διάστημα όλη η Ελλάδα θα πιστεύει ότι ο Κόκκαλης "κλέβει" το ελληνικό δημόσιο και ο μόνος ο οποίος δεν το πιστεύει είναι αυτός που του υπογράφει τα απαλλακτικά βουλεύματα, η τρομοκρατία θα βρίσκει χώρο για να γεννηθεί. Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτό είναι το ύστατο μέσο που έχει ο πολίτης, για να ελέγξει την εξουσία. Όταν πολιτικοί καταγγέλλουν τον συγκεκριμένο επιχειρηματία, εφημερίδες δημοσιοποιούν τα ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του και ο μόνος ο οποίος δεν πείθεται ότι υπάρχουν έστω και κάποιες αποχρώσες ενδείξεις εγκλήματος είναι ο εισαγγελέας, που έχει ως καθήκον του να τον παραπέμψει στη δικαιοσύνη, δεν υπάρχει άλλο μέσο για τον πολίτη, ο οποίος αισθάνεται ότι πνίγεται από την αδικία.

Άποψη του γράφοντος είναι ότι υπό τις παρούσες συνθήκες η μόνη εξουσία που μπορεί εξαιτίας του συνταγματικού της ρόλου να "σώσει" στην κυριολεξία τον ελληνικό λαό είναι η δικαστική εξουσία. Το πρόβλημα αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα δεν είναι η θέσπιση νόμων ή η μέθοδος διακυβέρνησής της. Δεν υπάρχουν ελλείψεις νόμων ή απλά λάθη της εξουσίας που πρέπει να διορθωθούν. Δεν έχουμε δηλαδή να προτείνουμε κάτι στη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία. Το πρόβλημα σήμερα είναι άλλο. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν σωστοί νόμοι, αλλά ότι κανένας δεν τους σέβεται. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυβέρνηση κάνει λάθη, αλλά ότι συνειδητά "ξεπουλάει" τα πάντα, γιατί αυτές είναι οι οδηγίες που έχει λάβει από τους ιμπεριαλιστές. Ο μόνος ο οποίος μπορεί να σταματήσει αυτές τις δύο διαβρωμένες και διεφθαρμένες εξουσίες είναι η δικαστική εξουσία, που από το Σύνταγμα διαχωρίζεται από αυτές.

Η ιδιομορφία της δικαστικής εξουσίας είναι ότι δεν είναι "ενεργητική" εξουσία, όπως είναι οι υπόλοιπες δύο. Δεν χαράσσει πολιτικές και δεν ακολουθεί πολιτικές. Δεν βρίσκεται δηλαδή σε "κίνηση", ακολουθώντας κάποιον στόχο. Είναι μια εξουσία απόλυτα "στατική" και έχει ρόλο "παθητικό". Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Η δικαστική εξουσία είναι το "θηλυκό" πρόσωπο της κρατικής εξουσίας. Είναι εκείνο το πρόσωπο, που έχει ως στόχο να "φυλάει" τα κεκτημένα και όχι ν' αναζητά καινούργια. "Φιλτράρει" τα καινούργια και μόνον αν κρίνει ότι συντρέχουν με τις "αρχές" και τα συμφέροντα της κοινωνίας, τα υιοθετεί. Οι "αρσενικές" εξουσίες μπορούν, πάνω στον αγώνα για την "επιτυχία" τους, να κάνουν λάθη και παραβάσεις. Μπορούν, πάνω στην "κίνησή" τους, να "σκοντάψουν". Αυτά τα λάθη όμως και τις παραβάσεις η δικαστική εξουσία δεν τα αφήνει να περάσουν άκριτα στον λαό και να τον καταστρέψουν.

Το σύνολο των "μέτρων" και των "σταθμών" που αφορούν μια κοινωνία και επιτρέπουν στη δικαστική εξουσία να κρίνει τις υπόλοιπες εξουσίες είναι το Σύνταγμα. Αυτό το Σύνταγμα προστατεύει και φυλάττει η δικαστική εξουσία. Η "φύλαξη" προϋποθέτει στατικότητα, γιατί σε άλλη περίπτωση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Εξαιτίας αυτού του ρόλου δεν επιτρέπεται στους δικαστικούς να συμμετέχουν στα πολιτικά δρώμενα ή να συνδικαλίζονται. Αν δηλαδή η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία έχουν ως στόχο να μας προσφέρουν ένα καλύτερο "αύριο", η δικαστική εξουσία είναι αυτή η οποία διασφαλίζει το "σήμερα" με βάση τους νόμους που κατακτήθηκαν με αίμα "χθες". Αν η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία είναι ο "πατέρας" του λαού, που αποφασίζει γι' αυτόν, η δικαστική εξουσία είναι η "μητέρα" η οποία κρίνει τον "πατέρα" με βάση τα συμφέροντα του "παιδιού". Τα παιδιά των "φαντασμένων" και φιλόδοξων πατεράδων δεν χάνονται, όταν έχουν μια σταθερή μητέρα. Τα παιδιά των "φαντασμένων" και φιλόδοξων μητέρων χάνονται. Η δικαστική εξουσία αυτόν τον ρόλο έχει. Να προστατεύσει τον λαό από τις "φιλοδοξίες" των εξουσιαστών του, που πρέπει να κριθούν.

Όμως, για να μπορέσει να επιτελέσει το καθήκον της, θα πρέπει να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες που θα της δίνουν την απαραίτητη αυτονομία και βέβαια θ' αποκαθιστούν την αξιοπιστία της. Τι σημαίνει αυτό; Κατ' αρχήν θα πρέπει να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες, που θα της δίνουν πραγματική διοικητική αυτονομία και δεν θα επιτρέπουν στην εκάστοτε κυβέρνηση ν' αντιλαμβάνεται τους δικαστικούς λειτουργούς ως υπαλλήλους της. Θα πρέπει δηλαδή να πάψει να έχει σχέση εργαζόμενου και εργοδότη με την εκτελεστική εξουσία. Αυτό γίνεται μόνον με την οικονομική αυτονομία του κλάδου των δικαστικών. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούν έναν τρόπο, που δεν θα τους οδηγεί στα γραφεία της κυβέρνησης, κάθε φορά που θα πρέπει να ζητήσουν τη μισθολογική τους αναπροσαρμογή.

Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να γίνει μόνον, αν εξαιρεθούν από τις πάγιες πρακτικές που εφαρμόζονται για τον κλάδο των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό μπορεί να γίνει μόνον με τη μέθοδο που περιγράψαμε σε άλλο σημείο. Μόνον αν συνδέσουν τους μισθούς τους με σταθερό τρόπο σε σχέση με κάποιο οικονομικό μέγεθος, το οποίο μεταβάλλεται εξαιτίας των αγώνων κοινών εργαζομένων και όχι των ιδίων. Οι κοινοί εργαζόμενοι είναι αυτοί οι οποίοι μάχονται για τους μισθούς τους και όχι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης και θεματοφύλακες του Συντάγματος και της δημοκρατίας. Μόνον αν γίνει αυτό, θα μπορεί η δικαιοσύνη να λειτουργεί αυτόνομα και να καταδιώξει αυτούς που πρέπει, για τους λόγους που πρέπει, όπως το Σύνταγμα επιβάλει. Δεν είναι δυνατόν να "σέρνονται" λειτουργοί της δικαιοσύνης στα γραφεία των εξουσιών, παρακαλώντας για "αυξησούλες". Δεν μπορεί αυτός ο οποίος "προσκυνάει" για το "ψωμί", να δικάζει "όρθιος". Δεν μπορεί μια ολόκληρη εξουσία να προσκυνάει τον τυχάρπαστο πολιτικό, που γίνεται υπουργός δικαιοσύνης. Δεν μπορεί αυτός ο άσχετος ν' αποφασίζει για την ιεραρχία της.

Αν η δικαστική εξουσία καταφέρει και διασφαλίσει την πλήρη αυτονομία της από την εκάστοτε κυβέρνηση, υπάρχει πιθανότητα να "σωθούμε". Γιατί; Γιατί από εκεί και πέρα αναλαμβάνει το Σύνταγμα. Πώς; Βάση του άρθρου 93.4. Τι λέει αυτό το άρθρο; Το εξής απλό. "Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα". Γιατί είναι τρομερά πολύτιμο αυτό το άρθρο; Γιατί καθιστά παράνομο τον οποιονδήποτε προσπαθεί να εφαρμόσει έναν νόμο, τον οποίο τα δικαστήρια δεν δέχονται ως συνταγματικά ορθό. Ποια η πρακτική του αξία; Ο απόλυτος έλεγχος και όχι βέβαια η χειραγώγηση των υπολοίπων εξουσιών. Γιατί; Γιατί η δικαστική εξουσία μπορεί με "πάσες" στον εαυτό της να ελέγχει τις αυθαιρεσίες των υπολοίπων εξουσιών. Μπορεί δηλαδή να κινείται αυτεπάγγελτα στο επίπεδο της διερεύνησης οποιουδήποτε νόμου της φαίνεται αντισυνταγμα­τικός και στη συνέχεια, αφού γίνει η εκδίκασή του, να τον ακυρώνει με δικαστική απόφαση.

Μπορεί, χωρίς να κάνει πολιτική, να ελέγχει την πολιτική. Μπορεί, χωρίς να "ενεργεί", να έχει "ενεργό" ρόλο, εφόσον μπορεί ν' ακυρώνει οτιδήποτε δεν συντρέχει με το Σύνταγμα. Πώς μπορεί πρακτικά να γίνει αυτό; Έστω για παράδειγμα ότι η δικαστική εξουσία αντιλαμβάνεται κίνδυνο από τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων. Δεν μπορεί να πει απευθείας την άποψή της για το θέμα αυτό, γιατί είναι ένα θέμα καθαρά πολιτικό. Η κυβέρνηση υποτίθεται τις πραγματοποιεί για πολιτικούς λόγους και έχει τα αντίστοιχα επιχειρήματα. Επιχειρήματα, που έχουν σχέση με τις οικονομικές της εκτιμήσεις ή με δεσμεύσεις του κράτους έναντι της Ε.Ε.. Τι μπορεί να κάνει σε μια τέτοια περίπτωση η "θηλυκή" δικαστική εξουσία; Το εξής απλό. Να κινηθεί έμμεσα εναντίον των προσώπων που την πραγματοποιούν και να εκδικάσει την υπόθεση. Να προκαλέσει και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει τις ενστάσεις των πολιτών για να την μπλοκάρει.

Αν δηλαδή υπάρχει ένας απλός πολίτης, που θεωρεί ότι θίγονται τα ατομικά του συμφέροντα από την πώληση της ΔΕΗ, μπορεί να στραφεί εναντίον του κράτους και της κυβέρνησης για κατάχρηση εξουσίας. Τι σημαίνει αυτό; Ότι τα δικαστήρια θ' αποφασίσουν αν και κατά πόσο μια τέτοια πώληση θίγει τα συμφέροντα του πολίτη. Τα δικαστήρια θ' αποφασίσουν με βάση το Σύνταγμα αν θα συνεχιστεί η ιδιωτικοποίηση ή όχι. Τα δικαστήρια, χωρίς να "παράγουν" πολιτική, θ' ακυρώσουν μια πολιτική, αν αυτή δεν συντρέχει με το Σύνταγμα. Δεν θα πουν σε καμία εξουσία τι να κάνει, αλλά μπορούν να πουν στην οποιαδήποτε εξουσία το τι απαγορεύεται να κάνει.

Δεν λέμε τίποτε παράξενο και δύσκολο. Σήμερα κινητοποιούνται για παράδειγμα με όλους τους τρόπους και όλα τα μέσα οι εργαζόμενοι στα Ελληνικά Πετρέλαια. Έχουν τα στοιχεία που χρειάζεται για ν' αποδείξει κάποιος ότι θίγονται τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου με την ιδιωτικοποίησή τους. Αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να τους εκμεταλλευτεί η δικαστική εξουσία, για να προστατεύσει τα συμφέροντα του λαού από τους κλέφτες. Μπορεί δηλαδή να "παράγει" πολιτική, χωρίς να την ασκεί και άρα χωρίς να υπερβαίνει τα όριά της.

Αυτό μπορεί να γίνει σε όλα τα επίπεδα και για όλα τα θέματα που η "αρσενική" εξουσία θίγει τα συμφέροντα του πολίτη και άρα κινείται αντισυνταγματικά. Μπορεί να σταματήσει τη σημερινή "λαίλαπα" της Νέας Τάξης. Μπορεί να σταματήσει την προδοσία των πολιτικών. Μπορεί να μπλοκάρει όλα όσα θεωρήσαμε πιο πάνω ως αρνητικά για τον Έλληνα πολίτη. Από τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων μέχρι και την τεράστια και αντεθνική εξαγορά του ιδιωτικού κεφαλαίου από ξένους. Μπορεί να σταματήσει τη λεηλασία της χώρας σε όποιο επίπεδο κι αν αυτήν πραγματοποιείται. Οτιδήποτε δεν συμφέρει τον απλό πολίτη είναι σίγουρα αντισυνταγματικό και ο συνταγματικός νόμος είναι υπεράνω των πάντων. Είτε αυτοί είναι νόμοι του κοινοβουλίου είτε επίσημες δεσμεύσεις του κράτους έναντι της Ε.Ε..

Μπλοκάροντας τις συνθήκες "ξεπουλήματος" του εθνικού κεφαλαίου, στην πραγματικότητα σταματάει τις συνθήκες που γεννούν τη σημερινή διαφθορά. Από εκεί και πέρα είναι εύκολο να ελέγξει την ίδια τη διαφθορά. Η σημερινή δηλαδή εκτεταμένη διαφθορά υπάρχει, γιατί η κυβέρνηση, πάνω στην προσπάθειά της να "ξεπουλήσει" τα πάντα, δεν μπορεί να ελέγξει την διαφθορά των προσώπων, γιατί την απειλούν τα πρόσωπα. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να ελέγξεις ως κυβέρνηση τη διαφθορά στα νοσοκομεία, όταν στόχος σου είναι το ξεπούλημά τους. Αυτοί, που με τη σιωπή τους δεν σε εμποδίζουν, θέλουν μερίδιο. Αυτό γίνεται σήμερα. Οι διεφθαρμένοι γιατροί είναι αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα τι συμβαίνει με τα νοσοκομεία και προς τα πού δρομολογούνται τα πράγματα. Δεν διαμαρτύρονται, γιατί παίρνουν το "μερίδιο" τους με τα "φακελάκια". Όταν η κυβέρνηση ιδιωτικοποιεί το νοσοκομείο, ο διεφθαρμένος γιατρός ιδιωτικοποιεί το "πόστο" του. Καί οι δύο κάνουν το ίδιο πράγμα, εφόσον κοινή τους "λεία" είναι η δημόσια περιουσία. Ποιος θα σταματήσει ποιον.

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι δεν μπορεί να σταματήσει η διαφθορά, αν δεν σταματήσει το "ξεπούλημα" του δημοσίου κεφαλαίου. Για όσο διάστημα η αστική τάξη αντιλαμβάνεται το δημόσιο κεφάλαιο σαν ταξικό της κεφάλαιο, δεν υπάρχει περίπτωση να μην ζητήσει μερίδιο όταν αυτό "ξεπουλιέται". Αυτό το μερίδιο είναι η διαφθορά. Αυτή η διαφθορά είναι που παρασέρνει σήμερα και τη δικαστική εξουσία στα κυβερνητικά παιχνίδια. Γιατί; Γιατί δεν είναι δυνατόν οι δικαστικοί, οι οποίοι είναι επίσης αστοί, να βλέπουν τους όμοιούς τους να γίνονται πλούσιοι και να μην ζητούν κι αυτοί έστω και ελάχιστα με νόμιμο τρόπο. Δεν είναι δυνατόν να μην τρέχουν στα γραφεία της εξουσίας να ζητούν αυξήσεις, όταν βλέπουν τους ομοίους τους να γίνονται πλούσιοι. Παίρνουν τα "ψίχουλα" της εξουσίας και στην ουσία αυτοπεριορίζονται στο έργο τους. Δεν μπορείς να ελέγξεις αυτόν που την προηγούμενη ημέρα παρακαλούσες να σ' ευνοήσει.

Το χειρότερο βέβαια με τους δικαστικούς λειτουργούς είναι ότι παίρνουν τα ελάχιστα, τη στιγμή που αυτοί φαίνονται ως υπεύθυνοι για τις αθλιότητες άλλων. Γιατί φαίνονται; Γιατί αυτοί υπογράφουν τα απαλλακτικά βουλεύματα, όταν αρχίζουν οι καταγγελίες των πολιτών. Αυτοί συνδέονται άμεσα ως πρόσωπα με τους διεφθαρμένους υπαλλήλους και τους ιδιώτες, που τους διαφθείρουν. Ενώ οι ανεύθυνοι βάση του νόμου πολιτικοί δημιουργούν τους "Κοκκάληδες" αυτού του τόπου, οι δικαστικοί είναι αυτοί οι οποίοι φαίνονται ότι τους επιτρέπουν να ζουν ελεύθεροι. Τους δικαστικούς δηλαδή τους χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, για να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς κόστος. Αυτό το κάνουν σε όλα τα επίπεδα.

Οι πολιτικοί, για να γίνουν αρεστοί στους Αμερικανούς, ήθελαν καταδίκη του Λεσπέρογλου, αλλά δικαστικός ήταν αυτός ο οποίος προκάλεσε την επανεκδίκαση της υπόθεσής του. Τον εισαγγελέα είδαν και μίσησαν οι παριστάμενοι στη δίκη. Οι πολιτικοί θα "γλείφουν" και θα χαζογελάνε στην αμερικανική πρεσβεία, αλλά οι δικαστικοί θα φοβούνται να κυκλοφορούν στους δρόμους. Οι πολιτικοί θα "δουλεύουν" τον κόσμο, αλλά οι δικαστικοί θα έρχονται σε σύγκρουση μαζί του στα ορκωτά δικαστήρια.

Αυτό είναι και το μέγα κατόρθωμα των εξουσιαστών και η αρχή του "καπελώματος" της δημοκρατίας. Έκαναν τον κόσμο να φοβάται και ν' αποστρέφεται τη δικαστική εξουσία σαν "μπαμπούλα", ενώ θα έπρεπε να τη σέβεται και να την αγαπά σαν "μητέρα". Εκμεταλλεύτηκαν τα προηγούμενα σφάλματά της και την "ιεροεξεταστική" καταγωγή της. Εκμεταλλεύτηκαν τις προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες των λαών, όταν πραγματικά η δικαστική εξουσία τους βασάνιζε, υπηρετώντας τις απάνθρωπες εξουσίες. Αυτό το οποίο δεν εξήγησαν ποτέ και σε κανέναν ήταν ότι, από τη στιγμή που έγινε η Γαλλική Επανάσταση, άλλαξαν τα δεδομένα και τα συμφέροντα σ' ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη.

Αυτό το οποίο δεν κατάλαβαν οι λαοί είναι ότι μετά από αυτήν την επανάσταση η δικαστική εξουσία έγινε "υπηρέτης" του νόμου και όχι των "αφεντικών" της κοινωνίας. Η δικαστική εξουσία έγινε ο θεματοφύλακας του υπέρτατου νόμου. Του νόμου, που εξασφαλίζει την παντοδυναμία του λαού. Του νόμου, που μετατρέπει τον λαό σε "αφεντικό" των πάντων. "Αφεντικό" της δικαστικής εξουσίας μετά τη Γαλλική Επανάσταση έγινε ο λαός και "διευθυντής" της το Σύνταγμα. "Αφεντικό" της έπαψαν να είναι οι φεουδάρχες και η εκκλησία και "διευθυντής" της τα συμφέροντά τους.

Αυτή η παρανόηση του λαού απέναντι στη δικαιοσύνη και τους μηχανισμούς της ήταν εσκεμμένη επιλογή, η οποία έγινε εκ του πονηρού από τους αστούς. Γιατί; Γιατί οι αστοί ήθελαν, διατηρώντας τα παλιά δεδομένα, να γίνουν οι ίδιοι "αφεντικά" της, για να μπορούν να ελέγχουν τα πάντα. Οι αστοί δεν ήθελαν την κοινωνική δικαιοσύνη. Οι αστοί ήθελαν να γίνουν "χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη". Ήθελαν τα πρώην λιγούρια ν' απολαμβάνουν προνόμια φεουδαρχών. Γι' αυτόν τον λόγο δεν εξήγησαν στους λαούς τις αλλαγές. Έφτιαξαν τους νόμους που απαιτούσε η δημοκρατία, για να μην υπάρχει πρόβλημα με τους ισχυρούς της κοινωνίας, αλλά στην καταπάτησή τους επενδύουν, ώστε να φέρονται οι ίδιοι ως ανεξέλεγκτοι ισχυροί. Δεν μπορείς ν' ασκήσεις απόλυτη εξουσία, χωρίς να ελέγχεις τη δικαστική εξουσία.

Οι πολίτες αυτό δεν το κατάλαβαν και δεν άλλαξαν τη συμπεριφορά τους απέναντι σ' αυτήν. Δεν κατάλαβαν ότι, ως κυρίαρχοι, μπορούν να διατηρούν άμεση επαφή μαζί της, όπως διατηρούσαν τέτοια επαφή οι φεουδάρχες στον καιρό της παντοδυναμίας τους. Φοβόταν κανένας φεουδάρχης τα δικαστήρια της εποχής του; Ο πολίτης δηλαδή σ' αυτήν έπρεπε να καταφεύγει, κάθε φορά που αισθανόταν ότι αδικείται, είτε από την εξουσία είτε από κάποιον συμπολίτη του. Γιατί; Γιατί εκεί θα έβρισκε τη σιγουριά και τη δικαιοσύνη. Το υποκειμενικό της πολιτικής δεν υπάρχει στη δικαιοσύνη. Εκεί υπάρχει μόνον ο νόμος και ο νόμος είναι αντικειμενικός. Αν έχεις δίκιο, θα το βρεις, ακόμα κι αν αυτός ο οποίος στέκεται απέναντί σου ως αντίδικος είναι το ίδιο το κράτος και η ίδια η κυβέρνηση.

Όπως ο ρόλος της μητέρας είναι να κρίνει δίκαια τα παιδιά της και είτε να δικαιώνει είτε να τα τιμωρεί, έτσι έπρεπε να λειτουργεί και η δικαστική εξουσία. Ο πολίτης σε κάθε περίπτωση σ' αυτήν θα έπρεπε ν' αναζητά καταφύγιο και προστασία. Όπως ένα παιδί δεν φοβάται τη μητέρα του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τη σέβεται, έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει και στη σχέση πολίτη και δικαστικής εξουσίας. Όπως ένα παιδί φοβάται να "ξεγελάσει" τη μητέρα του εις βάρος κάποιου αδερφού του, έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει και σ' αυτήν την περίπτωση. Όπως η μητέρα είναι αγαπητή, παρ' όλη τη δυνατότητά της να τιμωρεί, έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει και με τη δικαστική εξουσία. Προσοχή εδώ, γιατί μπορεί να υπάρξει παρανόηση. Ο πολίτης είναι σωστό ν' απευθύνεται στην εξουσία "μητέρα" και να μην την μπερδεύει με την αστυνομία. Η αστυνομία είναι διωκτικός μηχανισμός. Είναι το "πρωτοπαλίκαρο" της "μητέρας".

Η "συναναστροφή" με τη "μητέρα" δεν είναι επικίνδυνη, γιατί υπάρχει ο νόμος που ορίζει τον ρόλο της και η ίδια διαθέτει από το Σύνταγμα τη δυνατότητα να κρίνει καί αυτόν που καταγγέλλεται, αλλά καί αυτόν που καταγγέλλει. Η άμεση "συναναστροφή" του πολίτη με την αστυνομία είναι τελείως διαφορετικό πράγμα και αποτελεί ίδιον των χαφιέδων. Γιατί; Γιατί η αστυνομία δεν έχει την αρμοδιότητα να κρίνει. Η αστυνομία συνήθως είναι το "όργανο" των χαφιέδων, οι οποίοι θέλουν να ταλαιπωρούν συμπολίτες τους, εφόσον η αστυνομία σε περίπτωση καταγγελίας δεν μπορεί να κάνει τίποτε παραπάνω. Η αστυνομία είναι "όργανο" της δικαιοσύνης και μόνον αυτής τις εντολές πρέπει να υπακούει. Ο πολίτης ο οποίος δίνει "εντολές" στην αστυνομία είναι ύποπτος και εχθρός της δημοκρατίας. Ακίνδυνη για τη δημοκρατία είναι μόνον η επαφή τού πολίτη με τη δικαστική εξουσία.

Αυτό όμως δεν συνέφερε αυτούς που μας κυβερνάνε. Δεν συνέφερε, γιατί ήθελαν ν' ασκούν απόλυτη εξουσία και να κλέβουν. Για να το κατορθώσουν αυτό, έδωσαν στη δικαστική εξουσία το πρόσωπο που σήμερα βλέπουμε. Ένα πρόσωπο αυστηρό, δύστροπο, που δεν μπορείς καν να συνεννοηθείς μαζί του χωρίς δικηγόρο. Ακόμα και το γλωσσικό "ιδίωμα" που χρησιμοποιεί είναι μια επιλογή που έγινε εκ του πονηρού, για να μην συνεννοείται μ' αυτήν ο πολίτης, ώστε να χρειάζεται έναν ενδιάμεσο, είτε αυτός είναι πολιτικός είτε δικηγόρος. Το πόσο υστερόβουλη και πονηρή είναι αυτή η επιλογή είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή μόνον αν κάποιος προσπαθήσει να καταλάβει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ αυτών των οποίων πρέπει να "συνεννοηθούν" μεταξύ τους.

Η γλωσσική επιλογή του συστήματος δικαιοσύνης είναι εγκληματική για τη δημοκρατία. Γιατί; Γιατί στην περίπτωση αυτήν το ζητούμενο είναι η συνεννόηση και η επαφή και όχι η αισθητική της έκφρασης και η απόσταση. Υποτίθεται ότι αυτό έγινε για να προστατευτεί το κύρος της δικαιοσύνης, ενώ στην πραγματικότητα έγινε για να δημιουργηθεί πρόβλημα στη σχέση της με τον πολίτη. Είναι σαν να επιλέγει μια μητέρα να μιλάει την "καθαρεύουσα" την ίδια στιγμή που το παιδί της γλωσσικά βρίσκεται στη νηπιακή ηλικία. Υπάρχει μητέρα που —όσο μορφωμένη και να είναι— θα το κάνει αυτό; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί θα ακυρώσει τον ρόλο της. Θα χάσει την επαφή με το παιδί και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό πρόβλημα από το να προσαρμόσει τον λόγο της και όχι βέβαια τη γνώση της στο επίπεδο του παιδιού.

Επιβάλλεται από τον ρόλο της δηλαδή να συνομιλεί με το παιδί της στο δικό του επίπεδο και από εκεί και πέρα με τη δική της γνώση ας "κωδικοποιεί" τη συνομιλία της στο δικό της επίπεδο. Επιβάλλεται αυτήν να "κατέβει" επίπεδο και να μην περιμένει από απόσταση να συμβεί το αδύνατο. Το ζητούμενο για τη μητέρα είναι να καταλαβαίνει τι σημαίνει "άτα", όταν συνομιλεί με το παιδί της και μετά αυτήν στις αποφάσεις της ας το περιγράφει ως "περίπατο". Το σφάλμα, που δεν κάνει καμία μητέρα, το έκανε το σύστημα δικαιοσύνης. Έχασε την επαφή του με τον πολίτη. Επέλεξε, για λόγους κύρους και για να εμπνέει υποτίθεται τον σεβασμό, να "συνδιαλέγεται" σε μια γλώσσα ακατανόητη για τον μέσο πολίτη και έχασε τον βασικό της στόχο, που είναι η συνεννόηση μ' αυτόν.

 Ο μέσος πολίτης δεν διαφέρει στη γλωσσική του κατάρτιση από το παιδί του παραδείγματός μας. Όταν όμως το ζητούμενο της σχέσης του με τη δικαστική εξουσία είναι η συνεννόηση, αυτήν είναι αδύνατη. Αυτή η αδυναμία ήταν και το ζητούμενο για τους πονηρούς, που την επέβαλαν στο δικαστικό σύστημα. Εξαιτίας της αδυναμίας αυτής ο πολίτης δεν έχει άμεση επαφή με τη δικαστική εξουσία κι αυτό ωφελεί τους πολιτικούς, οι οποίοι κάνουν αυτό το οποίο απαγορεύεται για τους δικαστικούς. Συνεννοούνται με τον λαό στη γλώσσα που μπορεί να μιλήσει ο κάθε πολίτης. Με τον τρόπο αυτόν αναλαμβάνουν εργολαβικά την επαφή της κοινωνίας με τη δικαιοσύνη. Το ίδιο επωφελούνται και οι δικηγόροι, εφόσον σε άλλη κλίμακα κάνουν κι αυτοί ακριβώς το ίδιο. Αυτοί ακούνε το "άτα" του πολίτη και το περιγράφουν ως "περίπατο" στους δικαστές. Αυτούς προφανώς δεν τους ενδιαφέρει ούτε το "κύρος" ούτε ο "σεβασμός". Τους πρώτους τους ενδιαφέρει να παρακάμψουν τον κίνδυνο του ελέγχου από τους δικαστικούς και τους δεύτερους τους ενδιαφέρει να "κονομάνε" από την αδυναμία του πολίτη.

Αυτή ήταν η επιτυχία των αστών. Μπόρεσαν και μπήκαν ανάμεσα στον πολίτη και τη "μητέρα" εξουσία. Την παρουσίασαν σαν την κακιά "στρίγκλα", που οποιαδήποτε επαφή μαζί της συνεπάγεται "μπελά", αν όχι τιμωρία. Οι πολίτες παγιδεύτηκαν και αυτό ήταν το ζητούμενο. Πολιτικοί και δικηγόροι κατάφεραν κι έφεραν τα πράγματα στα μέτρα των συμφερόντων τους. Με την απομόνωσή της οι πρώτοι κατόρθωσαν να την ελέγχουν και οι δεύτεροι να την εκμεταλλεύονται. Γίνονταν πλούσιοι και ισχυροί, απομονώνοντας τη δικαστική εξουσία από το "αφεντικό" της, που είναι ο λαός στο σύνολό του και "παιδί" της ο κάθε πολίτης.

Αποτέλεσμα; Οι πολίτες να την αποφεύγουν και να μην την εμπιστεύονται. Αυτό είναι το πραγματικό κατόρθωμά τους. Απομόνωσαν τον λαό από την μόνη εξουσία που προβλέπεται από το Σύνταγμα να έχει "θηλυκό" ρόλο. Την μόνη εξουσία στην οποία μπορεί ν' απευθύνεται ο πολίτης σε καθημερινή βάση και να επιλύει τα προβλήματά του σχεδόν την ίδια στιγμή. Την μόνη εξουσία που μπορεί να "τσακίσει" στην κυριολεξία τον οποιοδήποτε παρανομεί, όσο ισχυρός κι αν είναι. Αυτό ήταν το κατόρθωμά τους και με τον τρόπο αυτόν οι εξουσιαστές καταφέρνουν κι "αλωνίζουν" σε συνθήκες πλήρους ατιμωρησίας.

Βλέπει ο πολίτης τις αθλιότητες των πολιτικών και των "χορηγών" τους και δεν προσφεύγει στη δικαιοσύνη, για να τους περιορίσει άμεσα κι αποτελεσματικά. Πηγαίνει στον τοπικό κομματάρχη, ο οποίος υποτίθεται "καταγράφει" τα προβλήματά του και του υπόσχεται "άμεση" λύση σε κάποια χρόνια και υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα βοηθήσει ο πολίτης να κερδισθούν οι εκλογές. Τα κόμματα δηλαδή αναλαμβάνουν παράνομα εισαγγελικό και δικαστικό ρόλο και στην ουσία κοροϊδεύουν τον πολίτη. Η περιοδικότητα των εκλογών τούς δίνει το δικαίωμα να διαιωνίζουν μια κατάσταση που τους συμφέρει. Οι κυβερνητικοί κατακλέβουν τον κόσμο και βολεύουν τους ημετέρους χωρίς αντίδραση και οι αντιπολιτευόμενοι εκμεταλλεύονται τη "συσσώρευση" λαϊκής οργής, για να διεκδικήσουν την εξουσία και να κάνουν τα ίδια.

Κανένας κομματάρχης δεν προτείνει σε κάποιον διαμαρτυρόμενο πολίτη να πάει στον εισαγγελέα, όταν αντιλαμβάνεται κλοπή κι αυθαιρεσία των κυβερνώντων. Γιατί; Υποτίθεται για να μην "νοθεύεται" η πολιτική με δικαστικές παρεμβάσεις, ενώ στην πραγματικότητα ο άνευ αντικειμένου κομματάρχης επιδιώκει να κρατήσει για το κόμμα τον ρόλο του "κατηγόρου" και του "τιμωρού". Ρόλοι, που από το Σύνταγμα προβλέπεται ο μεν πρώτος να είναι προνόμιο του πολίτη ο δε δεύτερος να είναι προνόμιο του συστήματος της δικαιοσύνης. Αναλαμβάνοντας τα κόμματα εργολαβικά τον ρόλο του "κατηγόρου", "παίζουν" με τους πολίτες υπέρ των συμφερόντων τους. Με τον τρόπο αυτόν τα κόμματα αλληλοεξυπηρετούνται και διαφθείρονται, χωρίς να ελέγχονται.

Τα προβλήματα του πολίτη και τις παρανομίες των κομμάτων τα διαχειρίζονται δηλαδή αυτοί οι οποίοι δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα να τα διαχειρίζονται, γιατί απλούστατα δεν έχουν την αρμοδιότητα να τα τιμωρούν. Τα κόμματα προβλέπεται να διεκδικούν τη διακυβέρνηση μιας χώρας και όχι να διαχειρίζονται τα προβλήματα των πολιτών. Δουλειά των κομμάτων είναι να βελτιώνουν τις κυβερνητικές τους προτάσεις, τις οποίες θα κρίνουν οι πολίτες στις εκλογές και όχι να υποκαθιστούν τη δικαιοσύνη.

Με βάση τον συνταγματικό ρόλο των κομμάτων φυσιολογικά δεν θα έπρεπε οι πολίτες να έχουν καθημερινές σχέσεις μ' αυτά, γιατί απλούστατα η "κυβερνητική" δεν έχει καθημερινά προβλήματα, που αφορούν τον πολίτη. Το να καταγγέλλει για παράδειγμα ένα κόμμα την κυβέρνηση για παράνομους διορισμούς στη ΔΕΗ δεν σημαίνει τίποτε. Το να πάει αυτή η υπόθεση στη δικαιοσύνη σημαίνει πολλά. Πιο πολύ δύναμη δηλαδή έχει μια επώνυμη καταγγελία πολίτη στον εισαγγελέα, παρά μια επερώτηση στη βουλή. Στην πρώτη περίπτωση ο εισαγγελέας θα κινηθεί άμεσα προς την τιμωρία του παρανόμου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση οι βουλευτές θα κάνουν την "πλάκα" τους και τα "παζάρια" τους μέσα στη βουλή.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί συμφέρει τα κόμματα να διαχειρίζονται προβλήματα και παρανομίες. Τα συμφέρει, γιατί το ένα κάνει "πλάτες" στο άλλο. Γι' αυτόν τον λόγο είναι θεμελιώδες για τους πολιτικούς ν' απολαμβάνουν και τη βουλευτική ασυλία. Η διαχείριση παρανομιών τούς καθιστά παράνομους και γι' αυτόν τον λόγο έχουν ανάγκη την ασυλία και όχι επειδή σε κάποια στιγμή θα υπερασπιστούν έστω και με παράνομα μέσα τη δημοκρατία.

Σ' αυτήν τη διαχείριση στηρίζεται η παγίδα τους και το "καπέλωμα" της δημοκρατίας. Ταυτίζοντας οι αστοί το κομματικό παρασύστημα δικαιοσύνης με τη διαχείριση της εξουσίας, οδηγούν τις εξελίξεις προς τον δικομματισμό. Αυτό είναι ολέθριο για τη δημοκρατία. Γιατί; Γιατί τα κόμματα, ως μηχανισμοί, υπό κάποιες συνθήκες μπορούν να γίνουν ακόμα και οικογενειακές ιδιοκτησίες. Αν τα προσωποπαγή κόμματα κατορθώσουν και διαχειρίζονται προβλήματα μεγάλων μερίδων του λαού, αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται πάντα κοντά στην εξουσία. Σημαίνει ότι η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία γίνονται ένα "κουβάρι", που ελέγχονται πλήρως από κάποιους ιδιώτες.

Σε συνθήκες πραγματικής δημοκρατίας όλες οι εξουσίες θα έπρεπε να λειτουργούν ανεξάρτητα. Μέσα στη βουλή θα έπρεπε να συγκρούονται τα ταξικά συμφέροντα και από την "τριβή" αυτών των συμφερόντων να προκύπτουν οι νόμοι του κράτους. Νόμοι, που θα ελέγχονταν από τη δικαστική εξουσία σ' ό,τι αφορά τη συνταγματικότητά τους. Από εκεί και πέρα τα κόμματα να διεκδικούσαν την κυβερνητική εξουσία. Μια εξουσία, που θα ασκούταν με βάση τους νόμους της βουλής και η οποία και πάλι θα ελεγχόταν για τις όποιες παρανομίες της από τη δικαστική εξουσία. Την εκτελεστική εξουσία δηλαδή θα μπορούσε να την διεκδικήσει ακόμα και μια "παρέα" χαρισματικών συμπολιτών μας. Μια ολιγομελής ομάδα πολιτών, που, αφού θα εξέθετε τις απόψεις της περί κυβερνητικής πολιτικής, θα μπορούσε να διεκδικήσει την εξουσία στις εκλογές.

Ακόμα και ένας πολίτης μόνος του έχει δικαίωμα από το Σύνταγμα να δημιουργήσει κόμμα και να διεκδικήσει την εξουσία. Η έννοια "κόμμα", δηλαδή, ταυτίζεται με μία άποψη για τη δημοκρατική διακυβέρνηση ενός κράτους. Είτε αυτήν την άποψη την υιοθετεί ένας πολίτης είτε ο μισός πληθυσμός της χώρας, δεν αλλάζει τίποτε στην έννοια "κόμμα". Η μαζικότητα απλά είναι αυτή η οποία δίνει στην υπερέχουσα άποψη την εξουσία. Για το Σύνταγμα δηλαδή δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός αρχηγού μεγάλου κόμματος και ενός απλού πολίτη σ' ό,τι αφορά την "αξία" της άποψή τους. "Κόμμα" αντιπροσωπεύει ο ένας και "κόμμα" αντιπροσωπεύει και ο άλλος.

Ακόμα δηλαδή και η χρηματοδότηση των κομμάτων είναι συνταγματικά παράνομη. Απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία, εφόσον ευνοεί την άποψη ενός πολίτη εις βάρος της άποψης κάποιου άλλου. Άλλωστε, αν τους διάσημους κομματάρχες τους αγαπάνε τόσο πολύ οι πολυπληθείς οπαδοί τους —όσο ισχυρίζονται βεβαίως οι ίδιοι—, γιατί δεν τους χρηματοδοτούν μόνοι τους. Πιο πολύ ανάγκη έχει την κρατική χρηματοδότηση η άποψη του μεμονωμένου πολίτη, που προσπαθεί να την κάνει γνωστή, παρά ένα μεγάλο κόμμα, που δεν έχει το ίδιο πρόβλημα.

Οι αστοί όλα αυτά τα κατάφεραν με συγκεκριμένες μεθοδεύσεις. Με την παράνομη και αντισυνταγματική νομιμοποίηση των ακροδεξιών και κομμουνιστικών κομμάτων καταφέρνουν κι αλλάζουν τα δεδομένα υπέρ των συμφερόντων τους. Ταυτίζουν το κόμμα με την ιδεολογία και κατορθώνουν και "καπελώνουν" τη νομοθετική εξουσία. Γιατί; Γιατί παρουσιάζονται σαν ιδεολογικοί ηγέτες, ενώ δεν είναι τέτοιοι. Παρουσιάζονται σαν ιδεολογικοί "πολέμαρχοι", που δίνουν τη μάχη της δημοκρατίας μέσα στη βουλή, ενώ δεν συμβαίνει αυτό. Την ιδεολογία ενός κράτους την καθορίζει το Σύνταγμα και όχι οι πλειοψηφίες μέσα στη βουλή. Οι ιδεολογικοί ηγέτες και οι "πολέμαρχοι" ήταν μόνον αυτοί που επέβαλαν το δημοκρατικό Σύνταγμα εις βάρος άλλων ιδεολογιών και αυτοί πέθαναν προ καιρού. Αν ο λαός επιθυμεί δημοκρατία, αυτό φαίνεται μέσα στο Σύνταγμα και η επιβολή του Συντάγματος γίνεται μέσω άλλων διαδικασιών. Από τη στιγμή που ο λαός αποφασίζει να επιλέξει τη δημοκρατία, αυτόματα δημιουργείται η βουλή, για να λειτουργήσει η δημοκρατία αυτήν.

Μέσα στη βουλή θέση έχουν μόνον όσοι αποδέχονται το δημοκρατικό σύστημα κι ευθυγραμμίζονται με το Σύνταγμα. Η βουλή δεν ταυτίζεται με τη δημοκρατία. Η βουλή είναι όργανο της δημοκρατίας. Μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία μπορούν να υπάρχουν οι πάντες, ενώ μέσα στη βουλή όχι. Οι ιδεολογικές μάχες γίνονται μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη βουλή. Η δημοκρατία είναι πολιτικό σύστημα, όπως είναι ο κομμουνισμός, η μοναρχία, ο ναζισμός κτλ. Δεν μπορεί δηλαδή το ένα σύστημα να "μπαίνει" μέσα στο άλλο και πολύ περισσότερο μέσα στα όργανά του. Δεν μπορείς μέσα στο παλάτι όπου κοιμάται ο βασιλιάς να βάλεις δίπλα του και ένα "ράντζο" για τον κομμουνιστή ηγέτη.

Μέσα σε μια δημοκρατική βουλή δηλαδή οι μόνες μάχες οι οποίες πραγματικά δίνονται είναι αυτές οι οποίες μπορούν να δοθούν μέσα σε ένα δημοκρατικό "όργανο", εφόσον για το πολιτειακό ζήτημα έχει αποφασίσει ο λαός σε άλλο επίπεδο. Οι μόνες μάχες δηλαδή που μπορούν να δοθούν στη βουλή είναι αυτές οι οποίες αφορούν ταξικά συμφέροντα και τίποτε παραπάνω. Στη βουλή δηλαδή γίνονται μόνον ταξικά "παζάρια" και τίποτε άλλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι "μπουρδολογίες" των βουλευτών, προκειμένου να δικαιολογήσουν τους μισθούς τους.

Οι αστοί δηλαδή, μεταφέροντας τεχνητά τις ιδεολογικές "μάχες" μέσα στη βουλή, αξιώνουν καθημερινά μισθούς "σωτήρων" της δημοκρατίας, ενώ η "σωτηρία" είναι δεδομένη κι αποτυπώνεται στο Σύνταγμα. Το πόσο αστείο είναι αυτό το σκηνικό της "ψευδομάχης" μπορεί να το καταλάβει κάποιος αν σκεφτεί το εξής απλό. Τι θα γίνει, για παράδειγμα, αν χάσουν οι βουλευτές μιας δημοκρατικής παράταξης, που κυβερνάει μια "μάχη" μέσα στη βουλή από τους κομμουνιστές ή τους φιλομοναρχικούς; Θ' αλλάξει το πολίτευμα ή μήπως κάποιος αντισυνταγματικός κομμουνιστικής εμπνεύσεως νόμος θα "περάσει", επειδή έχασαν την πλειοψηφία; Θα αλλάξει το πολίτευμα ή μήπως κάποιος συνταγματικός μοναρχικής εμπνεύσεως νόμος θα "περάσει", επειδή έχασαν την πλειοψηφία;

Από τη στιγμή που οι νόμοι "φιλτράρονται" για τη συνταγματική νομιμότητά τους από εξωκοινοβουλευτικό όργανο της δημοκρατικής εξουσίας, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Δημοκρατικά γαϊδούρια να στείλεις στη βουλή να τα "δουλεύουν" οι κομμουνιστές ή οι φιλομοναρχικοί βουλευτές, δεν θα "περνάνε" οι νόμοι τους, εφόσον πρέπει να κριθούν από τη δικαστική εξουσία για τη συνταγματικότητά τους. Τόσο σοβαρή δουλειά είναι η ιδεολογική δουλειά των βουλευτών.

Αυτός είναι βέβαια κι ο λόγος που "διακρίνονται" στη σημερινή βουλή τα πιο απίθανα άτομα. Από αποτυχημένους ηθοποιούς μέχρι αγράμματους πρώην αθλητές. Από "άσφαιρους" γόνους "άσφαιρων" πολιτικών μέχρι επώνυμους σεξολόγους. "Διακρίνονται" άνθρωποι οι οποίοι ξεκινούν την ημέρα τους από τα κομμωτήρια, συνεχίζουν στα κανάλια και καταλήγουν στις ταβέρνες. Κάθε μέρα κάνουν τα ίδια "σωτήρια" πράγματα. Ιδεολογική "αερολογία" και κομματικό "κους-κους" που αφορά βολέματα.

Αυτό το οποίο κάνει τη βουλή πολύτιμη κι αναντικατάστατη για τη δημοκρατία είναι το έργο της, που αφορά τον συνταγματικά προβλεπόμενο ρόλο της. Από τη στιγμή που το δημοκρατικό Σύνταγμα δέχεται ως θεμιτά καί τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών καί των κοινών εργαζομένων, έπρεπε να δημιουργήσει εκείνη την εξουσία, που θα τα προστάτευε. Έπρεπε να δημιουργηθεί εκείνη η εξουσία, που θα έλεγχε την εκτελεστική εξουσία. Θα την έλεγχε όμως όχι στο επίπεδο της συνταγματικής παρανομίας, πράγμα που ανήκει στην αρμοδιότητα της δικαστικής εξουσίας, αλλά στο επίπεδο της ταξικής "εύνοιας", που είναι εξίσου αθέμιτη δημοκρατία, αλλά η οποία δεν "εντοπίζεται" από το Σύνταγμα.

 Η βουλή δηλαδή είναι πολύτιμη, επειδή νομοθετεί, συνυπολογίζοντας τις ανάγκες και τα δικαιώματα όλων των τάξεων. Είναι πολύτιμη, επειδή ελέγχει την κυβέρνηση, κάθε φορά που αυτή τείνει να εκδηλώσει μια "προτίμηση". Κάθε φορά δηλαδή που μία κυβέρνηση, λόγω ιδεολογικής ιδιοσυγκρασίας, ευνοεί τους κεφαλαιοκράτες εις βάρος των εργαζομένων ή το αντίστροφο. Κάθε φορά που μία δεξιά κυβέρνηση τείνει να ευνοήσει τους κεφαλαιοκράτες ή μία σοσιαλιστική κυβέρνηση τείνει να ευνοήσει τους εργάτες. Την εύνοια αυτήν δεν μπορεί να την εντοπίσει το Σύνταγμα —και άρα η δικαστική εξουσία— και η καταπολέμησή της δίνει αξία στο βουλευτικό έργο. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πόσο "δίκαιη" είναι η σημερινή βουλή μας, όταν τα μέλη της στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι αστοί. Αστοί, που συστηματικά ευνοούν τους εαυτούς τους εις βάρος όλων των υπολοίπων.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι να μάθει ο αναγνώστης μερικά πράγματα που αφορούν το Σύνταγμα και τη δημοκρατία στο πολιτειακό επίπεδο. Το όποιο Σύνταγμα είναι κυρίαρχο μέσα σ' ένα κράτος, άσχετα με το πώς αυτό επιβλήθηκε, δεν ανατρέπεται με σχετικές πλειοψηφίες και δημοψηφίσματα. Όνειρα "θερινής νυκτός" κάνουν οι μοναρχικοί για παράδειγμα, όταν ελπίζουν σε παλινόρθωση της μοναρχίας μέσω ενός νέου δημοψηφίσματος. Ακόμα και να αποτελούν τις νέες πλειοψηφίες, δεν έχουν ελπίδες να το αλλάξουν αναίμακτα. Γιατί; Γιατί το Σύνταγμα επιβάλλεται με αίμα κι ανατρέπεται με αίμα. Αν δηλαδή δεν διαθέτεις μια συντριπτική πλειοψηφία, που ν' απειλεί με αιματοκύλισμα την αντίπαλη μεριά και να την αποθαρρύνει με τον όγκο της, δεν υπάρχει πιθανότητα ν' ανατραπεί το Σύνταγμα με ψήφους. Η ψηφοφορία αφορά τις διαδικασίες "εντός" του Συντάγματος και όχι το ίδιο το Σύνταγμα. Γιατί; Γιατί το Σύνταγμα έχει τη δυνατότητα να "αυτενεργοποιείται" όταν απειλείται.

Ακόμα δηλαδή και να θέσει απλά κάποιος το ζήτημα του δημοψηφίσματος, περνάει στην αντίπαλη "όχθη" αυτών που προσπαθούν να το καταλύσουν και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το Σύνταγμα θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, για να πολεμήσει μέχρι θανάτου, εφόσον και το ίδιο απειλείται με θάνατο. Το Σύνταγμα δηλαδή της δημοκρατίας δεν έχει σχέση με τις εσωτερικές διαδικασίες της δημοκρατίας. Το κάθε κυρίαρχο Σύνταγμα αμύνεται μέχρι θανάτου. Όπως το μοναρχικό Σύνταγμα της προ Χούντας εποχής απειλούσε με αιματοκύλισμα όποιον προσπαθούσε να το ανατρέψει, άσχετα με πλειοψηφίες, έτσι συμβαίνει και με το σημερινό.

Γιατί ανατράπηκε εκείνο το Σύνταγμα με ένα δημοψήφισμα; Γιατί ήταν βλάκας ο βασιλιάς. Γιατί η Χούντα το "παρέλυσε" κι αυτός από βλακεία εγκατέλειψε τη χώρα. "Έπαιξε" αφελή παιχνιδάκια της εξουσίας και, αφού τα έχασε, εγκατέλειψε τη χώρα. Έχασε τη μάχη της εξουσίας "μέσα" στο Σύνταγμά του και από αφέλεια το εγκατέλειψε, αφήνοντάς το απροστάτευτο.

Μόνος του δηλαδή αυτοκαταστράφηκε και αυτή ήταν η τύχη των Ελλήνων. Χωρίς την αυτοκαταστροφή του, δεν θ' ανατρεπόταν τόσο εύκολα το Σύνταγμά του. Η Χούντα δεν μπορούσε να το καταλύσει, γιατί θα έπρεπε να πάει σε εμφύλιο. Η Χούντα μέχρι και την τελευταία στιγμή τον φοβόταν και δεν τολμούσε να τον απειλήσει. Μέχρι και θέση "αντιβασιλέα" εφεύρε, για να βαστάει τη θέση του "ζεστή". Εκεί έκανε το λάθος ο πρώην μονάρχης. Δεν έπρεπε να φύγει από τη χώρα σε καμία περίπτωση. Ακόμα και "διακοσμητικό" ρόλο να έπαιζε, μέχρι να περάσει η "μπόρα" της Χούντας, δεν θα κινδύνευε, ούτε ο ίδιος ούτε το Σύνταγμά του. Για όσο διάστημα παρέμενε στη χώρα, το μοναρχικό Σύνταγμα θα ήταν "ενεργοποιημένο", άσχετα με την όποια "παράλυση" το διέκρινε. Έφυγε όμως και, όταν έπεσε η Χούντα, οι δυνάμεις της μοναρχικής δεξιάς δεν μπορούσαν ν' απειλήσουν με εμφύλιο τους δημοκράτες Έλληνες, γιατί στο μεταξύ είχαν "χρεωθεί" και τις αθλιότητες της Χούντας. Η απουσία του μονάρχη είχε "απενεργοποιήσει" το Σύνταγμα της μοναρχίας και οι δημοκράτες επωφελήθηκαν κι ανέτρεψαν αναίμακτα κάτι το οποίο δεν ανατρέπεται χωρίς αίμα.

Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης τον λόγο που παραπάνω είπαμε ότι οι πραγματικοί δημοκράτες και ιδεολόγοι πολιτικοί πέθαναν προ καιρού. Τέτοιοι πολιτικοί ήταν αυτοί οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στον πολιτικό στίβο, όταν στην Ελλάδα υπήρχε συνταγματική μοναρχία. Εκείνο το σύστημα ήταν "υβριδικό" και απαιτούσε ικανότητα από πλευράς των πολιτικών-πολεμάρχων, για ν' ανατραπεί, χωρίς να πάμε σε εμφύλιο πόλεμο. Η ιδιομορφία του ήταν ο "ερμαφροδιτισμός" του. Υπήρχε μια υποτιθέμενη δημοκρατία και οι θεσμοί της, αλλά ο ανώτατος άρχων της χώρας ήταν ο βασιλιάς. Υπήρχε ισονομία και ισοπολιτεία, αλλά ο ανώτατος άρχων ήταν και "ανώτερος" άνθρωπος. Υπήρχε δηλαδή μια διαρχία, που δημιουργούσε τριβές. Κανένας δεν υποχωρούσε από αυτά τα οποία θεωρούσε δικαιώματά του και οι συγκρούσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε "χώρος" στη βουλή για καθημερινή ιδεολογική "μάχη" μεταξύ των δύο απόλυτα εχθρικών ιδεολογιών, που προσπαθούσε να συνταιριάξει το Σύνταγμα της εποχής. Υπήρχε "χώρος" στη δημοκρατική βουλή, για να υποσκαφτεί το απολίθωμα του Μεσαίωνα και να πάμε στην καθαρή κι ανόθευτη δημοκρατία.

Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και τη δύναμη της δημοκρατίας ως ιδεολογικό σύστημα. Η μοναρχία υποτίθεται, για να μην απειλείται από τη δημοκρατία —που είναι ο μεγάλος της αντίπαλος—, θέλησε να την "καπελώσει". Να την "καπελώσει", όπως για παράδειγμα η αστική δημοκρατία "καπελώνει" τον κομμουνισμό, βάζοντας τον στη βουλή. Ενώ όμως ο κομμουνισμός είναι παντελώς ανίκανος να κάνει ζημιά στη δημοκρατία, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη δημοκρατία, όταν αυτή "μπαίνει" σε ένα εχθρικό προς αυτήν πολιτικό "σύστημα". Η δημοκρατία —αργά αλλά σταθερά— το "κατατρώγει", μέχρι να το οδηγήσει στην "κατάρρευση". Κανένα αυταρχικό σύστημα δεν μπορεί να δημιουργήσει δημοκρατικό "θύλακα", για να ελέγχει τη δημοκρατία. Ο "θύλακας" μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα θα πολλαπλασιάσει το μέγεθος και τις απαιτήσεις του και θα οδηγήσει το αυταρχικό σύστημα στην καταστροφή.

Αυτό ήταν το λάθος των μοναρχών στην Ελλάδα. Δεν κατάλαβαν τι έγινε και την "πάτησαν". Δεν αντιλήφθηκαν τα "μηνύματα" των καιρών και δεν μπόρεσαν να δουν μπροστά, ώστε να προηγηθούν των εξελίξεων. Τι έπρεπε να κάνουν; Ή να μην δεχθούν καθόλου τη συνύπαρξη με τη βουλή της δημοκρατίας ή να περάσουν στο άλλο άκρο, που είναι η "διακοσμητική" μοναρχία. Από τη στιγμή που δεν διέθεταν τις δυνάμεις ν' αποτρέψουν άμεσα κι απόλυτα τον εκδημοκρατισμό της χώρας, έπρεπε να εγκαταλείψουν κάθε προσπάθεια να εξουσιάσουν. Η πιο σωστή επιλογή τους —για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους— θα ήταν να "βοηθήσουν" τη δημοκρατία να επικρατήσει απόλυτα και ν' αποσύρονταν σε έναν ρόλο καθαρά τυπικό, εξασφαλίζοντας με την πράξη τους αυτήν και τη συμπάθεια του κόσμου.

Όμως, δεν κατάλαβαν εγκαίρως ότι οι καιροί "άλλαζαν". Έχοντας την ψευδαίσθηση ότι είναι ισχυροί, προτίμησαν να επιχειρήσουν να "καπελώσουν" τη δημοκρατία. Επέλεξαν δηλαδή να διεκδικούν την εξουσία μέσα σ' ένα πλαίσιο συνδιαχείρισης και άρα ρίσκαραν τη σύγκρουση με τη δημοκρατία. Αυτό ήταν η αρχή του τέλους τους. Γιατί; Γιατί οι ιδεολόγοι και δημοκράτες βουλευτές μπορούσαν να κάνουν ζημιά στη μοναρχία μέσα από τη βουλή της δημοκρατίας. Μπορούσαν με το νομοθετικό τους έργο να εξασθενούν τους "εκλεκτούς" της μοναρχίας. Μπορούσαν να φέρνουν σε δύσκολη θέση τον βασιλιά και να τον "εκθέτουν" στον κόσμο. Μπορούσαν να τον "αποκαλύπτουν", κάθε φορά που αυτός προσπαθούσε να επωφεληθεί εις βάρος της δημοκρατίας. Τότε πράγματι οι βουλευτές ήταν ιδεολογικοί αρχηγοί και πράγματι τους χρωστάμε πολλά. Χρωστάμε πολλά σ' αυτούς που κάποτε έδιναν την καθημερινή μάχη της δημοκρατίας. Αυτούς που αμύνονταν, κάθε φορά που κάποιοι έτειναν να περιορίσουν τη δημοκρατία κι επιτίθονταν, κάθε φορά που έπρεπε να τη διευρύνουν.

Η ατυχία όμως εκείνων των πραγματικά σημαντικών πολιτικών ήταν ότι δεν ανέτρεψαν οι ίδιοι εκείνο το σύστημα το οποίο μισούσαν. Η ατυχία τους ήταν ότι "έπεσαν" πάνω στον "αποστάτη". Αυτόν, που τότε έπρεπε να τον κρεμάσουν ανάποδα για συνεργεία στην κατάλυση της δημοκρατίας. Γιατί τον κατηγορούμε για συνεργεία; Γιατί στην κορύφωση της μάχης της δημοκρατίας με τη μοναρχία επέλεξε να "ρίξει" τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της εποχής εκείνης. Τη στιγμή της ύστατης μάχης, που οι δυνάμεις της δημοκρατίας έπρεπε να είναι ενωμένες, αυτός τις "σκόρπισε". Ακύρωσε το σύνολο της μεθόδευσης των δημοκρατικών δυνάμεων στη μάχη τους με το "παλάτι". Μιας μεθόδευσης που ωρίμαζε για χρόνια και που εκείνη την εποχή μπορούσε να έχει κάποια σημαντικά αποτελέσματα. Με τη επιλογή του δημιούργησε της συνθήκες που επέτρεψαν στους χουντικούς να καταλύσουν ακόμα και την άθλια συνταγματική μοναρχία. Με την επιλογή του μετέτρεψε τη χώρα σε μια "Χιλή" της Ευρώπης.

Αυτός ο οποίος κατέστρεψε τη δημοκρατία και "καθυστέρησε" τη χώρα για τουλάχιστον μία επταετία, σήμερα, ξεπερνώντας κάθε όριο θράσους, προσπαθεί να παραστήσει τον "Νέστορα" της δημοκρατίας. Αυτός ο οποίος έπρεπε να γνωρίσει την κρεμάλα της δημοκρατίας, κατορθώνει κι απολαμβάνει ακόμα τις λιμουζίνες της. Αυτός ο διαβόητος "αποστάτης" ήταν το αίτιο να βρει η Χούντα εκείνους τους δημοκράτες πολιτικούς αδύναμους και να τους "τσουβαλιάσει", με συνέπεια να τελειώσει το έργο τους άδοξα. Μιλάμε για θράσος, γιατί γνωρίζει ο ίδιος τι ακριβώς έκανε και ποια θα έπρεπε να είναι η τιμωρία του. Αν δεν το γνώριζε, δεν θα αυτοεξοριζόταν στην περίοδο της Χούντας. Γιατί αυτοεξορίστηκε ο "αγαπημένος" της Χούντας και του "παλατιού"; Γιατί αυτοεξορίστηκε αυτός ο οποίος τούς εξυπηρέτησε στην επίτευξη του στόχου τους; Γιατί απλούστατα γνώριζε ότι κινδύνευε η ζωή του από τα ένστικτα της δημοκρατίας.

Φοβόταν τους πολίτες οι οποίοι θα "έπαιρναν" το Σύνταγμα στα χέρια τους και θα τον εξόντωναν. Αυτός ο άνθρωπος στη διάρκεια της μεταπολίτευσης σώθηκε από το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Εκμεταλλεύτηκε τον ζωντανό Μπακογιάννη —την εποχή που φοβόταν τον λαό— και τον εκμεταλλεύτηκε και νεκρό. Κατάφερε και όχι μόνον έσωσε το "τομάρι" του, χάρη στο αγωνιστικό παρελθόν του Μπακογιάννη, αλλά έσωσε και την πολιτική του καριέρα, χάρη στον θάνατό του. Επέστρεψε ασφαλής στην Ελλάδα, "κρυβόμενος" πίσω από τον γαμπρό του και έγινε πρωθυπουργός εξαιτίας του θανάτου του. Από εκεί και πέρα τα πάντα ήταν εύκολα για τον "μετρ" του βολέματος. Βόλεψε και τα παιδιά του και φιλοδοξεί να βολέψει και τα εγγόνια του.

Αυτός είναι που σήμερα παριστάνει τον φύλακα της δημοκρατίας και ο οποίος ακόμα ξεπληρώνει προσωπικά "γραμμάτια" εις βάρος μας. "Χρωστάει" στους πάντες. "Χρωστάει" στους βασιλείς, στους χουντικούς ακόμα και στους τρομοκράτες. "Χρωστάει" σ' αυτούς που τον έσωσαν και τον τάιζαν εκείνη την εποχή, όπως "χρωστάει" και σ' αυτούς που τον έσωσαν και τον επέβαλαν στη μεταπολιτευτική περίοδο. Αυτός ο "δημοκράτης" βαστάει το θέμα της μοναρχίας "ζεστό". Αυτός, που ήταν η "ατυχία" όλων των πολιτικών της προ Χούντας εποχής. Το θέμα είναι ότι —δυστυχώς για όλους εκείνους τους μεγάλους δημοκράτες πολιτικούς— το Σύνταγμα της δημοκρατίας το απολαμβάνει ο λαός εξαιτίας της τύχης του και όχι εξαιτίας τους. Ήταν τύχη να έρθει σε ρήξη η Χούντα με τον βασιλιά και ήταν τύχη να είναι αυτός ο βασιλιάς παντελώς ανίκανος.

Όμως, όλες αυτές οι σπουδαίες πολιτικές μάχες έχουν νόημα μόνον όταν η δημοκρατία δεν είναι "καθαρή". Έχουν νόημα, όταν η δημοκρατία συνυπάρχει με εχθρούς της και συγκρούεται μ' αυτούς. Έχουν νόημα, όταν το πολίτευμα "νοθεύεται" με άλλα όργανα εξουσίας, τα οποία δεν έχουν σχέση με τη δημοκρατική λειτουργία. Όλα αυτά τα σπουδαία αφορούν εποχές που πλέον είναι μακρινές και δεν μας αφορούν. Όταν η δημοκρατία είναι "καθαρή", όπως η σημερινή, αλλάζει ο ρόλος τόσο της βουλής όσο και των βουλευτών. Η βουλή δεν έχει πλέον στόχο να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δημοκρατίας εις βάρος κάποιου αντιπάλου της. Η βουλή δεν αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις της δημοκρατίας εναντίον των εχθρών της. Η βουλή, από τη μεταπολίτευση κι έπειτα, απλά διαχειρίζεται τα ταξικά συμφέροντα μιας δεδομένης δημοκρατίας. Μιας δημοκρατίας, που είναι πλέον κυρίαρχη και η οποία έχει τρομερά "ένστικτα". "Ένστικτα" τα οποία της επιτρέπουν να υπόσχεται θάνατο σε όποιον την απειλεί με κατάλυση.

Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι δεν είναι η βουλή αυτή η οποία προστατεύει τη δημοκρατία από τις δυνάμεις του "σκότους". Η βουλή προστατεύεται από το Σύνταγμα και όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν πολλοί αφελείς πολίτες και βέβαια πολλοί άσχετοι βουλευτές. Οι σημερινοί βουλευτές δεν παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο στο συνταγματικό ζήτημα. Αυτός ο οποίος παίζει ρόλο είναι ο λαός, που, αν κινδυνεύσει το Σύνταγμά του, είναι δεδομένο ότι θα πάρει τα όπλα με το απόλυτο πλεονέκτημα ότι οι δυνάμεις του σημερινού Συντάγματος ελέγχουν και τις ένοπλες δυνάμεις. Ακόμα δηλαδή κι αν δεν λειτουργήσουν τα "όργανα" της δημοκρατίας και δεν ελέγξουν εγκαίρως τους εχθρούς της, είναι βέβαιον ότι αυτοί θα πρέπει να έρθουν σε σύγκρουση με τον λαό.

 Ο λαός είναι αυτός ο οποίος επιβάλει και "γκρεμίζει" Συντάγματα. Αυτό όμως οι αστοί δεν επιδιώκουν να το διαδίδουν ανάμεσα στους πολίτες, γιατί φοβούνται τον λαό. Αν ο λαός καταλάβει τι συμβαίνει, δεν θα τους δίνει για το "δημοκρατικό" τους έργο ούτε μεροκάματο εργάτη. Η βουλή —και άρα η νομοθετική εξουσία— θα πάρει τον ρόλο που προβλέπεται από το Σύνταγμα να έχει και θα πάψει να έχει τη σημερινή της ισχύ. Θα είναι το όργανο που απλά νομοθετεί κι αυτό συμβαίνει μόνον όταν το επιβάλουν οι ανάγκες του έθνους και τα κοινωνικά συμφέροντα. Η εκτελεστική εξουσία δηλαδή θα συνεργάζεται με τη βουλή στο νομοθετικό έργο και οι δυο μαζί θα ελέγχονται από τη δικαστική εξουσία.

Μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας της, δηλαδή, δεν είναι και τόσο απαραίτητο το καθημερινό της έργο, εφόσον υπάρχει ένα πλούσιο νομοθετικό έργο από την προηγούμενη δραστηριοποίησή της. Δεν αλλάζουν σε καθημερινή βάση τα κοινωνικά συμφέροντα, ώστε να υπάρχει ανάγκη ν' αλλάζουν εξίσου συχνά και οι νόμοι. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει, γιατί η βουλή, ακολουθώντας το "ράβε-ξήλωνε" της εκτελεστικής εξουσίας, "παίζει" τα παιχνίδια των κομμάτων, που παριστάνουν τους ιδεολογικούς φορείς της κοινωνίας. Ένα νομοθετικό "ράβε-ξήλωνε", το οποίο δεν καλύπτει ιδεολογικές ανάγκες, αλλά "υποχρεώσεις" των κρατούντων απέναντι στους χορηγούς τους. Το κάθε κόμμα δηλαδή παράγει νέους νόμους, οι οποίοι "φωτογραφίζουν" αυτούς που θα επωφεληθούν κάθε φορά από την νομή του διαχειριστικού κέρδους της εξουσίας.

Εξαιτίας αυτής της ιδιομορφίας και του "στημένου" της όλης υπόθεσης οι αστοί φοβούνται τον έλεγχο. Εξαιτίας αυτού του φόβου επιδιώκουν να ελέγχουν τη δικαστική εξουσία, για να μην ελέγχονται για την αυθαιρεσία τους. Αποτέλεσμα; Ένας φασισμός, που καλύπτεται με έναν ψευδοδημοκρατικό μανδύα. Λίγες οικογένειες ελέγχουν τα πάντα μέσα σ' ένα κράτος. Τόσο λίγες, που ούτε στην περίοδο της φεουδαρχίας δεν υπήρχε τόση ολιγαρχία. "Ιδιοκτήτες" τής εξουσίας στην Ελλάδα έγιναν με τον τρόπο αυτόν οι Παπανδρέου, οι Μητσοτάκηδες και οι Καραμανλήδες.

Είναι οι μόνιμοι "σωτήρες" μας, γιατί μέσα στη βουλή "πολεμάνε" την Παπαρήγα και τον Καρατζαφέρη. Τους επικεφαλής κομμάτων, που, ακόμα και με νίκη στις εκλογές δεν μπορούν να πάρουν την εξουσία, γιατί απλούστατα οι ιδεολογίες οι οποίες αντιπροσωπεύουν δεν σέβονται το Σύνταγμα. Εξαιτίας αυτών των καθημερινών "θριάμβων" της δημοκρατίας, οι πολιτικοί κάνουν ό,τι θέλουν, μετατρέποντας την Ελλάδα σε "Μπανανία" πρώτης γραμμής. "Μπανανία" είναι μια χώρα, όπου οι ιδεολογίες αποτελούν οικογενειακές ιδιοκτησίες. Στην Ελλάδα σοσιαλιστικό είναι μόνον ό,τι αναγνωρίζει το ΠΑΣΟΚ και άρα οι ιδιοκτήτες τους σαν τέτοιο. Καπιταλιστικό ή ελεύθερο είναι μόνον ό,τι αναγνωρίζουν οι "ιδιοκτήτες" του κόμματος που διαχειρίζεται την ιδεολογία αυτήν.

Αυτή είναι η παγίδα που έχει στηθεί στους πολίτες από τα κόμματα εις βάρος της δικαστικής εξουσίας και τελικά εις βάρος της δημοκρατίας. Τα κόμματα έχουν απομονώσει τον λαό από τη δικαστική εξουσία. Έχουν βάλει τους πολίτες στη λογική ότι αυτοί είναι οι μόνοι τους "φίλοι" που πρέπει να εμπιστεύονται. Τους πιο πονηρούς από αυτούς τους έχουν βάλει σε μια ψευδοσυνωμοτική λογική …ότι δεν πρέπει να βάλουν στο "παιχνίδι" τη δικαιοσύνη, για να μην χαλάσει η "πιάτσα". Για να μην χαλάσουν οι συνθήκες, που θα επιτρέψουν και στους ίδιους, όταν γίνουν κυβέρνηση, να βολεύουν τους ημέτερους παρανόμως και εις βάρος των άλλων.

Αποτέλεσμα; Οι συνθήκες παρανομίας που αδικούν τον λαό στηρίζονται από τον ίδιο τον λαό. Κανένας δεν καταγγέλλει στον καθ' ύλην αρμόδιο τα εγκλήματα της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, γιατί όλοι ελπίζουν μήπως γυρίσει ο "τροχός" και κατορθώσουν να επωφεληθούν και οι ίδιοι μέσω των ίδιων παράνομων διαδικασιών. Οι πλούσιοι "τρέχουν" για τα κόμματα, μήπως και μπορέσουν κι "αρπάξουν" καμιά δημόσια προμήθεια και οι φτωχοί μήπως και μπορέσουν να "τρυπώσουν" παρανόμως σε κάποια δημόσια θέση.

Αυτήν είναι η τρομερή δημοκρατία των αστών μας. Οι πολίτες εμπιστεύονται τα προβλήματά τους στα κόμματα και ο ένας κοροϊδεύει τον άλλον. Τα εγκλήματα ή τις παρανομίες της κυβέρνησης δεν τις καταγγέλλουν στη σταθερή και δίκαιη "μητέρα", παρά στον πονηρό "αδερφό", που την αντιπολιτεύεται. Ακόμα και τα ιδιωτικά τους συμφέροντα μέσω των κομμάτων προσπαθούν να τα προστατεύσουν. Οι πολίτες "ταΐζουν" με επιχειρήματα τα κόμματα και οι πονηροί τούς "δουλεύουν". Οι πονηροί αλληλοκατηγορούνται και τίποτε δεν αλλάζει, εφόσον αυτός ο οποίος μπορεί να το αλλάξει δεν συμμετέχει στο "παιχνίδι" αυτό. Όλοι κλέβουν και κανένας δεν απευθύνεται σ' αυτόν που έχει τη δύναμη να τιμωρήσει του κλέφτες.

Οι πολιτικοί και τα κόμματα έχουν καταφέρει κι έχουν ταυτίσει στη συνείδηση του λαού ότι αυτός ο οποίος απευθύνεται στη δικαιοσύνη είναι είτε αντιδημοκράτης είτε χαφιές. Αυτά όλα δεν έγιναν τυχαία. Αυτά ήταν εσκεμμένες πολιτικές αυτών των οποίων μας κυβερνούν, για να μην κινούνται οι πολίτες εναντίον τους μέσω της πανίσχυρης θεσμικά δικαιοσύνης. Οι πολιτικοί δηλαδή κάνουν απεχθείς στον κόσμο τους δικαστικούς και το σύστημα δικαιοσύνης, γιατί αυτό τους συμφέρει. Οι δικαστικοί γίνονται οι "κακοί" στους οποίους δεν απευθύνεται σχεδόν ποτέ κανένας και οι καραγκιόζηδες πολιτικοί γίνονται οι "κολλητοί" του λαού, που θα τον "γλιτώσουν" από τους όποιους εχθρούς τους. Καταφέρνουν με τον τρόπο αυτόν και διατηρούν καθημερινές σχέσεις με τον λαό, ενώ αυτό είναι κάτι το οποίο δεν έχει την παραμικρή πρακτική αξία για τον πολίτη.

Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο οι δικαστικοί είναι αυτοί που ανάμεσα στις εξουσίες πληρώνουν τον βαρύτερο φόρο "αίματος" για τη διαφθορά. Εισαγγελείς δολοφονούνται κατά κόρον και όχι βουλευτές ή υπουργοί. Οι τρομοκράτες σκοτώνουν αυτούς που βλέπουν να κάνουν "πλάτες" και όχι αυτούς που πραγματικά δημιουργούν τη διαφθορά. Την απόφαση του εισαγγελέα βλέπουν και όχι αυτούς που πιέζουν τον εισαγγελέα —και οι οποίοι δεν φαίνονται— και την επόμενη μέρα μπορούν να βγουν και να ισχυρίζονται δημοσίως τα ακριβώς αντίθετα. Τον εισαγγελέα Διότη βλέπουν να παρανομεί και όχι αυτούς που τον χρησιμοποιούν για πολιτικούς λόγους. Από τους Ανδρεάδηδες ή τους Τσάτσους κάποιοι πολιτικοί έγιναν πλούσιοι, αλλά εισαγγελείς εισέπραξαν τις σφαίρες. Την κακιά και άδικη "μητέρα" μισούν τα παιδιά, όταν δεν βλέπουν ποιος καραγκιόζης κρύβεται πίσω της.

Γι' αυτόν τον λόγο θεωρούμε ως απαραίτητο, για να σταματήσει η διαφθορά, να εξαλειφθούν πρώτα όλες εκείνες οι συνθήκες που τη δημιουργούν. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι εύκολα. Γιατί; Γιατί η δικαστική εξουσία μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες εξουσίες, χωρίς να κινδυνεύσει από αυτές. Πώς είναι αυτό δυνατόν; Είναι δυνατόν, γιατί αυτή η εξουσία, ως μία από τις τρεις κυρίαρχες, μπορεί στη μάχη της να βάλει και τον λαό. Να μοιραστεί μ' αυτόν την ευθύνη και στην ουσία να την παραδώσει στο κυρίαρχο "αφεντικό".

Απλά είναι τα πράγματα. Ο λαός είναι ο μόνος παράγοντας που τρέμουν όλες οι εξουσίες. Είναι ο μόνος, που μπορεί ν' αποφασίζει όπως θέλει με βάση τα συμφέροντά του. Μπορεί να λιώσει τους διεφθαρμένους και να μην δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Όμως, για να γίνουν όλα αυτά, θα πρέπει αυτός να "μπει" στο "παιχνίδι" του ελέγχου κι αυτό μπορεί να το κάνει μόνον η δικαστική εξουσία, εφόσον της το επιτρέπει το ίδιο το Σύνταγμα.

Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Η δικαστική εξουσία έχει το δικαίωμα να κινηθεί αυτεπάγγελτα εναντίον της διαφθοράς. Μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή το "πόθεν έσχες" του οποιουδήποτε δημοσίου υπαλλήλου. Η διαφθορά όμως είναι πάντα κακουργηματικού επιπέδου έγκλημα. Δεν υπάρχει διαφθορά για "πενταροδεκάρες". Δεν διαφθείρεται ο άλλος για ένα πακέτο τσιγάρα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι μπορεί η δικαιοσύνη να διερευνά υποθέσεις διαφθοράς και να τις παραπέμπει στα μεικτά ορκωτά δικαστήρια, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα.

Με τον τρόπο αυτόν μπαίνει ο λαός στο "παιχνίδι" του ελέγχου κι αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη, εφόσον δεν φοβάται τίποτε και έχει συγκρουόμενα συμφέροντα με τους διεφθαρμένους υπαλλήλους. Η δικαιοσύνη δηλαδή θα παραδίδει "αλυσοδέσμιους" τους διεφθαρμένους υπαλλήλους στους λαϊκούς δικαστές κι αυτοί θα τους κρίνουν. Με τον τρόπο αυτόν θ' αποφύγει την άμεση σύγκρουση με τους υπόλοιπους εταίρους τής εξουσίας και την ευθύνη θα την αναλάβει πλήρως ο λαός.

Μόνον έτσι εξαλείφεται η διαφθορά. Μόνον αν οι εισαγγελείς αρχίσουν τους ελέγχους στο "πόθεν έσχες" των γιατρών των δημόσιων νοσοκομείων, των μηχανικών της πολεοδομίας, των εφοριακών κλπ.. Μόνον δηλαδή αν αρχίσουν κι "ακούνε" τον λαό, ο οποίος διαμαρτύρεται για τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, εφόσον τα βλέπει καθημερινά να συμβαίνουν. Μόνον αν αρχίσουν και μαθαίνουν αυτά τα οποία γνωρίζει κι ένα μικρό παιδί.

Σήμερα υπάρχει διαφθορά, γιατί οι δικαστικοί λειτουργούν σαν "κουφοί". Ο πιο αγράμματος δημότης μιας επαρχιακής πόλης γνωρίζει ότι, για να κτίσει το σπίτι του, θα πρέπει πρώτα να περάσει από το "ταμείο" της πολεοδομίας. Αν δεν το γνωρίζει ο ίδιος, θα του το πουν οι συμπολίτες του. Ο μόνος ο οποίος δεν γνωρίζει τι συμβαίνει στην πολεοδομία είναι ο τοπικός εισαγγελέας. Όλοι κατοικούν στην ίδια πόλη και μόνον ο εισαγγελέας κατοικεί σε διαφορετικό πλανήτη. Όλοι σχολιάζουν το πολυτελές αυτοκίνητο του διεφθαρμένου δημοσίου υπαλλήλου και μόνον για τον εισαγγελέα δεν υπάρχει πολυτέλεια σ' αυτό. Το ίδιο συμβαίνει στα νοσοκομεία, στις εφορίες κλπ..

Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και πόσο σημαντικό στρατηγικό λάθος ήταν για τους εξουσιαστές μας η εφαρμογή του μέτρου του "πόθεν έσχες" όλων των κρατικών υπαλλήλων συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών. Νομίζοντας ότι ελέγχουν τα πάντα, το υποτίμησαν και το θεώρησαν σαν ένα ακόμα φιλολαϊκό μέτρο-τρυκ, που θα έριχνε στάχτη στα μάτια του κόσμου. Δεν κατάλαβαν ότι, αν αλλάξει το παραμικρό, μπορεί αυτό το μέτρο να τους καταστρέψει. Νομίζουν ότι, κλέβοντας με πονηρούς τρόπους, ποτέ δεν θα τους ανακαλύψουν. Αυτό είναι λάθος. Γιατί; Γιατί, όταν ψάχνεις έναν κλέφτη, δεν τον "ακολουθείς" απαραίτητα στις κινήσεις του. Μπορεί αυτός να είναι πονηρός και έξυπνος και να μην τον πιάσεις ποτέ έπ' αυτοφώρω να κλέβει. Τον κλέφτη τον πιάνεις σίγουρα, όταν ανακαλύψεις τη "φωλιά" του. Όταν ανακαλύψεις πού κρύβει τα κλοπιμαία του. Αυτό σημαίνει το "πόθεν έσχες".

Κανέναν δεν ενδιαφέρει να μάθει από ποιον και γιατί τα "πήρε" ένας διεφθαρμένος υπάλληλος ή ένας πολιτικός. Κανέναν πολίτη δεν ενδιαφέρει για παράδειγμα να μάθει αν τα έγγραφα που καταγγέλλουν τη διαφθορά του κυρίου Λαλιώτη είναι αυθεντικά ή πλαστά. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει είναι το "πόθεν έσχες" του και άρα αν τα "πήρε". Στο σημείο αυτό βρίσκεται η ευθύνη της δικαστικής εξουσίας. Σήμερα δεν εξετάζει την ουσία των υποθέσεων και καθιστά τον έλεγχο των κλεφτών ανεπαρκή. Ασχολείται με τους τύπους και όχι με την ουσία. Ασχολείται για παράδειγμα με το αν είναι ή δεν είναι πλαστά τα έγγραφα εκείνων που καταγγέλλουν τον Λαλιώτη για διαφθορά.

Δεν ασχολείται με την ουσία του ζητήματος, που είναι η πάταξη της διαφθοράς. Κανονικά θα έπρεπε ν' ασχολείται ακόμα και με τις μη στοιχειοθετημένες καταγγελίες που υπάρχουν εις βάρος κρατικών λειτουργών. Γιατί; Για να βρει αν αυτός για τον οποίο υπάρχουν ακόμα και απλές υπόνοιες διαφθοράς είναι διεφθαρμένος ή όχι. Δική της δουλειά είναι να βρει τα καταδικαστικά στοιχεία και να τον καταδικάσει και δεν είναι δουλειά του πολίτη. Για τον πολίτη αρκεί και μόνον η υπόνοια, για να πάει στα δικαστήρια. Ακόμα και τα πλαστά στοιχεία είναι μια ευκαιρία να ελεγχθεί κάποιος. Να τιμωρηθεί στο μέτρο που του αντιστοιχεί αυτός ο οποίος παρουσιάζει πλαστά στοιχεία, αλλά να τιμωρηθεί κι αυτός που καταγγέλλεται, αν στη συνέχεια βρεθούν πραγματικά στοιχεία που να τον αφορούν.

Με την εσφαλμένη αυτήν τυπολατρία η δικαιοσύνη επιτρέπει στον Λαλιώτη να δίνει δημοκρατικό "σώου" στα δικαστήρια και να μην κρίνεται για την ουσία της καταγγελίας. Δεν τον κάλεσε ο δικαστής να παραδώσει το "πόθεν έσχες" του, πριν του δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δεν ενήργησε παράλληλα, για να εξετάσει την αλήθεια του "πόθεν έσχες" του. Γιατί; Γιατί ο νόμος του "πόθεν έσχες" είναι ανενεργός. Δεν τον έλεγξε η βουλή, ώστε να τον χρησιμοποιήσει ως πραγματικό στοιχείο η δικαιοσύνη. Αποτέλεσμα; Μέσα στα δικαστήρια δεν γίνεται αυτό που ενδιαφέρει άμεσα τον λαό. Αυτό που ενδιαφέρει τον λαό είναι αν τα "πήρε" ένας πολιτικός ή ένας υπάλληλος ή όχι. Αυτό φαίνεται στο "πόθεν έσχες" και αυτό —όταν ελέγχεται— αποκαλύπτει την αλήθεια.

Αν δηλαδή το "πόθεν έσχες" δεν συμβιβάζεται με τα πραγματικά δεδομένα ή είναι ψευδές, έχουμε το φαινόμενο της διαφθοράς. Διαφθορά σημαίνει όμως όχι μόνον απόλυση, αλλά και φυλακή. Σημαίνει πλήρη καταστροφή του διεφθαρμένου υπαλλήλου. Σήμερα, ενώ υπάρχει σ' εφαρμογή αυτό το τρομερό μέτρο, στην πραγματικότητα είναι ανενεργό. Ο καθένας δηλώνει ό,τι θέλει και δεν φοβάται τίποτε. Μόνον από τυχαία σύμπτωση μπορεί ν' ανακαλυφθεί κάποιος και να τιμωρηθεί ίσα-ίσα, για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου. Κανένας δεν τολμάει να ελέγξει κανέναν, γιατί αυτό επιβάλει η γενικότερη κατάσταση της σήψης και της διαφθοράς που χαρακτηρίζει τον δημόσιο τομέα.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί απλούστατα γίνονται τα όσα περιγράφουμε πιο πάνω. Οι εισαγγελείς δεν ελέγχουν κανέναν, όχι γιατί είναι διεφθαρμένοι οι ίδιοι, αλλά γιατί θα βρουν τον "μπελά" τους. Είναι μόνοι τους κι έχουν απέναντί τους μια πανίσχυρη εξουσία και ένα τρομερό κύκλωμα διαφθοράς και αλητείας. Απειλείται η ζωή τους από τους αλήτες οι οποίοι "επενδύουν" στην παρανομία των πολιτικών και των δημοσίων λειτουργών. Δεν τους προστατεύει το κράτος. Το κράτος, που προσφέρει στρατιές σωματοφυλάκων σε πολιτικούς, τους οποίους όλοι θέλουν να φτύσουν, αλλά κανένας να σκοτώσει, δεν προστατεύει τους δικαστικούς λειτουργούς, όταν αυτοί έρχονται σε σύγκρουση με τα πραγματικά επικίνδυνα "παράσιτα" της δημόσιας ζωής. Ποιος θα τολμήσει να τα βάλει με τους αλήτες και για ποιον λόγο; Θα ρισκάρει τη ζωή του, χωρίς καμία εγγύηση για την προσωπική του ασφάλεια και χωρίς καμία προοπτική κέρδους για το κοινωνικό σύνολο; Θα ρισκάρει να έρθει σε απευθείας σύγκρουση με τους επαγγελματίες ψεύτες;

Όμως, όλα αυτά αλλάζουν, αν μπει στο "παιχνίδι" ο λαός. Ας αρχίσουν οι δικαστικοί να μοιράζονται τις ευθύνες με τον λαό και πολλοί θα "κλάψουν". Ας αρχίσουν να παραπέμπονται οι γιατροί ή οι μηχανικοί του δημοσίου στα μεικτά ορκωτά δικαστήρια κι ας ζητήσουν έλεος από τους πολίτες. Ας ζητήσουν έλεος από αυτούς που καθημερινά κλέβουν ανηλεώς. Το έλεος το οποίο δείχνουν αυτοί στα νοσοκομεία και στις πολεοδομίες το ίδιο θα εισπράξουν. Όταν ζητάς ένα εκατομμύριο από έναν φτωχό εργάτη, για να του κάνεις μια εγχείρηση —όπως προβλέπεται από τη δουλειά σου να κάνεις— μέχρι και τη θανατική ποινή θ' αντιμετωπίσεις ως ενδεχόμενο, αν κριθείς από εργάτες. Αν αλλάξουν δηλαδή τα πράγματα, ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ θα προτιμάει ν' αυτοκτονεί, πολύ πριν φτάσει στο δικαστήριο να κριθεί. Μόνον έτσι πατάσσεται το ΕΓΚΛΗΜΑ, που καταστρέφει την κοινωνία στο σύνολό της. Το ΕΓΚΛΗΜΑ, που —όπως είπαμε— δεν διαπράττεται μόνον στο ατομικό επίπεδο, αλλά και στο αντίστοιχο συλλογικό.

Σήμερα ο ελληνικός λαός δεν αδικείται μόνον από τους διεφθαρμένους κρατικούς υπαλλήλους, αλλά και από τη μειονοτική "λαίλαπα" που λέγεται "εβραϊκή κοινότητα". Τις μειονότητες συνήθως τις εξετάζουμε όταν αυτές αδικούνται. Σπάνια εξετάζουμε την περίπτωση να αδικούν. Γιατί; Γιατί, όταν μια μειονότητα είναι σε θέση να αδικεί συλλογικά το σύνολο μιας κοινωνίας, σημαίνει ότι είναι δυνατή και οι πολιτικοί τη φοβούνται. Όταν οι πολιτικοί είναι αυτοί οι οποίοι της επιτρέπουν να αδικεί, πώς θα τολμήσει υπό τις παρούσες συνθήκες να την ελέγξει η δικαστική εξουσία; Πώς θα τολμήσει ένας εισαγγελέας να καλέσει στο γραφείο του τον πανίσχυρο πρόεδρο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου;

Τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ αυτού του καταχρηστικώς υπάρχοντος μειονοτικού οργάνου είναι προφανή. Παραβιάζουν καταφανέστατα το Σύνταγμα, εφόσον εξαιτίας του δημιουργούνται δύο επίπεδα Ελλήνων πολιτών. Υπάρχουν δηλαδή Έλληνες πολίτες πολύ πιο "ίσοι" από τους υπολοίπους. Πιο "ίσοι" απ' όσο ανέχεται η δημοκρατία και το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα είναι σαφές και τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ της εβραϊκής κοινότητας ακόμα πιο σαφή. Παραβιάζουν σχεδόν τις μισές διατάξεις ενός από τα βασικότερα συνταγματικά άρθρα, που είναι το άρθρο 4. Τι λέει αυτό το άρθρο; "1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 3. Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνον σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος. 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους."

Οι Εβραίοι καμία από αυτές τις διατάξεις δεν σέβονται. Έχουν εξασφαλίσει το προνόμιο να διατηρούν συλλογική περιουσία με τρόπο τέτοιο, που τους αποφέρει προσωπικά κέρδη και η οποία δεν αποδίδει φόρους στο ελληνικό δημόσιο. Με τον τρόπο αυτόν αποκτούν συλλογικά υπεροχή έναντι του μέσου Έλληνα. Αυτό σημαίνει ότι απειλούν άμεσα την ισονομία και την ισοπολιτεία. Δεν συμμετέχουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους στα δημόσια βάρη και από αυτό το προνόμιο αποκομίζουν προσωπικό όφελος. Τέλος, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους ως εθνική κοινότητα, λειτουργούν σταθερά υπέρ των συμφερόντων του Ισραήλ και του διεθνούς σιωνισμού και εις βάρος του ελληνικού κράτους και του λαού του.

Αυτούς λοιπόν τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ποιος θα τους ελέγξει; Ποιος εισαγγελέας θα τολμούσε να πάρει την πρωτοβουλία; Όταν Εβραίοι είναι αυτοί οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην "νεοταξική" ελληνική πολιτική σκηνή, ποιος θα τολμήσει να περιορίσει τα προνόμιά τους; Θα του πετάξουν οι επαγγελματίες "κλάψες" μια ρατσιστική "λάσπη" και οι πολιτικοί θ' αναλάβουν να τον καταστρέψουν στο όνομα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι Εβραίοι της Ελλάδας, με βάση την μέχρι τώρα συμπεριφορά τους, όχι απλά θα έπρεπε να τιμωρηθούν με βάση τον κοινό νόμο, αλλά θα έπρεπε να εκδιωχθούν με τις κλωτσιές από τη χώρα. Θα έπρεπε να τους αφαιρεθεί η ελληνική υπηκοότητα, που δεν την σεβάστηκαν. Που την χρησιμοποίησαν για ν' αδικήσουν τον ελληνικό λαό και να υπηρετήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Θα έπρεπε να τους κατασχεθούν οι περιουσίες, ως παράνομα αποκτηθείσες —και άρα ως "προϊόντα" εγκλήματος— και να φύγουν "πακέτο" για την αγαπημένη τους έρημο. Μόνον στην έρημο έχουν θέση οι Εβραίοι με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να τους ανεχθεί φυσιολογικός άνθρωπος.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και, για όσο διάστημα θα επιδεινώνεται αυτή η κατάσταση της σήψης και της διαφθοράς, θα τείνουν να γίνουν χειρότερα. Ο ελληνικός λαός σε λίγο καιρό δεν θα κινδυνεύει μόνον από τους διεφθαρμένους αλλά και από την ίδια του την οργή, εφόσον δεν θα γνωρίζει προς του που και εναντίον ποιου να τη διοχετεύσει. Αυτό ακριβώς είναι που φοβόμαστε. Φοβόμαστε μια εκτεταμένη λαϊκή τρομοκρατία, που θα δώσει την ευκαιρία στην εξουσία να γίνει ακόμα πιο απάνθρωπη και καταπιεστική. Φοβόμαστε αυτούς, που για την "ασφάλεια" μας θα μας οδηγήσουν σε έναν νέο Μεσαίωνα αγγλοσαξονικής εμπνεύσεως. Φοβόμαστε το χάος της "τυφλής" τρομοκρατίας των φτωχών και των κατατρεγμένων, που μπορεί να εκμεταλλευτεί το σύστημα υπέρ των συμφερόντων του.

Φοβόμαστε καταστάσεις λαϊκής εξέγερσης, που θα δημιουργήσουν παραπάνω προβλήματα απ' όσα θα επιχειρήσουν να λύσουν. Ήδη τα φαινόμενα των καιρών μάς δείχνουν ύποπτες κινήσεις "αγνώστων" κύκλων, που στόχο έχουν να δημιουργήσουν εντάσεις μεγάλης κλίμακας, που μοιάζουν με εξεγέρσεις. Οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις σήμερα είναι περιττές. Δεν χρειάζεται σήμερα να πληρώσουμε το κόστος τους. Δεν βρισκόμαστε στον 18ο αιώνα. Τότε ήταν απαραίτητες, γιατί έπρεπε οι αγράμματοι λαοί ν' αναγκάσουν την εξουσία να τους αναγνωρίσει δικαιώματα και ταυτόχρονα να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι νόμοι. Σήμερα ούτε οι λαοί είναι αγράμματοι κι ούτε υπάρχει έλλειψη νόμων. Αυτό το οποίο απαιτείται σήμερα είναι να εφαρμοστούν οι υπάρχοντες νόμοι.

Γι' αυτόν τον λόγο θεωρούμε λάθος στρατηγική την οποιαδήποτε βίαιη αντίδραση. Σήμερα υπάρχουν οι νόμοι, υπάρχουν οι θεσμοθετημένες εξουσίες που μπορούν να τους εφαρμόσουν και το μόνο το οποίο απαιτείται από τον κόσμο είναι νηφαλιότητα και γνώση. Νηφαλιότητα σ' ό,τι αφορά την αντίδραση και γνώση σ' ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του από την εξουσία και βέβαια τον έλεγχο της. Θεωρούμε δηλαδή εκ των δεδομένων ύποπτους κι εγκληματίες όλους όσους σήμερα προσπαθούν να δημιουργήσουν ένταση στην κοινωνία. Όλους όσους προσπαθούν να δημιουργήσουν συνθήκες βίας και άρα να βάλουν "βούτυρο" στο "ψωμί" της εξουσίας. Μιας εξουσίας, η οποία είναι τόσο αδύναμη και τόσο διεφθαρμένη, που δεν αντέχει τους νόμους τους οποίους υποτίθεται η ίδια νομοθετεί.

Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρούμε απαραίτητο να εκμεταλλευτούμε μια τρομοκρατική ομάδα, που ήδη έχει συλληφθεί και υποτίθεται έκλεισε τον "κύκλο" της. Αυτός είναι ο λόγος που ζητάμε τη βοήθεια της δικαστικής εξουσίας. Η δικαστική εξουσία είναι το "κλειδί" στην υπόθεση αυτήν, γιατί, υπηρετώντας τον νόμο —και άρα κάνοντας το καθήκον της— μπορεί να οδηγήσει σε εξελίξεις, χωρίς να μπορεί να διαμαρτυρηθεί κανένας. Οι βουλευτές και ο κυβερνητικοί μπορεί να πιέστηκαν από τους ιμπεριαλιστές και να "πέρασαν" τον περίφημο "'τρομονόμο", αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε απολύτως. Η δικαστική εξουσία είναι αυτήν η οποία θ' αποφασίσει αν αυτός ο νόμος είναι συνταγματικός και άρα αν έχει χρηστική αξία μέσα στα δικαστήρια. Εμείς αυτό ζητάμε. Να κριθεί αυτός ο νόμος από τη δικαστική εξουσία και, αν είναι αντισυνταγματικός, να μην χρησιμοποιηθεί.

Καθήκον της δικαστικής εξουσίας είναι ν' αρνηθεί να δικάσει τους κατηγορούμενους μόνη της και με βάση τον νέο αντιτρομοκρατικό νόμο. Είναι καθήκον της και ταυτόχρονα την συμφέρει. Γιατί; Γιατί το Σύνταγμα προβλέπει ότι εγκλήματα αυτού του επιπέδου ανήκουν καθαρά στην αρμοδιότητα των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων. Την συμφέρει να μην τους δικάσει μόνη της, γιατί και πάλι αυτή θα "φορτωθεί" τη συνολικά αντιλαϊκή εικόνα της εξουσίας. Οι πολιτικοί και πάλι θα "χαζογελάνε" εκ του ασφαλούς, κάνοντας "εξυπηρετήσεις" στα "αφεντικά" τους και οι δικαστές θα φαίνονται και πάλι οι κακοί της υπόθεσης.

Γι' αυτόν τον λόγο ζητάμε από τη δικαστική εξουσία να κάνει απλά το καθήκον της. Μόνον αυτή μπορεί να εκτονώσει τη συσσωρευμένη οργή του κόσμου και να τη μετατρέψει σε πραγματική κρίση και τιμωρία των κλεφτών. Μόνον αυτή μπορεί ακόμα και στη διάρκεια της δίκης να δημιουργήσει συνθήκες που θα γεννούν εξελίξεις. Μόνον αυτή μπορεί να επιτρέψει στους κατηγορούμενους να μετατρέψουν τη δίκη σε συνταγματική δίκη και να έχουμε πραγματική τιμωρία των πραγματικών ενόχων. Μόνον αυτή μπορεί να βάλει εισαγγελείς στο ακροατήριο και οι οποίοι, κάθε φορά που θα ακούνε κατηγορία από το στόμα των τρομοκρατών, θα σπεύδουν αυτεπάγγελτα να την διερευνήσουν. Κανένας δεν θα κερδίσει τίποτε, αν τιμωρηθούν σκληρά μερικοί "πιστολάδες". Όλοι θα κερδίσουμε, αν τιμωρηθούν κάποιοι κλέφτες και με την τιμωρία τους τρομάξουν και τους υπόλοιπους. Αυτό ζητάμε κι αυτό είναι πολύ εύκολο για τους δικαστές.

Εμείς, ως Υδροχοϊσμός, διαβεβαιώνουμε τους πάντες ότι θα κρατήσουμε την πιο σοβαρή και ώριμη συμπεριφορά σ' ό,τι αφορά το θέμα της τρομοκρατίας. Σεβόμαστε την ανθρώπινη ζωή και δεν την απειλούμε, γιατί είμαστε αρκετά ισχυροί. Τόσο ισχυροί, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να μπούμε στην απλή λογιστική του θανάτου. Παρ' όλη την άποψή μας δηλαδή περί τρομοκρατίας και της "λογιστικής" της, δεν θα την επιχειρήσουμε.

Ως ιδεολογία γνωρίζουμε ότι η τρομοκρατία μπορεί να μας προσφέρει την δωρεάν "διαφήμιση" και ότι μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά υπέρ των συμφερόντων μας. Την τρομοκρατία την έχουν χρησιμοποιήσει οι πάντες υπέρ της προβολής των θέσεών τους. Την τρομοκρατία την έχουν χρησιμοποιήσει τόσο οι εχθροί της δημοκρατίας δεξιοί κι αριστεροί όσο και οι δημοκράτες. Εμείς δεν την έχουμε ανάγκη. Η ιδεολογία μας είναι απόλυτα συμβατή με το Σύνταγμα και τους νόμους κι απλά θα περιμένουμε να γίνει, αν όχι η κυρίαρχη, μία από τις κυρίαρχες, για να παίξει τον ιστορικό της ρόλο και να φέρει σε πέρας την ιστορική της αποστολή. Σ' αυτό το μεσοδιάστημα της αναμονής —που έχουμε λόγους να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι θα είναι σύντομο— προτείνουμε στη δικαστική εξουσία να πάρει πάνω της τις συνταγματικές της ευθύνες. Προτείνουμε να κάνει αυτά τα οποία θα κάναμε κι εμείς, σεβόμενοι τον ίδιο νόμο και την ανθρώπινη ζωή.

 Προτείνουμε να κινηθεί με βάση τον νόμο εναντίον όλων εκείνων που παρανομούν. Δεν προτείνουμε ούτε να εκδικηθεί κανέναν ούτε να υπερβεί τα όρια που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Προτείνουμε να κάνει τη "δουλειά" της. Αν υποτιμήσει τις συμβουλές μας –που είναι συμβουλές πολιτών– και δεν εκτελέσει το καθήκον της, αυτήν θα "χάσει". Θα "χάσει" το μεγαλειώδες "προνόμιο" να είναι αυτή η ίδια που θα "σώσει" τον ελληνικό λαό από την νεοταξική λαίλαπα. Ένα προνόμιο, το οποίο θα το διεκδικήσουμε εμείς, όταν πολύ σύντομα –και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων– η σημερινή ασφυκτική κατάσταση θα μας φέρει στο προσκήνιο. Τότε διαβεβαιώνουμε τους πάντες ότι τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου ευχάριστα για τους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ και όσους συνεργάστηκαν μ' αυτούς. Αυτοί οι οποίοι αδίκησαν κι εξακολουθούν να αδικούν τον ελληνικό λαό, θα "πληρώσουν".

Με την ανάληψη της εξουσίας από την πλευρά μας, θα "κλείσουμε" όλους τους λογαριασμούς της "ενήλικης" πλέον δημοκρατίας μας με όλους τους εχθρούς της. Θα "κλείσουμε" όμως και τους λογαριασμούς του παρελθόντος. Τους λογαριασμούς, που άνοιξαν αυτοί οι οποίοι προσπάθησαν να την δολοφονήσουν, όταν αυτή ήταν "βρέφος" και οι οποίοι εξακολουθούν να παραμένουν ατιμώρητοι και να βγάζουν προκλητικά τη "γλώσσα" τους τόσο στον λαό όσο και στη λογική. Ονόματα και διευθύνσεις δεν έχουν μόνον οι αναρχικοί, όπως πρόσφατα δήλωσε η "μεγάλη" πολιτικός Μπακογιάννη. Ονόματα και διευθύνσεις έχουν και οι "αποστάτες" και όλοι όσοι επωφελούνται των "αποστασιών". Ονόματα και διευθύνσεις έχουν και τα παιδιά και τα εγγόνια των "αποστατών".

Θα εξαντλήσουμε στον τομέα της τιμωρίας το σύνολο των περιθωρίων που μας δίνει το ελληνικό Σύνταγμα, το οποίο σεβόμαστε απόλυτα. Θα τα εξαντλήσουμε τα όρια, γιατί σήμερα κάποιοι κάνουν τους πονηρούς, αγνοώντας την ουσία των πραγμάτων. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι, ούτε οι "καιροί" ούτε η ποιότητα των αντιπάλων τους είναι ευνοϊκοί γι' αυτούς. Τη δική τους θέση επιβαρύνουν για όσο διάστημα βαστούν στη "σκιά" της πολιτικής τον Υδροχοϊσμό, που δίνει καθημερινά τη μάχη του μέσα στην κοινωνία. Τη δική τους θέση επιβαρύνουν για όσο διάστημα εκμεταλλεύονται την εξουσία τους, για να "φιμώνουν" τους αντιπάλους τους. Σε μια εποχή που αποτελεί θέμα των ειδήσεων το "βρακί" του κάθε απίθανου τεμπέλη, ο Υδροχοϊσμός είναι παντελώς αποκλεισμένος από τα ΜΜΕ.

Οι "δημοκράτες" έχουν πιάσει τα μέσα και δεν αφήνουν ν' ακουστεί κανένας άλλος εκτός από τους ίδιους. Οι "δημοκράτες", που απορούν στη συνέχεια γιατί υπάρχει τρομοκρατία. Απορούν οι νεοπολυεκατομμυριούχοι της πολιτικής γιατί στην Ελλάδα της φτώχειας υπάρχουν άνθρωποι που τους μισούν και οι οποίοι θαυμάζουν αυτούς τους οποίους τους απειλούν με θάνατο. Εμείς δεν απορούμε καθόλου και γι' αυτό περιμένουμε να φτάσουν στο πλήρες αδιέξοδο. Μέχρι τότε θα δίνουμε τη "μάχη" μας υπό αυτές τις αντίξοες συνθήκες "αδιαμαρτύρητα", αλλά ταυτόχρονα θα διατηρήσουμε ως πολίτες τον εισαγγελικό μας ρόλο. Όταν έρθει η ώρα, δεν θα τους κατηγορήσουμε για χρήση των μέσων εις βάρος μας, αλλά για χρήση των μέσων εις βάρος της κοινωνίας. Δεν θα τους τιμωρήσουμε επειδή μας καθυστέρησαν εμάς, αλλά επειδή καθυστέρησαν μια κοινωνία ολόκληρη, προκειμένου να την ληστεύουν. Ο χρόνος είναι με το μέρος μας και όχι το αντίθετο. Ο αγώνας μας δεν συνεχίζεται, όπως συνήθως αρέσκονται να λένε οι τρομοκράτες…

o αγώνας μας μόλις άρχισε.