Ο Υδροχόος,

μόλις αναλάβει την εξουσία,

θα επιστρέψει μεγάλο μέρος από τα χρήματα

των Ελλήνων πολιτών που καταστράφηκαν στο χρηματιστήριο

και θα τιμωρήσει αυτούς που τους εξαπάτησαν.

Θα τιμωρηθούν οι πολιτικοί, οι τράπεζες

και οι χρηματιστηριακές εταιρείες.

Θα τιμωρηθούν όλοι

όσοι εν γνώση τους παρέσυραν τον κόσμο στην καταστροφή.

Από τις δικές τους "τσέπες"

και όχι απ' αυτές του κράτους

θ' αποζημιωθούν τα θύματά τους.

 

Αυτό που έγινε στο ελληνικό χρηματιστήριο ήταν ένα έγκλημα άνευ προηγουμένου εις βάρος του ελληνικού λαού. Ένα έγκλημα, που στόχο είχε τις αποταμιεύσεις του λαού. Αποταμιεύσεις, που σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις αποτελούσαν τους καρπούς των κόπων μιας ζωής. Ακόμα και οι Γερμανοί κατακτητές δεν φέρθηκαν με τέτοιον απάνθρωπο τρόπο στους Έλληνες όταν εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Κατέκτησαν τη χώρα με τη δύναμη των όπλων, αλλά ορισμένους τύπους τους σεβάστηκαν. Παρ' όλο που ήταν κατακτητές, δεν ήθελαν να παρακάμψουν τη νόμιμη τάξη και να προχωρήσουν σε πράξεις που θα έθιγαν με προσβλητικό τρόπο τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. "Δανείστη­καν", έστω κι αυθαίρετα, τον ελληνικό πλούτο και δεν προσπάθησαν με τεχνάσματα να τον οικειοποιηθούν. Δεν απέσπασαν το ιδιωτικό κεφάλαιο από την κυριότητα των Ελλήνων πολιτών κι ούτε μπήκαν μέσα στα σπίτια τους ν' αρπάξουν τις οικονομίες τους.

Αυτό ακριβώς έκαναν τα ομοεθνή μας κερδοσκοπικά τέρατα σήμερα. Ήθελαν και κατά­φεραν να οικειοποιηθούν το σύνολο του ελληνικού πλούτου. Δεν τον "δανείσθηκαν", για να πραγματοποιήσουν τα σχέδια τους. Τον οικειοποιήθηκαν με τρόπο πονηρό, ώστε να μην εντοπίζεται χρέος τους ούτε στο τυπικό επίπεδο. Παρέσυραν τον κόσμο στην τεχνητή ευφορία του εύκολου χρηματιστηριακού κέρδους και τον κατέστρεψαν. Ο λαός, όπως ήταν φυσικό, παρασύρθηκε, γιατί δεν είχε γνώσεις για να κρίνει τα συμβαίνοντα. Ο λαός παρασύρθηκε από τους πονηρούς και καταστράφηκε. Πούλησε τα κτήματά του, τα διαμερίσματά του ή τις επιχειρήσεις του, νομίζοντας ότι τα χρήματά του θα έβρισκαν μεγαλύτερη απόδοση μέσα στο χρηματιστήριο. Αυτό "έβλεπε" κι αυτό —με βάση τη γνώση του— καταλάβαινε.

Το πρόβλημα εδώ είναι το εξής: Ο λαός δεν είναι "ορφανός", ώστε να μπορεί ο κάθε καραγκιόζης να τον εκμεταλλεύεται και να τον ξεγελά. Πληρώνει και μάλιστα ακριβά, για να μην είναι "ορφανός" και άρα απροστάτευτος. Δισεκατομμύρια δραχμές πληρώνει κάθε μήνα σε μισθούς αξιωματούχων, που έχουν ως αντικείμενο ασχολίας τους την προστασία του. Αυτό το κάνει, γιατί κατανοεί την αδυναμία του ν' αυτοπροστατευτεί από τους πονηρούς, που στόχο έχουν την "τσέπη" του. Ο λαός —κι αυτό είναι απόλυτα φυσικό— στην συντριπτική του πλειοψηφία δεν έχει οικονομικές γνώσεις και είναι εύκολο να παρασυρθεί από τους πονηρούς. Ο λαός σ' αυτό το επίπεδο είναι όμοιος μ' ένα μικρό παιδί που, κάθε φορά που κάποιοι πάνε να τον παρασύρουν, πρέπει να προστατεύεται. Αυτό το "παιδί" πληρώνει ανθρώπους με γνώσεις για να το προστατεύουν. Πληρώνει ανθρώπους που ορκίζονται ότι θα το υπηρετούν κι αυτούς εμπιστεύεται. Αυτοί οι άνθρωποι είναι που έχουν τη γνώση, αλλά και τη δύναμη να προστατεύουν τον λαό από τις "κακοτοπιές" των πάσης φύσεως κερδοσκόπων. Αυτοί προστα­τεύουν τα εθνικά συμφέροντα, το εθνικό κεφάλαιο και άρα τον πλούτο που ανήκει στον λαό, άσχετα αν ο αυτός ο κεφαλαιοκράτης λαός δεν έχει τις γνώσεις να προστατεύσει μόνος του την ιδιοκτησία του.

Αυτοί οι άνθρωποι, που πληρώνονται κι ορκίζονται να προστατεύσουν τον λαό, είναι οι πολιτικοί. Αυτοί παρακολουθούν τα συμβαίνοντα και άλλες φορές ενημερώνουν τον λαό για ν' αποφύγει μια καταστροφή και άλλες φορές, με το δικαίωμα που τους δίνει ο νόμος και τη δύναμη που τους δίνουν τα όργανα του κράτους, τιμωρούν αυτούς που προσπαθούν να κερδίσουν από την άγνοιά του. Αυτοί υποτίθεται προστατεύουν τον λαό από το σύνολο των οικονομικών εγκλημάτων. Αυτοί τον προστατεύουν από την εκμετάλλευση των πονηρών, από τα μονοπώλια ή την κλοπή. Αυτό σημαίνει το εξής απλό: Τίποτε στην οικονομία δεν είναι ανεξέλεγκτο. Η οικονομία δεν είναι ζούγκλα μέσα στην οποία επιβιώνουν τα θηρία και οι υπόλοιποι πεθαίνουν. Η οικονομία είναι ένας στίβος με συγκεκριμένους νόμους και κανόνες, που επιτρέπουν τη διάκριση των ισχυρών, αλλά δεν οδηγούν στον αφανισμό των αδυνάτων. Μέσα σ' αυτόν τον στίβο υπάρχουν νόμοι που προστατεύουν τον πολίτη, όπως υπάρχουν και μηχανισμοί που δίνουν πρακτικό νόημα σ' αυτήν την προστασία. Το ότι κάποιος μπορεί να βρει έναν αφελή άνθρωπο, δεν σημαίνει ότι μπορεί να τον εκμεταλλεύεται. Ο αφελής άνθρωπος προστατεύεται από το κράτος και από τους "πατέρες" του τους εξουσιαστές. Το κράτος επεμβαίνει αυτεπάγγελτα και τιμωρεί τους πονηρούς, όταν αυτοί επιχειρήσουν να εκμεταλ­λευτούν τους χωρίς γνώση συμπολίτες μας.

Το γεγονός, δηλαδή, ότι στην αγορά ο κύριος νόμος είναι αυτός της ζήτησης και της προσφοράς, δεν σημαίνει ότι τα πάντα είναι ανεξέλεγκτα. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι κάποιος βρίσκει πελάτη που θέλει ναρκωτικά και άρα αντιλαμβάνεται συνθήκες ζήτησης, δεν σημαίνει ότι μπορεί και να τα πουλήσει και άρα να καλύψει με προσφορά αυτήν τη ζήτηση. Το ότι μπορεί να βρει κάποιος έναν αφελή, που θέλει πληροφορίες για το μέλλον του, δεν σημαίνει ότι μπορεί ο κάθε πονηρός να παριστάνει τον μάγο και προφήτη. Ακόμα κι αν κάποιος πονηρός πείσει κάποιον αφελή για τη χρηστικότητα ενός προϊόντος, δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί και να του το πουλήσει. Δεν είναι βέβαιο, δηλαδή, ότι ένας έμπορος, μόλις αντιληφθεί συνθήκες ζήτησης, μπορεί να καλύψει την αγορά που υπάρχει. Πόσο μάλλον όταν ο έμπορος είναι πονηρός και μόνος του δημιουργεί συνθήκες ζήτησης για να "ξεφορτωθεί" τα προϊόντα που ήδη έχει στην κατοχή του.

 Με λίγα λόγια, απαγορεύεται να πουλάει κάποιος "νερό" Καματερού σαν θεραπεία δια πάσαν νόσον. Απαγορεύεται, δηλαδή, να εκμεταλλεύεσαι την υπάρχουσα "αρρώστια" της κοινωνίας και βέβαια απαγορεύεται να δημιουργείς ο ίδιος "αρρώστιες" για να επωφεληθείς. Απαγορεύεται, ακόμα κι όταν υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν κάποιο συγκεκριμένο προϊόν. Υπάρχει η εξουσία, που έχει γνώση του δημοσίου συμφέροντος κι ελέγχει όλους αυτούς τους πονηρούς, που δημιουργούν τις "αρρώστιες" της αρεσκείας τους, για να πουλούν τα "φάρμακά τους". Η εξουσία είναι αυτή που αποφασίζει ποια ανάγκη της κοινωνίας είναι πραγματική και άρα πρέπει να καλυφθεί και η εξουσία είναι αυτή που αποφασίζει ποια ψευδοανάγκη της κοινωνίας —παρ' όλο που αυτή υπάρχει— δεν πρέπει να καλυφθεί. Παράλληλα με την εξουσία υπάρχει και η επιστημονική κοινότητα, που συμβουλεύει αυτήν την εξουσία, για το πώς και πότε πρέπει αυτή να "σώσει" τους απλούς ανθρώπους από τα νύχια των "αρπακτικών". Αυτοί όλοι οι επαγγελματίες "σωτήρες" δεν "σώζουν" τους πολίτες επειδή είναι φιλάνθρωποι ή απλά καλοί άνθρωποι. Αυτό είναι το αντικείμενο της εργασίας τους. Είναι επαγγελματίες που πληρώνονται από τον λαό, για να χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους υπέρ του κοινού συμφέροντος. Πληρώνονται, όπως πληρώνεται ένας μηχανικός, για να χτίσει το σπίτι ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν γνωρίζει πώς να το χτίσει μόνος του ή όπως πληρώνεται ένας γιατρός, για να θεραπεύσει έναν άνθρωπο, που δεν μπορεί να αυτοθεραπευτεί.

Το ελληνικό χρηματιστήριο παρουσιάστηκε σαν το "νερό" του Καματερού της οικονομίας. Κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την "αρρώστια" της φτώχειας και πρόσφεραν ένα "προϊόν" που η εξουσία και η επιστημονική κοινότητα δεν έλεγξαν την ποιότητα και την αποτελεσματικότητά του να καταπολεμήσει τη συγκεκριμένη "αρρώστια". Το ελληνικό χρηματιστήριο εμφανίστηκε σαν το θαυματουργό "φάρμακο" της φτώχειας του ελληνικού λαού. Είναι θαυματουργό, γιατί εμφανίζεται να παράγει πλούτο, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει κάποιος το φαινόμενο αυτό με βάση τους νόμους της οικονομίας. Επειδή όμως θαύματα δεν γίνονται, αυτό σημαίνει ότι κάπου υπάρχει απάτη κι αυτήν θ' αναζητήσουμε στη συνέχεια.

Αυτό που έχει σημασία σ' αυτό το σημείο είναι ότι το μήνυμα που δόθηκε από όλους όσους εμπλέκονταν σ' αυτό ήταν ένα: …"Θέλεις να γίνεις πλούσιος; Παράτα τη δουλειά σου, πούλα το χωράφι σου και μπες στο χρηματιστήριο. Όσοι δουλεύουν είναι κοροΐδα". Ο λαός, βλέποντας μια κατάσταση που, λόγω άγνοιας, δεν μπορούσε να την κρίνει, άρχισε να παρασέρνεται. Αυτοί που σε πρώτη φάση τον παρέσυραν τη δουλειά τους έκαναν, όπως την κάνουν οι πάσης φύσεως και ειδικότητας έμποροι. Δημιούργησαν ένα "προϊόν" και προσπάθησαν, με μέσον τη διαφημιστική προπαγάνδα, να το "πασάρουν" στους ανύποπτους πολίτες. Αυτό δεν είναι κάτι το πρωτοφανές. Υπάρχουν άνθρωποι που μ' αυτόν τον τρόπο γίνονται πλούσιοι σε όλους τους χώρους της οικονομίας.

Απατεώνες δεν υπάρχουν μόνον στο χρηματιστήριο. Απατεώνες υπάρχουν παντού και στοχεύουν διαρκώς την "τσέπη" των ανύποπτων πολιτών, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την κρατική εξουσία που τους καταδιώκει. "…Θέλεις να γίνεις "πετυχημένος"; Αγόρασε αυτό το βιβλίο να μάθεις τον τρόπο …Θέλεις να γίνεις επιθυμητός από τις γυναίκες; Πίνε αυτό το ουίσκι". Αυτά είναι "παραμύθια" που όλοι μας τα έχουμε ακούσει και όλοι μας γνωρίζουμε τον σκοπό που υπηρετούν. Ποιος δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά έχουν ως στόχο να μας πείσουν ν' αγοράσουμε ένα προϊόν και άρα να κάνουμε πλούσιο αυτόν που το εμπορεύεται; Ακριβώς, επειδή όλοι μας γνωρίζουμε και δεν παγιδευόμαστε από ένα τέτοιο αφελές διαφημιστικό μήνυμα, το κράτος δεν επεμβαίνει, παρ' όλο που υπάρχει "απατεωνιά" και ψέμα. Αφήνει τους διαφημιστές να "παίζουν" με τέτοια μηνύ­ματα, γιατί γνωρίζει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθεί κοινωνικό πρόβλημα.

Όμως, στην περίπτωση του χρηματιστηρίου δεν έπρεπε ν' ακολουθήσει την ίδια τακτική. Κάποιοι στόχευαν τις οικονομίες των Ελλήνων και οι γνώσεις των πολιτών δεν ήταν ικανές για να τους προστατεύσουν. Ο Έλληνας δεν γνώριζε πώς λειτουργεί το χρηματιστήριο και, βλέποντας την αρχική τεχνητή απόδοσή του, άρχισε να "παραμυθιάζεται". Βλέποντας τα τεράστια κέρδη που εισέπρατταν κάποιοι από χρηματιστηριακές συναλλαγές, νόμισε ότι έτσι λειτουργεί πάντα το χρηματιστήριο. Επειδή δεν είχε γνώσεις, την "πάτησε". Η αρχική τεχνητή ευφορία τον παγίδευσε. Δεν κατάλαβε τι γινόταν κι έπεσε θύμα αυτού που νόμιζε ότι το γνώριζε, γιατί απλούστατα το είδε. Δεν σκέφτηκε ότι αυτό που έβλεπε μπορεί να ήταν κάτι το σκηνοθετημένο. Η σκέψη και η γνώση είναι αυτές που προστατεύουν τον άνθρωπο και όχι οι αισθήσεις. Οι αισθήσεις μπορούν να τον παρασύρουν κι αυτό είναι ένα δεδομένο της φύσης του ανθρώπου  που οι πονηροί το γνωρίζουν. Κάτι τέτοιο έγινε και με τον ανύποπτο πολίτη, που μπήκε ως επενδυτής στο χρηματιστήριο. Έβλεπε κέρδη να παράγονται, αλλά δεν γνώριζε πώς αυτά παράγονταν. Επειδή όμως τα έβλεπε, νόμιζε ότι του αρκούσε αυτό που γνώριζε, γιατί εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν το κέρδος.

Δεν πολυαπασχολεί κάποιον, όταν αυτός κερδίζει, για ποιους πραγματικά λόγους κερδίζει. Δεν απασχολεί κάποιον, που βγάζει κέρδος, πουλώντας φάρμακο για τη φαλάκρα, ποιοι είναι οι λόγοι που το φάρμακο που ο ίδιος εμπορεύεται θεραπεύει τη φαλάκρα. Όμως, το πρόβλημα εδώ είναι ότι, όταν δεν γνωρίζεις περί οικονομικών θεμάτων, είναι εύκολο κάποιος να σε παρασύρει στην καταστροφή. Αυτό είναι δυνατόν για κάποιον πονηρό που έχει γνώσεις, εφόσον έχει τις δυνατότητες όλα όσα σου δείχνει να είναι τεχνητά και άρα ψεύτικα. Όταν δεν γνωρίζεις τι συμβαίνει, εύκολα κάποιος πονηρός μπορεί να σου δείξει μια "μηχανή" που μετατρέπει τη λάσπη σε χρυσό. Το μόνο που του χρειάζεται είναι γνώσεις προπαγάνδας, μια περίεργη και μυστηριώδης "μηχανή" και ο αρχικός χρυσός που θα παραχθεί. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Στήνεται ο πονηρός μπροστά στη "μηχανή" και κάνει την ψευδή επίδειξή του. Βάζει μέσα σ' αυτήν λάσπη και ως εκ θαύματος βγαίνει χρυσός. Όμως, το θαύμα διαρκεί μέχρι ο πονηρός να καταφέρει να πουλήσει τη "μηχανή" στον αφελή. Μετά από το θαύμα της επίδειξης θα μείνει στον αφελή μια "μηχανή" που λάσπη της βάζεις και λάσπη βγάζει.

Σ' αυτό το σημείο εμφανίζεται ο ρόλος της εξουσίας. Η εξουσία όλους αυτούς του πονηρούς τους καταδιώκει, γιατί δεν είναι να δυνατόν ν' αφεθούν ελεύθεροι να ξεγελούν τον κόσμο. Η εξουσία γνωρίζει ή τουλάχιστον οφείλει να γνωρίζει τα όσα αγνοεί ο αφελής καταναλωτής. Για κάποιον, που έχει γνώσεις περί εμπορίου, τα πράγματα σ' αυτήν την περίπτωση είναι εξαιρετικά απλά. Δεν υπάρχει περίπτωση για έναν πονηρό να μην καταφέρει να ξεγελάσει έναν αφελή. Η "μηχανή" που παράγει χρυσό είναι καθημερινό φαινόμενο στην αγορά και πραγματοποιείται με πολλούς και διάφορους τρόπους.

Είναι περίπτωση όμοια μ' έναν έμπορο, που, προκειμένου να πουλήσει ένα προϊόν που πολλαπλασιάζει υποτίθεται τη γοητεία, χρησιμοποιεί την όμορφη γυναίκα του για να παγιδεύσει τον αφελή. Το προϊόν είναι η "μηχανή" που πωλείται και η όμορφη γυναίκα είναι ο "χρυσός" του παραδείγματός μας. Η παγίδα είναι απλή και πάντα η ίδια. Ο πονηρός έμπορος προσφέρει στο ανύποπτο θύμα του το προϊόν, για να το δοκιμάσει και να διαπιστώσει ο ίδιος την αποτελεσματικότητά του. Προσφέρει το προϊόν στον πελάτη χωρίς όρους και χωρίς να το πουλήσει, για μια δοκιμή πριν αυτός το αγοράσει. Ο πελάτης το χρησιμοποιεί και προσπαθεί να διαπιστώσει αν με τη χρήση του βελτιώνεται, για παράδειγμα, η γοητεία του. Όπως είναι φυσικό ,θα δοκιμάσει τη γοητεία που "παράγει" το προϊόν στην πρώτη γυναίκα που θα εμφανιστεί μπροστά του.

Δεν γνωρίζει όμως ότι ο πονηρός έμπορος έχει φροντίσει ώστε η πρώτη γυναίκα που θα εμφανιστεί μπροστά στο θύμα να είναι η όμορφη γυναίκα του. Αυτή η γυναίκα, κατόπιν συνεννοήσεως με τον πονηρό άντρα της, θα "πέσει" κατευθείαν "θύμα" της γοητείας του αφελή. Ο αφελής δεν γνωρίζει ότι αυτή είναι η γυναίκα του εμπόρου και ότι αυτό το κάνει για να πουληθεί το προϊόν του άνδρα της. Βλέποντας λοιπόν αυτήν την τρομερή, έστω κι ανεξήγητη επιτυχία, σπεύδει κι αγοράζει το προϊόν άρον-άρον. Νομίζει δε ο αφελής ότι όσο πιο γρήγορα το αγοράσει τόσο το καλύτερο γι' αυτόν, γιατί ο έμπορος μάλλον δεν γνωρίζει πραγματικά την αποτελεσματικότητά του και γι' αυτό το πουλάει σχετικά φτηνά. Ο αφελής, όχι μόνο δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει, αλλά νομίζει ότι ξεγελάει και τον έμπορο.

Σ' αυτό το σημείο παίζει ρόλο η γνώση. Ο αφελής αρκείται στην επιτυχία και άρα στο κέρδος. Δεν έχει γνώση να ερμηνεύσει τον λόγο αυτής της επιτυχίας. Δεν τον ενδιαφέρει δηλαδή να μάθει, για παράδειγμα, ποιες ευαίσθητες "χορδές" της γυναικείας ψυχολογίας αγγίζει το προϊόν, με αποτέλεσμα να τη γοητεύει. Ακριβώς, επειδή δεν έχει γνώσεις να ερμηνεύσει τα φαινόμενα, πέφτει θύμα αυτών των φαινομένων. Αγοράζει το προϊόν εξαιτίας των αισθήσεων και μετά διαπιστώνει ότι ο έμπορος τον ξεγέλασε. Ο έμπορος του πήρε τα χρήματα και ταυτόχρονα διατή­ρησε τη γυναίκα του. Ο έμπορος απολάμβανε με τη γυναίκα του τα χρήματα του κοροΐδου.

Κάτι ανάλογο έγινε και με το χρηματιστήριο. Οι Έλληνες δεν γνώριζαν τι είναι το "χρημα­τιστήριο" και το χειρότερο ακόμα είναι ότι δεν γνώριζαν τι είναι το "ελληνικό χρηματιστήριο". Νόμισαν ότι ανακάλυψαν τη μαγική λίθο των αλχημιστών του Μεσαίωνα. Νόμισαν ότι ανακάλυψαν τη "μηχανή" που παράγει πλούτο. Τη "μηχανή" που βάζεις μέσα της μια δραχμή και την επόμενη μέρα βρίσκεις δέκα δραχμές. Αυτό είναι λάθος και δυστυχώς αυτό το λάθος έχει οδηγήσει άπειρους συνανθρώπους μας στην απόγνωση.

Θα πούμε μερικά πράγματα περί χρηματιστηρίου και κατόπιν θα δούμε την περίπτωση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Το χρηματιστήριο παράγει πράγματι πλούτο. Όμως, αυτός ο πλούτος δεν παράγεται ως δια μαγείας κι ούτε βέβαια παράγεται με τους ρυθμούς που ευνοούν τους επενδυτές της καθημερινής "αρπαχτής". Μέσα στο χρηματιστήριο ο πλούτος παράγεται με δύο διαφορετικούς τρόπους, εξαιτίας δύο διαφορετικών τύπων κεφαλαίου. Ο πρώτος τρόπος —που είναι και ο βασικός— είναι αυτός όπου ο επενδυτής αγοράζει μετοχές εταιρειών και συμμετέχει στα κέρδη τους. Ο δεύτερος είναι αυτός όπου ο επενδυτής —για κάποιους λόγους που θα δούμε παρακάτω— "μετακινείται" από μετοχή σε μετοχή, εισπράττοντας κέρδος. Ο πρώτος τρόπος αποδίδει κέρδος εξαιτίας του κεφαλαίου της εταιρείας της οποίας ο επενδυτής έχει μετοχές, ενώ ο δεύτερος τρόπος αποδίδει κέρδος εξαιτίας της "ευφυίας" και της γνώσης του επενδυτή. Στην πρώτη περίπτωση το κεφάλαιο είναι το εργοστάσιο στο οποίο επένδυσε ο επενδυτής, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το κεφάλαιο είναι το "μυαλό" του επενδυτή.

Θα εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να δούμε τι συμβαίνει και στις δύο αυτές περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση το κέρδος που εισπράττει ο επενδυτής με την εισαγωγή του στο χρηματιστήριο παράγεται με τον ρυθμό που παράγει κέρδος η εταιρεία της οποίας αυτός ο επενδυτής έχει μετοχές. Είναι δυνατόν, αν αυτή η εταιρεία δεν έχει κέρδος, να μην υπάρχει καθόλου κέρδος και για τον επενδυτή. Η μετοχή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μερίδιο κεφαλαίου. Μπορεί, δηλαδή, να έχει αποτιμηθεί η αξία της σε χρήμα, αλλά αυτή καθ' αυτή η μετοχή δεν είναι χρήμα. Από αυτήν την ιδιαιτερότητα ξεκινάει η παρανόηση για το χρηματιστήριο. Η μετοχή είναι κεφάλαιο και όχι τραπεζογραμμάτιο. Το ότι έχει μια αποτιμημένη αξία, δεν σημαίνει ότι αυτός που την κατέχει μπορεί ανά πάσα στιγμή να εισπράξει την αξία αυτή. Δεν είναι πλούτος, που, κάθε φορά που πηγαίνεις στην τράπεζα, μπορείς να τον εισπράξεις στο σύνολό του. Η αξία που βλέπει κάποιος στις χρηματιστηριακές λίστες είναι ενδεικτική, όπως συμβαίνει με όλες τις περιπτώσεις του κεφαλαίου. Είναι σαν να λέμε …"μην έρχεσαι να συζητήσουμε για αγορά η πώληση, αν δεν έχεις περίπου αυτά τα χρήματα". Πηγαίνει κανένας να διαπραγματευτεί την αγορά ενός διαμερίσματος, έχοντας στην τσέπη του ένα χιλιάρικο; Όλοι γνωρίζουν πού περίπου κυμαίνονται οι τιμές των διαμερισμάτων και μόνον όταν πλησιάζουν τις τιμές αυτές μπαίνουν στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης. Αυτές οι γνώσεις των τιμών, για το πού περίπου κυμαίνεται μια αξία, είναι η χρηματιστηριακή αξία που έχει μια μετοχή.

Αυτός ο προσδιορισμός της αξίας τής κάθε μετοχής είναι οι τιμές που αναγράφονται στους χρηματιστηριακούς πίνακες. Αυτός ο προσδιορισμός είναι αποτέλεσμα της δυναμικής της αγοράς, που έχει σχέση με τη ζήτηση και την προσφορά. Είναι μια οριακή τιμή, που πάνω απ' αυτήν δεν συμφέρει ν' αγοράσεις, ενώ κάτω απ' αυτήν συμφέρει. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε όλες τις αγοροπωλησίες και δεν αφορά μόνον τις μετοχές. Ένα συγκεκριμένο διαμέρισμα, για παράδειγμα, είναι ακριβό για πενήντα εκατομμύρια και φθηνό για τριάντα. Το διαμέρισμα είναι πάντα το ίδιο και δεν αλλάζει χαρακτηριστικά. Αυτό που αλλάζει είναι το ενδιαφέρον του κόσμου να το αποκτήσει. Δεν είναι το διαμέρισμα ένα χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών που, είτε υπάρχει ζήτηση είτε όχι, διατηρεί την ίδια αξία. Δεν πάει κάποιος στο περίπτερο να "πουλήσει" το χιλιάρικο για ν' "αγοράσει" κάποιο άλλο προϊόν και ο περιπτεράς να το αξιολογεί στις εξακόσιες δραχμές. Δεν θα του πει ποτέ ο περιπτεράς ότι διαθέτει χιλιάρικα άφθονα και ότι δεν τον ενδιαφέρουν στην τιμή που αναγράφεται πάνω τους. Όπου και να πας με ένα χιλιάρικο η αξία του είναι η ίδια και καθορίζεται από άλλους παράγοντες, που δεν έχουν σχέση με την ίδια την πράξη της συναλλαγής.

Αυτό που ο αναγνώστης πρέπει να καταλάβει είναι ότι η μετοχή δεν είναι τραπεζογραμμάτιο. Η μετοχή είναι κεφάλαιο και η αξία του είναι άμεσα εξαρτώμενη από την αγορά. Μπορεί, αν υπάρχει "ζήτηση", ν' ανέβει, ενώ, αν δεν υπάρχει ζήτηση, να "πέσει". Το ότι έχει κάποιος ένα οικόπεδο στη Σαντορίνη και η αξία του έχει αποτιμηθεί σε κάποια εκατομμύρια, δεν σημαίνει ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή και να τα εισπράξει. Αν υπάρχουν πολλοί αγοραστές που επιθυμούν να τ' αποκτήσουν, μπορεί ο κάτοχός του να εισπράξει παραπάνω από την ενδεικτική του αξία, ενώ, αν δεν υπάρχουν κι αυτός "καίγεται" για ρευστό, θα πρέπει να ρίξει την αξία του. Το γεγονός, δηλαδή, ότι αυτό που κατέχεις έχει αναμφισβήτητη αξία, δεν σημαίνει ότι μπορείς πάντα να εισπράξεις και την αξία αυτή. Αν έχεις ένα πανάκριβο αυτοκίνητο και βρίσκεσαι στην έρημο έτοιμος να πεθάνεις από τη δίψα, το αυτοκίνητο μπορεί εκείνη τη δεδομένη στιγμή να έχει μικρότερη αξία από ένα ποτήρι νερό. Μπορεί αυτός που διαθέτει αυτό το ποτήρι, αν το πουλήσει, να εισπράξει παραπάνω χρήματα από κάποιον άλλο που την ίδια στιγμή πουλάει ένα αυτοκίνητο. Η αξία δηλαδή του κεφαλαίου που αποτιμάται είναι πάντα ενδεικτική και όχι απόλυτη.

Κάτι ανάλογο είναι και οι μετοχές. Είναι κεφάλαιο, όπως είναι ένα χωράφι ή ένα εργο­στάσιο. Είναι, δηλαδή, σαν να τεμαχίζουμε ένα χωράφι σε πολλά όμοια κομμάτια και η κάθε μετοχή να είναι ένα κομμάτι αυτού του χωραφιού. Η μετοχή, εφόσον είναι κεφάλαιο, έχει τις ιδιότητες του κεφαλαίου. Συνδέεται άμεσα κι απόλυτα μόνον με την παραγωγή και όχι με το κέρδος και άρα τον πλούτο. Το κέρδος συνδέεται με την αγορά κι εμφανίζεται μόνον όταν αυτή η παραγωγή πουλιέται. Αυτό το σημείο είναι πολύ λεπτό κι ο αναγνώστης πρέπει να το προσέξει. Το ότι υπάρχει παραγωγή, δεν σημαίνει ότι απαραίτητα πρέπει να υπάρχει και κέρδος. Αν επενδύσεις και άρα αν αγοράσεις κομμάτι χωραφιού που παράγει "γαϊδου­ράγκαθα", δεν σημαίνει ότι έχεις κέρδος. Έχεις παραγωγή, αλλά αυτή η παραγωγή, επειδή δεν μπορεί να πουληθεί, δεν μπορεί και ν' αποδώσει κέρδος. Το ότι έχει κάποιος μετοχές, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτές είναι και κερδοφόρες. Είναι κερδοφόρες μόνον όταν το προϊόν, που παράγεται από το κεφάλαιο το οποίο αυτές αντιπροσωπεύουν, έχει ζήτηση στην αγορά. Το μόνο βέβαιο, δηλαδή, είναι ότι, όποιος έχει τις πιο πολλές μετοχές και άρα κομμάτια "χωραφιού", έχει και το μεγαλύτερο ποσοστό στο παραγόμενο προϊόν.

Γνωρίζοντας κάποιος τα όσα αναφέραμε περί κεφαλαίου και πλούτου, μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι το χρηματιστήριο. Το χρηματιστήριο είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος που έχει χρήματα —και άρα πλούτο— μπορεί να έρθει σ' επαφή με το κεφάλαιο και ν' αγοράσει κάποιο μερίδιό του. Μέσα στο χρηματιστήριο υπάρχουν διαθέσιμα και προς πώληση μερίδια απ' όλων των ειδών τα "χωράφια" της παραγωγής. Υπάρχουν μερίδια από "χωράφια" που παράγουν προϊόντα με μεγάλη ζήτηση, με μικρή ζήτηση, αλλά και "χωράφια" που παράγουν προϊόντα με καθόλου ζήτηση. Αυτή η ζήτηση είναι που καθορίζει και την ειδική αξία των μετοχών. Η ζήτηση είναι αυτή που συνδέει την παραγωγή με το κέρδος. Η ζήτηση είναι αυτή η οποία δίνει αξία στη μετοχή η οποία με τη σειρά της δίνει το μερίδιο στην παραγωγή. Μετοχή —και άρα μερίδιο "χωραφιού"— που παράγει ένα εξαιρετικά εμπορικό προϊόν, είναι ακριβή μετοχή. Μετοχή —και άρα μερίδιο "χωραφιού"— που παράγει "γαϊδουράγκαθα" και δωρεάν να στη δίνουν δεν έχει αξία να την πάρεις.

Όπως κανένας δεν πηγαίνει στην έρημο για ν' αγοράσει και να περιφράξει χωράφι, έτσι και κανένας δεν πηγαίνει ν' αγοράσει μια μετοχή μιας εταιρείας που δεν παράγει τίποτε κι ακόμα χειρότερα όταν παράγει ένα προϊόν και δεν μπορεί να το πουλήσει. Η δεύτερη περίπτωση μάλιστα είναι χειρότερη, γιατί, όταν παράγεις, χωρίς να πουλάς, όχι μόνο δεν έχεις κέρδος, άλλα έχεις ζημιές. Το γεγονός ότι η έρημος, που δεν παράγει απολύτως τίποτε, είναι γη, δεν σημαίνει ότι είναι πολύτιμο χωράφι. Το γεγονός ότι ένα χωράφι παράγει με τρομερά έξοδα "γαϊδουράγκαθα", δεν σημαίνει ότι είναι κι αυτό ένα χωράφι όμοιο με τα υπόλοιπα, που κι αυτά έχουν έξοδα παραγωγής. Όλα αυτά σημαίνουν το εξής απλό: Το ότι μια μετοχή είναι στο χρηματιστήριο, δεν σημαίνει ότι έχει κι αξία.

Από αυτό το σημείο ξεκινάει ο επενδυτής και αρχίζει κι επενδύει με βάση τη γνώση του. Η μετοχή υπάρχει στο χρηματιστήριο όπως υπάρχουν τα χωράφια στην αγορά. Όπως υπάρχουν στην κτηματαγορά χρήσιμα κι άχρηστα χωράφια, έτσι υπάρχουν και στο χρηματιστήριο χρήσιμες κι άχρηστες μετοχές. Κανένας δεν αποκλείει την έρημο από την κτηματαγορά. Αν κάποιος θέλει ν' αγοράσει έρημο, μπορεί ελεύθερα να το κάνει. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις μετοχές του χρηματιστηρίου. Το μόνο που διαφέρει ανάμεσα σ' αυτές τις δύο περιπτώσεις είναι ότι, επειδή στον δευτερογενή τομέα της παραγωγής τα πράγματα δεν είναι το ίδιο ευδιάκριτα με τη γη, υπάρχουν νόμοι που υποχρεώνουν τους ιδιοκτήτες αυτών των μετοχών να δηλώνουν με στοιχεία αν το κεφάλαιό τους είναι γόνιμο "χωράφι" ή "έρημος". Ο επενδυτής, έχοντας αυτά τα στοιχεία στη διάθεσή του, αποφασίζει τι πρέπει να κάνει.   Θέλει γνώση για να μην "πέσεις" στις "έρημους" που παράγουν τα "γαϊδουράγκαθα" της παραγωγής. Θέλει γνώση, γιατί αυτοί που έχουν μετοχές-κομμάτια από αυτού του είδους τα "χωράφια" που παράγουν "γαϊδουράγκαθα", θέλουν να τα ξεφορτωθούν και ψάχνουν αφελείς. Θέλουν να πάρουν πίσω τα χρήματα που κάποτε έδωσαν για ν' αγοράσουν κομμάτια από ένα "χωράφι" που η παραγωγή του δεν αποδίδει κέρδος. Θέλουν να πάρουν τα χρήματά τους πίσω, γιατί αχρηστεύονται στην άσχετη και λανθασμένη επένδυσή τους.

Η πρώτη γνώση που χρειάζεται ο επενδυτής είναι να γνωρίζει ποια "χωράφια" έχουν μια σταθερή απόδοση κέρδους που τον ευνοεί. Αν αυτό το κέρδος είναι μικρότερο από τα τραπεζικά επιτόκια, δεν συμφέρει να μπει κάποιος στο χρηματιστήριο. Δεν συμφέρει καί να ρισκάρεις καί να έχεις χαμηλότερη απόδοση από το σίγουρο τραπεζικό επιτόκιο. Αυτή είναι η βασική γνώση και αυτή είναι αναγκαία να την κατέχει ο επενδυτής. Το κράτος, επειδή θέλει να προστατέψει αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα του επενδυτή, αναγκάζει το σύνολο των εισαγμένων στο χρηματιστήριο εταιρειών να προσφέρουν το σύνολο των οικονομικών τους στοιχείων στη διάθεση του επενδυτή· το σύνολο των στοιχείων που χρειάζεται ο επενδυτής για να ελέγξει την εταιρεία. Δεν επιτρέπει το κράτος να παρουσιάζουν κάποιοι πονηροί τα χωράφια με τα "γαϊδου­ράγκαθα" σαν χωράφια ανεκτίμητης αξίας. Το κράτος αναγκάζει την κάθε εταιρεία που είναι εισαγμένη στο χρηματιστήριο να παρέχει ό,τι στοιχείο χρειάζεται ο επενδυτής, για ν' αποφύγει τους πονηρούς που κατέχουν μερίδια απ' αυτά τα χωράφια. Ο επενδυτής γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την παραγωγή τής προηγούμενης χρονιάς, τα κέρδη από τις πωλήσεις και άρα το μερίδιο κέρδους που αντιστοιχεί στη μετοχή και το οποίο ονομάζεται "μέρισμα".

Αρκεί να γνωρίζει κάποιος αυτό το μέρισμα και βάση αυτού επενδύει. Βάση αυτού αξιολογεί ο ίδιος την αξία της μετοχής. Σκέφτεται αν τον συμφέρει να την αγοράσει στην τιμή που πουλιέται ή όχι. Το μέρισμα είναι αυτό το οποίο συγκρίνει με τα επιτόκια των τραπεζών και από τη σταθερότητά του στο χρόνο αποφασίζει αν θα "μπει" ή όχι στο χρηματιστήριο. Το μέρισμα όμως υπό τη γενική του έννοια και όχι υπό τη στενή, που αφορά το χρήμα που αποδίδεται κάθε χρόνο στον επενδυτή ως κέρδος. Μέσα στο μέρισμα εμπεριέχονται και τα χρήματα που θα επανεπενδύσει η εταιρεία για να επεκταθεί και βέβαια αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να μεγαλώσει με τα δικά της κέρδη τη δική της αξία. Όπως κάποιος δεν εισπράττει σε ετήσια βάση τα τραπεζικά επιτόκια, παρά τα αφήνει ν' αυξάνουν το κεφάλαιό του, έτσι συμβαίνει και με τα μερίσματα, που ένα μέρος τους το επανεπενδύει ή ίδια η εταιρεία.

Αν καταλάβει ο αναγνώστης τα όσα είπαμε μέχρι εδώ, μπορεί να καταλάβει τη λογική του χρηματιστηρίου, τον λόγο που αυτό είναι χρήσιμο να υπάρχει, αλλά και τον τύπο των ανθρώπων που αφορά και ονομάζονται "επενδυτές". Το χρηματιστήριο δεν δημιουργήθηκε για να επιτελεί κοινωνικό έργο και να συντελεί στην πιο δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου. Το χρηματιστήριο δημιουργήθηκε, γιατί οι ανάγκες της παραγωγής απαιτούν επενδύσεις και οι κεφαλαιοκράτες δεν είναι πάντα σε θέση να τις πραγματοποιήσουν μόνοι τους. Όταν ένας κεφαλαιοκράτης θέλει να επεκτείνει την παραγωγή του, αναζητά χρηματοδότηση. Επειδή δεν επιθυμεί τον "δήμιο" που λέγεται "τραπεζικό δάνειο", "μπαίνει" στο χρηματιστήριο. Εκεί αναζητά συνεταίρους που θα τον χρηματοδοτήσουν στην επένδυσή του. Αυτός θα τους εξηγήσει το επενδυτικό του πρόγραμμα και άρα το νέο εργοστάσιο που θα "χτίσει". Θα τους εξηγήσει τους λόγους που το κάνει και τους λόγους που αυτοί έχουν συμφέρον να συμμετάσχουν στην προσπάθειά του. Αυτοί του δίνουν χρήματα κι αυτός τους δίνει "κομμάτια" από το "νέο" εργοστάσιό του. Αυτή η δραστηριότητα είναι απόλυτα υγιής και συμφέρει τους πάντες.

Συμφέρει τον εργοστασιάρχη, γιατί αντλεί χρήματα από την αγορά, χωρίς να έχει τον εφιάλτη της τράπεζας. Με τους μετόχους συνεταίρους του μοιράζεται μεν τα κέρδη, αλλά στη ζημιά δεν καταστρέφεται. Οι μέτοχοι δεν είναι σαν την τράπεζα που, είτε κερδίζει κάποιος είτε χάνει, απαιτεί σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία το ίδιο ποσό προσαυξημένο με τα επιτόκια δανεισμού. Οι μέτοχοι δεν είναι τράπεζα, που, μόλις ο βιομήχανος βρεθεί σε δύσκολη θέση, θα του πάρει το "κεφάλι". Αυτή η δραστηριότητα συμφέρει και τους μετόχους, γιατί μεγιστοποιούν την αξία των χρημάτων τους με μια καλή μετοχή. Μοιράζονται με τα λίγα ή τα πολλά χρήματά τους τη μοίρα, την τύχη, αλλά και τα κέρδη ενός ευφυή και ισχυρού βιομηχάνου.

Είναι μεγάλη υπόθεση να σου δίνεται η ευκαιρία να "παίξεις" πάνω στο παιχνίδι κάποιου αποδεδειγμένα μεγάλου "παίχτη" της οικονομίας. Είναι σαν να πηγαίνεις σε ένα καζίνο, που δεν μπορείς από μόνος σου να πιάσεις "καρέκλα", αλλά σου επιτρέπεται να παρατηρείς τους παίχτες και να "παίζεις" πάνω τους. Οι μέτοχοι σ' αυτήν την περίπτωση ρισκάρουν μεν, αλλά σε περίπτωση επιτυχίας έχουν απόδοση κέρδους ανάλογη του βιομηχάνου. Με τα χρήματα που είχαν, αλλά και τη δική τους γνώση, δεν θα μπορούσαν να χτίσουν δικό τους εργοστάσιο για να επιτύχουν αυτήν την απόδοση. Με τη συμμετοχή τους όμως λαμβάνουν ανάλογα με την επένδυσή τους το κέρδος στην ίδια απόδοση με τον βιομήχανο. Τέλος αυτή η δραστηριότητα ωφελεί και την κοινωνία, γιατί, όταν υπάρχει χρηματιστήριο, οι βιομήχανοι μπορούν, εξασφαλίζοντας εύκολη χρηματοδότηση, να επεκτείνουν την παραγωγή. Ο λαός σ' αυτήν την περίπτωση ωφελείται, γιατί η επέκταση της παραγωγής σημαίνει πολλαπλασιασμό των θέσεων εργασίας.

Γνωρίζοντας κάποιος πώς και με ποιους ρυθμούς βγαίνει το κέρδος στο χρηματιστήριο, μπορεί να καταλάβει και ποιους ανθρώπους αφορά. Οι άνθρωποι που ονομάζονται "επενδυτές" είναι άνθρωποι που τους "περισσεύουν" τα χρήματα. ’νθρωποι, που τα χρήματα που επενδύουν δεν τα έχουν ανάγκη για την καθημερινή τους ζωή. Αυτοί που, θέλοντας να προστατεύσουν τα χρήματά τους από τον πληθωρισμό, αγοράζουν κεφάλαιο που δεν συνδέεται μ' αυτόν. Το κεφάλαιο δεν συνδέεται με τον πληθωρισμό. Απλά τον παρακολουθεί και προσαρμόζει την αξία του στις νέες τιμές.  Αυτοί λοιπόν οι πλούσιοι, όπως αγοράζουν ακίνητα, είτε σπίτια είτε χωράφια, έτσι αγοράζουν και μετοχές. Με τη σύνδεσή τους με το σταθερό κατά κανόνα κεφάλαιο, προστατεύουν τον πλούτο τους, που είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις οικονομικές αλλαγές κι απειλείται από τον πληθωρισμό. Μπαίνουν στο χρηματιστήριο για να μείνουν και όχι για να "παίζουν". Όπως κάποιος που αγοράζει ακίνητα τα εκμεταλλεύεται και δεν σκέπτεται να τα πουλήσει, έτσι είναι κι αυτοί οι επενδυτές. Απλά αγοράζουν μετοχές, γιατί στοχεύουν σε μια απόδοση μεγαλύτερη από ένα διαμέρισμα ή ένα χωράφι. Εισπράττουν τα μερίσματα και διατηρούν τις μετοχές ως ένα σταθερό περιουσιακό στοιχείο. Κληροδοτούν στα παιδιά τους μετοχές με την ίδια λογική που τους κληροδοτούν σπίτια, χωράφια κλπ.. Τους τις κληροδοτούν ως ακίνητο περιου­σιακό στοιχείο και όχι ως εμπόρευμα που πρέπει να ρευστοποιήσουν για να το καταναλώσουν.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι το χρηματιστήριο δεν είναι για φτωχούς ανθρώπους, που απλά έχουν ένα "κομπόδεμα" για ν' αντιμετωπίσουν μια δύσκολη στιγμή. Όπως δεν αγοράζει κάποιος με το κομπόδεμά του ένα χωράφι, έτσι δεν αγοράζει και μετοχές. Από τη στιγμή που θα 'ρθει η ώρα να έχει ανάγκη αυτά τα χρήματα, είναι δεδομένο ότι στο χρηματιστήριο θα χάσει. Είναι δεδομένο, γιατί, όταν "καίγεσαι" για τα χρήματα, δεν μπορείς να ελπίζεις ότι θα βρεις αγοραστή την ώρα που πρέπει, για να σου προσφέρει αυτά που θα ήθελες να εισπράξεις. Όταν πουλάει κάποιος κεφάλαιο, θα πρέπει να έχει την άνεση του χρόνου μέχρι να καταφέρει να πάρει τη μέγιστη προσφορά που μπορεί να δώσει η αγορά. Όταν "καίγε­σαι" για ρευστό, είναι βέβαιο ότι θα "σκοτώσεις" το κεφάλαιο, εφόσον θ' αναγκαστείς να το δώσεις στον πρώτο αγοραστή που θα εμφανιστεί. Αν σ' αντιληφθούν κιόλας ότι έχεις ανάγκη τα χρήματα, θα σου "πιουν" το αίμα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι τον φτωχό δεν τον συμφέρει το χρηματιστήριο. Τον συμφέρει η τράπεζα, που δίνει μια σταθερή έστω και μικρή απόδοση, αλλά την ίδια ώρα διατηρεί τα χρήματα σε σταθερή κατάσταση. Γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή πόσα χρήματα έχεις στην τράπεζα και γνωρίζεις επίσης ότι ανά πάσα στιγμή αυτά τα χρήματα είναι στη διάθεσή σου. Το χρηματιστήριο είναι μόνο γι' αυτούς που έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν κεφάλαιο και να μην το έχουν ανάγκη για την επίλυση των καθημερινών τους προβλημάτων.

Αυτό είναι το χρηματιστήριο που ωφελεί την κοινωνία και συνδέει τον λαό με το εθνικό κεφάλαιοˆ το χρηματιστήριο, που αποδίδει κέρδη από το κεφάλαιο που βρίσκεται μέσα σ' αυτό. Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το χρηματιστήριο που αποδίδει κέρδος εξαιτίας του κεφαλαίου-"μυαλού" των παικτών. Σ' αυτήν την περίπτωση μιλάμε καθαρά για εμπόριο. Όπως υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν οικόπεδα για να τα έχουν ως ακίνητη περιουσία, έτσι υπάρχουν και άνθρωποι που αγοράζουν οικόπεδα για να τα εμπορευτούν. Ό,τι είναι ένας κτηματέμπορας, το ίδιο είναι κι ένας "παίχτης" του χρηματιστηρίου. Όπως ένας κτηματέμπορας πρέπει να έχει πολλά χρήματα για να δουλέψει, έτσι κι ένας "παίχτης" του χρηματιστηρίου πρέπει να έχει πολλά χρήματα. Δεν είναι δυνατόν ν' αγοράσεις ένα οικόπεδο με όλα τα χρήματα που διαθέτεις και μετά να "καίγεσαι" να το πουλήσεις. Υποτίθεται ότι το αγόρασες ευκαιρία από κάποιον που "καιγόταν" και θέλεις να το πουλήσεις στην πραγματική του αξία. Αν "καίγεσαι" κι εσύ, θ' αποτελέσεις ευκαιρία για κάποιον άλλον και άρα δεν κάνεις και τίποτε. Μπορεί και να χάσεις και το μόνο που θα κερδίσεις θα είναι κανένα καρδιακό επεισόδιο εξαιτίας τις αγωνίας.

Η λογική του "παιχνιδιού" στο χρηματιστήριο είναι όμοια με τη λογική στον κτηματεμπορικό τομέα. Πρέπει να διαθέτεις υπομονή και ρευστότητα για ν' αρπάξεις μια ευκαιρία. Πρέπει να διαθέτεις γνώση, για να ξεχωρίζεις μια ευκαιρία από κάτι που φαίνεται σαν ευκαιρία αλλά δεν είναι τέτοια. Χρειάζονται γνώσεις άπειρες για να "παίξεις" στο χρηματιστήριο. Πρέπει να γνωρίζεις, όχι μόνο για το τι συμβαίνει στο παρόν, αλλά και για το τι θα συμβεί στο μέλλον. Πρέπει να μπορείς να προβλέπεις το τι θα συμβεί καί στην παραγωγή, αλλά και στην αγορά. Πρέπει να συλλέγεις πληροφορίες, για να μπορείς ν' αντιλαμβάνεσαι την ευκαιρία. Ένα οικόπεδο, για παράδειγμα, στην πλατεία Συντάγματος δεν είναι ποτέ στόχος ενός εμπόρου, γιατί σπάνια αποτελεί ευκαιρία. Είναι ακριβό, γιατί όλοι γνωρίζουν την αξία του και σπάνια μπορεί ν' αποτελέσει ευκαιρία που ενδιαφέρει έναν κτηματέμπορα. Αντίθετα ένα ασήμαντο φαινομενικά χωράφι μπορεί να είναι χρυσή ευκαιρία, αν ο κτηματέμπορας γνωρίζει για την επέκταση ενός σχεδίου πόλεως ή για τη χάραξη ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου που θα περάσει δίπλα σ' αυτό. Θα σπεύσει ν' αγοράσει το χωράφι σε τιμές χωραφιού από τον κάτοχό του και σε λίγο καιρό θα πουλάει οικόπεδα σε υψηλές τιμές.

Το ίδιο γίνεται και με τις μετοχές. Μια μετοχή της Microsoft η της General Motors είναι όμοια με τα οικόπεδα στην πλατεία Συντάγματος. Όλοι γνωρίζουν την αξία τους και όλοι όσοι τις διαθέτουν δεν τις πουλούν χαμηλότερα από την αποτιμημένη αξία τους. Όταν η εταιρεία είναι μεγάλη και κερδοφόρα, κάθε φορά που εμφανίζεται αγοραστής, η τιμή αυξάνεται και δεν μειώνεται. Δεν υπάρχει περίπτωση, δηλαδή, σ' αυτού του είδους τις μετοχές να βρεις ευκαιρία. Η ευκαιρία συνήθως βρίσκεται στις μικρές εταιρείες, που κανένας δεν έχει ενδιαφέρον ν' αγοράσει κι αυτός που τις πουλάει έχει ανάγκη τα χρήματα. Αυτές οι ευκαιρίες είναι οι συνηθισμένες στο χρηματιστήριο κι αυτές συντηρούν τους "παίχτες". Οι ευκαιρίες όμως, που κάνουν το χρηματιστήριο μοναδικό κι ανεπανάληπτο, είναι οι εξής: Στην παραγωγή δεν υπάρχει τίποτε δεδομένο και μόνιμο. Η πλατεία Συντάγματος στον χώρο της παραγωγής δεν είναι κάτι το μόνιμο κι ακλόνητο, όπως είναι στην κτηματαγορά. Σήμερα αυτή η πλατεία βρίσκεται σ' ένα συγκεκριμένο σημείο και τη βλέπουν όλοι, ενώ αύριο μπορεί να βρίσκεται κάπου αλλού κι αυτό το βλέπουν μόνο λίγοι με πολλές γνώσεις. Αυτό σημαίνει ότι, αν έχεις γνώσεις, μπορείς ν' αγοράζεις συνεχώς οικόπεδα υψηλής αξίας σε τιμή ασήμαντων χωραφιών.

Για να το καταλάβει ο αναγνώστης αυτό, θα αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Έστω ότι βρισκό­μαστε στην εποχή που κυρίαρχο μεταφορικό μέσον είναι η άμαξα. Η δραστηριότητα που αφορά την παραγωγή της είναι όμοια με μια πόλη. Υπάρχουν πολλές βιομηχανίες που συντελούν στην παραγωγή του συγκεκριμένου προϊόντος με διαφορετικές όμως αποδόσεις κέρδους. Ενώ το αντικείμενο είναι το ίδιο, ο καθένας που συμμετέχει στην παραγωγή εισπράττει διαφορετικό κέρδος, το οποίο είναι ανάλογο με τη δουλειά που κάνει. Υπάρχουν, για παράδειγμα, οι βιομηχανίες που παράγουν αξεσουάρ ή μηχανικά τμήματα της άμαξας και οι οποίες αποδίδουν κάποια κέρδη στους ιδιοκτήτες τους. Αυτές οι βιομηχανίες είναι τα περιφερειακά οικόπεδα της "πόλης", που ονομάζεται "παραγωγή άμαξας". Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και οι μεγάλες βιομηχανίες, που κατασκευάζουν τις καλύτερες και πιο ακριβές άμαξες. Αυτές οι βιομηχανίες είναι τα οικόπεδα στην πλατεία Συντάγματος αυτής της "πόλης".

Ενώ όμως οι πραγματικές πόλεις έχουν αιώνια αξία, δεν συμβαίνει το ίδιο στις "πόλεις" του χρηματιστηρίου. Έστω ότι εφευρίσκεται το αυτο­κίνητο. Η εφεύρεση αποτελεί τον πυρήνα μιας νέας πόλης, που είναι δυνατόν να καταστρέψει την πόλη η οποία παράγει το ομοειδές αλλά κατώτερο προϊόν. Αυτή η εφεύρεση είναι δυνατόν να δώσει σε κάποιον την ευκαιρία ν' αγοράσει οικόπεδα πανάκριβα σε τιμές χωραφιών. Όταν η πρώτη εταιρεία παραγωγής αυτοκινήτων μπει στο χρηματιστήριο, οι μετοχές της θα είναι πάμφθηνες, γιατί θα είναι μια άγνωστη εταιρεία, που θα παράγει ένα άγνωστο προϊόν. Τότε χρειάζεται γνώση, για να καταλάβει κάποιος ότι αυτό το προϊόν έχει μέλλον και ότι σε κάποια στιγμή θα κυριαρχήσει.

Βλέπουμε δηλαδή ότι η εξέλιξη στην τεχνολογία δεν αλλάζει μόνον την ποιότητά της ζωής του ανθρώπου, αλλά έχει και παρενέργειες στην οικονομία. Η εξέλιξη μπορεί κάποιους να τους καταστρέψει και κάποιους άλλους να τους κάνει πλούσιους. Κάποιοι κάποτε παρέμειναν στην παγοποιεία και πτωχεύσαν, ενώ κάποιοι άλλοι πλούτισαν, επενδύοντας στα ηλεκτρικά ψυγεία. Κάποιοι κάποτε γελούσαν μ' αυτούς που επένδυαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και σήμερα κλαίνε που δεν τους μιμήθηκαν. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι το εξής: Ο επενδυτής δεν είναι ανάγκη βέβαια να κάθεται όλη την ημέρα και ν' αγωνιά ή να σκέφτεται για το πού θα κατευθύνει τις επενδύσεις του, για να μην μείνει εκτός "παιχνιδιού". Οι ίδιες οι εταιρείες έχουν ανθρώπους που διαρκώς το κάνουν αυτό. Οι ίδιες οι εταιρείες προσαρμόζονται διαρκώς στις νέες εξελίξεις. Δεν κάθονται αγκυλωμένες σ' ένα είδος παραγωγής που δεν έχει μέλλον, ώστε να παρασύρουν στην καταστροφή τους μετόχους τους. Οι εταιρείες διοικούνται από τους μεγαλομετόχους τους και κανένας από αυτούς δεν έχει τάσεις αυτοκαταστροφής. Τα συμφέροντα των μεγαλομετόχων, που είναι συμπλέοντα μ' αυτά των μικρομετόχων, είναι αυτά που αποτελούν εγγύηση ότι η επένδυση δεν θ' αφεθεί στην τύχη της.

Η αναφορά σ' αυτό το φαινόμενο γίνεται απλά, για να καταλάβει ο αναγνώστης ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα στην παραγωγή ν' ανατραπούν τα πάντα. Πάντα υπάρχει η πιθανότητα ένα "οικόπεδο" της πλατείας Συντάγματος να βρεθεί στην έρημο. Πρέπει να καταλάβει ο αναγνώστης ότι, όταν πρόκειται για "μετακινήσεις" στην παραγωγή, απαιτείται μεγάλη προσοχή, αλλά και μεγάλη γνώση από την πλευρά του επενδυτή-παίχτη. Οι γνώσεις είναι αυτές που επιτρέπουν στον επενδυτή να φερθεί όμοια με τον κτηματέμπορα που αγοράζει ένα χωράφι, γνωρίζοντας ότι δίπλα του θα περάσει ένας δρόμος και ότι γρήγορα αυτό το χωράφι θα μετατραπεί σε πανάκριβο οικόπεδο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον επενδυτή στην παραγωγή. Όταν η γνώση του τού υποδεικνύει ότι κάτι αξιόλογο γεννιέται, σπεύδει ν' αρπάξει την ευκαιρία. Πουλάει όλα τα καλά "οικόπεδα" που διαθέτει, για να εισπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα και ρίχνει όλα τα χρήματά του στο νέο "χωράφι" που "γεννήθηκε", για ν' αποκτήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα του. Πουλάει το σίγουρο κι αποδοτικό, για ν' αγοράσει αυτό που εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται αποδοτικό, αλλά που ο ίδιος εκτιμά ότι έχει μέλλον. Αυτή είναι η μεγάλη ευκαιρία και μπορεί ένας "παίχτης" να περιμένει σ' όλη του τη ζωή για να βρει μια τέτοια ευκαιρία. Μια ευκαιρία που θα τον κάνει εξωφρενικά πλούσιο. Αυτή η ευκαιρία όμως απαιτεί γνώσεις και ρίσκο. Μπορεί, αν είσαι άσχετος, να νομίσεις κάτι σαν ευκαιρία κι αυτό να είναι "πατάτα". Να πουλήσεις οικόπεδα στην πόλη και ν' αγοράσεις "νταμάρια" στο βουνό. Να "βγεις" δηλαδή από καλές μετοχές για κάποιες άλλες, που, μόλις τις αγοράσεις, η εταιρεία στην οποία ανήκουν να κλείσει ελλείψει πελατών για την παραγωγή της.

Όπως βλέπουμε, το χρηματιστήριο δεν είναι ούτε απλή υπόθεση ούτε αφορά όλον τον κόσμο, αλλά ούτε είναι και κάτι το μονοδιάστατο σ' ό,τι αφορά την παραγωγή κέρδους. Από τη στιγμή που συμβαίνουν όλα αυτά, ευνόητο είναι ότι το κράτος καί δεν μπορεί, αλλά και δεν έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει σε όλες τις δραστηριότητές του. Δεν μπορεί το κράτος να πει σε κάποιον πώς θα χειριστεί την περιουσία του. Μπορεί να ενημερώσει τον κόσμο για τη χρησιμότητα και την αποδοτικότητα του χρηματιστηρίου, αλλά δεν μπορεί να σου πει πότε και τι ν' αγοράσεις και πότε να πουλήσεις. Το κράτος μπορεί μόνο να προστατεύσει τους επενδυτές στη βασική χρηματι­στηριακή δραστηριότητα και να ορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού. Σε προστατεύει από τους πονηρούς, γιατί δεν μπορούν κάποιοι να πουλούν "νταμάρια" για οικόπεδα στις πλατείες. Ακόμα κι αν αυτό είναι ο στόχος τους, το κράτος τους υποχρεώνει να δίνουν τα πραγματικά στοιχεία και από εκεί και πέρα ο καθένας κάνει ό,τι του υποδεικνύει η γνώση του και η ευφυΐα του. Το κράτος, ειδικά στο "παιχνίδι" των μετακινήσεων των "παιχτών", δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Δεν μπορεί και δεν θέλει να προστατεύσει κάποιον που λειτουργεί σαν θηρίο για να εισπράξει κέρδος από τα υπόλοιπα θηρία που έχουν τον ίδιο στόχο. Θέλει και προστατεύει όσο μπορεί τους απλούς επενδυτές απ' αυτά τα θηρία.

Αυτή η δραστηριότητα είναι καθαρά εμπόριο κι αυτό σημαίνει μάχη. Επιτρέπονται όλα τα χτυπήματα κι απλά αποκλείονται ορισμένα χτυπήματα ως παράνομα. Είναι παράνομο, για παράδειγμα, να υπάρχει εσωτερική πληροφόρηση, που βοηθάει αυτούς που την έχουν σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Καθορίζονται, ειδικά σε "ανώριμες" αγορές, όροι του τύπου "limit up" και "limit down", γιατί ο εμπορικός ανταγωνισμός και η λογική του μπορεί να προκαλέσει φαινόμενα περίεργα, που να παρασύρουν τον απλό επενδυτή στην καταστροφή. Θεωρούνται "ανώριμες" οι αγορές οι οποίες δεν έχουν πραγματικές αξίες που ν' αξίζουν επένδυση. Η αμερικανική αγορά κεφαλαίου είναι "ώριμη", γιατί δεν αξίζει πάντα να "παίζεις" με το κεφάλαιό της για να κερδίσεις. Έχει μέσα της την General Electric, την Ford κλπ.. Η γερμανική το ίδιο. Δεν "παίζεις" εμπορικά παιχνίδια με μετοχές της Mercedes, της Bayer κλπ.. Είναι ακριβό "σπορ" και τις περισσότερες φορές μόνο να χάσεις υπάρχει πιθανότητα. Δεν υπάρχει λόγος προστασίας αυτών των μετοχών, γιατί είναι πολύ ακριβές και σίγουρες σ' ό,τι αφορά την αξία και την απόδοσή τους, για να "παίζουν" οι έμποροι μ' αυτές. Δεν μπορεί να "παίξει" κανένας σ' αυτά τα χρηματιστήρια.

Αντίθετα τα χρηματιστήρια των κρατών δευτέρας κλάσης είναι ανοιχτά για "παιχνίδια". Είναι ανοιχτά, γιατί απλούστατα δεν είναι χρηματιστήρια οικονομιών που διαθέτουν ισχυρό κεφαλαίο, για να επενδύσει κάποιος και να παραμείνει σταθερός στην επένδυσή του. Τα πάντα μέσα στα χρηματιστήρια αυτά είναι της λογικής της "αρπαχτής" κι ελέγχονται από τους επικίνδυνους κι αναξιόπιστους εμπόρους. Απαιτείται προστασία του επενδυτή σ' αυτήν την περίπτωση, γιατί μπορεί να πέσει θύμα εμπορικών "παιχνιδιών". Μπορεί, δηλαδή, οι "έμποροι" του χρηματι­στηρίου ν' ανεβάζουν τεχνητά την αξία μιας μετοχής και ο αφελής νεοεισερχόμενος επενδυτής, που δεν γνωρίζει τα παιχνίδια, να επενδύσει σε μια υπερτιμημένη μετοχή και να την "πατήσει". Ν' αγοράσει δηλαδή ένα κοινό χωράφι σε τιμές πλατείας. Μπορεί επίσης μια τεχνητή υποτίμηση μιας μετοχής ν' αναγκάσει τον απλό επενδυτή να εγκαταλείψει μια πραγματικά καλή μετοχή. Οι έμποροι, επειδή είναι πονηροί, μπορούν ν' ανεβάζουν ή να ρίχνουν τις τιμές κατά βούληση. Ρίχνουν, για παράδειγμα, όλα τα χρήματά τους στα "νταμάρια" και τα κάνουν να εμφανίζονται ως ευκαιρίες. Μόλις οι αφελείς τούς ακολουθήσουν, αυτοί πουλάνε τις μετοχές τους και οι αφελείς μένουν με άχρηστα χαρτιά στα χέρια. Μόλις εισπράξουν τα χρήματα από την πώληση των "νταμαριών", κάνουν το ίδιο και σε άλλες μετοχές και πάει λέγοντας.

Εξαιτίας αυτών των λόγων θεσπίστηκαν τα όρια στην καθημερινή αυξομείωση των τιμών των μετοχών. Αυτά τα όρια έχουν ως στόχο να δίνουν την ευκαιρία και τον χρόνο σ' αυτούς που δεν "παίζουν" στο χρηματιστήριο να προστατεύουν την περιουσία τους από τους εμπόρους. Σε κανονικές συνθήκες δεν έπρεπε να υπάρχουν όρια, γιατί την αξία μιας μετοχής την καθορίζει το μέρισμα που προσφέρει αυτή ως κέρδος σε σύγκριση με το τραπεζικό επιτόκιο. Δεν επενδύει κάποιος ένα εκατομμύριο, για να εισπράξει κέρδος δέκα δραχμών. Δεν υπάρχει limit up και limit down στην κτηματεμπορική αγορά, που σχεδόν πάντα είναι "ώριμη", γιατί όλοι γνωρίζουν τις πραγματικές αξίες των υπό διακίνηση κεφαλαίων. Κανένας δεν είναι βλάκας να δώσει εκατό εκατομμύρια για ν' αγοράσει ένα στρέμμα στα Τουρκοβούνια. Κανένας, δηλαδή, δεν αγοράζει για πονηρούς λόγους κάτι που δεν έχει αξία, γιατί είναι εξαιρετικά απίθανο να βρει αφελή να πουλήσει το κεφάλαιό του και να εισπράξει πλούτο. Κανένας δεν αγοράζει "φούσκα" στην κτηματεμπορική αγορά, γιατί όλοι έχουν λίγο-πολύ γνώση του τι αξίζει και του τι δεν αξίζει ως αγορά.

Επειδή όμως το χρηματιστήριο είναι ιδιόμορφο και θεωρητικά τα Τουρκοβούνια μπορούν να γίνουν πλατεία Συντάγματος, υπάρχει μια λογική στη θέσπιση αυτών των ορίων. Η πολιτεία μ' αυτά τα όρια προστατεύει αυτούς που έχουν οικόπεδα στην πλατεία Συντάγματος από τους πονηρούς, που κατά βούληση παρουσιάζουν αυτήν την πλατεία σαν νταμάρι και τα πραγματικά νταμάρια σαν πλατεία. Παιχνίδια που έχουν ως στόχο ν' αποσπάσουν οι πονηροί καλές μετοχές σε τιμή ευκαιρίας και να πουλήσουν κακές μετοχές για χρυσάφι. Από εκεί και πέρα, όπως λέει ο λαός, "μάτια σου παζάρια σου". Αν θέλεις να παριστάνεις τον πονηρό και ν' αγοράζεις "ευκαιρίες" στις έρημους, αυτό είναι πρόβλημά σου. Το κράτος έχει ως καθήκον του να σου εξασφαλίζει τις πληροφορίες της οικονομικής "γεωγραφίας".

Αν ο αναγνώστης καταλάβει γιατί δημιουργήθηκε το χρηματιστήριο της βιομηχανικής εποχής και πώς αυτό λειτουργεί, θα καταλάβει ότι το χρηματιστήριο υπηρετεί το γενικό συμφέρον. Υπηρετεί τον κόσμο, γιατί χάρη σ' αυτό πολλαπλασιάζεται αυτό που λέμε "εθνικό βιομηχανικό κεφάλαιο". Πολλαπλασιάζεται η παραγωγή κι επιπλέον δίνεται η ευκαιρία σ' αυτούς που τους "περισσεύουν" —αλλά όχι σε σημείο που να μπορούν να δημιουργήσουν οι ίδιοι βιομηχανία— να εισπράξουν κέρδη και ταυτόχρονα να υπηρε­τήσουν με την επένδυσή τους το γενικό καλό. Επιπλέον η μετακίνηση αυτών των κατά βάση πλούσιων ανθρώπων στο βιομηχανικό κεφάλαιο ευνοεί τους φτωχούς, γιατί "ρίχνει" την αξία της γης. Ο φτωχός, εξαιτίας αυτής της μετακίνησης, μπορεί ν' αποκτήσει ένα κομμάτι γης για να κτίσει το σπίτι του. Όταν οι πλούσιοι παραμένουν στο σύνολό τους στο κεφάλαιο-γη αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει.

Αν όλα αυτά τα συνδυάσει κάποιος στο μυαλό του, μπορεί να καταλάβει ότι έχουν γίνει εγκλήματα από κάποιους εις βάρος της λειτουργίας του χρηματιστηρίου κι αυτά τα εγκλήματα είναι στην πραγματικότητα εις βάρος του λαού. Ποια είναι αυτά τα εγκλήματα; Η είσοδος εταιρειών μέσα στο χρηματιστήριο, που το αντικείμενό τους δεν έχει σχέση με την παραγωγή και η ανάπτυξή τους με τη λογική του χρηματιστηρίου —και άρα με την άντληση χρήματος από την αγορά—, θίγει το κοινό συμφέρον. Τέτοιες εταιρείες είναι κυρίως οι τράπεζες, οι εμπορικές εταιρείες και οι κατασκευαστικές εταιρείες. Αυτές οι εταιρείες πρέπει να φύγουν από το χρημα­τιστήριο στην κυριολεξία με τις κλοτσιές.

Οι τράπεζες εμπορεύονται χρήμα και εκ των δεδομένων έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα με την παραγωγή, εφόσον αυτή είναι που παράγει τον πλούτο ο οποίος μεταφράζεται σε χρήμα. Όταν, άλλος παράγει τον πλούτο και άλλος τον εμπορεύεται, είναι θέμα χρόνου αυτοί να συγκρουστούν μεταξύ τους. Το σύνολο του πλούτου παράγεται από την παραγωγή του κεφαλαίου. Δεν υπάρχει πλούτος που να παράγεται ως διά μαγείας. Από το κεφάλαιο βγαίνει το κέρδος του παραγωγού και από το ίδιο κεφάλαιο βγαίνει ο μισθός του εργάτη. Από το περίσσευμα αυτού του πλούτου, ο οποίος γίνεται τραπεζικές καταθέσεις, συγκεντρώνουν οι τράπεζες τον πλούτο που διαχειρίζονται.

Όμως, αυτός ο πλούτος, που στην αρχή δειλά-δειλά επενδύουν, δεν τους ανήκει. Αυτός ο πλούτος ανήκει στους καταθέτες και άρα οποιοδήποτε επενδυτικό της τράπεζας είναι αυθαίρετο και παράνομο. Η τράπεζα αυτό το γνωρίζει, αλλά από την άλλη πλευρά, επειδή θέλει να δημιουργήσει δικό της πλούτο και δεν κατέχει παραγωγικό κεφάλαιο, αρχίζει και χρησιμο­ποιεί τον πλούτο των καταθέσεων με επικίνδυνο για την παραγωγή τρόπο. Χρηματοδοτεί την παραγωγή και στη συνέχεια την "κυνηγάει". Έχει συμφέρον να "πίνει" το αίμα των παραγωγών, γιατί μπαίνει στα κέρδη τους κι ακόμα χειρότερα στην περιουσία τους. Ακόμα και να τους καταστρέψει, όχι μόνο δεν απει­λούνται τα συμφέροντά της, αλλά ενισχύονται. Οι παραγωγοί έχουν κεφάλαιο και άρα εκ των δεδομένων έχουν περιουσία. Αν δεν έχεις περιουσία, δεν μπορείς να πάρεις δάνειο. Όταν λοιπόν ο παραγωγός δεν μπορεί ν' αντεπεξέλθει στην αποπληρωμή του δανείου, η τράπεζα του αρπάζει το κεφάλαιο. Το ρευστοποιεί κι αυτό γίνεται με το να το πουλήσει σε κάποιον άλλον κεφαλαιοκράτη, που στη συνέχεια κι εκείνον θα "καταδιώξει".

Βλέπουμε λοιπόν ότι εκ των δεδομένων, για ν' αποκτήσει μια τράπεζα ιδιόκτητο πλούτο, θα πρέπει να λεηλατήσει την "τσέπη" των παραγωγών. Αν το καταφέρει αυτό, δημιουργεί γι' αυτούς έλλειμμα κερδών. Αυτό το έλλειμμα αναγκάζει τους παραγωγούς να μπουν στην "τσέπη" των εργαζομένων και από εκεί ξεκινούν όλα τα κοινωνικά προβλήματα. Οι εργαζόμενοι πέφτουν θύματα εκμετάλ­λευσης των βιομηχάνων και οι καταναλωτές επίσης, γιατί αναγκάζονται και πληρώνουν τα προϊόντα πανάκριβα. Τα προϊόντα δεν μπορούν να διατηρήσουν χαμηλές τιμές, όταν οι τράπεζες "κυνηγούν" τους παραγωγούς. Αν δηλαδή θεωρήσουμε ότι οι τράπεζες λειτουργούν εξ αρχής εις βάρος του κόσμου με τις δικές του καταθέσεις, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι έγκλημα να μπουν στη συνέχεια στο χρηματιστήριο.

Οι τράπεζες εκ των δεδομένων κλέβουν τον κόσμο. Η δικαιολογία, που απλά νομιμοποιεί την ύπαρξή τους, είναι ότι εισπράττουν κάποια χρήματα από τους πελάτες τους, για να τους προσφέρουν κάποιες υπηρεσίες. Τέτοιες υπηρεσίες είναι η φύλαξη των χρημάτων ή οι συναλλαγματικές υπηρεσίες. Ξεκινώντας όμως απ' αυτές τις ταπεινές υπηρεσίες κι επειδή αυτές δεν είναι αρκετά κερδοφόρες για τις ορέξεις των τραπεζών, αυτές στη συνέχεια κλέβουν τον κοσμάκη. Προσφέρουν επιτόκια για να έλκουν καταθέσεις εις βάρος της παραγωγής —η οποία διαρκώς παράγει κέρδος— και στην πραγματικότητα δημιουργούν συνενόχους. Νομίζουν οι αφελείς καταθέτες ότι έχουν κέρδος όταν εισπράττουν υψηλά επιτόκια από την τράπεζα και δεν βλέπουν από που βγαίνουν αυτά τα επιτόκια. Δεν βλέπουν ότι αυτές οι "γενναιόδωρες" τράπεζες στοχεύουν σε ό,τι έχει αξία γι' αυτούς. Στοχεύουν το εργοστάσιο στο οποίο εργάζονται. Στοχεύουν το σπίτι του, το χωράφι του, το οικόπεδό του.  Είναι έγκλημα αυτόν τον κλέφτη να τον ισχυροποιείς μέσω της λογικής του χρηματιστηρίου, εντάσσοντάς τον μέσα σ' αυτό.

Βάζοντας λοιπόν τις εμπορικές εταιρείες και τις τράπεζες στο χρηματιστήριο, βάζεις τους λύκους και τις ύαινες στην ίδια αυλή με τα πρόβατα. Υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός, όταν στο χρηματιστήριο βρίσκονται εταιρείες παραγωγής μαζί με εμπορικές εταιρείες και τράπεζες. Δεν βάζεις να τρώνε από το ίδιο πιάτο δύο άνθρωποι που ο ένας είναι δυσκίνητος κι ο άλλος ταχύς. Πόσο μάλλον όταν ο ταχύτερος είναι ταυτόχρονα και παράσιτο. Σ' ό,τι αφορά τις εμπορικές εταιρείες, τα πράγματα είναι απλά. Συντηρούνται με το θάνατο των παραγωγών. Επειδή στοχεύουν την ίδια αγορά μ' αυτούς και άρα στην ίδια "τροφή", έχουν όφελος να τους εξοντώσουν, για να μην έχουν αντιπάλους. Αυτές οι εταιρείες ναι μεν προσφέρουν κέρδη στους επενδυτές, αλλά αυτά τα κέρδη έχουν ημερομηνία λήξεως, γιατί σε κάποια στιγμή με την παρασιτική δραστηριότητά τους καταστρέφουν την παραγωγή και άρα την οικονομία.

Η παραγωγή είναι πραγματικά σαν ένα κοπάδι προβάτων. Έχει μόνιμες ανάγκες συντήρησης και άρα έξοδα, αλλά έχει μόνιμη κερδοφορία. Επ' άπειρον μπορεί να προσφέρει κέρδος με κάποιους συγκεκριμένους ρυθμούς. Αντίθετα οι εμπορικές εταιρείες λειτουργούν σαν αγέλη λύκων. Τα χρήματα που επενδύει κάποιος σ' αυτές προσφέρουν τεράστια απόδοση. Απαιτούν λιγότερη μέριμνα, γιατί αυτές οι εταιρείες-θηρία αυτοσυντηρούνται. Κατασπαράζουν τα πρόβατα κι αναπτύσσονται εις βάρος τους στην αγορά. Δεν έχουν πρόβλημα, δηλαδή, οι εμπορικές εταιρείες να δίνουν καθαρά και μεγάλα μερίσματα στους επενδυτές τους. Οι επενδύσεις τους για την ανάπτυξή τους είναι ελάχιστες, εφόσον είναι επενδύσεις της λογικής της "παράγκας", που στήνεται όπου υπάρχει αγορά. Δεν είναι επενδύσεις που αφορούν τεράστια και πολυδάπανα εργοστάσια. Το πρόβλημα όμως μ' αυτές τις εταιρείες είναι ότι, κατασπα­ράζοντας τα "πρόβατα" της παραγωγής, καταστρέφουν την οικονομία. Καταλαμβάνουν μεν την αγορά και διαλύουν τον συναγωνισμό των παραγωγών, αλλά, όταν το καταφέρουν αυτό, ο κόσμος είναι άνεργος και με μηδενική αγορα­στική ικανότητα. Όταν λοιπόν αυτές οι εταιρείες καταλάβουν ολοκληρωτικά την αγορά, την έχουν προηγουμένως καταστρέψει. Έχουν αποδώσει τεράστια κέρδη, αλλά μετά τη "λαμπρή" πορεία τους είναι καταδικασμένες σε θάνατο.

 Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις τράπεζες, με τη διαφορά ότι αυτές δεν στρέφονται απευθείας εναντίον της παραγωγής. Αυτές λειτουργούν όμοια με ύαινες, που αρκούνται στο να κατασπαράζουν τα πτώματα των "προβάτων" που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν στην επίθεση των λύκων του εμπορίου. Οι τράπεζες είναι κι αυτές ταχύτατες στην "παραγωγή" πλούτου, γιατί ο κλέφτης είναι πάντα ταχύτερος απ' αυτόν που εργάζεται. Μέσα σε μια μέρα ο κλέφτης μπορεί ν' αρπάξει —και άρα να "βγάλει" ως κέρδος— αυτά που ένας κεφαλαιοκράτης ή ένας απλός εργαζόμενος τα συγκέντρωνε σε όλη του τη ζωή.

Η τράπεζα δεν έχει κανένα από τα προ­βλήματα του βιομηχανικού κλάδου κι ως εκ τούτου υπερέχει όταν "κινείται" στον ίδιο χώρο. Το "προϊόν" των τραπεζών, που είναι το χρήμα, δεν απειλείται από την εξέλιξη, όπως συμβαίνει με τα βιομηχανικά προϊόντα κι ούτε χάνει την ανταγωνιστικότητά του. Όσο πιο πολύ "παράγει" η τράπεζα, τόσο μειώνονται τα κέρδη των βιομηχάνων και τόσο απειλούνται οι μισθοί των εργαζομένων σ' αυτούς. Η διαφορά είναι ότι η ανάπτυξη του βιομηχανικού κλάδου ευνοεί την κοινωνία, ενώ η ανάπτυξη του τραπεζικού κλάδου όχι. Μια κοινωνία μπορεί να ζει πλούσια χωρίς καθόλου τράπεζες. Ας παράγουν οι βιομήχανοι κι ας εργάζονται οι εργάτες κι ας βαστούν τα χρήματά τους στα σπίτια τους χωρίς το κέρδος του επιτοκίου. Μια κοινωνία όμως δεν μπορεί να ζήσει καθόλου χωρίς βιομηχανία κι απασχόληση.

 Το σύνολο των προβλημάτων στην οικονομία ξεκινάει από το γεγονός ότι οι τράπεζες αναπτύσσονται πιο εύκολα και πιο γρήγορα από την παραγωγή κι έχουν μεταξύ τους συγκρου­όμενα συμφέροντα. Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμα πιο πολύ, όταν η ανάπτυξή τους γίνεται μέσω του χρηματιστηρίου, που παίζει θετικό κοινωνικό ρόλο μόνο για την ανάπτυξη της δυσ­κίνητης και πολυδάπανης παραγωγής. Επειδή οι τράπεζες είναι πιο κερδοφόρες από την παραγωγή, όταν μπαίνουν στο χρηματιστήριο, έλκουν το μεγαλύτερο μέρος των υποψηφίων επενδυτών του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η παραγωγή να μην βρίσκει τα χρήματα που θέλει στην αγορά κι αυτό την αναγκάζει να "πέφτει" στα χέρια των τραπεζών και άρα να κινδυνεύει. Ο κόσμος που επένδυσε στην τράπεζα μπορεί να έχει μεγάλο κέρδος από τα μερίσματά της, αλλά δεν γνωρίζει ότι, εξαιτίας αυτού του κέρδους, κινδυνεύει η ίδια του η δουλειά, εφόσον το εργοστάσιο όπου εργάζεται είναι "στόχος" της τράπεζας. Δεν γνωρίζει ότι κινδυνεύει το ίδιο του το σπίτι.

Για να κλείσουμε το θέμα με τις τράπεζες, θα πούμε το εξής: Οι τράπεζες απαγορεύεται να βρίσκονται στο χρηματιστήριο και ν' αντλούν χρήματα από την αγορά, ισχυροποιώντας το δικό τους κεφάλαιο. Απαγορεύεται ν' αντλούν χρήματα από την αγορά, γιατί το κάνουν εις βάρος της παραγωγής κι επιπλέον με τα χρήματα αυτά αποκτούν ιδιόκτητο πλούτο. Αυτός ο ιδιόκτητος πλούτος αλλάζει τη φυσιογνωμία των τραπεζών και τους επιτρέπει να επενδύουν στην παραγωγή, παίζοντας "παιχνίδια" εις βάρος της. Αυτό δεν είναι κάτι το μυστικό, που απαιτεί ειδική γνώση. Η τράπεζα, όταν "ζητάει" χρήματα από την αγορά, το κάνει με επίδειξη των κερδών της και των μελλοντικών της επενδυτικών προγραμμάτων.

Αυτά τα κέρδη, όπως και τα προγράμματα που έλκουν τους επενδυτές, είναι δεδομένο ότι θα στραφούν εις βάρος της παραγωγής. Η τράπεζα, λόγω των υψηλών επιτοκίων που προσφέρει, γίνεται πολυέξοδη και δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή επένδυση, που παράγει πλούτο σε ποσοστά τα οποία είναι κατώτερα από τα επιτόκια που η ίδια δίνει. Αυτό την αναγκάζει να "κυνηγάει" την παραγωγή και να ελπίζει στη ρευστοποίηση του κεφαλαίου των κατεστραμμένων παραγωγών. Πρακτικά αυτό το ανελέητο "κυνήγι" εκδηλώνεται με τη μορφή των γνωστών πανωτοκιών. Αυτός ο ιδιόκτητος πλούτος των τραπεζών, που προέρχεται, είτε από την καταστροφή των παραγωγών είτε από το χρηματιστήριο, αλλάζει το σύνολο των δεδομένων, τόσο στην οικονομία όσο και στη λειτουργία των ιδίων των τραπεζών. Απ' αυτήν την αφύσικη και τεράστια κερδοφορία προκύπτουν τα επιτόκια που προσφέρουν στους καταθέτες τους και τα οποία δεν είναι φυσιολογικά. Αν τώρα σκεφτεί κάποιος ότι οι τράπεζες ανταγωνίζονται μεταξύ τους και πλειοδοτούν στον τομέα των επιτοκίων για να δελεάσουν τους πελάτες τους, αντιλαμβανόμαστε ότι αυξάνουν επικίνδυνα το ρίσκο τους. Αυτό το ρίσκο στην προκειμένη περίπτωση θα το μειώσουν εις βάρος της παραγωγής και είναι θέμα χρόνου να λειτουργήσουν εις βάρος της κοινωνίας. Είναι θέμα χρόνου τα πανωτόκια να οδηγήσουν την παραγωγή στον μαρασμό κι αυτό είναι τραγικό για το σύνολο της οικονομίας.

Σ' ό,τι αφορά τη γενικότερη λειτουργία τους, αυτό που ισχυριζόμαστε είναι ότι οι τράπεζες θα πρέπει να περιοριστούν στις κλασικές υπηρεσίες και το όποιο κέρδος θα αντλούν θα πρέπει να το αντλούν από εισφορές των πελατών τους για τις υπηρεσίες που αυτοί απολαμβάνουν και από τις δανειοδοτήσεις. Πρέπει ν' απαγορευτεί στις τράπεζες να επενδύουν. Η επένδυση εμπεριέχει μέσα της το ρίσκο κι αυτό σημαίνει ότι επενδυτής γίνεται μόνον αυτός που ρισκάρει τα δικά του χρήματα. Οι περισσότερες τράπεζες ξεκινούν την πορεία τους χωρίς χρήματα και "παίζουν" με τα χρήματα των επενδυτών μέχρι ν' αποκτήσουν δικά τους κεφάλαια.

Σ' αυτό το σημείο μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης πότε μπορεί να ελεγχθεί ο τραπεζικός κλάδος. Οι τράπεζες πρέπει να ελέγχονται με στόχο να μην αποκτήσουν ποτέ δικά τους κεφάλαια. Το όποιο κέρδος δηλαδή παρουσιάζουν να το μοιράζουν διαρκώς στους ιδιοκτήτες τους και να μην παραμένει μέσα στην τράπεζα υπό τη μορφή ιδίων κεφαλαίων. Να μην επιτρέπεται δηλαδή στην τράπεζα να μιμείται τις εταιρείες παραγωγής και να παρακρατά ένα μέρος των κερδών της δήθεν για επενδύσεις. Αν γίνει αυτό κατορθωτό, η τράπεζα περιορίζεται στον επιθυμητό για την κοινωνία ρόλο. Η τράπεζα, αν δεν έχει δικά της χρήματα, μπορεί να της απαγορευτεί να επενδύει. Σήμερα αυτό είναι αδύνατον, γιατί με τον άλφα ή βήτα τρόπο οι περισσότερες τράπεζες διαχειρίζονται ιδιόκτητα κεφάλαια. Σήμερα η τράπεζα επενδύει και για να μειώσει το ρίσκο της καταστρέφει την παραγωγή και κάνει συνενόχους της τους καταθέτες, που διεκδικούν υψηλά επιτόκια, χωρίς να γνωρίζουν τις συνέπειες.

Δεν είναι δυνατόν ο κάθε παλιόγυφτος, που παριστάνει τον τραπεζίτη, να "παίζει" με τα χρή­ματα των καταθετών και μέχρι να βγάλει κέρδος να καταστρέφει όποιους βρίσκει μπροστά του. Δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί σε κάποιον να παίζει με χρήματα του κοσμάκη και το χειρότερο που μπορεί να πάθει να είναι η χρεοκοπία, που καταστρέφει τους καταθέτες και όχι τον ίδιο. Η τράπεζα πρέπει μόνο να δανειοδοτεί τους κεφαλαιοκράτες κι αυτή η δραστηριότητα διασφαλίζει πλήρως τους καταθέτες κι απομονώνει τα "αρπακτικά" από την παραγωγή. Τα δάνεια δίνονται με υποθήκες κι αυτό διασφαλίζει τα συμφέροντα του κόσμου. Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι ο ρόλος των τραπεζιτών και των τραπεζών δεν είναι κάτι το καινούριο ως φαινόμενο. Οι τραπεζίτες είναι τα "παιδιά" των αργυραμοιβών του παρελθόντος. Είναι ο μόνος κλάδος επαγγελματιών που έχει αρπάξει κλοτσιές από τον Ίδιο τον Θεό. Τραπεζίτες της εποχής ήταν οι καραγκιόζηδες που ο Χριστός πήρε με τις κλοτσιές μέσα στον ναό του Σολομώντα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις κατασκευαστικές εταιρείες. Παράγουν κι αυτές πλούτο, χωρίς να διαθέτουν καθόλου κεφάλαιο. Έχει σκεφτεί ποτέ ο αναγνώστης ποιο είναι το κεφάλαιο μιας τεχνικής εταιρείας; Τα εργαλεία της, η μήπως τα μηχανήματά της; Τίποτε από όλα αυτά. Το κεφάλαιό της είναι ένα ταπεινό πτυχιάκι του πολυτεχνείου, που συνήθως έχει ο ιδιοκτήτης της. Αυτό είναι το κεφάλαιο που του δίνει τη δυνατότητα να διεκδικεί τα δημόσια έργα και άρα αυτό είναι το κεφάλαιο της εταιρείας του. Αυτό το πτυχίο είναι στην περίπτωση αυτήν το "εργοστάσιο" της εταιρείας. Απλά, όπως συμβαίνει με τα εργοστάσια, για να παράγουν προϊόντα, πρέπει να υπάρχουν μηχανήματα, χρήματα κι εργάτες. Το ότι κάποιος έχει εργο­στάσιο δεν σημαίνει ότι μπορεί και να παράγει. Χρειάζεται μηχανήματα, χρήματα για πρώτες ύλες και βέβαια εργάτες, που πρέπει να πληρωθούν μισθό, άσχετα με το πότε θα βγάλει ο εργοδότης τους από την αγορά το κέρδος.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το κεφάλαιο μιας κατασκευαστικής εταιρείας δεν είναι αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Τεχνικές εταιρείες μπορεί να δημιουργούνται κάθε μέρα, αρκεί να υπάρχουν έργα. Αρκεί ένας μηχανικός να κάνει μια μελέτη και να ψάξει να βρει συνεργάτες-συνεταίρους με δικά τους εργαλεία, μηχανήματα κι ανθρώπους για να εργαστούν ως εργάτες. Οι συνεταίροι-συνεργάτες θα μοιραστούν το κέρδος και οι εργάτες θα εισπράξουν μισθό. Το κεφάλαιο όμως, που δίνει σ' όλους αυτούς τη δυνατότητα να "μπουν" στην "αγορά" των κατασκευαστικών έργων, είναι το πτυχιάκι που δημιουργεί την καλύτερη μελέτη στην πιο ανταγωνιστική τιμή. Δεν παίρνεις ένα έργο —και άρα μερίδιο στην αγορά— επειδή έχεις καλή και μεγάλη μπουλντόζα. Το έργο το παίρνεις εξαιτίας της μελέτης και άρα εξαιτίας του πτυχίου, που είναι και το κεφάλαιό σου.

Η είσοδος όλων αυτών των εταιρειών μέσα στο χρηματιστήριο είναι εκτός λογικής, για τους ίδιους λόγους που συμβαίνει και με τις τράπεζες. Η συνολική διαχείριση των κατασκευαστικών έργων είναι λανθασμένη, γιατί αυτό βολεύει τους πονηρούς. Βολεύει τους μηχανικούς και βολεύει και τις τράπεζες. Ο μηχανικός γίνεται πλούσιος με τα χρήματα του κόσμου κι εξαιτίας αυτού του κόσμου —που επενδύει πάνω του— μπορεί κι εκβιάζει την εξουσία για νέα έργα και άρα για να γίνει πλουσιότερος. Αυτή η κατάσταση βολεύει και τις τράπεζες. Έχουν συμφέρον οι τράπεζες να χρηματοδοτούν τις κατασκευαστικές εταιρείες. Μπορούν και δίνουν υψηλά δάνεια με υψηλούς τόκους και ταχύτατη επιστροφή, γιατί το έργο πληρώνεται από το κράτος μόλις η κατασκευή του ολοκληρωθεί. Οι τράπεζες ζητάνε ό,τι θέλουν και οι μηχανικοί τις πληρώνουν, γιατί απλούστατα δεν τους ενδιαφέρει. Δεν τις πληρώνουν από τις τσέπες τους. Το τραπεζικό επιτόκιο είναι παράμετρος της μελέτης κι αυτό σημαίνει ότι το πληρώνει ο λαός μέσω της φορολογίας. Δεν είναι όμοιοι με τους βιομηχάνους, όπου ένα μεγάλο επιτόκιο μπορεί να τους καταστρέψει, γιατί η τελική τιμή του προϊόντος μπορεί να τους "βγάλει" από την αγορά. Οι βιομήχανοι έχουν αντιπάλους, τους οποίους μπορεί να μην τους κυνηγούν τα επιτόκια των δανείων. Οι μηχανικοί δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα. Ό,τι και να τους ζητήσουν οι τράπεζες, θα το δώσουν, γιατί δεν τους θίγει.

Αυτή η διαχείριση των δημοσίων έργων δεν είναι προϊόν λάθους, αλλά απάτη. Συμφέρει όλους όσους εμπλέκονται σ' αυτήν την υπόθεση, γιατί το κράτος —και άρα ο λαός— θα πληρώσει οπωσδήποτε το έργο που έχει ανάγκη. Συμφέρει όπως είπαμε τους μηχανικούς και τις τράπεζες, αλλά συμφέρει και την εξουσία. Γιατί; γιατί η εξουσία εκβιάζει τους κλέφτες για να κλέβει και η ίδια. "Λαδώνονται" οι πάντες, όταν υπάρχει δημόσιο έργο. Από τον υπουργό μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο όλοι κάτι θα "βγάλουν". Αυτός ο πλούτος και πάλι δεν παράγεται από κεφάλαιο. Είναι ο πλούτος που συγκεντρώνεται από τις φορολογικές εισφορές αυτών που σχετίζονται με το κεφάλαιο και είναι οι παραγωγοί και οι εργαζόμενοι.

Η είσοδος τέτοιων εταιρειών στο χρηματιστήριο δημιουργεί τα ίδια προβλήματα με τις τράπεζες. Τα υπερβολικά και γρήγορα κέρδη, σε περιόδους που υπάρχουν πολλές αναθέσεις έργων, "στεγνώνουν" τη χρηματιστηριακή αγορά. Όλοι επενδύουν σ' αυτές τις εταιρείες κι αυτό γίνεται και πάλι εις βάρος της παραγωγής. Επιπλέον, επειδή αυτές οι εταιρείες ισχυροποιούνται αφύσικα, δημιουργούν προβλήματα τύπου μονοπωλίων. Οι μεγάλοι "κατασκευαστές" γίνονται "κολλητοί" με την εξουσία κι αυτό σημαίνει πλήρη έλεγχο των αναθέσεων των έργων. Όταν  συμβεί αυτό —και ελλείψει αντιπάλου—, τα πάντα γίνονται επικίνδυνα, εφόσον κανένας δεν ελέγχει κανέναν. Όταν δεν υπάρχουν πολλοί ανεξάρτητοι κατασκευαστές με συγκρουόμενα συμφέροντα, κανένας δεν μπορεί να ελέγξει τη διανομή των έργων. Οι εισαγμένοι στο χρημα­τιστήριο μοιράζονται μεταξύ τους τα έργα και κανένας δεν ενοχλεί κανέναν.

Και πάλι κάποιοι απλοί πολίτες μπορεί να έχουν κάποιο κέρδος από τα μερίσματα των μετοχών τους, αλλά και πάλι δεν γνωρίζουν ότι όλα αυτά λειτουργούν εις βάρος τους. Η κλοπή του δημοσίου επιβαρύνει τη φορολογία κι αυτή δημιουργεί τον πληθωρισμό, ο οποίος με τη σειρά του καταστρέφει την παραγωγή και άρα και τη δουλειά αυτών που νομίζουν ότι κερδίζουν, επενδύοντας στους κλέφτες.

Η ειρωνεία είναι ότι ο κατασκευαστικός τομέας θα μπορούσε να λειτουργήσει τέλεια για το κοινωνικό σύνολο, απλά και μόνον αν υπήρχε ένας καλύτερος σχεδιασμός διαχείρισης. Τα πάντα είναι θέμα ρόλων Τι εννοούμε μ' αυτό; Το σφάλμα ξεκινάει από το ποιος παίρνει ποιον ρόλο. Η εξουσία δεν πρέπει να είναι εργοδότης των κατασκευαστικών εταιρειών κι ο κόσμος που επενδύει σ' αυτές δεν πρέπει να είναι "πίσω" απ' αυτές αλλά "δίπλα" σ' αυτές. Αυτό σημαίνει το εξής απλό: Η εξουσία θα πρέπει να διατηρεί τον ρόλο της εξουσίας και άρα τον ρόλο του ελεγκτικού οργάνου και όχι τον ρόλο του εργοδότη. Εργοδότης πρέπει να είναι ο επενδυτής, γιατί πρέπει η κατασκευα­στική εταιρεία να έχει πραγματικά συγκρουόμενα συμφέροντα με κάποιους και όχι μόνο φαινο­μενικά με τους "υπηρέτες" του λαού. Το έργο πρέπει να κεφαλαιοποιείται και αυτό είναι που θα πρέπει να μοιράζεται σε μετοχές. Δεν κεφαλαιοποιείς την εταιρεία, ώστε κάποιοι να παριστάνουν επ' άπειρον τους πλούσιους με τα χρήματα του κόσμου. Κεφαλαιοποιείς το έργο, ώστε κάποιοι να βγάλουν στιγμιαία κέρδος από αυτό, όταν ολοκληρωθεί η κατασκευή του.

Πώς όμως μπορεί να λειτουργήσει αυτό; Η εξουσία θα διατηρεί τον ρόλο της στον σχεδιασμό, στους διαγωνισμούς, αλλά και στον έλεγχο των διαγωνιζομένων. Θα ορίζει με βάση τη δυναμική της αγοράς ένα κονδύλιο για ένα έργο και στη συνέχεια θα προκηρύσσει μειοδοτικό διαγωνισμό. Οι κατασκευάστριες εταιρείες θα διαγωνίζονται μεταξύ τους και το κράτος με τα αρμόδια όργανά του θα επιλέγει την καλύτερη δυνατή πρόταση. Η διαφορά εδώ είναι η εξής: Η προσφορά της εταιρείας θα είναι το ποσό που θα κληθούν να πληρώσουν οι επενδυτές και στόχος τους θα είναι, μετά την ολοκλήρωση του έργου, να καρπωθούν τη διαφορά μεταξύ αυτής της προσφοράς και του αρχικού κονδυλίου.

Έστω, για παράδειγμα, ότι αποφασίζεται για ένα έργο να χρησιμοποιηθεί κονδύλιο του ενός δισεκατομμυρίου και η προσφορά τής κατασκευαστικής εταιρείας είναι εννιακόσια εκατομ­μύρια. Αυτά τα χρήματα τα προκαταβάλουν οι επενδυτές, έχοντας ως στόχο ένα κέρδος που, σε συνδυασμό με τον χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση του έργου, θα κάνει την επένδυσή τους δελεαστικότερη από το μέσο τραπεζικό επιτόκιο. Το κράτος θα παραδώσει τα χρήματα στους επενδυτές να τα μοιραστούν μετά την ολοκλήρωση του έργου και άρα μετά από τον έλεγχο για περίπτωση κακοτεχνίας. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή οποιοδήποτε λάθος της εταιρείας το χρεώνεται η ίδια, γιατί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση μειώνεται το προσδο­κώμενο κέρδος των επενδυτών. Οι επενδυτές "κυνηγούν" την εταιρεία, γιατί οποιαδήποτε καθυστέρησή της ή κακοτεχνία της θα καθυστερεί την απόδοση των χρημάτων σ' αυτούς.

Αυτό θ' αλλάξει το σύνολο της συμπεριφοράς των εταιρειών, αλλά και θα κάνει ελεγχόμενο και διαφανή τον κατασκευαστικό κλάδο. Η εταιρεία δεν μπορεί να "παίζει" ούτε με εικονικές προσφορές, που είναι παρά φύση χαμηλές, αλλά ούτε και μπορεί να ελπίζει σε συνεχείς  διορθωτικές κινήσεις. Αυτό γίνεται σήμερα. Οι εταιρείες των "κολλητών" της εξουσίας κάνουν εικονικές προσφορές, που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Μ' αυτόν τον τρόπο εξοντώνουν τον ανταγωνισμό και λειτουργούν μονοπωλιακά. Επειδή έχουν σχέσεις με την εξουσία, από τη στιγμή που θ' αναλάβουν τα έργα, εξασφαλίζουν συνεχείς πρόσθετες χρηματοδοτήσεις, που κάνουν το έργο εξαιρετικά ασύμφορο. Επιπλέον δεν βιάζονται να το ολοκληρώσουν, γιατί ο παράγοντας χρόνος και οι αλλαγές στο οικονομικό περιβάλλον λειτουργούν υπέρ τους και όχι εις βάρος τους.

Αν ο επενδυτής είναι εργοδότης τής κατασκευάστριας εταιρείας, όλα αυτά δεν θα συμβαίνουν. Ο χρόνος θα λειτουργεί εις βάρος τους και οι προσφορές τους, αν είναι εικονικές, θα τους στέλνουν στη φυλακή και όχι στα ταμεία του κράτους. Αν σε περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες πράγματι αλλάξουν και δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί το έργο χωρίς εκ νέου χρηματοδότηση και πάλι η τεχνική εταιρεία δεν θα επωφελείται. Θα πληρώνουν τη διαφορά οι επενδυτές κι απλά το κράτος —για τους ίδιους λόγους και χρησιμοποιώντας τα ίδια οικονομικά δεδομένα— θ' αυξάνει το αρχικό κονδύλιο.

Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο κλάδος των κατασκευών θα ήταν θετικός για την κοινωνία και όχι αρνητικός όπως είναι σήμερα. Ο κλάδος αυτός θα γινόταν ένα χρηματιστήριο των φτωχών. Γιατί; Γιατί θα μπορούσαν να επενδύσουν σ' αυτόν κι αυτοί που απλά έχουν ένα "κομπόδεμα" και δεν μπορούν να επενδύσουν στο πραγματικό κεφάλαιο μέσα στο χρηματιστήριο. Τα έργα δεν κατασκευά­ζονται επ' άπειρον. Τα περισσότερα μπορούν να ολοκληρωθούν μέσα σε κάποιους λίγους μήνες. Ο φτωχός μπορεί να "κλείσει" τα χρήματά του για μερικούς μήνες και να εισπράξει στο τέλος κέρδος κεφαλαίου. Τα χρήματα του κράτους —που ανήκουν στον κόσμο— θα επιστρέφουν μέσω αυτής της διαδικασίας κατά ένα ποσοστό τους στον κόσμο κι επιπλέον θα προσφέρουν στην απασχόληση. Αυτά τα χρήματα δεν θα γίνονται λουλούδια στα μπουζούκια και Mercedes, όπως γίνεται σήμερα με τους κλέφτες μηχανικούς, που γίνονται πλούσιοι με τα χρήματα του κόσμου.

Όλα αυτά βέβαια προτείνονται για έργα που δεν μπορούν να λειτουργήσουν τα ίδια ως κεφάλαιο, όπως συμβαίνει με έργα που μπορούν να αποδίδουν επ' άπειρον κέρδος και να είναι εκμεταλ­λεύσιμα. Τέτοια έργα είναι, για παράδειγμα, τα αεροδρόμια, οι αυτοκινητόδρομοι κλπ.. Η διαδικα­σία που προτείνουμε γι' αυτού του είδους τα έργα είναι όμοια με την προηγούμενη, αλλά αλλάζουν τα δεδομένα χρηματοδότησης κι εκμετάλ­λευσης. Το κράτος είναι και πάλι αυτό που θα θέσει τις προδιαγραφές και θα ελέγξει τους διαγωνιζόμενους. Το κράτος θα είναι αυτό που θα δώσει τα δικαιώματα της εκμετάλλευσης αυτού του έργου. Από εκεί και πέρα η χρηματοδότηση θα γίνεται εξ ολοκλήρου από τον ιδιωτικό τομέα.

Όπως κάποιος ξεκινάει να χτίζει το εργοστάσιό του, έχοντας γνώση των προσδοκώμενων κερδών, έτσι θα γίνεται και στην περίπτωση αυτήν. Θα ξεκινάει ένας μεγάλος κεφαλαιοκράτης ή μια ομάδα κεφαλαιοκρατών το μεγάλο έργο και στην πορεία θα ζητάει χρήματα από το επενδυτικό κοινό. Αυτό το κοινό θα το πείθει για την απόδοση της επένδυσής του κι αυτό το κοινό θα γνωρίζει με ποιο τρόπο έχει εξασφαλίσει ο κεφαλαιοκράτης τη θετική οικονομική απόδοση αυτού του έργου. Θα συμβαίνει δηλαδή η ίδια διαδικασία που συμβαίνει κάθε φορά που μια νέα εταιρεία εισάγεται στο χρηματιστήριο. Από εκεί και πέρα, όπως μπαίνει ένα εργοστάσιο στο χρηματιστήριο, για τους ίδιους λόγους θα μπαίνει κι ένα αεροδρόμιο ή ένας αυτοκινητόδρομος. Οι διοικήσεις αυτών των επιχειρήσεων θα μεριμνούν για την κερδοφορία αυτού του έργου, όπως μεριμνά η κάθε διοίκηση επιχειρήσεως. Απλά, επειδή το έργο είναι κοινωφελές και πιθανόν να έχει στρατηγική σημασία, είναι δεδομένο ότι η εκμετάλλευσή του θα κινείται μέσα σ' ένα ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο, χωρίς αυτό να σημαίνει κηδεμονία του δημοσίου.

Αυτά σε γενικές γραμμές για το χρηματιστήριο. Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το "ελληνικό χρηματιστήριο". Το ελληνικό χρηματιστήριο ήταν, είναι και θα παραμείνει ένα απόλυτα πεθα­μένο χρηματιστήριο Ένα χρηματιστήριο που δίνει νόημα στη φράση …"τρεις κι ο κούκος κάνουν κέφι". Είναι απόλυτα πεθαμένο, γιατί η ελληνική οικονομία είναι μια οικονομία της πλάκας. Ισχυρή οικονομία είναι η οικονομία που διαθέτει ισχυρό κεφάλαιο και παράγει διαρκώς πλούτο σε μεγάλες ποσότητες. Ένα κράτος είναι οικονομικά ισχυρό, όταν παράγει μόνο του τα αγαθά που έχει ανάγκη η αγορά του και όταν αυτή η παραγωγή προσφέρει απασχόληση στους πολίτες του. Ένα κράτος που η οικονομική κατάσταση των εργαζομένων πολιτών του επιτρέπει την εισροή εσόδων στον κρατικό μηχανισμό, για να υλοποιήσει το σύνολο των έργων υποδομής που έχει ανάγκη ο πληθυσμός. Στην ιδανική για την οικονομία κατάσταση ένα κράτος είναι πραγματικά ισχυρό, όταν εξάγει μέρος της παραγωγής του, εισπράττοντας πλούτο από τρίτες χώρες και έχει τόση οικονομική δύναμη, που του επιτρέπει όχι απλά να διατηρεί τις υποδομές του σε άριστη κατάσταση, αλλά να του "περισσεύουν" και για έργα βιτρίνας.

Η Ελλάδα δεν ανήκει σ' αυτήν την κατηγορία κρατών. Το εργατικό της δυναμικό πλήττεται από μια πρωτοφανή ανεργία και η εθνική παραγωγή είναι σχεδόν κατεστραμμένη. Σχεδόν τίποτε δεν παράγεται στην Ελλάδα, γιατί κάποιοι φρόντισαν η Ελλάδα να μην είναι συμφέρουσα στην παραγωγή. Είναι ασύμφορη —και άρα μη ανταγωνιστική— όχι μόνο για τις εξαγωγές της, αλλά και για την κάλυψη των δικών της αναγκών. Από το αυτοκίνητο, που χρησιμοποιεί ο Έλληνας για να πάει στη δουλειά του, μέχρι το κομφετί που πετάνε στα καρναβάλια, όλα είναι εισαγόμενα προϊόντα. Ευτυχώς που υπάρχει και ο χρυσοφόρος τομέας των τουριστικών υπηρεσιών, που προσφέρει στους Έλληνες κεφαλαιοκράτες του τομέα τη δυνατότητα να εισπράξουν κέρδος κι επιπλέον προσφέρει και κάποια εποχιακά μεροκάματα στους Έλληνες εργαζομένους. Λέμε ευτυχώς, γιατί ήταν θέμα συγκυρίας και τύχης το τουριστικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η χώρα μας. Η ομορφιά της δεν είναι δημιούργημα πολιτικής, όπως είναι ο δευτερογενής τομέας παραγωγής. Ευτυχώς δε που ακόμα υπάρχουν περιορισμοί λόγω κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αν μπορούσαν αυτοί που κυβερνούν την Ελλάδα θα πουλούσαν και τα νησιά της, παίρνοντας τη "νόμιμη" εμπορική προμήθειά τους.

Η εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας, που εισάγεται με το "σπαθί" της στην ΟΝΕ, είναι εικονική. Είναι μια εικόνα που είναι προϊόν οικονομίστικων αλχημειών. Στηρίζεται σε δείκτες που δεν έχουν πρακτική σημασία, παρά είναι δείκτες λογιστικοί. Για παράδειγμα, ο πιο σημαντικός δείκτης ανάπτυξης κι ευημερίας μιας οικονομίας, που είναι ο δείκτης του πληθωρισμού, δεν έχει καμία πρακτική σημασία για την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η ελληνική οικονομία. Ο δείκτης αυτός, δηλαδή, στην περίπτωση της Ελλάδας δεν περιγράφει αυτό που υποτίθεται πρέπει να περιγράφει. Ο πληθωρισμός ως δείκτης έχει σημασία, όταν η οικονομία παράγει πλούτο, που πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των δικαιούχων του και ταυτόχρονα ο πληθυσμός εργάζεται. Σήμερα η Ελλάδα είναι άνεργη, γιατί το κεφάλαιό της δεν παράγει τίποτε απολύτως. Δεν έχει κανενός είδους κεφάλαιο, που να παράγει οποιοδήποτε ανταγωνιστικό προϊόν, το οποίο να πουλιέται και ν' αποδίδει κέρδος. Όταν δεν υπάρχει αυτού του είδους το κεφάλαιο, δεν υπάρχουν κι εργαζόμενοι. Εργαζόμενοι υπάρχουν όταν υπάρχει παραγωγή.

Τι σημασία μπορεί να έχει ο δείκτης ενός μεγέθους που έχει σχέση με την προστασία του εισο­δήματος του εργαζομένου και της παραγωγής, όταν δεν υπάρχει ούτε το ένα ούτε το άλλο; Στον πεθαμένο άνθρωπο δεν μυρίζουν τα χνότα, γιατί απλούστατα δεν έχει ανάσα. Τα χνότα είναι πρόβλημα όταν αυτός είναι ζωντανός. Η "κακοσμία" του πληθωρισμού είναι αποτέλεσμα κάποιας δυσλειτουργίας που παρουσιάζει μια "ζώσα" οικονομία. Η ελληνική οικονομία δεν έχει το πρόβλημα της "κακοσμίας" του πληθωρισμού, γιατί απλούστατα δεν "ζει". Αν μη τι άλλο είναι ειρωνεία να εμφανίζονται οι φονείς της ελληνικής οικονομίας σαν οι άνθρωποι που έλυσαν τα προβλήματα της "κακοσμίας". Γιατί είναι υπερήφανοι οι "σωτήρες" μας; Επειδή σκότωσαν έναν οργανισμό και έλυσαν τα δευτερεύοντα προβλήματά του; Τι ακριβώς ανακάλυψαν; Ότι η σφαίρα είναι το υπέρτατο αναλγητικό με την αιώνια δράση;

Στον λογιστικό ή στον στατιστικό τομέα το μέγεθος του πληθωρισμού μπορεί να έχει αξία, αλλά όχι στην καθημερινή ζωή. Η καθημερινή ζωή και η οικονομική ευημερία εξαρτάται από το κεφάλαιο και το ελληνικό κεφάλαιο είναι ήδη νεκρό. Αυτό το νεκρό και παντελώς άχρηστο κεφάλαιο ήταν εισαγμένο στο ελληνικό χρηματιστήριο. Είναι δυνατόν ένα χρηματιστήριο, που στηρίζεται σ' αυτής της ποιότητας κεφάλαιο να είναι ισχυρό και κερδοφόρο; Είναι δυνατόν ένα κεφάλαιο, που δεν παράγει, ν' αποδίδει κέρδος μερισμάτων σ' αυτούς που συμμετέχουν στην ανάπτυξή του; Αν δεν υπάρχουν όμως υψηλά μερίσματα, πώς είναι δυνατόν να έχουν αξία οι ελληνικές μετοχές; Ποιος αγοράζει αυτού του είδους τις μετοχές, που είναι "χωράφια" της ερήμου;

Αυτό που συμβαίνει είναι το εξής: Το ελληνικό χρηματιστήριο δεν φτάνει που στηριζόταν στο νεκρό ελληνικό βιομηχανικό κεφάλαιο, αλλά είχε και όλα τα καρκινώματα που συνήθως υπάρχουν στα χρηματιστήρια. Υπήρχαν μέσα σ' αυτό οι κρατικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών μονοπωλιακού τύπου, υπήρχαν οι τράπεζες, υπήρχαν οι κατασκευαστικές εταιρείες και κάποιες μεγάλες εμπορικές. Η ύπαρξη αυτών των εταιρειών, που κερδοφορούν όταν γίνεται ένα μεγάλο "ξεπούλημα", διατηρούσε τον δείκτη του χρηματιστηρίου σ' ένα λογικό επίπεδο, που όμως δεν είχε σχέση με την πραγματική λειτουργία του χρηματιστηρίου. Το ότι για κάποιους λόγους ήταν το χρηματιστήριο ζωντανό, δεν σημαίνει ότι ήταν ζωντανή η ελληνική οικονομία. Όταν καταστρέφεται το εθνικό κεφάλαιο, πάντα εμφανίζονται κερδοφόρες οι τράπεζες ή οι εμπορικές εταιρείες που ρευστοποιούν τη λεία τους. Όταν ξεπουλιέται η εθνική ιδιοκτησία σε τιμές εξευτελιστικές, πάντα σπεύδουν οι επενδυτές ν' αρπάξουν κομμάτια από το "σφάγιο". Κέρδη εμφάνιζε το ελληνικό χρηματιστήριο, γιατί κάποιοι επένδυσαν πάνω στους κλέφτες.

 Εισέπραξαν κέρδη αυτοί που επένδυσαν πάνω στις μεγάλες εμπορικές εταιρείες. Τις εταιρείες που με χρήματα του κόσμου κατέκτησαν μονοπωλιακά την αγορά, αντιπροσωπεύοντας εισα­γόμενα προϊόντα και καταστρέφοντας την εγχώρια παραγωγή. Εισέπραξαν κέρδη κι αυτοί που επένδυσαν στις κατασκευαστικές εταιρείες. Τις εταιρείες που επίσης με χρήματα του κόσμου απέκτησαν την ισχύ να καταστρέψουν τον υπόλοιπο ανταγωνισμό και να παίρνουν τα δημόσια έργα των ευρωπαϊκών "πακέτων". Για να ενθαρρύνουν μάλιστα τους επενδυτές και ν' απο­προσανα­το­λίσουν τον κόσμο, τον έπεισαν ότι αξίζει να επενδύει πάνω τους, γιατί στόχος τους ήταν τα έργα στην κατεστραμμένη βαλκανική. Υποσχέθηκαν λεηλασία των βαλκανικών χωρών κι έβαλαν μέρος του λαού στη λογική του να περιμένει να βγάλει κέρδος από την καταστροφή των γειτόνων του. Κέρδη εισέπραξαν κι αυτοί που άρπαζαν κομμάτια από τα κομμάτια των κρατικών "σφαγίων". Τέτοιο "σφάγιο" ήταν, για παράδειγμα, ο ΟΤΕ.

Δεν υπήρχε δηλαδή κάποιο μυστήριο για την όποια —έστω κι ασήμαντη— κίνηση που παρατηρούνταν στο ελληνικό χρηματιστήριο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι υπήρχε κάποιο κέρδος, δεν σημαίνει ότι κάτι λειτουργούσε θετικά για το ελληνικό κεφάλαιο. Αυτά τα αντιπαραγωγικά κέρδη και κάτι δείκτες τύπου πληθωρισμού εκμεταλλεύονταν η κυβέρνηση, για να διαφημίζει την πολιτική της σ' έναν λαό πρακτικά άνεργο, που δεν είχε γνώσεις να καταλάβει πώς, παρ' όλη την έλλειψη παραγωγής και την ανεργία, προκύπτει κέρδος. Δεν είχε γνώσεις να καταλάβει ότι ακόμα κι ένας άνεργος μπορεί να έχει εισόδημα όταν πουλάει το σπίτι του. Το θέμα είναι ποιος θέλει τέτοιο εισόδημα και τι θα κάνει για να επιβιώσει, όταν στη συνέχεια αυτό το κέρδος το καταναλώσει. Τι θα κάνει ο άνεργος, όταν καταναλώσει τον πλούτο που θα του αποδώσει η πώληση του σπιτιού του; Θα βγάλει τη γυναίκα του στο "πεζοδρόμιο", για να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί;

Κάτι ανάλογο γινόταν και με την Ελλάδα. Η άνεργη Ελλάδα εμφάνιζε κέρδος, γιατί απλούστατα "ξεπουλούσε" την περιουσία της. Το τι θα έκανε μετά δεν ενδιέφερε κανέναν. Αυτή ήταν η "μαγική" συνταγή της κυβέρνησης. Ανακάλυψαν το φεγγάρι τα κουτορνίθια και ήθελαν και να τους δοξάσουμε γι' αυτό. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι με την πολιτική που ακολου­θήθηκε ξεπουλήθηκε ή καταστράφηκε το εθνικό κεφάλαιο και ο λαός έμεινε άνεργος να προσπαθεί να συντηρηθεί από τα επιδόματα και τα σεμινάρια.

 Από την άλλη πλευρά υπήρχαν οι εμπορικές εταιρείες και οι τράπεζες, που αναζητούσαν το κέρδος από μια αγορά πεθαμένη. Η ανεργία του ελληνικού λαού "στέγνωσε" την αγορά. Οι προσφορές υπήρχαν, ο πληθωρισμός ήταν χαμηλός, αλλά δεν υπήρχε χρήμα στην αγορά. Όσο φθηνό όμως κι αν είναι ένα προϊόν, δεν μπορεί να το αγοράσει αυτός που δεν έχει χρήμα. Οι εμπορικές εταιρείες όμως επέμεναν να παρουσιάζουν για την ελληνική οικονομία μια εικόνα πλούτου κι ευδαιμονίας. Το χαρακτηριστικό αυτών των εταιρειών είναι ότι λειτουργούν σαν βδέλλες. Επιβιώνουν για όσο διάστημα ρουφάνε "αίμα" από το θύμα τους. Δεν σταματούν, ακόμα κι όταν διαπιστώσουν ότι αυτό κινδυνεύει με θάνατο, γιατί δεν μπορούν να επιβιώσουν διαφορετικά. Δεν διαθέτουν κεφάλαιο, που από μόνο του να παράγει πλούτο. Αντλούν πλούτο από το πραγματικό κεφάλαιο και όταν δεν μπορούν να το κάνουν αυτό "πεθαίνουν", γιατί σκοτώνουν την οικονομία. Αυτές οι "βδέλλες" ρουφούν αίμα μέχρι να πεθάνει το θύμα τους, δίνοντας απλώς παράταση και στον δικό τους τον θάνατο.

Αυτό έγινε στην ελληνική οικονομία από τις εμπορικές εταιρείες. "Ρούφηξαν" ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε διαθέσιμο στην αγορά. Με σχεδόν μονοπωλιακό τρόπο κάποιες λίγες εταιρείες εισέπρατταν κέρδος από το οποιοδήποτε προϊόν μπορεί να ενδιέφερε τον Έλληνα αγοραστή. Οι ίδιοι άνθρωποι εισέπρατταν από όλους τους τομείς της αγοράς. Ο κάθε τομέας της αγοράς είχε τον "Πορτογάλο" του και όλοι μαζί ήταν ο "Πορτογάλος" της ελληνικής αγοράς. Αυτοί ήταν οι περίφημοι "διαπλεκόμενοι".

Αυτοί οι έμποροι μαζί με τις τράπεζες, που θησαύριζαν από τη ρευστοποίηση του ελληνικού κεφαλαίου που ήδη είχαν καταστρέψει, άρχισαν ν' αντιλαμβάνονται την οικονομική "στενότητα" του Έλληνα καταναλωτή. Με στόχο να "ρουφήξουν" και την τελευταία δραχμή του, άρχισαν να μοιράζουν καταναλωτικά δάνεια. Προσπάθησαν να τον παρασύρουν σε άστοχες και περιττές αγορές, που σε άλλη περίπτωση δεν θα πραγματοποιούσε. Γιατί χρησιμοποιούμε τη λέξη "παρασύρουν"; Γιατί ο Έλληνας είχε αρχίσει πλέον να τρομάζει από τη διαρκώς αυξανόμενη ανεργία. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο άνθρωπος μεριμνά περισσότερο για την οικονομία του, παρά για τις απολαύσεις του. Προτιμά να προστατεύει το "κομπόδεμά" του για τη δύσκολη ώρα, παρά να βρεθεί άνεργος και με χρέη.

Τι θα έκαναν όμως οι "βδέλλες"; Τα έξοδά τους "έτρεχαν". Πλήρωναν τεράστια ποσά σε διαφημίσεις, μάρκετινγκ ή μάνατζμεντ σε μια αγορά που δεν μπορούσε ν' απορροφήσει τα προϊόντα τους. Η λύση όλων τους των προβλημάτων βρέθηκε και δεν ήταν άλλη από το χρηματιστήριο. Γνώριζαν —κυρίως οι τράπεζες— ότι οι Έλληνες είχαν αποθέματα πλούτου σε καταθέσεις. Οι Έλληνες γενικά, επειδή είναι ένας λαός που δεν έχει συνηθίσει σε συνθήκες ανάπτυξης και σταθερής απασχόλησης, έχει την τάση ν' αποταμιεύει πλούτο. Έχει γνωρίσει ακόμα και στην πρόσφατη ιστορία του πολλές "δύσκολες" ώρες και δεν ρισκάρει να μένει ακάλυπτος και χωρίς κάποια χρηματικά αποθέματα. Οι τράπεζες γνώριζαν αυτά τ' αποθέματα και αυτά έβαλαν ως στόχο μαζί με τους εμπόρους.

Πώς στήθηκε όμως η παγίδα που θα τους πρόσφερε το "κομπόδεμα" του ελληνικού λαού; Η παγίδα ήταν όμοια με την παγίδα που έστησε ο έμπορος μαζί με την ωραία γυναίκα στον αφελή, για να του πουλήσουν το προϊόν που αυξάνει τη γοητεία. Οι "διαπλεκόμενοι" και οι τράπεζες με δικά τους χρήματα "σήκωσαν" το χρηματιστήριο. Έβαλαν τη δική τους "γυναίκα" να τη φλερτάρουν και να την "αγγίζουν" οι επενδυτές. Από εκεί και πέρα τα πάντα ήταν θέμα γνώσης και timing. Οι πρώτοι επενδυτές φέρονταν όπως το ποντίκι μπροστά στη φάκα. Δοκίμαζαν να πάρουν ένα κομματάκι τυρί και έφευγαν. Αγόραζαν δηλαδή και πουλούσαν πολύ γρήγορα, για να μην μένουν πολύ χρόνο εκτεθειμένοι μέσα στο χρηματιστήριο. Έμπαιναν κι έβγαιναν όποτε ήθελαν. Όποτε ήθελαν αγόραζαν και όποτε αποφάσιζαν να πουλήσουν μετοχές, ως δια μαγείας, αμέσως έβρισκαν αγοραστές. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. Οι πωλήσεις γίνονταν σε χρόνο μηδέν και χωρίς καμία χρονοτριβή. Γίνονταν πωλήσεις ελληνικών μετοχών της πλάκας, σαν να επρόκειτο για μετοχές της Microsoft ή της Mercedes. Ό,τι και ν' αγόραζες, το πουλούσες άμεσα.

Οι άσχετοι επενδυτές άρχισαν να παρεξηγούν την όλη λογική του χρηματιστηρίου. ’ρχισαν να γίνονται θύματα των αισθήσεών τους, όπως ακριβώς συνέβαινε με τον αφελή του παρα­δείγματός μας. Δεν καταλάβαιναν το γιατί και πώς έβγαζαν κέρδος. Δεν καταλάβαιναν κι ούτε τους ενδιέφερε να καταλάβουν. Δεν καταλάβαιναν τον λόγο που μπορούσαν να πουλούν πάντα τις μετοχές που αγόραζαν. Δεν τους ενδιέφερε να μάθουν πού βρίσκονταν όλα εκείνα τα χρήματα και βέβαια οι επενδυτές που ενδιαφέρονταν ν' αγοράσουν τα μερίδιά τους από τα κομμάτια της ελληνικής "ερήμου". Δεν καταλάβαιναν ότι οι ίδιοι οι "διαπλεκόμενοι" ήταν αυτοί που αγόραζαν συνειδητά τα κομμάτια της "ερήμου" που αυτοί πουλούσαν. Οι "διαπλεκόμενοι" με δικά τους χρήματα είχαν αποφασίσει να τους δημιουργήσουν αυτές τις ψευδαισθήσεις και να δημιουργή­σουν το κλίμα που τους ευνοούσε.

Το ποντικάκι έμπαινε κι έβγαινε χωρίς φόβο στη φάκα του χρηματιστηρίου, νομίζοντας ότι είχε ανακαλύψει το μυστικό του πλούτου. Όμως, κάθε φορά που έμπαινε άρπαζε και μεγαλύτερο κομμάτι τυρί, γιατί έμπαινε με περισσότερα χρήματα. Κάθε φορά που έβγαινε, επειδή είχε μεγάλο κέρδος, επέτρεπε στον εαυτό του να ξοδεύει σε αγορές πολυτελείας. Οι έμποροι είχαν αρχίσει να "τρίβουν" τα χέρια τους. Η συνεργασία τους με τους τραπεζίτες είχε αρχίσει ήδη ν' αποδίδει καρπούς και η αγορά είχε αρχίσει και πάλι να "κινείται". Αυτό ήταν φυσικό, εφόσον ένα μέρος των κερδών του χρηματιστηρίου γρήγορα έγιναν πολυτελή Mercedes. Μέχρι και πούρα άρχισαν να καπνίζουν οι μεγιστάνες της άγνοιας και της αφέλειας.  Αυτούς όλους τους επενδυτές της πλάκας τους έπιασε στη συνέχεια κερδοσκοπική μανία.

Εξαιτίας αυτής της μανίας, άρχισαν να παίζουν και οι ίδιοι το παιχνίδι των "διαπλεκομένων" και των τραπεζών. ’ρχισαν και οι ίδιοι να συμμετέχουν στη δημιουργία "κλίματος". Δεν πήραν οι φουκαράδες το "τυράκι" τους να το φάνε στη φωλίτσα τους. Θέλησαν να κάνουν τους πονηρούς και, αντί να πάρουν το τυρί των "διαπλεκομένων" και να τους αφήσουν στα "κρύα" του λουτρού, έβγαλαν και το τυράκι που ήδη τους ανήκε και το είχαν σε τραπεζικές καταθέσεις.   Δεν πήραν τη "γυναίκα" του πονηρού εμπόρου και να σηκωθούν να φύγουν. ’ρχισαν και οι ίδιοι ως έμποροι να βάζουν τις δικές τους "γυναίκες" ως δέλεαρ μέσα στο χρηματιστήριο. ’ρχισαν να παριστάνουν τους ώριμους επενδυτές και να "μένουν" στο χρηματιστήριο. Το δικό τους το τυράκι προστέθηκε στο αρχικό τυράκι των πονηρών με στόχο να προσελκύσει νέα πελατεία που θ' αύξανε την εισροή των χρημάτων μέσα στο χρηματιστήριο. Όπως αρχικά αγόραζαν οι "διαπλεκόμενοι" ό,τι μετοχή πουλιόταν για να δημιουργήσουν κλίμα, έτσι άρχισαν να κάνουν κι αυτοί. Έπρεπε να πείσουν τους νέους αφελείς ότι το χρηματιστήριο ήταν ένας μαγικός πολλαπλασιαστής χρημάτων. Ό,τι και ν' αγόραζες, σε όποια τιμή και να το αγόραζες, πάντα —όταν θα χρειαζόσουν τα χρήματα— θα μπορούσες να το πουλήσεις. Οι μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου έπαψαν να μοιάζουν με κεφάλαιο και έμοιαζαν με τραπεζο­γραμ­μάτια, που μπορούσαν να ρευστοποιηθούν ανά πάσα στιγμή στην τιμή που αναγράφεται πάνω τους.

Ο "κύβος" είχε πλέον ριφθεί. Δεν χρειαζόταν πλέον οι "διαπλεκόμενοι" να στηρίζουν το χρηματιστήριο με τα δικά τους χρήματα. Η παγίδα είχε στηθεί με αριστοτεχνικό τρόπο. Οι "διαπλεκόμενοι" είχαν στήσει τη φάκα με τέτοιον τρόπο, ώστε να επιτύχουν αλλαγή κλίμακας. Έστησαν τη φάκα με το δικό τους το τυρί, για να δημιουργήσουν μια αρχική ομάδα ποντικιών, που όχι μόνο δεν καταστρεφόταν από τη φάκα, αλλά αντίθετα πλούτιζε. Αυτή η ομάδα στη συνέχεια θ' αναλάμβανε να παρασύρει τον απλό λαό στη "φάκα" του χρηματιστηρίου. Οι "διαπλεκόμενοι" γνώριζαν τη νοοτροπία των όχλων και των αγελών. Γνώριζαν αυτό που γνωρίζει κι ένας απλός τσοπάνος. Όταν ένας τσοπάνος θέλει να περάσει το κοπάδι του από ένα δύσκολο πέρασμα, δεν κυνηγάει ολόκληρο το κοπάδι για να το "σπρώξει" μέσα στο πέρασμα. Του αρκεί να πιάσει ένα πρόβατο και να το "σπρώξει" μέσα από το πέρασμα. Από εκεί και πέρα τα υπόλοιπα ακολουθούν. Μ' αυτόν τον τρόπο οδηγούνται τα πρόβατα στο σφαγείο και μ' αυτόν τον τρόπο κάποιοι "έσπρωξαν" τον ελληνικό λαό στο "σφαγείο" του χρηματιστηρίου. Αρκούσε στους "διαπλε­κόμε­νους" να πιάσουν ένα πρόβατο και να το περάσουν από το δύσκολο πέρασμα.

 Η μόνη ιδιομορφία ήταν ότι έπρεπε να δημιουργήσουν μόνοι τους το πρώτο πρόβατο που θα παγιδευόταν, ώστε ν' αναγκάσουν και τον υπόλοιπο λαό να φερθεί σαν κοπάδι προβάτων. Γι' αυτόν τον λόγο χρησιμοποίησαν το "τυράκι" του παραδείγματός μας. Τα πρώτα αφελή ποντικάκια του χρηματιστηρίου έγιναν όλα μαζί ένα καλοθρεμμένο γιγαντιαίο πρόβατο, που το έβλεπε όλη η Ελλάδα. Εκείνοι που επωφελήθηκαν πρώτοι από το χρηματιστήριο άρχισαν να δημιουργούν τις συνθήκες που παγίδευσαν τον ελληνικό λαό. Ένα συνονθύλευμα φουκαράδων, που από την εποχή των "πέτρινων" αλλά ρεαλιστικών χρόνων του ελληνικού χρηματιστηρίου μάχονταν με "ψίχουλα" να πιάσουν την "καλή". ’νθρωποι στην πλειοψηφία τους τεμπέληδες που, εξαιτίας κάποιας οικονομικής ρευστότητας, είχαν τη δυνατότητα να περιφέρονται στους χώρους πέριξ του χρηματιστηρίου όμοια με χασαπόσκυλα.

Όταν πουλάς ένα σπίτι, για να παριστάνεις τον "παίχτη" του χρηματιστηρίου, μόνο και μόνο γιατί δεν θέλεις να εργάζεσαι, δεν είσαι επενδυτής, αλλά φάρσα. Με επικεφαλής έναν ανεκδιήγητο πρόεδρο —υποτίθεται των μικροεπενδυτών— προσπαθούσαν μάταια και επί πολλά χρόνια να πείσουν γνωστούς και φίλους να "μπουν" στο χρηματιστήριο. Ό,τι όμως δεν κατάφεραν όλα εκείνα τα χρόνια, το κατάφεραν με την παγίδα που έστησαν και σ' αυτούς τους ίδιους οι "διαπλεκόμενοι" και οι τραπεζίτες. Εκείνα τα άσχετα κι εξαιρετικά αμόρφωτα κουτορνίθια, που κέρδισαν σε πρώτη φάση από το χρηματιστήριο, έγιναν οι "δήμιοι" του ελληνικού λαού. Αυτοί παρέσυραν τον λαό στο χρηματιστήριο και τον παγίδευσαν μέσα στις δικές τους ψευδαισθήσεις. Αυτοί ήταν οι αφελείς που παγιδεύτηκαν από τον πονηρό έμπορο και τη γυναίκα του. Επειδή ήταν κουτοπόνηροι, όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν τον έμπορο, αλλά αντίθετα ζήτησαν απ' αυτόν να εμπορεύονται και οι ίδιοι το θαυματουργό προϊόν. Δεν φτάνει που ήταν άσχετοι και βλάκες, παρίσταναν και τους έξυπνους. Αυτοί πρώτοι παγιδεύτηκαν από την άγνοιά τους και τις αισθήσεις τους και παρέσυραν και τους υπόλοιπους μέσα στην πλάνη τους. Όπως αυτοί παγιδεύτηκαν από τη "γυναίκα" του εμπόρου, έτσι παγίδευσαν και τους υπόλοιπους με τις δικές τους "γυναίκες". Αυτοί παγιδεύτηκαν από το κέρδος που άντλησαν από τα χρήματα των "διαπλεκομένων" κι αυτοί με τα δικά τους χρήματα δημιούργησαν κέρδος για τους νεοεισελθέντες στη χρηματιστηριακή αγορά.

Η άγνοια και η κουτοπονηριά αυτών των άσχετων δημιούργησε τους μύθους γύρω από το χρηματιστήριο και τη δυνατότητά του να παράγει πλούτο ως διά μαγείας. Ο κόσμος δεν γνώριζε πώς παράγεται ο πλούτος και φυσικό ήταν να πέσει θύμα της προπαγάνδας των άσχετων που είχαν βγάλει —έστω και εν αγνοία τους— κέρδος από το χρηματιστήριο. Αυτοί οι άσχετοι, φερόμενοι πονηρά, προσπάθησαν και κατάφεραν να βάλουν τον ελληνικό λαό στο χρημα­τιστήριο. Από εκεί και πέρα τα πάντα λειτουργούσαν με τη λογική του ντόμινο. Ο ένας άσχετος παράσερνε τον άλλο, κάνοντας τον πονηρό. Η απόδειξη του πλούτου που παρήγαγε το χρηματιστήριο γινόταν μέσω των αισθήσεων και όχι της γνώσης. Ο καθένας που έμπαινε μέσα σ' αυτό και προσπαθούσε να παρασύρει τους οικείους του, χρησιμοποιούσε τη δική του επιτυχία για ν' αποδείξει την αλήθειά του. Η προσωπική επιτυχία των αφελών έγινε η απόδειξη της έστω και μυστήριας κερδοφορίας του χρηματιστηρίου.

Η ειρωνεία της τραγωδίας του ελληνικού λαού ήταν ότι όλοι την "πάτησαν" από φίλους και συγγενείς. Όλοι την "πάτησαν", εμπιστευόμενοι ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας.  Ξαφνικά όλη η Ελλάδα ως διά μαγείας πλούτιζε, χωρίς να δουλεύει. Πλούτιζαν μέχρι και οι γριές που έβαζαν τις συντάξεις τους στο χρηματιστήριο και αναρωτιόνταν μάλιστα πώς δεν το είχαν ανα­καλύψει νωρίτερα. Κανένας δεν προβληματιζόταν να μάθει από πού προερχόταν πραγματικά ο πλούτος που δήθεν εισέπρατταν. Όλοι είχαν κέρδος και όποιος αμφισβητούσε την όλη κατάσταση χαρακτηριζόταν, είτε αιρετικός είτε βλάκας.

Έξυπνοι στην Ελλάδα έπαψαν να είναι οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι, που μοχθούσαν για να εισπράξουν πλούτο και έγιναν οι πονηροί, που δήθεν "κονομούσαν", χωρίς να δουλεύουν. Οι "αεριτζήδες", οι τζογαδόροι και τα λαμόγια της κάθε τοπικής κοινωνίας έγιναν τα νέα πρότυπα. Αυτοί πρώτοι άνοιξαν τα χρηματιστηριακά γραφεία στην επαρχία. Με χρήματα, που συνήθως είχαν βγάλει από το χρηματιστήριο ως "παίχτες", άνοιγαν οι ίδιοι χρηματιστη­ριακές επιχειρήσεις. Θεώρησαν ότι η δική τους επιτυχία ήταν από μόνη της η απόδειξη της μύησής τους στον μαγικό κόσμο του πλούτου. Τα αυτοκίνητά τους, τα ρούχα τους και οι δήθεν διασυνδέσεις τους με την Αθήνα έγιναν το κεφάλαιο που θα τους επέτρεπε να "πουλούν" τις "γνώσεις" τους. Αυτή άλλωστε ήταν και η μόνη απόδειξη προς τον απλό πολίτη ότι, αν τους εμπιστευτεί, σύντομα θα γίνει κι αυτός πλούσιος. Αφού τα κατάφεραν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους, γιατί να μην το καταφέρουν και για τους πελάτες τους; Όλοι έβλεπαν με θαυμασμό τον κάθε άσχετο, που υποτίθεται έγινε πλούσιος μέσω του χρηματιστηρίου. Όλοι τον αντι­λαμβάνονταν σαν γκουρού της οικονομίας, άσχετα αν αυτός ο γκουρού δεν ήταν ικανός να διαβάσει μια απλή οικονομική εφημερίδα. Η λογική και η επιχειρηματο­λογία τους ήταν μία. …"Ποιος ενδιαφέρεται για τις γνώσεις; Τι να μας πουν αυτοί με τις γνώσεις; Αυτοί που έχουν γνώσεις δεν έχουν να φάνε και δουλεύουν για το μεροκάματο. Είχε ο Ωνάσης πτυχία; Εδώ μιλάμε για χρήμα. Μιλάμε για ένστικτα λαγωνικών του πλούτου"… Δεν μπορεί να φανταστεί ο αναγνώστης τι ηλιθιότητες έχουν ακουστεί μέσα στα χρηματιστηριακά γραφεία. Αν μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε τις ηλιθιότητες αυτές, θα εξασφαλίζαμε το γέλιο για δέκα γενιές.

  Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εκείνοι οι άσχετοι με τα ολοκαίνουρια Mercedes και τις πολυτελείς συνήθειες έγιναν οι άσχετοι έμποροι του χρηματιστηρίου. Αυτοί έκαναν πλέον τις επιλογές πάνω στις μετοχές που θ' "ανέβαιναν" ή θα "κατέβαιναν". Αυτό ήταν κάτι το φυσικό, γιατί δεν υπήρχε ούτε μια ελληνική μετοχή, που να συνέφερε σε κάποιον να μείνει σταθερός σ' αυτήν λόγω μερίσματος. Δεν υπήρχε μια μετοχή —τύπου μετοχή της Mercedes— που θα την αγόραζε κάποιος με την προοπτική να την κληροδοτήσει στα παιδιά του ως ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Ό,τι κέρδος έβγαινε από τις ελληνικές μετοχές, έβγαινε λόγω εμπορικών παιχνιδιών. Κέρδος, δηλαδή, σε μια τέτοια περίπτωση εμφανίζεται μόνον όταν υπάρχει συνεχής μετακίνηση από μετοχή σε μετοχή. Κάτι σαν να πηδάς από ασανσέρ σε ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνουν. Ένα "παιχνίδι" που στόχος σου είναι να πιάσεις το ασανσέρ που ανεβαίνει. Στόχος σου είναι να βρίσκεσαι πάντα σε συνθήκες ανόδου. Αν μείνεις λίγο παραπάνω σ' αυτό, θα καταστραφείς, γιατί ανεβαίνει τεχνητά και, όταν πάψει ν' ανεβαίνει, δεν σταθεροποιείται στο τελικό του ύψος, αλλά γκρεμίζεται στον πάτο. Δεν υπάρχει δηλαδή η περίπτωση ν' ανέβει μια μετοχή και να παραμείνει ψηλά, όπως συμβαίνει με τις καλές μετοχές. Δεν υπάρχει αυτή η περίπτωση, γιατί οι ελληνικές μετοχές ήταν καί άχρηστες καί υπερτιμημένες.

 Επιπλέον οι χρηματιστηριακές εταιρείες είχαν συμφέρον από τις συνεχείς μετακινήσεις των "επενδυτών", γιατί, κάθε φορά που γίνονταν αγοροπωλησίες, έπαιρναν προμήθεια. Ακριβώς, επειδή μόνον έτσι παραγόταν κέρδος, εμφανίστηκαν και περίεργα φαινόμενα στην ελληνική οικονομία. Σε φυσιολογικές συνθήκες η μετακίνηση από μετοχή σε μετοχή γίνεται εξαιτίας της γνώσης του φυσιολογικού επενδυτή ή εξαιτίας της συνεννόησης των εμπόρων των μετοχών, που προσπαθούν να δημιουργήσουν κάποιες συνθήκες που τους ευνοούν. Τέτοιες συνεν­νοήσεις γίνονται όταν κάποιοι πονηροί έμποροι με γνώσεις προσπα­θούν, είτε να υπερτιμήσουν είτε να υποτιμήσουν κάποιες μετοχές, με στόχο, είτε να πουλήσουν ακριβά είτε ν' αγοράσουν φθηνά.

Όμως, αυτή η γνώση έλειπε από τους αγράμματους γκουρού των χρηματιστηριακών γραφείων και τους νεόκοπους "επενδυτές" του ελληνικού χρηματιστηρίου. Ακριβώς, επειδή έλλειπε και όλοι παρίσταναν τους πονηρούς εμπόρους, εμφανίστηκαν τα "παπαγαλάκια". Πού να τη βρει τη γνώση η γριά, για ν' αλλάξει μετοχή; Οι μετακινήσεις γίνονταν με την οργανωμένη διασπορά "πληροφοριών". Ό,τι άκουγε ο κάθε πονηρός και ο κάθε αφελής το αναμετέδιδε, για να ισχυροποιήσει την αγορά του. Αγόραζε πρώτα ο ίδιος μια μετοχή και μετά διέδιδε ότι θ' αυξηθεί η τιμή της, για να παρασύρει και άλλους στην ίδια μετοχή. "Ανέβαινε" ο ίδιος στη μετοχή-ασανσέρ και φώναζε κόσμο για να σπρώξει. Όσο πιο πολλοί έμπαιναν, τόσο πιο γρήγορα και πιο ψηλά ανέβαινε το "κουτσάλογο". Αυτό το νόημα είχαν οι εμπιστευτικές πληροφορίες. Αυτές οι πληροφορίες αποκάλυπταν στους τζογαδόρους σε ποια μετοχή θα παιχθεί το "στοίχημα".

Φυσιολογικά μια τέτοια πληροφορία δεν δίνεται ποτέ. Αν πας, για παράδειγμα, σ' ένα μεγάλο και σοβαρό χρηματιστήριο και ζητήσεις μια τέτοια πληροφορία, θα σε περάσουν για τρελό. Αν αντίθετα πας να διαδώσεις μια τέτοιου είδους πληροφορία, θα σε συλλάβουν, γιατί θα καταλάβουν ότι κάτι παράνομο προσπαθείς να κάνεις. Αυτός που γνωρίζει ότι θ' αυξηθεί η αξία μιας μετοχής το κρατάει μυστικό και ψάχνει χρήματα για ν' αυξήσει το μερίδιό του. Αυτό είναι το φυσιολογικό και το καταλαβαίνει ο οποιοσδήποτε γνωρίζει τα στοιχειώδη περί κεφαλαίου. Υπάρχει κανένας που ν' αποκαλύπτει πληροφορίες που έχουν σχέση με την αύξηση της αξίας της γης λόγω κάποιων έργων; Αν μάθει κάτι τέτοιο, μαζεύει χρήματα κι αγοράζει με απόλυτη μυστικότητα όσο το δυνατόν περισσότερα στρέμματα.

Αυτό το φυσιολογικό όμως δεν γινόταν στο ελληνικό χρηματιστήριο, γιατί αυτό λειτουργού­σε με τη λογική του τζόγου. Επένδυαν σε μετοχές με τη λογική που κάποιος επενδύει στα άλογα. Τα "έσπρωχναν" τα "κουτσάλογα" του ελληνικού χρηματιστηρίου με τα δικά τους χρή­ματα και φώναζαν κι άλλους να τα "σπρώξουν" ακόμα πιο πολύ. Οι πονηροί έφευγαν εγκαίρως, "αδειά­ζοντας" τους αφελείς τελευταίους. Οι τελευταίοι έμεναν να "σπρώχνουν" ένα άλογο που στη χρηματιστηριακή του αξία εμφανιζόταν σαν πρωταθλητής, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανάπηρο. Με τα δικά τους χρήματα, είτε οι κερδισμένοι είτε οι χαμένοι, δημιουργούσαν τις ψευδαισθήσεις τους.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης αυτό το "παιχνίδι" δεν διέφερε και πολύ από τις "πυραμίδες" που κατέστρεψαν τον αλβανικό λαό. Αυτό το λέμε για τον εξής απλό λόγο. Όταν ξέσπασε στην Αλβανία το σκάνδαλο των "πυραμίδων", όλοι οι Έλληνες έσπευσαν να χαρακτη­ρίσουν τους Αλβανούς σαν αφελείς και ανώριμους να συμμετάσχουν στο καπιταλιστικό σύστη­μα. Σήμερα κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους "ενημερωμένους" Έλληνες επενδυτές, που νομίζουν ότι είναι από τους σημαιοφόρους του καπιταλισμού. Έβαλαν τους κόπους μιας ζωής στην "πυραμίδα" του χρηματιστηρίου και τώρα περιμένουν να συμβούν θαύματα.

Στην αντίπερα όχθη οι πονηροί "διαπλεκόμενοι" και οι τράπεζες απλά παρακολουθούσαν τις εξελίξεις κι επενέβαιναν μόνο όταν ήταν σίγουροι ότι θα κερδίσουν αμύθητα κέρδη. Όταν πλέον εισέπραξαν αυτά τα κέρδη, περίμεναν να βγάλουν οι φτωχοί τα "μάτια" τους μόνοι τους. Τα πάντα τα έκαναν με μια τρομερή μεθοδικότητα. Στο ξεκίνημα της κερδοσκοπικής παράνοιας του χρηματιστηρίου αγόρασαν τρομερές ποσότητες μετοχών όλων των ειδών και περίμεναν να έρθουν τα κύματα των άσχετων "επενδυτών" με "ζεστό" χρήμα από τις καταθέσεις τους. Αγόρασαν φθηνά άσχετες μετοχές και περίμεναν να έρθουν οι άσχετοι να τις "ανεβάσουν". Πότε όμως θα έκαναν την κίνησή τους; Πότε θα "πηδούσαν" από το ασανσέρ του χρηματι­στηρίου, παίρνοντας τα χρήματα του κοσμάκη; Οι τράπεζες γνώριζαν ανά πάσα στιγμή τη χρηματοδοτική ικανότητα του ελληνικού λαού. Μπορούσαν να καταλάβουν πότε θα "στέρευαν" οι πόροι αυτού του λαού, γιατί παρακολουθούσαν τις καταθέσεις του. Όταν λοιπόν αντιλή­φθηκαν ότι η χρηματοδοτική ικανότητα των Ελλήνων άρχισε ν' αγγίζει τα όριά της, τότε τραβήχτηκαν. Πούλησαν πανάκριβα τις υπερτιμημένες μετοχές που είχαν αγοράσει σε εξευτε­λιστικές τιμές κι εγκατέλειψαν το χρηματιστήριο. Οι Έλληνες, μέχρι ν' αντιληφθούν τι έγινε, εξακολουθούσαν ν' αγοράζουν τα πάντα. Οι "διαπλε­κόμενοι" άρπαξαν τα χρήματα του κοσμάκη και τον παρακολουθούσαν και πάλι από απόσταση.

Το πρόβλημα δεν άργησε ν' αποκαλυφθεί, γιατί οι Έλληνες που επένδυαν δεν ήταν πραγματικοί επενδυτές, που θα έκριναν τις αγορές τους από τα μερίσματα. Ήταν άνθρωποι που είχαν ανάγκη τα χρήματα που επένδυαν και δεν μπορούσαν να παραμείνουν για πολύ μεγάλο διάστημα μέσα στο χρηματιστήριο. Ήταν άνθρωποι που απλά ήθελαν να πολλαπλασιάσουν τα χρήματά τους μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και νόμισαν ότι το χρηματιστήριο ήταν μια "μαγική" πολλαπλασιαστική "μηχανή". Όταν άρχισαν να πουλάνε, για να ρευστοποιήσουν τις μετοχές και άρα να εισπράξουν το κέρδος το οποίο υποτίθεται είχαν βγάλει, ήρθαν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόβλημα. Κανένας δεν ήθελε ν' αγοράσει και όλοι ήθελαν να πουλήσουν. Όπως συμβαίνει πάντα με τους άσχετους, ακολούθησε ο πανικός. Το χρηματιστήριο κατέρ­ρευσε μέσα σε μια νύχτα και όλοι οι πρώην "πετυχημένοι" βρέθηκαν εγκλωβισμένοι.

Αυτό έγινε τον Σεπτέμβριο του 1999 και πρακτικά είχαμε ένα "κραχ". Τι έγινε όμως και δεν είχαμε τις συνήθεις εξελίξεις που συνοδεύουν το "κραχ"; Γιατί ο κόσμος δεν αντέδρασε και παρέμεινε στο χρηματιστήριο; Αυτό που έγινε είναι το εξής: Το σύνολο των δεινών της ανθρωπότητας εδώ και αιώνες οφείλεται σ' ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που η εξουσία το γνωρίζει και στηρίζεται σ' αυτό. Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι αισιόδοξος κι ελπίζει. Η ελπίδα έχει καταδικάσει πολλές φορές τον άνθρωπο και ιδιαίτερα όταν αυτή η ελπίδα συνδυάζεται με την άγνοια. Ο άνθρωπος του Μεσαίωνα ήταν αγράμματος και ζούσε στην αθλιότητα ελπίζοντας. Η ελπίδα τον καθήλωνε στην αθλιότητα και η ελπίδα ήταν το μέσον που τον συντηρούσε στη ζωή. Δεν αντιδρούσε στην εξουσία, γιατί ήλπιζε ότι θα βελτιωθεί η κατάστασή του και νόμιζε ότι τυχόν αντίδρασή του θα επιβάρυνε την κατάστασή του. Οι κλέφτες που τον εκμεταλλεύονταν γνώριζαν αυτό το χαρακτηριστικό του και το συντηρούσαν. Υπόσχονταν βασιλείες των ουρανών και πλούσιους παραδείσους, όπου θα είχαν συμμετοχή όλοι οι φτωχοί. Όλα αυτά υπό την προϋπό­θεση να μην αντιδρά. Αν αντιδρούσε, θα "χαλούσε" το "κλίμα" και θα ρίσκαρε μια ενδεχόμενη αποβολή του από τον πλούσιο παράδεισο.

Κάτι ανάλογο έγινε και με τους Έλληνες "επενδυτές". Το σύστημα τους πρόσφερε ένα "παραμυθάκι". Τους είπε ότι δεν πρέπει να πανικοβάλλονται, γιατί θα έρθουν "ξένοι" επενδυτές. Οι Έλληνες δεν είχαν γνώση να καταλάβουν τι ακριβώς σημαίνει αυτό και αν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Δεν τραβήχτηκαν από το χρηματιστήριο, για να μην χαλάσουν το "κλίμα". Η άγνοια και η ελπίδα είχαν για άλλη μια φορά ολέθρια αποτελέσματα. Κανένας απ' αυτούς δεν αναρωτήθηκε για ποιον λόγο θα μπορούσαν να έρθουν οι "ξένοι" επενδυτές στο ελληνικό χρηματιστήριο. Για ν' αγοράσουν υπερτιμημένες μετοχές, που δεν είχαν καμιά αξία; Να βάλουν τα "ζεστά" τους τα χρήματα ν' ανεβάσουν το χρηματιστήριο, για να προλάβουν να βγουν οι εγκλωβισμένοι; Τι ήταν αυτοί οι ξένοι επενδυτές; Κορόιδα ή σωτήρες; Για να παραμείνει "ψηλά" το χρηματιστήριο, χρειάζεται χρήμα. Γιατί να βάλουν οι "ξένοι" το δικό τους χρήμα σ' ένα αφύσικα υπερτιμημένο χρηματιστήριο; Για να προλάβουν οι εγκλωβισμένοι Έλληνες να "βγουν" από αυτό και άρα ν' αντλήσουν χρήμα με αποτέλεσμα να ξαναρίξουν το χρηματιστήριο; Είναι τόσο βλάκες οι "ξένοι"; Γιατί να μην περιμένουν —ως ώριμοι επενδυτές— ν' αρχίσουν οι φτωχοί Έλληνες επενδυτές να "καίγονται" για ρευστό και να ξεκινήσουν να "ρίχνουν" μόνοι τους το χρηματιστήριο; Ακόμα δηλαδή κι αν οι ελληνικές μετοχές είχαν κάποια στοιχειώδη αξία, γιατί να μην περιμένουν οι "ξένοι" να τις πάρουν σε τιμές ευκαιρίας, αφού ήταν βέβαιο ότι οι Έλληνες μικροεπενδυτές "φλέγονταν" για ρευστό.

Αυτή η ελπίδα, που δεν στηρίζεται σε καμία λογική, κατέστρεψε τους Έλληνες. ’ρχισαν να "καταπίνουν" τα παραμύθια και τους μύθους των πονηρών, που ήδη τους είχαν καταστρέψει. …"Το χρηματιστήριο θα ξεπεράσει τις 7000 μονάδες"… έλεγε ο παλιόγυφτος που παριστάνει τον τραπεζίτη και ο οποίος βέβαια είχε προλάβει να "βγει" απ' αυτό. Για να ξεπεράσει όμως τις 7000 μονάδες, οι Έλληνες δεν πρέπει να πανικοβληθούν και άρα δεν πρέπει να "βγουν" και να το ρίξουν. Δεν πρέπει να χαλάσουν το "κλίμα" μην τυχόν και τρομάξουν οι "ξένοι" επενδυτές. Αυτό όμως δεν είναι τόσο εύκολο. Ακόμα και για να παραμείνει το χρηματιστήριο στο ίδιο επίπεδο, δεν αρκεί το να παραμείνουν ψύχραιμοι οι Έλληνες "επενδυτές". Θα πρέπει να κινούνται κεφάλαια κι αυτό δεν μπορεί να γίνει με τις μετοχές που ήδη κρατούν στα χέρια τους, γιατί, κάθε φορά που τις προσφέρουν προς πώληση, έστω και για ν' αγοράσουν κάποιες άλλες, αυτές "πέφτουν". Αν σ' αυτό προστεθεί και η "στεγνότητα" της αγοράς από ρευστό, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι υπ' αυτές τις συνθήκες πέφτει επικίνδυνα και ο τζίρος των χρηματι­στηριακών πράξεων. Αυτά όλα σημαίνουν πρακτικά ότι, για να διατηρηθεί η προηγούμενη κατάσταση, θα έπρεπε να μπουν εκ νέου χρήματα στο χρηματιστήριο. Γιατί; Γιατί τα χρήματα που το βαστούσαν σ' εκείνο το επίπεδο είχαν "φύγει" ήδη από το χρηματιστήριο.

Έλειπαν τα χρήματα που είχαν τραβήξει οι "διαπλεκόμενοι". Έλειπε το χρηματικό υπόβαθρο, που διατηρούσε υψηλά έστω και τεχνητά το επίπεδο του χρηματιστηρίου. "Τεχνητά" σ' αυτήν την περίπτωση σημαίνει να διατηρούνται υψηλά οι μετοχές, έστω και χωρίς τη στοιχειώδη απόδοση ων μερισμάτων ως τμήματα κεφαλαίου. "Τεχνητά" σημαίνει να αγορά­ζονται και να πωλούνται άχρηστες μετοχές σαν να ήταν πολύτιμες. Οι "διαπλεκόμενοι" και οι τραπεζίτες έτριβαν τα χέρια τους. Γιατί; Γιατί είχαν κατορθώσει σε πρώτη φάση να "φάνε" τις καταθέσεις του ελληνικού λαού και αυτός να μην αντιδράσει. Όλοι αυτοί όμως είναι ζώα και δεν σταματούν πουθενά. Τι άλλο απέμενε ν' αρπάξουν; Την ακίνητη περιουσία του ελληνικού λαού. Η κατάσταση τους βόλευε όσο τίποτε άλλο. Μπορούσαν ν' αποσυνδεθούν από το χρηματιστήριο και να μην κάνουν ορατή την παρουσία τους. Τα πάντα μπορούσε να τα χρεωθεί ο λαός σαν δικό του σφάλμα. "Απομακρύνθηκαν" από το χρηματιστήριο κι απλά περίμεναν τον κόσμο, που οι ίδιοι κατέστρεψαν, να περάσει το κατώφλι τους. Από εκείνη τη στιγμή θα ήταν σοβαροί τραπεζίτες και όχι "λαμόγια" του χρηματιστηρίου. Γνώριζαν ότι οι "μεθυσμένοι" επενδυτές —για να "σώσουν" δήθεν τα χρήματά τους— θα χρειάζονταν ρευστό, για να "κρατήσουν" το χρηματιστήριο. Γνώριζαν ότι θα έσπευδαν στις τράπεζες, για να πάρουν τα χρήματα που χρειάζονταν.

Πώς όμως θα πάρουν χρήμα, όταν το σύνολο των καταθέσεών τους το έχουν δεσμευμένο στο χρηματιστήριο; Η λύση είναι το δάνειο. ’ρχισαν οι τράπεζες να μοιράζουν χρηματιστηριακά δάνεια με ευνοϊκούς δήθεν όρους. Τότε άρχισε η πραγματική σφαγή του ελληνικού λαού. Ό,τι με κόπο γενεών και πολέμους απέκτησε ο ελληνικός λαός, άρχισε να βγαίνει στο "σφυρί". Έβαζαν οι Έλληνες υποθήκη ό,τι είχαν και δεν είχαν. Τα πάντα λειτουργούσαν τέλεια για τους "διαπλεκό­μενους". Η κοινωνική ειρήνη διασφαλίστηκε, αυτοί δεν φαίνονταν πουθενά ως υπεύθυνοι της καταστροφής του χρηματιστηρίου και ο ελληνικός λαός ήταν χρεωμένος ως τον λαιμό.

Οι επόμενοι μήνες πέρασαν με την ελπίδα ότι ο δείκτης θα ξεπεράσει τις 7000 μονάδες μετά το ξημέρωμα του 2000. Όλοι οι καραγκιόζηδες προσπαθούσαν να δημιουργήσουν "κλίμα" ευφορίας, για να μην αντιδρούν με πανικό οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του χρηματιστηρίου. Μόνο ποδοβολητά από τη μελλοντική είσοδο των "ξένων" επενδυτών δεν μας έλεγαν ότι ακούνε. Όπως συμβαίνει όμως με όλα τα παραμύθια, έτσι κι αυτό έφτασε στο τέλος του. Το 2000 μπήκε και δεν εμφανίστηκαν οι ξένοι επενδυτές. Οι Έλληνες, όχι μόνον έχασαν τις καταθέσεις τους, αλλά έχουν ν' αντιμετω­πίσουν και τις τράπεζες, που τους κυνηγούν πλέον για τις υποθήκες. Τα επιτόκια τρέχουν και οι Έλληνες δεν μπορούν ν' αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις των τραπεζών. Βρίσκονται στη χειρότερη δυνατή κατάσταση, γιατί δεν μπορούν ούτε καν να φωνάζουν. Όταν κλέβεις από κάποιον τα χρήματά του, γίνεται επικίνδυνος, γιατί του δίνει δύναμη το δίκιο του. Όταν όμως αυτός που θέλει να φωνάξει ταυτόχρονα χρωστάει, είναι αδύναμος και φοβάται. Αντί οι Έλληνες να πάνε και να κάψουν τις τράπεζες που τους κατέστρεψαν, θ' αρχίσουν να τις παρακαλάνε για ρυθμίσεις. Αντί να τους πιάσουν από τον λαιμό τους κλέφτες, θα πάνε να κλαίνε έξω από τις πόρτες τους.

Τις ευθύνες θα τις χρεωθούν οι "αναλώσιμοι" πολιτικοί και θα εμφανιστούν σαν "σωτήρες" κάποιοι άλλοι όμοιοί τους, που θα "ρυθμίσουν" τα χρέη των Ελλήνων. Οι Έλληνες θα φτάσουν στο σημείο να μην στενοχωριούνται που έχασαν τα χρήματά τους, παρά θ' ανακουφίζονται στην ιδέα ότι απέφυγαν τη φυλακή. Σ' αυτό το σημείο "παίζεται" όλο το "παιχνίδι για τους κλέφτες, που όπως είναι φυσικό ανησυχούν για το ενδεχόμενο ν' αντιδράσει ο λαός. Για όσο διάστημα ο ελληνικός λαός ήταν κύριος του κεφαλαίου του, αυτός ήταν ο ισχυρός νοικοκύρης, που μπορούσε να φωνάζει και ν' απειλεί αυτούς που τον κλέβουν. Από τη στιγμή που πήγε στις τράπεζες για δάνειο, βάζοντας υποθήκη την περιουσία του, έπαψε να είναι νοικοκύρης και έχασε το δίκιο του. Το δίκιο το έχουν πλέον οι τράπεζες, που θέλουν αυτό που τους ανήκει και βέβαια είναι η περιουσία των δανειζομένων από αυτές. Δεν έχει σημασία ποιες συνθήκες οδήγησαν στην υποθήκευση των περιουσιών αυτών των ανθρώπων. Σημασία έχει ότι οι τράπεζες έχουν φέρει τα πάντα στο επίπεδο που τους βολεύει και είναι νόμιμο γι' αυτές. Είναι νόμιμο και θεμιτό αυτός που δανείζεται και υποθηκεύει την περιουσία του να την χάνει, όταν δεν μπορεί ν' ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Είναι νόμιμο, γιατί τα χρήματα που δανείζεται ανήκουν στους καταθέτες της τράπεζας, που δεν έχουν καμία διάθεση να ευεργετήσουν αυτούς που καταστρέφονται.

Οι κλέφτες βρέθηκαν ξαφνικά σε θέση ισχύος και νομιμότητας. Μιλάμε για κλοπή άνευ προη­γου­μένου. Μιλάμε για έγκλημα, που ούτε ο πλέον αδίστακτος κακοποιός δεν θ' απο­τολμούσε να πραγματοποιήσει. Ήταν θέμα χρόνου πλέον να γίνουν οι τράπεζες οι κυρίαρχες δυνάμεις στην ελληνική οικονομία και η ειρωνεία είναι ότι θα το έκαναν αυτό με τα χρήματα που ανήκουν στον ελληνικό λαό. Με χρήματα του ελληνικού λαού θ' αγόραζαν στις δημοπρασίες την περιουσία αυτού του λαού που θα έβγαινε στο "σφυρί". Αυτές κατέστρεψαν την ελληνική παραγωγή κι άφησαν άνεργο τον κόσμο. Αυτές του έκλεψαν τις καταθέσεις μέσω του χρηματιστηρίου κι αυτές θ' αρπάξουν απ' αυτόν τον λαό για "ψίχουλα" και την ακίνητη περιουσία του.

Με μια συγκεκριμένη μεθοδολογία θα τον καταστρέψουν παντελώς. Από εκεί και πέρα θα ξεκαθαρίσει το τοπίο, γιατί οι τράπεζες δεν θέλουν κανέναν να μπλέκεται στα "πόδια" τους. Ήδη το μήνυμα έχει δοθεί. Μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας αναλαμβάνει χωρίς προμήθεια να πραγματοποιεί χρηματιστηριακές πράξεις. Ο κλέφτης εμφανίζεται σαν "χορηγός" των επενδυ­τών. Αυτό το κάνει για να βγάλει από το παιχνίδι τις ΕΛΔΕ των νεόπλουτων του χρηματι­στηρίου. Το μήνυμα είναι σαφές: …"Ό,τι αρπάξατε, αρπάξατε. Αφήστε τους επαγ­γελματίες να κάνουν τη δουλειά τους. Ξαναγυρίστε στις παλιές σας τις δουλειές, γιατί θα σας καταστρέψουμε". Αφού ξεκαθαρίσει το "τοπίο" σ' ό,τι αφορά το χρηματιστήριο και τις ευθύνες των τραπεζών, το παιχνίδι θα παιχθεί μεταξύ των τραπεζών για την κατανομή της λείας. Θα πέσουν οι τράπεζες σαν τα "αρπακτικά" να κατασπαράξουν την ακίνητη περιουσία των κατε­στραμ­μένων Ελλήνων. Αυτό εννοεί η ίδια τράπεζα με το να δηλώνει ότι θ' ασχοληθεί με το real estate. Κατά τα άλλα …ούτε είδαν ούτε ξέρουν.

Το μόνο που τους ενδιαφέρει τώρα είναι να μην αντιδράσει ο λαός και να πάμε ήρεμα σε εκλογές, που θα δώσουν την εξουσία σε κάποιους πολιτικούς που οι τράπεζες μπορούν να ελέγχουν. Αυτό είναι πολύ βασικό, όπως θα δούμε παρακάτω. Πριν όμως δούμε γιατί είναι σημαντικό, θα πούμε για το πώς σκοπεύουν να κερδίσουν χρόνο μέχρι τις εκλογές. Για να κερδίσουν χρόνο, θα πρέπει να εφεύρουν ένα "παραμυθάκι". Το παραμυθάκι του Σεπτεμβρίου ήταν οι ξένοι επενδυτές, ενώ το νέο παραμυθάκι είναι η ένταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου μέσα σ' ένα πανευρωπαϊκό πλαίσιο, που θα οδηγήσει στη δημιουργία θετικών εξελίξεων για την ελληνική οικονομία. Βγήκε ο πρωθυπουργός μαζί με τον υπουργό των οικονομικών και πανηγύριζαν την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη. Ό,τι ισχυρίστηκαν είναι ψέμα, που στόχο έχει να ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου και να δώσει στους ίδιους την πίστωση χρόνου που χρειάζονται μέχρι τις εκλογές.

Θεωρητικά ό,τι ισχυρίστηκαν έχει κάποια βάση, αλλά πρακτικά δεν αποδίδει σχεδόν ποτέ θετικό αποτέλεσμα. Τι σημαίνει αυτό που λέμε; Θεωρητικά αύριο μπορούν οι Βεδουίνοι να πάνε και να χωρίσουν την έρημο της Σαχάρα σε οικόπεδα και να αρχίσουν να πουλάνε. Πρακτικά, αν πάρουν έστω μια δραχμή από πώληση οικοπέδου, θα είναι θαύμα. Η Σαχάρα δεν έχει την παραμικρή αξία ως κεφάλαιο και άρα οι ιδιοκτήτες της δεν θα γίνουν ποτέ πλούσιοι. Βλέπουμε δηλαδή σ' αυτήν την περίπτωση ότι αυτό που θεωρητικά μπορείς να κάνεις και να ελπίζεις ότι θα σου αποδώσει καρπούς πρακτικά να είναι παντελώς ουτοπικό.

Κάτι ανάλογο γίνεται και στην περίπτωση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Η εξουσία πρώτα φρόντισε να μετατρέψει την ελληνική παραγωγή σε έρημο Σαχάρα και ύστερα κάνει και την πονηρή. Θεωρητικά θα μπορούν οι ξένοι επενδυτές να επενδύσουν στο ελληνικό κεφάλαιο και οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες θα μπορούν ν' αντλήσουν ρευστό από άλλες χώρες για ν' αναπτυχθούν. Ποιοι όμως Έλληνες κεφαλαιοκράτες μπορούν να το κάνουν αυτό και ποιο είναι το ελληνικό κεφάλαιο που θα αποτελέσει πόλο έλξης για ξένες επενδύσεις; Ποια ελληνική επιχείρηση μπορεί να επιβιώσει στην ανοικτή αγορά της παγκοσμιοποίησης, ώστε να έλξει τα χρήματα των επενδυτών; Γιατί να επενδύσει ένας Γάλλος ή ένας Γερμανός στην αστεία ΕΒΟ —που επιβιώνει τεχνητά χάρη σε κρατικά συμβόλαια— και να μην επενδύσει σε μια κραταιά ευρωπαϊκή ή αμερικανική αυτοκινητο­βιομηχανία. Το ό,τι θεωρητικά έχει το δικαίωμα και μπορεί κάποιος πλούσιος να πετάξει τα λεφτά του, δεν σημαίνει ότι κάποιος άλλος μπορεί να ζει με την ελπίδα ότι, μόλις αυτά πεταχτούν, ο ίδιος θα γίνει πλούσιος. Υπάρχει άνθρωπος που να μην εργάζεται και να ελπίζει να γίνει κάποτε πλούσιος, επειδή υπάρχει η θεωρητική πιθανότητα κάποιος από τους πολλούς πλούσιους να του χαρίσει την περιουσία του;

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το βλακώδες της επιχειρηματολογίας της ελληνικής ηγεσίας, που πανηγυρίζει την ένταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου στον πανευρωπαϊκό χρηματιστηριακό μηχανισμό. Αυτό που τέλος πρέπει να γνωρίζει σε γενικές γραμμές είναι το εξής: Στον τομέα της εξουσίας ή της οικονομίας το δύσκολο ποτέ δεν είναι η υποταγή σε κεντρικά όργανα του ιμπεριαλισμού και των ισχυρών. Το δύσκολο για μια περιφερειακή οικονομία δεν είναι να ενταχθεί αυτή άνευ όρων σ' ένα ισχυρό οικονομικό περιβάλλον. Το δύσκολο είναι να κρατήσει τα ανεξάρτητα χαρακτηριστικά της και να ισχυροποιήσει το δικό της κεφάλαιο. Το δύσκολο είναι να κρατήσει τον πλούτο που παράγει με σκοπό ν' αναπτύξει το δικό της κεφάλαιο, το οποίο θ' ανταγωνιστεί το διεθνές κεφάλαιο και θα προσφέρει τη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι επίτευγμα για μια ελληνική ηγεσία να γίνει η Ελλάδα μια από τις πολιτείες των ΗΠΑ. Το δύσκολο είναι να παραμείνει ανεξάρτητη και να επιβιώσει στην επίθεση της "παμφάγου" αμερικανικής οικονομίας. Δεν ήταν βλάκες αυτοί που είχαν εφεύρει τον προστατευτισμό στην οικονομία. Χάρη στον προστατευτισμό αναπτύσσονταν οι εθνικές οικονομίες κι αποκτούσαν —έστω και τεχνητά— τη δυνατότητα να επιβιώνουν δίπλα στις οικονομίες των πανίσχυρων και ιμπεριαλιστικών κρατών. Ο προστατευτισμός μπορεί σε γενικές γραμμές να λειτουργεί εις βάρος της ανθρωπότητας, αλλά σ' ό,τι αφορά τα εθνικά κεφάλαια είναι η καλύτερη δυνατή λύση για την προστασία τους.

Η ελληνική ηγεσία όχι μόνο δεν σεβάστηκε τίποτε από όλα αυτά, αλλά βγήκε και πανηγύριζε τη βλακεία της, έχοντας ως σίγουρο ότι ο λαός δεν θα καταλάβει τίποτε και άρα δεν θα μπορεί να την ελέγξει. Σ' ό,τι αφορά αυτό κάθ' αυτό το μέλλον των "εγκλωβισμένων" επενδυτών, το μήνυμα ήταν σαφές. Το έχει ήδη δηλώσει ο πρωθυπουργός. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και βέβαια το ίδιο υπεύθυνοι είναι κι αυτοί που καταστράφηκαν στο χρηματιστήριο. Τις δικές τους ευθύνες βέβαια δεν τις αναλογίζονται. Το ποιος έβαλε τον λαό στο χρηματιστήριο δεν τους απασχολεί να τον βρουν και βέβαια να τον τιμωρήσουν. Ο ίδιος πρωθυπουργός που παρίστανε την Πυθία και προέβλεπε άνοδο του χρηματιστηρίου, "ένιψε" τα χέρια του και αποποιήθηκε τις ευθύνες του, όταν ο λαός στηρίχθηκε στη δική του πρόβλεψη και μπήκε στο χρηματιστήριο.

Ο αναγνώστης μέχρι αυτό το σημείο έχει πλήρη εικόνα του τι συνέβη στο χρηματιστήριο και ποιοι ήταν αυτοί που έκλεψαν τις οικονομίες του λαού. Αυτό που θα εξετάσουμε τώρα είναι η γενικότερη κατάσταση που συνδέει τους κλέφτες με την εξουσία και τους ανύποπτους πολίτες, που παρασύρθηκαν στην παράνοια του χρηματιστηριακού παιχνιδιού. Μας ενδιαφέρει να βρούμε τους υπεύθυνους αυτής της ολέθριας κατάστασης, ώστε από τη μια πλευρά ν' αποδοθούν οι ευθύνες κι από την άλλη να βρεθεί λύση στο θέμα της αποζημίωσης των θυμάτων. Σ' αυτό το σημείο πρέπει ο αναγνώστης να προσέξει, γιατί μόνον έτσι θα καταλάβει και τον λόγο που χρησιμοποιήσαμε ως παράδειγμα-πυρήνα το παράδειγμα με τον πονηρό έμπορο και την πόρνη σύζυγό του. Μόνον αν καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι και πώς είναι δυνατόν ν' αποζημιωθεί με νόμιμο τρόπο και ο ίδιος, σε περίπτωση που είναι κι αυτός ένα από τα θύματα του χρηματιστηρίου.

Περιγράφοντας το παράδειγμα του εμπόρου, είπαμε ότι το τελικό αποτέλεσμα ήταν να πάρει τα χρήματα του αφελή, πουλώντας του ένα άχρηστο προϊόν. Πουλώντας του ένα προϊόν, που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να προσφέρει στον αγοραστή του αυτά που υποσχόταν η διαφήμισή του. Τι γίνεται όμως σε μια τέτοια περίπτωση; Μπορεί ο κάθε πονηρός καραγκιόζης να ξεγελάει αφελείς ανθρώπους και να παίζει με την άγνοιά τους, στηριζόμενος στις όποιες ανάγκες τους. Βρίσκουμε δηλαδή έναν φουκαρά, που φλέγεται να δώσει λύση σ' ένα πρόβλημά του και του πουλάμε σκουπίδια; Όχι βέβαια. Υπάρχει νόμος που προβλέπει τέτοιες καταστάσεις και προστατεύει τον απλό άνθρωπο από τα "νύχια" των πονηρών. Ο νόμος λέει σ' αυτές τις περιπτώσεις ότι, αν το προϊόν δεν ανταποκρίνεται στις υποσχέσεις του, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να το επιστρέψει και να πάρει πίσω τα χρήματά του. Το γεγονός δηλαδή ότι ο αγοραστής ήταν ενήλικος και άρα υπεύθυνος για τις πράξεις του, δεν σημαίνει τίποτε απολύτως. Το γεγονός ότι δεν είχε την κατάλληλη κρίση ή την κατάλληλη καταναλωτική ωριμότητα, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπεται στην τύχη του. Δεν σημαίνει ότι θα αφεθεί να πληρώσει και να μάθει από το πάθημά του.

Το λεπτό σημείο εδώ είναι ν' αποδείξεις ότι το προϊόν δεν ανταποκρίνεται σ' αυτά που υπόσχεται. Ο καταναλωτής εγκαταλείπεται από την εξουσία στην τύχη του, μόνον αν το προϊόν πραγματοποιεί αυτά που υπόσχεται. Το να κάνεις σφάλμα στην εκτίμηση της αξίας τού προϊόντος επιτρέπεται· το να κάνεις σφάλμα στην αντίληψη της ανάγκης σου, όχι. Δεν είναι δυνατόν να νομίζεις ότι πεινάς και να παραγγείλεις σε ένα εστιατόριο και, όταν εκτελεστεί η παραγγελία σου, να θέλεις να την ακυρώσεις, επειδή διαπίστωσες ότι τελικά δεν πεινούσες. Δεν είναι δυνατόν να έχεις την απαίτηση να μην πληρώσεις αυτά που κάποιοι κόπιασαν να ετοιμάσουν. Το αν σου χρειάζονται ή όχι είναι δικό σου πρόβλημα και όχι του μαγαζάτορα.

Δεν είναι δηλαδή δυνατόν, κάθε φορά που ένας καταναλωτής μετανιώνει για μια αγορά του, να έχει την απαίτηση να επιστρέφει το προϊόν και στη συνέχεια να παίρνει πίσω τα χρήματά του. Η αγορά δεν είναι παιχνίδι. Η εξουσία δεν είναι δυνατόν να υπερασπίζεται τον κάθε άσχετο, που δεν μπορεί ν' αποφασίσει ο ίδιος για τις ανάγκες του. Η εξουσία υπερασπίζεται τον άνθρωπο μόνο σε περίπτωση απάτης και άρα όταν κάποιος τον εξαπατά εσκεμμένα. Στο παράδειγμά μας αυτό ακριβώς συμβαίνει. Σ' αυτήν την περίπτωση αρκεί μια απλή καταγγελία από το θύμα και η εξουσία είναι υποχρεωμένη να σπεύσει και με την ισχύ της όχι μόνο ν' αναγκάσει τον έμπορο να επιστρέψει τα χρήματα στο θύμα του, αλλά και να τον τιμωρήσει, για να μην τολμήσει να ξαναδοκιμάσει να ξεγελάσει στο μέλλον και κάποιον άλλον.

Για να γίνουν όμως όλα αυτά, θα πρέπει να υπάρχουν διακριτοί ρόλοι και γνώση περί των διαδικασιών. Θα πρέπει να διαχωρίζονται με σαφήνεια τα τρία μέλη αυτής της κατάστασης. Θα πρέπει να υπάρχει ο πονηρός έμπορος, ο αφελής καταναλωτής και η δίκαιη εξουσία. Ο καθένας θα παίξει τον ρόλο του και από εκεί και πέρα είναι εύκολο ν' αποδοθούν οι όποιες ευθύνες. Θα πρέπει το θύμα ν' αποδείξει ότι εξαπατήθηκε και βέβαια να εξασφαλιστεί το δικαίωμα του εμπόρου να υπερασπιστεί το δικό του δίκιο. Αφού εξασφαλιστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα θυτών και θυμάτων, η εξουσία θ' αναλάβει με τη γνώση της να κρίνει τα συμβαίνοντα και να δικαιώσει το θύμα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την περίπτωση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Και σ' αυτήν την περίπτωση υπάρχει απάτη, αλλά βλέπουμε ότι δεν σπεύδει κανένας να καταγγείλει κανέναν και ταυτόχρονα η εξουσία δεν δρα αυτεπάγγελτα —όπως είναι υποχρέωσή της— για να προστατεύσει το θύμα, που δεν γνωρίζει τι συμβαίνει. Η εξουσία, δηλαδή, δεν χρησιμοποιεί τη γνώση της και την ισχύ της να προστατεύσει το θύμα που είναι ο λαός και ο οποίος την πληρώνει για να τον προστατεύει.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Γιατί η εξουσία και οι πονηροί έμποροι, που παγίδευσαν τον ελληνικό λαό, είναι συνέταιροι στην απάτη. Είναι περίπτωση ανάλογη με την περίπτωση όπου ο πονηρός έμπορος θα εξαπατούσε τον αφελή μπροστά στα μάτια του λειτουργού της δικαιοσύνης κι αυτός όχι μόνο δεν θα έλεγχε την αλήθεια των διαφημιστικών επιχειρημάτων του εμπόρου, αλλά αντίθετα θα επικροτούσε και θα ενθάρρυνε τον αφελή αγοραστή. Η παγίδα εδώ γίνεται τραγική, γιατί ο αγοραστής, που σε άλλη περίπτωση από ένστικτο θα ήταν επιφυλακτικός απέναντι στον έμπορο, ερμηνεύοντας με λάθος τρόπο την εγκληματική στάση της εξουσίας, παύει να διατηρεί άμυνες. Αν υπήρχε περίπτωση ν' αμφισβητήσει την αυθαίρετη και παρα­πλανητική διαφήμιση του εμπόρου, παύει να το κάνει, γιατί εμπιστεύεται την εξουσία. Όταν η εξουσία σ' ενθαρρύνει ν' αγοράσεις το προϊόν, δεν μπορείς ν' αμφισβητήσεις εύκολα τις προτάσεις της, γιατί δεν έχεις τις γνώσεις κι επιπλέον βασίζεσαι στο γεγονός ότι αυτή είναι ο εγγυητής της ασφάλειάς σου.

Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Η εξουσία ήταν αυτή που στην ουσία παρέδωσε τους Έλληνες στα χέρια των κλεφτών. Η εξουσία της χώρας ελέγχεται απόλυτα από τα οικονομικά συμφέροντα και κάνει τα θελήματα των ισχυρών. Στον κόσμο που την εμπιστεύεται μεταφέρει αυτά που συμφέρουν τους πονηρούς που τη διαφθείρουν και όχι την αλήθεια που υπηρετεί τον λαό-εργοδότη της. Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας κάνει προβλέψεις για την πορεία του χρηματιστηρίου και μάλιστα προσδιορίζει και κάποιες τιμές των μονάδων του χρηματιστηρίου, είναι δεδομένο ότι θα παρασύρει τον κόσμο μέσα σ' αυτό. Όταν ο υπουργός των οικονομικών της χώρας υποδείκνυε στους πολίτες να μπουν στον χρηματιστήριο, γιατί εκείνη τη στιγμή ήταν "χαμηλά" και υποτίθεται μετά το νέο έτος θ' "ανέβαινε", ήταν σαν να έδινε εγγυήσεις στον λαό ότι η επένδυσή του ήταν εξασφαλισμένη.

Ο αξιωματούχος —κι αυτός είναι πάντα ο ρόλος του— έχει ως στόχο να προστατεύει τον εργοδότη του, που είναι ο λαός. Ό,τι λέει ο αξιωματούχος πρέπει να είναι απόλυτα αληθές. Μία στο δισεκατομμύριο να μην ισχύει αυτό που λέει, είναι παράνομο να το προτείνει δημόσια. Ο αξιωματούχος δεν έχει δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του και να κάνει εκτιμήσεις σε καταστάσεις που μπορούν να γίνουν αρνητικές για τον κόσμο. ’ποψή του είναι η άποψη του κράτους και αυτή διατυπώνεται μόνο όταν είναι απόλυτα σωστή. Όταν το κράτος δεν διαθέτει αυτού του είδους την άποψη, σωπαίνει μέχρι ν' ανακαλύψει την αλήθεια. Ο αξιωματούχος είναι φορέας αυτής της άποψης και όχι της δικής του. Την προσωπική του άποψή ή την εκτίμησή του για μια κατάσταση μπορεί να τη μεταφέρει στους φίλους του, αλλά όχι στον λαό μέσα από τα ΜΜΕ.

Όταν ένας αξιωματούχος αποκαλύπτει την ύπαρξη μιας επιδημίας και προτείνει στον λαό να εμβολιαστεί, για να μην αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, το λέει με απόλυτη γνώση και υπευθυ­νότητα. Δεν το λέει για να πουλήσουν κάποιοι φίλοι του φαρμακοποιοί περισσότερα φάρμακα. Ο αξιωματούχος δεν διασπείρει φήμες που τρομοκρατούν ή ενθαρρύνουν τον λαό να πραγματο­ποιήσει κάποιες πράξεις. Ο αξιωματούχος ελέγχει τις φήμες και, όταν διαπιστώσει ότι αυτές κυκλοφορούν από κάποιους πονηρούς για να πουλήσουν την πραμάτειά τους, τιμωρεί σκληρά τους υπευθύνους. Αν φτάσουμε στο σημείο να γίνονται οι αξιωματούχοι φορείς φημών και υποκειμενικών εκτιμήσεων, δεν υπάρχει κράτος.

Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα ν' ανακοινώνει ένας άνθρωπος ή μια εταιρεία ότι ανακά­λυψε το φάρμακο για τον καρκίνο, από το να κάνει τις ίδιες ανακοινώσεις το υπουργείο υγείας. Ακόμα κι αν ο υπουργός υγείας είναι ένας γιατρός που συμφωνεί με τα όσα ισχυρίζεται η παραπάνω εταιρεία, απαγορεύεται να κάνει δημόσια γνωστή την προσωπική του άποψη. Για όσο διάστημα είναι κρατικός λειτουργός, στερείται κάποιων στοιχειωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, προκειμένου να προστατευτεί το αξίωμά του και βέβαια και η κοινωνία από τυχόν ανεπάρκειά του. Ο υπουργός κάνει ανακοινώσεις μόνον όταν τα αρμόδια όργανα του κράτους υιοθετήσουν ή απορρίψουν την άποψη της εταιρείας με το θαυματουργό φάρμακο.

Όλα αυτά σημαίνουν πρακτικά ότι ο κάθε αξιωματούχος, όταν αυτό που ισχυρίζεται δεν είναι απόλυτα αληθές ή επιβεβαιωμένο, δεν είναι απλά ανάξιος λειτουργός, αλλά εγκληματίας. Είναι εγκληματίας, γιατί ο λαός εκπαιδεύεται για να τον εμπιστεύεται τυφλά και πάνω σ' αυτήν την εμπιστοσύνη στηρίζεται το ίδιο το κράτος και βέβαια η δημοκρατία. Όταν ένας αξιωμα­τούχος είναι άθλιος υπάλληλος συμφερόντων, που στόχο έχει να εξαπατήσει τον λαό, υπηρετώντας τ' αφεντικά του, κινδυνεύει η κοινωνία να οδηγηθεί στο χάος. Ο αξιωματούχος ό,τι ανακοινώνει θα πρέπει να είναι απόλυτα αληθές. Στην αντίθετη περίπτωση δεν πρέπει ν' αντιμετωπίζεται σαν βλάκας, αλλά σαν εγκληματίας, που θα πρέπει ν' αντιμετωπίσει τον νόμο. Ενώ όλοι οι απλοί πολίτες έχουν δικαίωμα να εκφράζουν την άποψή τους σε οποιοδήποτε θέμα και σε περίπτωση λάθους ν' αντιμετωπίζονται ως βλάκες, οι αξιωματούχοι έρχονται αντιμέτωποι με τον νόμο και την τιμωρία. Δεν είναι δυνατόν ν' αφεθεί χωρίς συνέπειες ένας αξιωματούχος, όταν ισχυρίζεται χωρίς επιχειρήματα ότι υπάρχει πιθανότητα να γίνει χημικός πόλεμος. Πώς θα γνωρίζει ο λαός ότι δεν το κάνει αυτό για να πουλήσουν οι "κολλητοί" του αντιασφυξιογόνες μάσκες; Είναι βέβαιο ότι, αν ανακοινώσει κάτι τέτοιο, ο λαός θα σπεύσει να κάνει τις αγορές που θα τον προστατεύσουν από κάποιες αρνητικές συνέπειες αυτών που σύμφωνα με τον αξιωματούχο θα γίνουν.

Στην περίπτωση της απάτης του ελληνικού χρηματιστηρίου έχουμε εμπλοκή σ' αυτήν αξιωματούχων και λειτουργών της δημόσιας ζωής και άρα η περίπτωση αυτή είναι πιο σύνθετη από το παράδειγμά μας. Το θύμα σ' αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί στην εξουσία και να ζητήσει την τιμωρία του εμπόρου και βέβαια να ζητήσει και τα χρήματά του. Δεν αρκεί στην περίπτωσή μας κάποιος να καταγγείλει τους κλέφτες του ελληνικού λαού και να προσπαθήσει ν' αποδείξει στην εξουσία την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αυτό δεν αρκεί, γιατί δεν υπάρχει αυτήν την στιγμή στην Ελλάδα εξουσία "καθαρή", που θα επιληφθεί του θέματος. Πρέπει να καταγγελθεί και η ίδια η εξουσία για σύμπραξη σε απάτη και άρα πρέπει ν' αποδειχθεί πρώτ' απ' όλα η δική της συμμετοχή σ' αυτήν την πράξη.

Αυτός είναι κι ο λόγος που το συγκεκριμένο κείμενο ξεκινάει με τη φράση …" Ο Υδροχόος, μόλις αναλάβει την εξουσία…". Δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή εξουσία στην Ελλάδα, που να μπορεί να τιμωρήσει τους απατεώνες. Η εξουσία στο σύνολό της έχει σχέσεις με τους απατεώνες. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που αποτόλμησαν όλοι αυτοί οι καραγκιόζηδες ένα έγκλημα τέτοιου μεγέθους. Θεώρησαν ότι είναι ασφαλείς, από τη στιγμή που όλοι μαζί συνέπραξαν στην αποτρόπαια αυτήν πράξη. Είναι πράξη αποτρόπαια να οδηγείς τον λαό που σ' εμπιστεύεται στην καταστροφή. Είναι έγκλημα ισοβαρές με την εσχάτη προδοσία, γιατί απειλείται όχι μόνον το παρόν του ελληνικού λαού, αλλά και το μέλλον ενός ολόκληρου έθνους.

Αυτό το έγκλημα αποδεικνύει από μόνο του τη διαπλοκή των συμφερόντων στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή αυτής της χώρας. Αυτήν τη στιγμή η χώρα δεν κυβερνάται από πολιτικούς που υπηρετούν τα συμφέροντα του λαού. Κυβερνάται από υπαλλήλους των πάσης φύσεως "διαπλεκομένων". Από ανθρώπους που υπηρετούν καθαρά και κατ' αποκλειστικότητα τα συμφέροντα των "αφεντικών" τους. Αυτήν τη στιγμή η χώρα βρίσκεται στο έλεος των πάσης φύσεως εμπόρων. "Όρνεα" όλων των ειδών και όλων των μεγεθών κατασπαράζουν αυτό που ονομάζουμε "εθνικό πλούτο" και που κάποιοι αφελείς ακόμα νομίζουν ότι ανήκει στον ελληνικό λαό. Οι έμποροι είναι τα πιο αδίστακτα και αδηφάγα όντα της οικονομίας. Για ν' αποκομίσουν το κέρδος που έχουν ως στόχο, δεν διστάζουν μπροστά σε κανένα έγκλημα. Μπροστά στο δέλεαρ του κέρδους δεν διστάζουν να καταστρέψουν κράτη, λαούς, ακόμα και ολόκληρους πολιτισμούς. Τους αρκεί ν' αντιληφθούν το κέρδος και είναι έτοιμοι ακόμα και τον Παρθενώνα να τον "πακετάρουν" για να τον εμπορευτούν.

Γιατί όμως ισχυριζόμαστε όλα αυτά τα δυσοίωνα κι απελπιστικά; Γιατί σήμερα διακυβεύεται το μέλλον του ελληνικού έθνους. Ο ελληνικός λαός σήμερα κινδυνεύει περισσότερο από ποτέ, γιατί αυτοί που τον καταστρέφουν δεν είναι ορατοί, για να τους πολεμήσει και άρα ν' αντισταθεί. Οι εχθροί του δεν είναι ούτε ο Κιουταχής ούτε ο Χίτλερ που απειλεί την ελληνική κοινωνία με αφανισμό. Το γεγονός όμως ότι δεν υπάρχει ορατός εχθρός, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αφανισμού. Γιατί; Για τον εξής απλό λόγο. Όταν καταστρέφεται το κεφάλαιο, που δίνει απασχόληση στην κοινωνία, αυτή παύει να είναι σταθερή στον χώρο όπου γεννήθηκε. Αν αυτό συνδυαστεί και με μια ολοκληρωτική απώλεια της προσωπικής περιουσίας του κάθε πολίτη, τότε τα πράγματα γίνονται τραγικά.

Ένα χωράφι ή ένα σπίτι "κρατάει" πολλές φορές έναν άνθρωπο στο μέρος όπου γεννήθηκε. Αν δεν υπάρχουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, που συνδέουν μόνιμα τον άνθρωπο μ' έναν χώρο κι επιπλέον δεν υπάρχει απασχόληση, τότε δεν μπορεί ο άνθρωπος αυτός να κρατηθεί στον χώρο όπου γεννήθηκε. Αναζητώντας την απασχόληση, είναι βέβαιο ότι θα μεταναστεύσει. Δεν τρέφει ελπίδες ότι σε κάποια στιγμή και μόλις περάσει η "μπόρα", θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί το κεφάλαιό του. Για έναν Έλληνα, που δεν έχει καμία περιουσία στην Ελλάδα, δεν είναι δύσκολο να πάρει την απόφαση να μεταναστεύσει σε χώρες όπου τουλάχιστον θα βρει απασχόληση. Όταν δεν έχεις σπίτι στην Ελλάδα και νιώθεις σ' αυτήν σαν ξένος, δεν είναι δύσκολο να φύγεις στη Γερμανία, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στα εργοστάσιά της. Οι Έλληνες από τη στιγμή που παγιδεύτηκαν στο χρηματιστήριο και βρίσκονται υπό την απειλή των τραπεζών, έχουν στην πραγματικότητα αποσυνδεθεί από τη γη που τους γέννησε. Αν σ' αυτό το αρνητικό στοιχείο προσθέσει κάποιος και το γεγονός ότι το κεφάλαιο που έδινε απασχόληση στους Έλληνες έχει καταστραφεί πλήρως, τότε τα πράγματα είναι ακόμα πιο τραγικά.

Είναι θέμα χρόνου ν' αναζητήσουν οι φτωχοί Έλληνες την ελπίδα στη μετανάστευση. Αυτήν την τάση δεν μπορεί να την ανακόψει το μοναδικό κεφάλαιο που αυτήν τη στιγμή έχει αξία στην Ελλάδα και είναι ο τουρισμός. Γιατί; Γιατί απλούστατα οι τουριστικές υπηρεσίες απαιτούν κάποια ιδιαίτερα προσόντα από πλευράς εργαζομένων κι απευθύνονται σε κάποιες συγκεκριμένες ηλικίες. Δεν μπορεί κάποιος στα πενήντα του να είναι μπάρμαν ή σερβιτόρος. Αυτές είναι δουλειές που απευθύνονται σε νεαρά άτομα, εφόσον μόνον αυτά έχουν τ' απαραίτητα προσόντα που μεγιστοποιούν την ποιότητα της υπηρεσίας. Αν συνδυάσει κάποιος όλ' αυτά, εύκολα μπορεί να καταλάβει την προδοσία όλων εκείνων που επέτρεψαν την καταστροφή του ελληνικού λαού. Είναι λοιπόν θέμα χρόνου ν' αλλάξει η εθνολογική σύνθεση των κατοίκων του ελλαδικού χώρου.

Οι Έλληνες, που δεν θα έχουν τα "προσόντα" ν' ασχοληθούν με την τουριστική "βιο­μηχανία", θ' αναγκαστούν να μεταναστεύσουν για να επιβιώσουν. Όσο κι αν αγαπάει κάποιος τη χώρα όπου γεννήθηκε, δεν μπορεί να παραμείνει σ' αυτήν, όταν δεν μπορεί να σχεδιάσει ένα ικανοποιητικό μέλλον για τον εαυτό του και τα παιδιά του. Δεν μπορεί κάποιος να στηρίζει το μέλλον του σε μια εποχιακή απασχόληση, που απαιτεί προσόντα νέων. Αυτή η "βιομηχανία", άσχετα αν θα εδράζεται στον ελλαδικό χώρο, σε λίγα χρόνια δεν θ' αφορά τους Έλληνες εργαζομένους. Θα έλκει νεαρούς μετανάστες από τις φτωχότερες χώρες, γιατί αυτοί θα είναι οι καταλληλότεροι γι' αυτού του είδους την απασχόληση. Θα τους "στύβουν" στις εποχές της τουριστικής περιόδου, θα εκμεταλλεύονται τα νιάτα τους και όταν θα γερνούν θα τους εγκαταλείπουν στην ανεργία. Θα εκμεταλλεύονται τα νιάτα τους και μετά θα τους πετούν στα "σκουπίδια". Θα δημιουργηθεί μια τάξη πλουσίων κι ένα τεράστιο κοινωνικό περιθώριο που θα μπαινοβγαίνει στις φυλακές, είτε για μικροκλοπές, λόγω των αναγκών επιβίωσης, είτε για εμπορία ναρκωτικών και πορνεία.

Η Ελλάδα θα γίνει κάτι ανάλογο με τη Φλόριδα των ΗΠΑ. Ένα "νεκροταφείο" ζωντανών νεκρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ θα έρχονται να περάσουν τα γηρατειά τους στις ιδιόκτητες βίλες τους όλοι οι πλούσιοι Γερμανοί, Γάλλοι κλπ.. Θα γεμίσει η Ελλάδα από νεαρούς αλλοδαπούς σερβιτόρους και πόρνες, που θα "υπηρετούν" —για όσο διάστημα το επιτρέπει η ηλικία τους— τους πλούσιους Ευρωπαίους. Ας ψάξει κάποιος να δει τι συμβαίνει στη Φλόριδα των πλουσίων Αγγλοσαξόνων συνταξιούχων και των φτωχών Λατίνων εργαζομένων και θα μπορεί άνετα να παραστήσει τον προφήτη σ' ό,τι αφορά την Ελλάδα. Η Ελλάδα πράγματι θ' αναβαθμιστεί στον τομέα των υποδομών, αλλά δεν θα έχει πλέον Έλληνες για ν' απολαύσουν αυτήν την αναβάθμιση. Οι μόνοι Έλληνες που θ' απολαύσουν την πανάκριβη Ελλάδα του μέλλοντος θα είναι αυτοί που κατέστρεψαν τον ελληνικό λαό και είναι η μεγαλοαστική τάξη.

Η μεγαλοαστική τάξη, που πήρε τις ολέθριες αποφάσεις για τον ελληνικό λαό, δεν αντιμε­τωπίζει αυτού του είδους τα προβλήματα. Αυτοί γνωρίζουν ότι, αν δεν χάσουν την επαφή με την εξουσία, θα μπορούν στη νέα κατάσταση να βολέψουν τα παιδιά τους κατά τον καλύτερο τρόπο. Αυτοί έχουν φροντίσει ώστε τα παιδιά τους να είναι αυτά που θα στελεχώσουν στο μέλλον το σύνολο των μηχανισμών που θ' απομείνουν στον ελλαδικό χώρο. Από τις δημόσιες υπηρεσίες μέχρι τις τραπεζικές ή εμπορικές εταιρείες τα παιδιά των πλούσιων αστών θα είναι αυτά που θ' αρπάξουν τα πολύτιμα "φιλέτα" των θέσεων εργασίας. Ακόμα και στον τουριστικό τομέα θα μπορούν να βρουν απασχόληση υπό τους όρους που τους ευνοούν. Μπορεί ν' απαιτείται να είναι κάποιος νέος για να δουλέψει σερβιτόρος, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο για τις διευθυντικές θέσεις των ιδίων επιχειρήσεων.

Αυτή η κοινωνική τάξη των πάσης φύσεως "δικηγόρων" "πούλησε" τον ελληνικό λαό κι αυτή η τάξη είναι που τώρα "σφυρίζει" αδιάφορα, περιμένοντας να παγιδευτεί ο λαός μέσα στην αθλιότητα. Μέλη αυτής της τάξης είναι το σύνολο των εξουσιαστών αξιωματούχων, που έβαλαν τον ελληνικό λαό στο χρηματιστήριο, για να του αφαιρέσουν την περιουσία που θα του έδινε τη δυνατότητα ν' αντισταθεί. Χωρίς περιουσία ο άνθρωπος είναι αδύναμος, γιατί δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πίστωση χρόνου που χρειάζεται για ν' αγωνιστεί. Θα πρέπει διαρκώς ν' αγωνίζεται για την καθημερινή επιβίωση και να μην αντιδρά σ' αυτούς που μοιράζουν τα "ψίχουλα" υπό τη μορφή επιδομάτων. Όλα αυτά τα γνώριζαν οι εξουσιαστές και γι' αυτό "χτύπησαν" τον λαό στο σημείο που τον εξασθενεί πλήρως.

Η μόνη διαφορά μεταξύ των αστών εξουσιαστών έχει να κάνει με το μερίδιο της ευθύνης που βαρύνει τον καθένα και βέβαια για τις ποινές που αυτή η ευθύνη συνεπάγεται. Το ό,τι όλοι έχουν ευθύνη είναι κάτι το οποίο δεν τίθεται σε καμία περίπτωση υπό αμφισβήτηση. Όλοι έχουν ευθύνη, γιατί όλοι είχαν τις γνώσεις να καταλάβουν τι συμβαίνει στο χρηματιστήριο και κανένας δεν κατήγγειλε δημόσια τις επικίνδυνες διαστάσεις του θέματος. Ο καθένας απ' αυτούς έπρεπε από το δικό του πόστο να σπεύσει και να προειδοποιήσει τον λαό για την ενδεχόμενη καταστροφή του από τους αδίστακτους εμπόρους του χρηματιστηρίου. Ο λαός δεν γνώριζε τι συμβαίνει, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους αστούς. Οι αστοί γνώριζαν από την αρχή ότι το παιχνίδι του χρηματιστηρίου είναι απόλυτα όμοιο με τις αλβανικές πυραμίδες και κανένας από αυτούς δεν μίλησε.

Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το μερίδιο της ευθύνης του κάθε σκέλους της εξουσίας, ώστε να καταλογιστούν οι όποιες ευθύνες. Η εξουσία και όλος γενικά ο μηχανισμός "υπηρεσίας" που χρυσοπληρώνει ο λαός, δεν έχει μόνον ένα "πρόσωπο" και άρα δεν έχουν όλοι οι εξουσιαστές τα ίδια καθήκοντα. Αλλιώς και με άλλο μισθό υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο ένας υπουργός και αλλιώς ένας καθηγητής πανε­πιστημίου. ’λλη είναι η ευθύνη ενός κυβερνητικού παράγοντα και άλλη αυτή ενός βουλευτή της αντιπολίτευσης ή ενός επαγγελματία πανεπιστημιακού "σοφού". Το μέγεθος της ευθύνης είναι πάντα απευθείας ανάλογο του μισθού του "υπηρέτη".

Ευθύνη, όπως είπαμε, υπάρχει για όλους, γιατί κανένας απ' αυτούς, όταν ο λαός άρχισε να μπαίνει στον "πυρετό" του χρηματιστηρίου, δεν χρησιμοποίησε τις γνώσεις του για να υπηρετήσει τα συμφέροντα του λαού. Ακόμα κι ένας φοιτητής του οικονομικού με τις στοιχειώδεις οικονομικές γνώσεις μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει στην Ελλάδα ανάπτυξη βιομηχανικού κεφαλαίου, ώστε να δικαιολογείται αυξημένη εισροή χρημάτων στο χρηματιστήριο, ήταν προφανές πως μέσα σ' αυτό γινόταν ένα "παιχνίδι".

Δεν είδαμε δηλαδή ελληνικές βιομηχανίες ν' αναπτύσσονται με ρυθμούς τέτοιους, που ν' απαιτούν ρευστό για την υλοποίηση των επενδυτικών τους προγραμμάτων. Από τη στιγμή που δεν συμβαίνει αυτό έχουμε παιχνίδι και στα παιχνίδια πάντα υπάρχουν κερδισμένοι και χαμένοι. Ποιος όμως θα είναι ο χαμένος σε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες και περιορισμούς; Ο μορφω­μένος και πλούσιος έμπορος ή τραπεζίτης; Όχι βέβαια. Χαμένος θα ήταν ο αμόρφωτος και φτωχός εργαζόμενος, που θα έβαζε το "κομπόδεμά" του μέσα σ' ένα παιχνίδι που δεν γνώριζε πώς ακριβώς παιζόταν. Υπάρχει ευθύνη των κυβερνώντων, όταν αφήνεται ο λαός ανενημέρωτος και πρακτικά απροστάτευτος να συμμετέχει σε "παιχνίδια" των πονηρών που έχουν στόχο το "κομπόδεμά" του, το οποίο τις περισσότερες φορές είναι προϊόν αιματηρών οικονομιών και στερήσεων.

Από τη στιγμή που αυτά είναι σε θέση να τα γνωρίζει ένας φοιτητής του οικονομικού, είναι δεδομένο ότι τα γνωρίζει και ο καθηγητής του πανεπιστημίου. Ήταν υποχρεωμένοι οι καθη­γητές των πανεπιστημίων να προειδοποιήσουν τον λαό για τον κίνδυνο και να ζητήσουν την παρέμβαση του εισαγγελέα, για να τιμωρηθούν οι καραγκιόζηδες οι τραπεζίτες, που προ­έβλεπαν θαύματα στο χρηματιστήριο. Με την ίδια λογική που τιμωρείς μια χαρτορίχτρα, που δήθεν προβλέπει το μέλλον, για να εξαπατήσει τους αφελείς, πρέπει να τιμωρείς και τον τραπεζίτη, που παριστάνει τον προφήτη και προβλέπει ότι το χρηματιστήριο θα φτάσει τις 7000 μονάδες. Έπρεπε ο εισαγγελέας να τον καλέσει στο γραφείο του και να του ζητήσει αποδείξεις για τα όσα ισχυριζόταν δημόσια. Όπως καλεί πάντα τον κάθε κομπογιαννίτη, που υπόσχεται θεραπείες με αυθαίρετες και αντιεπιστημο­νικές πρακτικές, έτσι έπρεπε να φέρει και τον εν λόγω ψεύτη αντιμέτωπο μ' έναν επιστημονικό συμβούλιο, για ν' αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του.

Οι πανεπιστημιακοί είχαν τις γνώσεις να κατηγορήσουν τους απατεώνες για ψευδή διαφήμιση των επιτευγμάτων του χρηματιστηρίου κι αυτό θα έβαζε τέλος σ' αυτήν την ιστορία πολύ πριν χάσει ο κόσμος τα χρήματά του μέσα σ' αυτό. Ήταν επίσης υποχρεωμένοι να καταγγείλουν την ύποπτη συμπεριφορά των εξουσιαστών στα όσα συνέβαιναν γύρω από το χρηματιστήριο. Έπρεπε να τους κατηγορήσουν για παρεμβάσεις στην οικονομία και για ύποπτες συναλλαγές με σκοτεινά οικονομικά κέντρα. Ήταν υποχρεωμένοι να το κάνουν αυτό. Γιατί ήταν υποχρεωμένοι; Γιατί απλούστατα εισπράττουν μεγάλους μισθούς για να υπηρετούν τον κόσμο. Ο μισθός του καθηγητή του πανεπιστημίου δεν του δίνεται για να διδάσκει στους φοιτητές κάποιες άσχετες οικονομικές θεωρίες και κάποιες αστείες λογιστικές μεθοδολογίες. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το κάνει κι ένας καθηγητής επιπέδου μέσης εκπαίδευσης. Ο καθένας μπορεί να μάθει απ' έξω ένα βιβλίο και στη συνέχεια να το διδάξει και άρα να το "μεταφέρει". Ο καθηγητής του πανεπιστημίου πληρώνεται αυτά που πληρώνεται για δύο λόγους. Πρώτον, για να προστατεύει υποτίθεται το κοινωνικό σύνολο από τους πάσης φύσεως πονηρούς που είναι δυνατόν να εκμεταλλευτούν την άγνοιά του και δεύτερον, γιατί επίσης υποτίθεται δημιουργεί διαρκώς νέα γνώση-κεφάλαιο που προστίθεται στο εθνικό κεφάλαιο.

Από τη στιγμή που κάποιοι καθηγητές δεν εκτέλεσαν το έργο τους και δεν φάνηκαν αντάξιοι του ρόλου τους, θα πρέπει να τιμωρηθούν. Τι προτείνει ο Υδροχόος; Να φύγουν με τις κλοτσιές από τα οικονομικά πανεπιστήμια όλης της χώρας όλοι οι τακτικοί καθηγητές μαθημάτων που έχουν σχέση με την οικονομία. Να απολυθούν με την κατηγορία του ανάξιου και του βλάκα και να ψάξουν να βρουν δουλειά στην "ανεπτυγμένη" όπως ισχυρίζονται ελληνική οικονομία. Να χάσουν τα προνόμια και τους μισθούς τους και ν' αγνοηθεί παντελώς από την πολιτεία το σύνολο των εισφορών τους για τη συνταξιοδότησή τους. Να θεωρηθεί δηλαδή ότι στα χρόνια εργασίας τους κατέβαλαν εισφορές επιπέδου ΙΚΑ και να περιμένουν να πάρουν την κατώτατη εργατική σύνταξη. Δεν δικαιούται είσπραξη υπεραξίας υπηρέτη ένας ανάξιος υπηρέτης.

Σ' ό,τι αφορά τους επίορκους βουλευτές της βουλής όλων των κομμάτων εκείνης της περιόδου ο Υδροχόος προτείνει: Να κατασχεθεί απ' όλους —χωρίς καμία εξαίρεση— το ήμισυ της περιουσίας τους και να χάσουν το σύνολο των πολιτικών τους δικαιωμάτων εφ' όρου ζωής. Να καταμετρηθεί η περιουσία τους από ελεγκτικά όργανα του κράτους και για όσους βρεθούν στοιχεία παράνομου πλουτισμού να πάνε στη φυλακή. Να χάσουν όλοι ανεξαιρέτως όλα τα προνόμια που απολαμβά­νουν και σ' ό,τι αφορά τις συντάξεις τους ν' ακολουθηθεί η ίδια πρακτική με τους καθηγητές του πανεπιστημίου. Τα εργατικά τους χρόνια να υπολογιστούν σαν χρόνια εργασίας απλού εργάτη και να τους αποδώσουν την ανάλογη σύνταξη.

Τέλος σ' ό,τι αφορά τους κυβερνητικούς παράγοντες τα πράγματα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά, γιατί μιλάμε για πραγματικούς εγκληματίες. Μιλάμε για ανθρώπους που όχι απλά δεν γνωμοδότησαν ή δεν ενήργησαν υπέρ των συμφερόντων του λαού ως όφειλαν, αλλά που αντίθετα χρησιμοποίησαν την εξουσία τους για να υπηρετήσουν ύποπτα συμφέροντα εις βάρος των συμφερόντων του λαού. Αυτοί θα πρέπει να καταδικαστούν με τη λογική που καταδικάζονται κάποιοι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι ποινές τους θα πρέπει να είναι παραδειγμα­τικές προς γνώση και συμμόρφωση όλων των δούλων του λαού, που στο μέλλον θα θελήσουν να επαναλάβουν την ίδια προδοσία.

Ο Υδροχόος προτείνει όλοι ανεξαιρέτως οι υπουργοί της κρίσιμης περιόδου να κατα­δικαστούν προκαταβολικά για πέντε χρόνια φυλάκισης. Αυτά τα χρόνια ποινής θ' αποτελούν την κατώτατη βάση της τελικής ποινής τους. Από αυτά τα χρόνια ποινής κι έπειτα θα μπορούμε να μιλάμε για καταδίκη και τιμωρία που αφορούν προσωπικές ευθύνες από προσωπικούς χειρισμούς. Σ' ό,τι αφορά το οικονομικό μέρος της τιμωρίας τους, θα πρέπει να κατασχεθεί το σύνολο των περιουσιών τους. Να καταμετρηθεί η περιουσία τους από ελεγκτικά όργανα του κράτους, ώστε ν' αποκαλυφθεί πλήρως ο ρόλος τους και η ταυτότητα αυτών που τους διέφθειραν. Από εκεί και πέρα να αξιολογηθεί το σύνολο των στοιχείων και να προσθέσει χρόνια φυλάκισης στα αρχικά πέντε χρόνια. Απλά αυτά τα χρόνια είναι δυνατόν να μειωθούν σε περίπτωση που θα θελήσουν να συνεργαστούν και ν' αποκαλύψουν τους ανθρώπους που διέφθειραν το σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Για προνόμια και συντάξεις δεν είναι δυνατόν ούτε για λόγους ανθρωπιστικούς να συζητάμε. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που αποφάσισαν να καταστρέψουν έναν ολόκληρο λαό και θα ήταν αστείο να μιλάμε για ανθρωπισμό. Ακόμα κι αν ψοφήσουν στους δρόμους σαν τα σκυλιά, δεν πρόκειται να συγκινήσουν κανέναν.

Ιδιαίτερη αντιμετώπιση σ' αυτό το επίπεδο θα πρέπει να τύχουν ο πρωθυπουργός της χώρας, ο υπουργός εθνικής οικονομίας, ο διοικητής της τράπεζας της Ελλάδας, ο διοικητής της κρατικής εθνικής τράπεζας και όλοι οι πέριξ αυτών οικονομικοί σύμβουλοι. Ο ρόλος αυτών θα πρέπει να εξεταστεί εξονυχιστικά, γιατί μόνον έτσι θα καταλάβουμε όλοι τι έγινε και από ποιους έγινε. Από αυτούς ξεκινάει η διαπλοκή των συμφερόντων κι αυτοί μπορούν να γίνουν η άκρη του νήματος που θα μας οδηγήσει κατ' ευθείαν στα σαλόνια των "διαπλεκομένων". Αυτοί οι άνθρωποι, αν αποδειχθεί ότι εκτελούσαν διατεταγμένη αποστολή, θα πρέπει όχι απλά να πάνε στη φυλακή, αλλά να "σαπίσουν" μέσα σ' αυτήν. Η ποινή τους, αν αποδειχθεί ότι συνειδητά διέπραξαν τα εγκλήματά τους, θα πρέπει να είναι ισόβια κάθειρξη χωρίς κανένα δικαίωμα μείωσης της ποινής. Οι άνθρωποι αυτοί απέδειξαν ότι είναι αδίστακτοι, αναίσχυντοι και ανάλγητοι. Όταν, προκειμένου να στηρίξουν μια ολέθρια πολιτική, που τους εξασφαλίζει τις "καρέκλες" τους, δεν διστάζουν να πετάξουν στα σκουπίδια τον "κουμπαρά" του λαού, που είναι τα ασφαλιστικά ταμεία, τότε δεν πρέπει να λογαριάζονται για άνθρωποι. Όταν ο αναγνώστης —με βάση τα όσα έχουμε περιγράψει παραπάνω— γνωρίζει ότι το ελληνικό χρημα­τιστήριο είναι μια καταβόθρα που "καταπίνει" χρήματα, αντιλαμβάνεται το είδος του ανθρώπου που, παρ' όλο που γνωρίζει τι συμβαίνει, επιμένει να επιτρέπει στα ταμεία να "επενδύουν" σ' αυτό.

Ό,τι είπαμε στο σημείο όπου αναφερόμασταν στις τράπεζες και στην ασφάλεια των καταθετών, ισχύει και για τα δημόσια ταμεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Οι επενδύσεις από τη φύση τους εμπεριέχουν την έννοια του ρίσκου. Πλούτο ή κεφάλαιο ρισκάρει μόνον ο ιδιοκτήτης τους και κανένας άλλος. Πώς θα επιτραπεί σε κάποιο κομματόσκυλο, που παριστάνει τον διοικητή του ΙΚΑ, να ρισκάρει για μερικούς μήνες παραμονής του στην εξουσία την περιουσία ενός ολόκληρου λαού; Τι θα γίνει αν χαθεί αυτός ο πλούτος από μια άστοχη επένδυση; Πού θα ξαναβρεθούν τα χρήματα, που είναι οι εισφορές των εργαζομένων, για να πάρουν αυτοί τη σύνταξή τους; Πώς θα γνωρίζει ο κόσμος αν ο θεσμικός επενδυτής δεν επένδυσε τα χρήματα του λαού σε κάποιον κολλητό του, για να γίνουν και οι δύο πλούσιοι; Τι θα πει το κουτορνίθι στον λαό, αν χαθούν τα χρήματα; Απολύστε με; Αυτό θα είναι το κόστος του;

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πόσο εγκληματική είναι η απόφαση των κυβερνητικών παραγό­ντων ν' αφήσουν αναξιόπιστους ανθρώπους να επενδύσουν τα χρήματα του λαού σε ένα αναξιόπιστο χρηματιστήριο. Παρενθετικά εδώ μπορούμε να πούμε το εξής: Με βάση τα όσα είδαμε να συμβαίνουν στην οικονομία, ο αναγνώστης πλέον μπορεί να είναι σίγουρος ότι η ίδια η ύπαρξη των εμπορικών τραπεζών αποτελεί χάρη της εξουσίας προς κάποιους πονηρούς. Όταν υπάρχουν τα ταμεία των εργαζομένων με τις τεράστιες και συνεχείς εισφορές των μελών τους, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της ρευστότητας που διαθέτουν αυτά τα ταμεία. Αν αυτά τα ταμεία πρόσφεραν τραπεζικές υπηρεσίες προς τους κεφαλαιοκράτες —που πάντα έχουν την ανάγκη αυτή— με την ασφάλεια των υποθηκών, τότε καμιά εμπορική τράπεζα δεν θα επιβίωνε.

Θεωρητικά, δηλαδή, σε κανένα εκβιομηχανισμένο κράτος δεν θα έπρεπε να υπάρχει εμπο­ρική τράπεζα, όχι επειδή κάτι τέτοιο θα απαγορευόταν, αλλά γιατί δεν θα μπορούσε να επιβιώσει μια τέτοια τράπεζα. Αν συνέβαινε όμως αυτό σε περιόδους κρίσης, που απειλούνται οι κεφαλαιο­κράτες, τα ταμεία των εργαζομένων όχι μόνο δεν θα άδειαζαν, αλλά θα γέμιζαν, όπως συμβαίνει σήμερα με τα κέρδη των εμπορικών τραπεζών που κερδίζουν μέσα από τον θάνατο της παραγωγής. Η εξουσία όμως, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, δεν επιθυμεί αυτού του είδους τη συνεργασία κεφαλαιοκρατών κι εργαζομένων, γιατί στηρίζει την ίδια την ύπαρξή της σε κάποια συγκεκριμένα δεδομένα. Επένδυσε στην ύπαρξη των εμπορικών τραπεζών, που μπαίνουν ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και τα ταμεία, καταληστεύοντας καί τους δύο. Επένδυσε στη σύγκρουση των πραγματικών γιγάντων της οικονομίας, γιατί επιβιώνει μέσα από την κρίση.

Η εξουσία έχει συμφέρον, όταν απειλούνται οι κεφαλαιοκράτες με καταστροφή, να απειλούνται ταυτόχρονα και τα ασφαλιστικά ταμεία με κατάρρευση. Γιατί; Γιατί σ' αυτήν την περίπτωση εξασφαλίζει συμμάχους και θύματα για να εκτελέσει την απάνθρωπη πολιτική της, που της δίνει το δικαίωμα να επιβιώσει. Εξασφαλίζει τα χρήματα και το "κρέας" που της χρειάζεται για να εκτελέσει τον σχεδιασμό της. Σ' αυτήν την περίπτωση εύκολα πείθει την κεφαλαιοκρατική τάξη να επενδύσει στον πόλεμο και η κατάρρευση των ταμείων εύκολα παρασέρνει τους λαούς σε πράξεις αυτοκαταστροφικές. Αν την ώρα που κινδυνεύουν οι κεφαλαιοκράτες, οι εργάτες δεν απειλούνται με εξαθλίωση, δεν πηγαίνουν στα μέτωπα να γεμίζουν τα χαρακώματα με τα πτώματά τους. Οι στρατιώτες που παίρνουν μέρος στους πολέμους δεν είναι εξωγήινοι. Πρώην εργάτες είναι όλοι οι φουκαράδες, που για κάποιους λόγους κάποιοι αποφάσισαν να τους κάνουν νεκρούς ήρωες. Κάποιοι επιθυμούσαν νεκρούς αυτούς τους πρώην εργαζόμενους και μετέπειτα ήρωες, γιατί "περίσσευαν" στους σχεδιασμούς τους.

Αυτά σ' ό,τι αφορά την εξουσία και τις ευθύνες της. Αυτό που θα εξετάσουμε τώρα είναι η τιμωρία των πραγματικών κλεφτών. Από αυτήν την τιμωρία μόνον θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε τα χρήματα που απαιτούνται για να αποζημιωθούν τα ανύποπτα θύματα του χρηματιστηρίου. Ποιοι είναι αυτοί οι κλέφτες και πώς θ' αντιμετωπιστούν; Αυτοί είναι οι τράπεζες και οι "διαπλεκόμενοι". Η αντιμετώπισή τους ακόμα και στο νομικό επίπεδο είναι πανεύκολη υπόθεση, γιατί ο νόμος προβλέπει με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η εξουσία τους κλέφτες. Πώς αντιμετωπίζει ο νόμος έναν κλέφτη ή έναν κοινό απατεώνα; Τον εντοπίζει και κατόπιν του ζητάει εξηγήσεις για τον ανεξήγητο πλούτο που έχει υπό την κατοχή του. Δεν είναι ανάγκη, δηλαδή, να τον πιάσει επ' αυτοφώρω να κλέβει, για να κινηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες. Ο καθένας από εμάς γνωρίζει ότι είναι μερικά πράγματα που δεν μπορείς να τα κάνεις όταν είσαι απατεώνας, γιατί θα σ' εντοπίσει η εξουσία και θα σε τιμωρήσει, αν δεν μπορείς να δώσεις τις απαιτούμενες εξηγήσεις.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, κάποιος επίσημα άνεργος ή κοινός εργάτης να παρουσιάσει ξαφνικά τραπεζικές καταθέσεις ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών κι αυτό να περάσει απαρατήρητο. Με το που θα δηλώσεις αυτού του είδους τα εισοδήματα, θ' αναγκαστείς να δώσεις εξηγήσεις στα αρμόδια όργανα του κράτους. Όταν παρουσιάζεις τέτοιου μεγέθους εισοδήματα και δεν μπορείς να τα δικαιολογήσεις, τότε η εξουσία θεωρεί βέβαιο ότι είσαι απατεώνας και άρα κινεί τις διαδικασίες δέσμευσης της υπόπτου προελεύσεως περιουσίας. Για την εξουσία είναι δεδομένο ότι, για να κατέχεις αυτήν την περιουσία, είτε πουλάς ναρκωτικά είτε κλέβεις είτε κάνεις οτιδήποτε άλλο παράνομο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις τράπεζες. Οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν να εμφανίζουν τρομερό πλούτο μετά την απόφαση της εξουσίας να ξεπουλήσει το ελληνικό κεφάλαιο και να καταστρέψει τον ελληνικό λαό. Για όσο διάστημα κυρίαρχοι στην Ελλάδα ήταν οι κεφαλαιοκράτες, οι τράπεζες απλά παρακολουθούσαν τη γενικότερη πορεία τής οικονομίας και περιορίζονταν στα κέρδη από τους δανεισμούς. Όλα αυτά άλλαξαν, όταν η εξουσία και οι τράπεζες αποφάσισαν να "ρίξουν" τους ισχυρούς κεφαλαιοκράτες στο όνομα της ένταξης της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια της ευρύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι τράπεζες πήραν το ελεύθερο να καταστρέφουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Με τις ευλογίες των μεγάλων ευρωπαϊκών συμφερόντων, που ήθελαν να ξεκαθαρίσει το τοπίο του ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά, κατέστρεψαν τους πάντες.

Φυσιολογικά —και άρα σε μια υγιή οικονομία— τα κέρδη των τραπεζών θα πρέπει να είναι κατώτερα από τα κέρδη της παραγωγής. Αυτή η διαφορά μάλιστα θα μπορούσε να είναι και δείκτης της υγείας μιας οικονομίας. Αυτό όμως στην περίπτωσή μας δεν συμβαίνει. Από αυτό το σημείο αρχίζει η παρανομία των τραπεζών και από αυτήν την ιδιαιτερότητα μπορεί η εξουσία να τις φέρει αντιμέτωπες με τον νόμο ως κλέφτες. Πρέπει να κληθούν οι τράπεζες να εξηγήσουν τον πλούτο που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι δυνατόν σε μια οικονομία που παρου­σιάζει φθίνουσα πορεία να εμφανίζονται τράπεζες που θησαυρίζουν νόμιμα.

Ας εξετάσει κάποιος τα ιδιόκτητα κεφάλαια των τραπεζών πριν από δέκα χρόνια κι ας τα συγκρίνει με τα σημερινά κεφάλαιά τους. Τι έκαναν στο διάστημα αυτό οι τράπεζες και θησαύρισαν; Όταν η φυσιολογική πορεία των τραπεζών είναι απευθείας ανάλογη της πορείας της παραγωγής, πώς είναι δυνατόν η παραγωγή να παραπαίει και την ίδια ώρα οι τράπεζες να παρουσιάζουν τεράστια κέρδη; Τι παρήγαγαν οι τράπεζες, για να δικαιολογήσουν αύξηση κερδών της τάξεως του τριακόσια και τετρακόσια τοις εκατό; Ναρκωτικά να πουλούσαν, τέτοια κέρδη δεν θα παρουσίαζαν. Από τη στιγμή που δεν πουλάνε ναρκωτικά και ταυτόχρονα δεν υπάρχει παραγωγή που να τις τροφοδοτεί με χρήμα, μια εξήγηση υπάρχει. Για ν' αποκτήσουν οι τράπεζες αυτά τα κέρδη, στράφηκαν εναντίον της παραγωγής και, αφού την οδήγησαν στην ασφυξία με τα πανωτόκια, τη "ρευστοποίησαν".

Τα πράγματα είναι απλά, όταν γνωρίζει κάποιος πώς λειτουργεί η οικονομία. Ο πλούτος που συσσωρεύει μια κοινωνία είναι συγκεκριμένος και σχετίζεται με την παραγωγή ή την υπηρεσία. Οι κεφαλαιοκράτες παράγουν προϊόντα ή προσφέρουν υπηρεσίες και το καταναλωτικό κοινό, προκείμενου ν' απολαύσει αυτά τα προϊόντα, πληρώνει αυτούς που τα διαθέτουν, προ­σφέροντάς τους κέρδος. Αυτό το κέρδος όπως και οι μισθοί των εργαζόμενων συσσωρεύονται υπό μορφή καταθέσεων κι αυτός είναι ο συνολικός πλούτος μιας κοινωνίας. Οι τράπεζες δεν συμμετέχουν σ' αυτήν τη διαδικασία. Όταν λοιπόν εμφανίζουν ξαφνικά μυθικά κέρδη και αύξηση του πλούτου τους, κάτι περίεργο συμβαίνει. Για ποιο λόγο ο πλούτος των πάσης φύσεως εργαζομένων γίνεται πλούτος της τράπεζας; Τα τρισεκατομμύρια που εμφανίζουν οι τράπεζες ως κέρδη, φυσιολογικά σε κάποιους ανήκαν πριν αυτά πέσουν στα χέρια των τραπεζών. Δεν υπάρχει πλούτος "ορφανός" και βέβαια δεν υπάρχει πλούτος που να γεννιέται ως διά μαγείας. Τι προϊόντα πούλησαν οι τράπεζες σε όλους αυτούς, για να τους πάρουν νόμιμα τα χρήματά τους; Ή μήπως οι Έλληνες πήραν τις καταθέσεις τους κι επειδή αγαπούσαν τις τράπεζες τους τις πρόσφεραν ως δωρεά;

Όταν οι νόμιμες δραστηριότητες μιας τράπεζας είναι οι επενδύσεις στην παραγωγή και οι υπηρεσίες προς τους πελάτες τους, δεν δικαιολογούνται τέτοιου μεγέθους κέρδη. Τα κέρδη των ελληνικών τραπεζών δεν δικαιολογούνται από τις νόμιμες τραπεζικές δραστηριότητες μέσα στην προβληματική ελληνική οικονομία. Οι επενδύσεις εκ των δεδομένων δεν αποδίδουν σε μια κατεστραμμένη οικονομία και οι υπηρεσίες προ­σφέρουν πενιχρά κέρδη για να δικαιολογήσουν αυτού του μεγέθους τα κέρδη. Τι έκαναν λοιπόν οι τράπεζες για να εμφανίσουν τέτοιου είδους κέρδη; Ό,τι και να έκαναν είναι αδύνατον να μην ήταν παράνομο υπό τη γενική σημασία του όρου και όχι υπό την τρέχουσα νομολογία. Προφανώς —και γνωρίζοντας εμείς τη φύση της δουλειάς των τραπεζών— συμπεραίνουμε ότι η κερδοφόρος δραστηριότητά τους σχετίζεται με την αισχροκέρδεια, την τοκογλυφία και άρα με την κλοπή.

Τι γίνεται σε μια τέτοια περίπτωση; Ό,τι γίνεται και με τους κοινούς κλέφτες που ασκούν τοκογλυφία. Η τοκογλυφία είναι παράνομη και διώκεται από τον νόμο. Τι θα πει τοκογλυφία; Να πάρει κάποιος φουκαράς δάνειο για να στηρίξει την επιχείρησή του κι αυτό το δάνειο να τον καταστρέψει, όχι επειδή δεν παρήγαγε και άρα επειδή δεν το χρησιμοποίησε με τον σωστό τρόπο, αλλά επειδή ήταν αδύνατον η παραγωγή να παράγει πλούτο με ρυθμό τέτοιο, που να μπορεί ν' ακολουθήσει τους τραπεζικούς τόκους. Υπάρχουν άνθρωποι που πήραν δάνειο δέκα εκατομμυρίων, έχουν πληρώσει στην τράπεζα ήδη πενήντα, χρωστάνε εκατό και η τράπεζα απειλεί να τους πάρει όχι μόνον το εργοστάσιό τους, αλλά το ίδιο τους το σπίτι. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που παρήγαγαν από την παραγωγή τον πλούτο τον οποίο επεδίωκαν και παρ' όλ' αυτά καταστράφηκαν. Όταν κάποιος ήδη έχει πληρώσει πολύ περισσότερα από όσα δανείστηκε, αυτό σημαίνει ότι το δάνειο το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο. Όταν όμως αυτός ο άνθρωπος καταστρέφεται από τις υπερβολικές απαιτήσεις των τραπεζών, υπάρχει πρόβλημα και μάλιστα μεγάλο. Δεν υπάρχει παράγωγή που να μπορεί ν' αντεπεξέλθει στον "καλπασμό" των πανωτοκιών. Δεν υπάρχει παραγωγός, όσο έξυπνος και νοικοκύρης κι αν είναι, που να μπορεί ν' αντεπεξέλθει στον κερδοσκοπικό δανεισμό των τραπεζών.

Κερδοσκόποι και τοκογλύφοι όμοιοι με τις σημερινές τράπεζες δεν έχουν ξαναεμφανιστεί ποτέ στην ελληνική οικονομία. Ακόμα κι ένας άθλιος τοκογλύφος της πιάτσας δεν είναι τόσο αδίστακτος. Λίγο από ντροπή, λίγο από φόβο, πάντα αφήνει το θύμα του ν' "ανασάνει". Έχει κέρδος αν τον αφήνει ν' "ανασαίνει", γιατί στην αντίθετη περίπτωση τον καταστρέφει και χάνει, εκτός από το υπόλοιπο των χρημάτων που του δάνεισε, και έναν πελάτη που θα μπορούσε να τον εκμεταλ­λευτεί και στο μέλλον. Τον απλό τοκογλύφο τον συμφέρει να επιβιώνει έστω και οριακά το θύμα του, γιατί μπορεί πάντα να του αποσπά το μεγαλύτερο μέρος των καρπών του μόχθου του. Αν ο πελάτης του εξοντωθεί, παύει να είναι χρήσιμος.

Αντίθετα οι τράπεζες δεν επιτρέπουν ούτε αυτήν την "ανάσα" κι οδηγούν στον θάνατο τα θύματά τους. Δεν επιτρέπουν την επιβίωση των Ελλήνων κεφαλαιοκρατών, γιατί εκτελούν μια διατεταγμένη αποστολή.  Η τοκογλυφία τους σήμερα εμφανίζεται σαν νόμιμη, γιατί γίνεται με τις "πλάτες" της εξουσίας, που είναι ο εντολοδότης των τραπεζών. Γιατί; Γιατί η ελληνική ηγεσία, υπό την καθοδήγηση της Ευρώπης, έβαλε στο στόχαστρό της το ελληνικό κεφάλαιο. Δεν επιθυμούν τα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας ισχυρό εθνικό κεφάλαιο, που ν' απειλεί τα συμφέροντα των εκλεκτών τους και να κάνει τις χώρες μέλη της Ε.Ε. απείθαρχες. Αυτήν την απειθαρχία δεν τη δέχονται ούτε από πλευράς των ασήμαντης ισχύος παραγωγών της γεωργίας. Με "προγράμ­ματα" επιδοτήσεων και δανειοδοτήσεων έχουν καταφέρει και ελέγξουν όχι μόνο το είδος και τον όγκο των εθνικών παραγωγών, αλλά και την ταυτότητα των ίδιων των παραγωγών.

Οι ισχυροί της Ευρώπης αποφάσισαν ποιοι και πόσοι θα είναι οι παραγωγοί. Αυτοί επέλεξαν το μέγεθός τους και το είδος της παραγωγής τους. Τους μικρούς παραγωγούς τους εξόντωσαν κι αυτούς που επιβίωσαν τους ελέγχουν με τα δάνεια. Επέλεξαν να είναι τόσο ισχυροί, ώστε να έχουν συμπλέοντα συμφέροντα με το σύστημα και ταυτόχρονα τόσο αδύναμοι, ώστε να μην κάνουν του κεφαλιού τους και να σέβονται τις ποσοστώσεις στην παραγωγή. Μ' αυτήν την πρακτική τους απομόνωσαν από την αγορά, εφόσον δεν μπορούν ν' ακολουθούν τις ανάγκες της και να λειτουργούν ως πραγματικοί κεφαλαιοκράτες. Παράγουν ό,τι τους υποδει­κνύουν κι αυτό σημαίνει ότι παράγουν ως ευνούχοι που δέχονται εντολές. Όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν ανήκουν στο κλαμπ των ισχυρών, έχουν πέσει θύματα τέτοιων πολιτικών. Χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία ή η Αυστρία, τελούν υπό αυστηρό έλεγχο της ανάπτυξης και της λειτουργίας του κεφαλαίου τους. Τέτοιου είδους πολιτικές θα εφαρμοστούν από την Ε.Ε. και σ' όλα τα προς ένταξη σ' αυτήν κράτη.

Προκειμένου το γερμανικό ή το βρετανικό ή το γαλλικό κεφάλαιο να κυριαρχήσει ανενόχλητα στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά, οι εθνικές ηγεσίες εξαναγκάσθηκαν να στραφούν εναντίον του συνόλου του εθνικού τους κεφαλαίου. Χρησιμοποιώντας τα μεγάλα "πακέτα" των ευρωπαϊκών χρηματοδο­τήσεων, έριξαν "στάχτη" στα μάτια του κόσμου, για να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ο κόσμος θεωρεί ότι εξαιτίας εκείνων των δισεκατομμυρίων χρωστάει στην Ευρώπη και δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Δεν καταλαβαίνει ότι τα πάντα είναι θέμα γνώσης της απλής πράξης της πρόσθεσης. Η Ε.Ε. δεν είναι μια φιλανθρωπική οργάνωση που μοιράζει χρήματα. Απλά έδωσε προκαταβολικά μία δραχμή για να πάρει σε κάποια στιγμή δέκα δραχμές. Αυτή η μία δραχμή είναι τα μεγάλα "πακέτα". Εξαιτίας αυτών των "πακέτων" μπόρεσαν και μπήκαν οι Ευρωπαίοι "ληστές" μέσα στην ελληνική οικονομία. Χάρη σ' αυτά τα "πακέτα" μπήκαν μέσα στην Ελλάδα εταιρείες μη παραγωγικές και καθαρά εισπρακτικές σαν την Continent, την Lidl, την Hyatt κλπ.. Όλοι οι πονηροί έχουν εισβάλει στην ελληνική αγορά και ρημάζουν τα πάντα. Αν προσθέσει κάποιος τα εβδομαδιαία κέρδη αυτών των εταιρειών, που βρίσκονται εντός του ελληνικού οικονομικού περιβάλλοντος εντελώς παράτυπα, θα διαπιστώσει ότι τα μεγάλα έργα ο ελληνικός λαός τα έχει πληρώσει μέχρι τώρα πεντακόσιες φορές. Λέμε "παράτυπα", γιατί αυτού του είδους οι εμπορικές εταιρείες δεν προσφέρουν υπηρεσίες στον ελληνικό λαό. Ο λαός έχει ανάγκη ένα εργοστάσιο της Mercedes στην οικονομία και όχι έναν πονηρό μπακάλη ή παπατζή που απλά εισπράττει. Μπακάληδες και παπατζήδες έχει η Ελλάδα από μόνη της και δεν είχε την ανάγκη των ξένων, όπως είναι η Continent ή η Hyatt.

Αιχμή του δόρατος αυτής της καταστροφικής πολιτικής ήταν οι τράπεζες. Οι τράπεζες θα γίνονταν τα "σκυλιά" του θανάτου που θα κατασπάραζαν τους Έλληνες κεφαλαιοκράτες. Έχοντας οι τράπεζες τη στήριξη της εξουσίας, δεν δίστασαν να καταστρέψουν τα πάντα. Οι τράπεζες ήταν αυτές που προετοίμαζαν τον χώρο για τη ληστρική εισβολή των μεγάλων οικονομικών συμφε­ρόντων. Με την πρακτική της "καμένης" γης έδιναν το συντριπτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή των μεγάλων βιομηχανιών της Ευρώπης. Αυτό που κάποτε απαιτούσε πόλεμο για να γίνει, το κατάφεραν οι ισχυροί με την πονηριά τους.  Το θέμα είναι ότι, άσχετα με το πώς κατάφεραν να μετατρέψουν την ελληνική οικονομία σε έρημο, άφησαν "ίχνη". Η δύναμη αντίστασης του κεφαλαίου τις εξανάγκασε να καταφύγουν στην τοκογλυφία κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαφανιστεί ως στοιχείο. Το όλο θέμα είναι πλέον ν' αλλάξει η εξουσία χέρια. Αν συμβεί αυτό, τότε οι τράπεζες έρχονται αντιμέτωπες με τον νόμο και τα θύματά τους.

Τι γίνεται σε αυτήν την περίπτωση; Καλεί ο εισαγγελέας την τράπεζα να δώσει εξηγήσεις για τον ανεξήγητο και τεράστιο πλούτο που εμφανίζει. Αν αποδειχθεί —πράγμα πολύ εύκολο— ότι αυτός ο πλούτος είναι προϊόν παράνομης δραστηριότητας, τα πράγματα είναι απλά. Διατη­ρούνται τα αποθέματα της τράπεζας που αφορούν τις καταθέσεις των πελατών της και τα υπόλοιπα περιουσιακά της στοιχεία κατάσχονται από το κράτος. Επειδή οι τράπεζες δεν είναι αυτόβουλα όντα που λειτουργούν με βάση τη δική τους κρίση, ο εισαγγελέας πρέπει να καλέσει σε απολογία και τις διοικήσεις τους. Αυτοί που θα κριθούν υπεύθυνοι για τα εγκλήματα της τράπεζας πάνε κατ' ευθείαν στη φυλακή και οι προσωπικές τους περιουσίες θα κατασχεθούν ως προϊόντα εγκλήματος.

Τότε είναι ευκαιρία να διαπιστώσουμε και τις μαντικές ικανότητες ορισμένων τραπεζιτών. ’ραγε θα φτάσει η ποινή τους τις 7000 ημέρες ή μήπως θ' αγγίξει τις 70000; Θα προφητεύσουν το limit up των ποινών τους ή θα πάνε ταπεινωμένοι στη φυλακή; Έχουμε γίνει όλοι μάρτυρες αστείων πραγμάτων. Οι γύφτοι οι τραπεζίτες και άλλοτε σφουγκοκολάριοι των κεφαλαιοκρατών, έγιναν ισχυροί παράγοντες της κοινωνίας κι έχουν το θράσος να μας απειλούν. Εδώ έχει νόημα κι αυτό που λέει ο λαός …"Απέκτησε η μύγα κώλο και έχεσε τον κόσμο όλο". Απέκτησαν ισχύ κι οι γύφτοι τραπεζίτες και τρόμαξαν τους νοικοκυραίους.

Αμέσως επόμενος στόχος είναι οι περίφημοι πλέον "διαπλεκόμενοι". Αυτοί είναι επίσης εύκολη περίπτωση, γιατί είναι "ανοιχτοί" απ' όλες τις πλευρές. Έχουν την αφέλεια να πιστεύουν ότι, δρώντας υπό τη σκέπη της εξουσίας και βάση νομότυπων συμφωνιών, δεν κινδυνεύουν από κανέναν. Αγνοούν ότι όλα αυτά ισχύουν μόνον για το διάστημα που η εξουσία δεν αλλάζει χέρια. Αν καταδικαστεί η ίδια η εξουσία που τους νομιμοποιεί, θα την ακολουθήσουν σε χρόνο μηδέν. Όλοι αυτοί λειτουργούν με σχεδόν νόμιμες διαδικασίες μέσα σε παράνομα πλαίσια. Αν αυτοί που έθεσαν τα πλαίσια καταδικαστούν, παρασέρνουν κι αυτούς που λειτουργούσαν νομότυπα μέσα σ' αυτά.

Είναι σαν να κλείνει ένας έμπορος ναρκωτικών συμφωνία μ' έναν διευθυντή φυλακών να πουλάει νόμιμα ναρκωτικά μέσα στη φυλακή. Ο διευθυντής είναι η εξουσία και έμπορος είναι ο επιχειρηματίας. Η συμφωνία μπορεί να έγινε με όλες τις νόμιμες διαδικασίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Όλα λειτουργούν τέλεια για όσο διάστημα ο διευθυντής, που θεωρεί νόμιμα τα ναρκωτικά, είναι αυτός που ελέγχει την εξουσία. Αν για κάποιο λόγο χάσει την εξουσία, θα κλάψουν άπαντες. Αν καταδικαστεί η ελληνική εξουσία για ξεπούλημα του ελληνικού κεφα­λαίου, εύκολα καταδικάζονται οι "διαπλεκόμενοι", γιατί είναι πολύ εύκολο ν' αποδειχθεί ότι αυτοί είναι που εξανάγκα­σαν τα κουτορνίθια να ξεπουλήσουν το ελληνικό κεφάλαιο. Εύκολα δηλαδή απο­δεικνύεται ότι ο έμπορος ναρκωτικών ήταν αυτός που διέφθειρε τον διευθυντή για να νομιμο­ποιήσει με την εξουσία του κάτι παράνομο, το οποίο οι ίδιοι θα εκμεταλλεύονταν στη συνέχεια με νόμιμο τρόπο.

Σήμερα όλοι αυτοί αισθάνονται ισχυροί, γιατί έχουν διαφθείρει το σύνολο του πολιτικού κόσμου και νομίζουν ότι τίποτε δεν τους απειλεί. Αγνοούν ότι, αν αυτός ο πολιτικός κόσμος καταδικαστεί, θα τους "πάρει" μαζί του. Οι πολιτικοί που θα καταδικαστούν δεν είναι δύσκολο —για να ελαφρύνουν τη θέση τους— ν' αποκαλύψουν το σύνολο των ανομιών των "διαπλε­κο­μέ­νων". Τότε θα δούμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος των πονηρών. Θ' αποκαλυφθούν οι όροι των συμβολαίων των προνομιακών τους συνεργασιών με το κράτος. Θα δούμε όλοι πώς γίνονται οι αναλήψεις των δημο­σίων έργων, οι προμήθειες του κράτους σε στρατιωτικό ή τηλεπικοινωνιακό υλικό. Θα δούμε πώς κάποιοι κατάφεραν να πάρουν τα πάσης φύσεως "ξυστά" ή "φτυστά" από τα χέρια ενός ανισόρ­ροπου και διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού. Αυτοί όλοι οι καρα­γκιόζηδες θα τιμωρηθούν με τον πιο αυστηρό και παραδειγματικό τρόπο. Θα δουν τι σημαίνει οργή λαού και θα κλάψουν πικρά για τα όσα αποτόλμησαν να κάνουν εις βάρος του.

Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν είναι δύσκολο να βρεθούν τα χρήματα που απαιτούνται για ν' αποζημιωθεί ο λαός. Από τη στιγμή που ξέρουμε ποιος τα πήρε, δεν είναι δύσκολο να τα ξαναπάρουμε πίσω. Τα χρήματα, όπως δεν γεννιούνται ως δια μαγείας, έτσι και δεν χάνονται. Από τη στιγμή που δεν χάνονται, κάποιοι τα έχουν κι εμείς θα τους βρούμε για να τα πάρουμε πίσω.

Αυτό που θα δούμε τώρα είναι η ταυτότητα αυτών που θα τύχουν απο­ζημίωσης. Θα αποζημιωθούν όλοι οι μικροεπενδυτές, που πραγματικά παρασύρθηκαν στο χρηματιστήριο. Θα αποζημιωθούν εκατό τοις εκατό. Θα πάρει ο καθένας πίσω το αρχικό κεφάλαιο που επένδυσε. Δεν μιλάμε βέβαια για επιστροφή κερδών, αλλά για απλή αποζημίωση. Αυτοί που δεν θα πάρουν δραχμή πίσω θα είναι οι "παίχτες" του χρηματιστηρίου πριν από την κρίσιμη περίοδο. Ακόμα κι ένας ασήμαντος "παίκτης" που διακινούσε μικροποσά δεν θα πάρει δραχμή αποζημίωση. Εξαιτίας αυτών των βλακών παρασύρθηκε ο λαός και άρα δεν είναι δυνατόν να ελπίζουν σε αποζημίωση. Ας κάνει ο καθένας απ' αυτούς την αυτοκριτική του κι ας θυμηθεί πόσους αφελείς πήρε ο ίδιος στο "λαιμό" του, πείθοντάς τους για τη "μαγεία" του χρημα­τιστηρίου. Αποζημίωση δεν δικαιούνται και οι πλούσιοι που παρασύρθηκαν μέσα σ' αυτό. Δεν είναι δυνατόν να παριστάνεις τον πλούσιο και τον ισχυρό και σε περίπτωση αποτυχίας να ελπίζεις σε κοινωνικές πολιτικές. Δεν είναι δυνατόν να "παίζεις" με τριακόσια εκατομμύρια κι αν τα χάσεις να κλαις και να παρακαλάς να σου τα δώσουν πίσω. Είσαι θηρίο της οικονομίας και ένα θηρίο δίνει μάχες που άλλες φορές κερδίζει και άλλες φορές χάνει. Όπως κάποιοι άλλοι έκλαψαν, για να βγάλεις εσύ αυτά τα εκατομμύρια, έτσι θα κλάψεις κι εσύ αν θα τα χάσεις. Αποζημιώνονται τα άκακα πρόβατα και όχι οι αποτυχημένοι λύκοι.

Ο Υδροχόος έχει πλέον στήσει το "δόκανο" και περιμένει τα πονηρά "πουλάκια" να πέσουν στα χέρια του. Δεν έχει σημασία αν αυτά που ισχυρίζεται θα γίνουν αύριο ή σε ένα μήνα ή σε ένα χρόνο. Σημασία έχει ότι θα γίνουν, γιατί δεν μπορεί η εξουσία να επιτύχει κανέναν από τους στόχους της που θα της εξασφαλίσει έστω και στο οριακό επίπεδο την κοινωνική ειρήνη. Δεν μπορεί δηλαδή να επιτύχει ούτε τον στόχο της στοιχειώδους επιβίωσης του λαού. Ακόμα και οι θλιβερές 150.000 δρχ. που υπόσχεται αυτήν τη στιγμή η κυβέρνηση στους συνταξιούχους είναι στόχος που δεν επιτυγχάνεται. Τίποτε δεν είναι δυνατόν να επιτύχει, γιατί τα πάντα συνδέονται με το κεφάλαιο κι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει ελληνικό κεφάλαιο για να στηρίξει την οποιαδήποτε πολιτική. Το συνταξιοδοτικό πρόβλημα, η ανεργία, η κοινωνική πολιτική κλπ., απαιτούν κεφάλαιο για να ρυθμιστούν. Τέτοιο κεφάλαιο αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα δεν υπάρχει.

Οποιαδήποτε κυβέρνηση κι αν προκύψει στις εκλογές του 2000 είναι αδύνατον να στηρίξει το καταρρέον χρηματιστήριο και ν' αποφύγει τη γενική κατακραυγή και την αντίδραση του κόσμου. Ο κόσμος που έχει εγκλωβιστεί μέσα στο χρηματιστήριο είναι ήδη κατεστραμμένος και καμία εξυπναδούλα δεν μπορεί να τον σώσει. Δεν μπορεί η εξουσία να τον ξεγελάει επ' άπειρον με πονηράδες του τύπου ..." "ψυχραιμία", για όσο διάστημα δεν "βγαίνεις" από αυτό δεν είσαι χαμένος". Πώς θα τους πείσει δηλαδή; Θα πείσει τους Έλληνες να θεωρούν ότι έχουν χρήματα στο χρηματιστήριο, άσχετα αν κάθε φορά που επιχειρούν να τα τραβήξουν, αυτά μειώνονται; Να θεωρούν, δηλαδή, ότι έχουν εκατομμύρια και, κάθε φορά που έχουν ανάγκη ρευστού, να διαπιστώνουν ότι είναι εγκλωβισμένοι;

Οι ανάγκες του οριακά φτωχού πλέον και άνεργου ελληνικού λαού θα τον αναγκάσουν σε κάποια στιγμή να τα τραβήξει, άσχετα με τις απώλειες. Τότε θα κάνει ο μέσος Έλληνας καταμέτρηση της ζημιάς του από το χρηματιστήριο. Τότε να δούμε ποιος θα βρεθεί μπροστά του, για να του εξηγήσει με τις νομικίστικες μεθόδους τι ακριβώς έγινε. Τα δυτικοτραφή κουτορνίθια με τα πτυχία του Harvard, που ήρθαν να ξεγελάσουν τον ελληνικό λαό, σύντομα θα δια­πιστώσουν το σφάλμα τους. Έγινε ο κάθε καραγκιόζης manager, που θα σώσει την οικονομία, τις ΔΕΚΟ, τα εθνικά συμφέροντα, το σύστημα υγείας κλπ., με τις νομικίστικες πατέντες των πονηρών της άλλης άκρης του Ατλαντικού. Όλοι αυτοί σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι όχι με τον Υδροχόο, αλλά με τον κατεστραμμένο οικονομικά κόσμο κι αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί στον κλέφτη.

Οι σχεδιαστές και τα "παπαγαλάκια" της Νέας Τάξης Πραγμάτων, που είναι οι διεφθαρμένοι μεγαλοαστοί, ας έχουν υπόψη τους ότι η Ελλάδα θα γίνει ο τάφος τους. Ο Υδροχόος έχει το "φτυάρι" και τη διάθεση να τους θάψει ζωντανούς. Ειδικά τους Έλληνες προδότες θα τους κυνηγήσει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Ακόμα και στο "κέρατο της κατσίκας" να κρυφτούν, θα τους βρει, για να τους τιμωρήσει σκληρά και να πάρει πίσω αυτά που έκλεψαν από τον κόσμο. Τα ψέματα κάποτε τελειώνουν και τώρα πλησιάζει το τέλος του ψέματος του χρηματιστηρίου.

 

 

 

          Παναγιώτης Τραϊανού

Δημιουργός της θεωρίας του ΥΔΡΟΧΟΟΥ