Ι Κ Α

Το ατσάλινο "χέρι" της εργατικής τάξης.

Το "χέρι" που θα σπάσει τον "γόρδιο δεσμό" της διαπλοκής στην Ελλάδα.

 

 

Κάποιοι στην Αθήνα δεν κατάλαβαν εκείνο που ακόμη κι ένα μικρό παιδί είναι σε θέση να γνωρίζει. Τι είναι αυτό; Ότι ποτέ δεν στριμώχνεις τα θηρία στις γωνίες, γιατί στις περιπτώσεις αυτές αντιδρούν βίαια. Τα θηρία γίνονται εξαιρετικά επικίνδυνα, όταν νιώθουν ότι απειλούνται και προπαντώς όταν πληγώνονται. Μπορείς να τα ξεγελάς όσο θέλεις, μόνον όταν σέβεσαι τα όρια των ενστίκτων τους. Όταν αυτά τα όρια ξεπεραστούν, τα πράγματα γίνονται ανεξέλεγκτα και συνήθως ισχύει το γνωστό ...ο θάνατός σου η ζωή μου. Από εκεί και πέρα επιβιώνει ο ισχυρότερος κι αυτός είναι πάντα το θηρίο.

Στην περίπτωσή μας το θηρίο είναι το ΙΚΑ κι αυτοί που δεν το σεβάστηκαν —και βέβαια θα κινδυνέψουν— είναι οι μεγαλοαστοί που μας κυβερνούν. Οι σημερινές αψιμαχίες, μεταξύ των εργαζομένων και της κυβέρνησης, δεν είναι παρά η αρχική εκδήλωση της ενόχλησης ενός θηρίου και βέβαια η κορυφή ενός παγόβουνου, που, όταν αποκαλυφθεί το μέγεθός του, πολλοί θα είναι αυτοί οι οποίοι θα τρομάξουν. Γιατί όμως το λέμε αυτό; Γιατί το πρόβλημα με το ΙΚΑ δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμα σε όλο του το μέγεθος και στις πραγματικές του διαστάσεις. Δεν έχουν ακόμα αποσαφηνισθεί πλήρως οι λεπτομέρειες που το χαρακτηρίζουν κι ούτε έχουν εμφανιστεί τα πλήρη δεδομένα που το αφορούν. Αστοί εξακολουθούν να είναι αυτοί που απειλούν το ΙΚΑ και αστοί είναι αυτοί οι οποίοι υποτίθεται το υπερασπίζονται.

Εξακολουθεί δηλαδή να είναι ασαφές το πλέον σημαντικό δεδομένο που αφορά το ΙΚΑ. Το ΙΚΑ δεν ανήκει ούτε στους αστούς, που αντιπροσωπεύουν το ληστρικό κράτος, αλλά ούτε και στους αστούς, που έχουν αναλάβει εργολαβικά την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργατών. Το ΙΚΑ ανήκει αποκλειστικά σ' αυτούς που κατέθεσαν μισθούς μιας ολόκληρης ζωής, για να βρεθούν σήμερα μπροστά σε άδεια ταμεία. Ανήκει σ' αυτούς που κατέθεταν εισφορές εκατομμυρίων επί χρόνια και που στο άμεσο μέλλον θα είναι αναγκασμένοι να εισπράττουν συντάξεις πρόνοιας.

Στο σημείο αυτό μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει και την πραγματική ουσία του ζητήματος. Το ΙΚΑ ανήκει στη σφαίρα των ιδιωτικών συμφερόντων και όχι σ' αυτήν των δημοσίων συμφερόντων, όπως εκ του πονηρού αφήνει να υπονοείται το κράτος. Το κράτος σήμερα επιχειρεί μια επίθεση εις βάρος των ταμείων, που, όσο κι αν την περιβάλει με ομιχλώδη επιχειρήματα κοινωνικής υφής, είναι επίθεση εναντίον ιδιωτικών συμφερόντων.

Αυτό που δείχνει να αγνοεί είναι ότι ποτέ και κανένα κράτος δεν κέρδισε μάχη εναντίον τέτοιου είδους μαζικών ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτού του είδους οι μάχες απαιτούν βίαιη συμπεριφορά. Απαιτούν βίαιη επίθεση, γιατί είναι βέβαιον ότι θα υπάρξει βίαιη απάντηση από αυτούς των οποίων θίγονται τα συμφέροντα. Η οικειοποίηση των ιδιωτικών κεφαλαίων από το κράτος απαιτεί βίαιη σύγκρουση κι αυτό είναι κάτι που μόνον οι κομμουνιστές κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν.

Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης σε τι ακριβώς αναφερόμαστε. Ακούμε από τους αστούς, που αντιπροσωπεύουν το κράτος και μας κυβερνάνε, επιχειρήματα, που στηρίζονται σε κάποιες συγκεκριμένες έννοιες. Ακούμε, για παράδειγμα, περί κοινωνικών ασφαλίσεων, περί συνεισφοράς του κράτους στις συντάξεις, περί δημοσίων συντάξεων κλπ.. Τι είναι όλα αυτά και τι σχέση έχουν με την πραγματικότητα που αφορά το ΙΚΑ; Όλα αυτά είναι ανοησίες του υψίστου τύπου, που έχουν κάποιο νόημα στην παρούσα φάση, γιατί ακριβώς δεν έχουν αποσαφηνισθεί τα πράγματα. Έχουν κάποιο νόημα, γιατί δεν έχει γίνει από τους θιγόμενους αντιληπτή η πραγματική κατάσταση που αφορά τα ταμεία τους. Αυτά όλα θα εξακολουθήσουν να έχουν κάποιο νόημα, μόνον για όσο διάστημα —τα όποια ταμεία υπάρχουν— θα έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν συντάξεις στους δικαιούχους.

Η σημερινή επιχειρηματολογία δηλαδή επιβιώνει, όχι γιατί έχει κάποια σχέση με την πραγματικότητα, αλλά γιατί συμβαίνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, γιατί τα ταμεία εξακολουθούν και καλύπτουν τις ανάγκες τους και δεύτερον, γιατί δεν αποσαφηνίζεται η κατάσταση που τα αφορά. Επιβιώνει η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, γιατί δεν επείγει η επίλυσή των προβλημάτων των ταμείων. Κανένας δηλαδή δεν "ψάχνει" να βρει τι πραγματικά συμβαίνει, γιατί απλούστατα τα προβλήματα δεν έχουν φτάσει στο οριακό επίπεδο κι αυτό είναι κάτι που το σύστημα το εκμεταλλεύεται για να λέει τις ανοησίες του.

Για να γίνει η αποσαφήνιση και άρα για να ξεχωρίσουν μεταξύ τους τα εμπλεκόμενα μέρη, θα πρέπει να διακρίνουμε τους αντιπάλους και άρα να διαλύσουμε την ομιχλώδη κατάσταση. Αυτό, που σήμερα φαίνεται σαν ένας τρομερός "Γόρδιος Δεσμός", στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο περίπλοκο, αν γνωρίζει κάποιος τι πραγματικά αναζητεί. Η φαινομενική περιπλοκότητά του οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχει εμπλοκή του κράτους στα ταμεία κι επιπλέον τα συμφέροντα αυτών που θίγονται είναι τόσο μαζικά, που εύκολα μπερδεύονται με τα κοινωνικά συμφέροντα.

Το όλο θέμα δηλαδή είναι να διαχωριστεί η έννοια "ασφαλιστικό ταμείο" από την έννοια "κράτος" και άρα να διαχωριστεί η έννοια "ιδιωτικό συμφέρον" από την έννοια "δημόσιο συμφέρον". Αν γίνει αυτός ο διαχωρισμός, εύκολα αποκαλύπτονται τα πάντα. Το κράτος επενδύει σ' αυτήν την ασάφεια και επάνω σ' αυτήν επιχειρηματολογεί, λέγοντας ανοησίες.

Τα βασικά στοιχεία της ιδιότυπης "ομίχλης", που καλύπτει την κατάσταση και δίνει στους πονηρούς τη δυνατότητα να ελίσσονται, είναι η άγνοια των θιγομένων, καθώς και η μακρόχρονη πλύση εγκεφάλου, που έχουν υποστεί οι άνθρωποι, εξαιτίας της κρατικής προπαγάνδας. Το αποτέλεσμα αυτής της προπαγάνδας ήταν να αποκτούν τα θύματά της τις κατά παραγγελίαν "αλλεργίες", που εξυπηρετούν το σύστημα.

Πώς λειτουργούν όλα αυτά μεταξύ τους και υπηρετούν το σύστημα; Ο πολύς ο κόσμος, για παράδειγμα, δεν γνωρίζει να ξεχωρίζει πραγματικά την έννοια του "δημοσίου συμφέροντος" από αυτήν του "ιδιωτικού συμφέροντος". Μπερδεύει την έννοια του "δημοσίου συμφέροντος" μ' αυτήν του "συλλογικού συμφέροντος", το οποίο τις περισσότερες φορές είναι ιδιωτικό.

Δημόσιο συμφέρον —που είναι από τη φύση του συλλογικό— είναι ό,τι αφορά τους πάντες μέσα σε μια κοινωνία και ένα κράτος· από το νεογέννητο μωρό, μέχρι τη γριά, που δεν γνωρίζει ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας κι αν απελευθερωθήκαμε τελικά από τους Τούρκους. Όλα τα υπόλοιπα συμφέροντα, που αφορούν, είτε μικρές είτε μεγάλες κοινωνικές ομάδες, είναι συλλογικά συμφέροντα, που ανήκουν στα ιδιωτικά συμφέροντα.

Το γεγονός δηλαδή ότι ένα συμφέρον είναι συλλογικό, δεν το καθιστά αυτόματα σε δημόσιο. Ακόμα και οι εγκληματίες έχουν μεταξύ τους κοινά συμφέροντα. Αυτά τα συμφέροντα είναι συλλογικά συμφέροντα. Είναι δυνατόν αυτά τα ιδιωτικά συλλογικά συμφέροντα να είναι ταυτόχρονα και δημόσια; Η κρατική προπαγάνδα επιθυμεί να μπερδεύει ο κόσμος τα συλλογικά συμφέροντα με τα δημόσια, γιατί με τον τρόπο αυτόν μπορεί το κράτος και βάζει το μακρύ του "χέρι" όπου θέλει. Από εκεί και πέρα το σύστημα έχει εκπαιδεύσει τον άνθρωπο να έχει "αλλεργία" απέναντι στην έννοια "ιδιωτικό συμφέρον" και μόνον που την ακούει.

Το σύστημα δηλαδή εκμεταλλεύεται τις προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες των λαών και πάνω σ' αυτές "επενδύει" για να τους εκμεταλλεύεται, χρησιμοποιώντας την προπαγάνδα του. Επειδή γνωρίζει ότι οι ισχυροί ιδιώτες και τα μεγάλα συμφέροντά τους ταλαιπώρησαν επί αιώνες τους εργαζομένους, ανέλαβε το ίδιο εργολαβικά να προστατεύσει τα συλλογικά συμφέροντα των αδύναμων ιδιωτών, ταυτίζοντας τα συμφέροντά τους με τα δημόσια. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η παγίδα.

Τα δημόσια συμφέροντα μπορούν να συμπλέουν με τα ιδιωτικά, αλλά δεν ταυτίζονται. Τα δημόσια συμφέροντα είναι κάτι το πολύ συγκεκριμένο και η υπεράσπισή τους αποτελεί μέριμνα του κράτους και των μηχανισμών του. Η υπεράσπιση των ιδιωτικών συμφερόντων αποτελεί μέριμνα των ιδιωτών και ο ρόλος του κράτους είναι να επιβλέπει την τήρηση των νόμων που διέπουν την ανθρώπινη κοινωνία. Ρόλος του κράτους είναι να ελέγχει τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα να μην αδικούν τα πιο αδύναμα ιδιωτικά συμφέροντα.

Όπως προείπαμε, τα δημόσια συμφέροντα αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, ενώ τα ιδιωτικά συμφέροντα αφορούν, είτε το κάθε άτομο ξεχωριστά είτε υποσύνολα ατόμων. Σε ένα κοινωνικό σύνολο χιλίων ανθρώπων τα κοινά συμφέροντα των εννιακοσίων ενενήντα εννέα ανθρώπων είναι συλλογικά ιδιωτικά συμφέροντα και όχι δημόσια. Μόνον τα κοινά συμφέροντα καί των χιλίων ανθρώπων είναι δημόσια. Ρόλος του κράτους και άρα δημόσιο συμφέρον είναι να μην απειλούν τα ιδιωτικά συμφέροντα των εννιακοσίων ενενήντα εννέα ανθρώπων τα ιδιωτικά συμφέροντα του ενός, αλλά και το αντίστροφο.

Μέριμνα του κράτους είναι πάντα το δημόσιο συμφέρον και τίποτε άλλο. Αυτό είναι κάτι που αφορά όλες τις κοινωνίες όλων των μεγεθών. Η άμυνα του κράτους, για παράδειγμα, είναι κάτι που αφορά το σύνολο των πολιτών και άρα ολόκληρη την κοινωνία και για τον λόγο αυτόν είναι αρμοδιότητα του κράτους. Το κράτος παρακολουθεί το εθνικό κεφάλαιο και μεριμνά για την αντιμετώπιση των όποιων απειλών εναντίον του. Αυτό παρακολουθεί τις εξελίξεις κι αυτό παίρνει αποφάσεις με πλήρη αρμοδιότητα στα θέματα που αφορούν το πρόβλημα αυτό.

Αντίθετα μ' αυτήν την κατάσταση, τα ιδιωτικά συμφέροντα ανήκουν στις αρμοδιότητες των ιδιωτών. Ένα ιδιόκτητο χωράφι, για παράδειγμα, δεν αποτελεί αρμοδιότητα του κράτους. Το κράτος δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις που το αφορούν κι ούτε είναι αυτό το οποίο παίρνει αποφάσεις. Αυτά όλα ανήκουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ιδιώτη, που είναι ιδιοκτήτης του. Απλά μέσα στα πλαίσια της ευνομούμενης πολιτείας —και για να μην εκδηλωθούν φαινόμενα αυτοδικίας και άρα συνθήκες ζούγκλας— το κράτος αναλαμβάνει την υπεράσπιση του ιδιωτικού συμφέροντος. Αναλαμβάνει την υπεράσπιση της βούλησης του ιδιοκτήτη, σαν να επρόκειτο για δική του απόφαση, που αφορούσε δική του ιδιοκτησία.

Στην περίπτωση αυτήν, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, έχουμε εμπλοκή συμφερόντων και γι' αυτό γίνεται η ανάμειξη του κρατικού μηχανισμού στα ιδιωτικά συμφέροντα. Σ' αυτήν την περίπτωση υπάρχει ταυτόχρονα καί ιδιωτικό καί δημόσιο συμφέρον. Ιδιωτικό συμφέρον, όπως είναι φυσικό, υπάρχει, γιατί ο ιδιώτης προστατεύει τα συμφέροντα του με μέσον τους μηχανισμούς τού πανίσχυρου κράτους. Δημόσιο συμφέρον υπάρχει, γιατί με τον τρόπο αυτόν αποφεύγεται η "ζουγκλοποίηση" της κοινωνίας κι αυτό είναι κάτι που αφορά το σύνολο της κοινωνίας και όχι μόνον αυτούς που θίγονται άμεσα. Η "ζουγκλοποίηση" της κοινωνίας δεν αφορά μόνο αυτόν που κατέχει ένα χωράφι και τους ομοίους του, αλλά αφορά καί το νεογέννητο μωρό καί τη γριά στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως.

Από αυτό το διπλό συμφέρον γεννήθηκε και το ίδιο το σύστημα. Το δημόσιο συμφέρον δημιούργησε τον κρατικό μηχανισμό και το ιδιωτικό συμφέρον, επειδή ωφελείται από τους μηχανισμούς τού κράτους, συντηρεί το κράτος μέσω της φορολογίας. Όπως αντιλαμβανόμαστε, αυτά τα δύο συμφέροντα, παρ' όλο που τις περισσότερες φορές συμβαδίζουν, δεν ταυτίζονται. Υπάρχουν πάντα οι διαχωριστικές γραμμές που πρέπει να γίνονται αντιληπτές από όλους τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση, για να μην δημιουργούνται προβλήματα. Τόσο το κράτος όσο και οι ιδιώτες θα πρέπει να γνωρίζουν πού αρχίζουν και πού τελειώνουν τα συμφέροντά τους.

Το κράτος θα πρέπει να γνωρίζει, για παράδειγμα, ότι τα ιδιωτικά χωράφια, τα ιδιωτικά εργοστάσια ή οι ιδιωτικές τραπεζικές καταθέσεις, που προστατεύει με τις αστυνομίες του ή τους στρατούς του, δεν είναι μέρος της ιδιοκτησίας του, όπως και κάποιοι ιδιώτες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το κράτος δεν αποτελεί ιδιοκτησία τους, επειδή οι ίδιοι συνεισφέρουν περισσότερα χρήματα από κάποιους άλλους στη συντήρησή του.

Το κρατικό σύστημα ανήκει εξίσου στο σύνολο των πολιτών, ανεξάρτητα από το τι συνεισφέρει ο καθένας για τη συντήρησή του. Η συνεισφορά είναι κάτι που αφορά τις ειδικές οικονομικές δυνατότητες του καθενός, αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σ' ό,τι αφορά τη σχέση τού κάθε πολίτη με το κράτος.

Το πόσο δίκαιο είναι να είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο κράτος το καταλαβαίνει κάποιος, όταν υπάρχει απειλή του δημοσίου συμφέροντος. Αν το κρατικό σύστημα ανήκε μόνον στους πλουσίους, επειδή αυτοί συνεισφέρουν περισσότερα για τη συντήρησή του, τότε τι θα γινόταν σε περίπτωση πολέμου; Φυσιολογικά θα έπρεπε, όταν γίνεται πόλεμος, να πηγαίνουν να πολεμήσουν μόνον τα δικά τους παιδιά. Από τη στιγμή που το κράτος υπηρετεί μόνον τα συμφέροντά τους, ας υπερασπιστούν μόνοι τους το κράτος. Από την άλλη πλευρά, αν το κράτος ανήκε στους φτωχούς —επειδή αυτοί είναι οι περισσότεροι μέσα σε μια κοινωνία— τότε θα έπρεπε, κάθε φορά που θα υπήρχε οικονομικό πρόβλημα μ' αυτούς, να έπαιρνε το κράτος από τους πλούσιους τα πλούτη τους και να τα μοίραζε στους φτωχούς.

Είναι θέμα λογικής η ισότιμη υπηρεσία του κράτους απέναντι στο σύνολο των πολιτών. Αυτό, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, είναι κάτι που συμφέρει περισσότερο τους πλούσιους παρά τους φτωχούς. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι πλούσιοι έχουν τα περισσότερα συμφέροντα από την κοινωνική ειρήνη. Οι πλούσιοι είναι οι τελευταίοι που θα τους συνέφερε να παριστάνουν τους ιδιοκτήτες του κράτους. Γιατί; Γιατί έχουν δικό τους κεφάλαιο, που τους κάνει πλούσιους και δεν περιμένουν από το κράτος να τους ταΐσει. Επιπλέον, επειδή είναι ολιγάριθμοι σε σχέση με τους φτωχούς, δεν τους συμφέρει μια φανερή μάχη με στόχο τον έλεγχο του κράτους. Κάτι τέτοιο θα ήταν τρομερά επικίνδυνο, γιατί, αν χάσουν με δημοκρατικές διαδικασίες τον έλεγχο του θηρίου, που λέγεται κρατικός μηχανισμός, αυτό εύκολα μπορεί να στραφεί εναντίον τους. Αυτοί, δηλαδή, που πρέπει ν' αγωνίζονται πιο πολύ απ' όλους για την ισότιμη μεταχείριση των πολιτών από το κράτος, θα πρέπει να είναι οι πλούσιοι, γιατί τους συμφέρει η τάξη και ο νόμος.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τις ξεχωριστές βάσεις των συμφερόντων, τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Ακόμα και τα πιο σύνθετα συμφέροντα αντιμετωπίζονται με τον πιο απλό τρόπο, όταν γνωρίζουμε να διαχωρίζουμε το δημόσιο από το ιδιωτικό συμφέρον. Εύκολα πλέον αντιλαμβανόμαστε ότι τα συμφέροντα των εργατών είναι ιδιωτικά συμφέροντα, που, παρ' όλη τη συλλογικότητά τους ή τη μαζικότητά τους, δεν είναι σε καμία περίπτωση δημόσια. Είναι ιδιωτικά συμφέροντα, που απλά είναι προς δημόσιο συμφέρον να τα προστατεύει το κράτος.

Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει με όλα τα ειδικά ιδιωτικά συλλογικά συμφέροντα. Τα συμφέροντα των βιομηχάνων, των αγροτών, των εμπόρων κλπ., είναι ιδιωτικά συμφέροντα. Η συλλογικότητά τους είναι ένας απλός γιγαντισμός των ιδίων συμφερόντων, που όμως δεν αλλοιώνονται κι ούτε αλλάζει η φύση τους. Είναι σαν να υπάρχει μέσα σε ένα κράτος ένας τεράστιος βιομήχανος, ένας τεράστιος αγρότης ή ένας τεράστιος έμπορος, των οποίων τα συμφέροντα είναι ιδιωτικά. Όλοι αυτοί οι γιγάντιοι ιδιώτες είναι μέλη του ιδίου κράτους και προστατεύουν τα συμφέροντά τους με τους ίδιους μηχανισμούς. Προστατεύουν τις "τσέπες" τους με τον ίδιο τρόπο, άσχετα αν αυτές οι "τσέπες" είναι διαφορετικές μεταξύ τους. Η κρατική "τσέπη", που συντηρεί τους μηχανισμούς, δεν είναι το άθροισμα αυτών των "τσεπών", αλλά το άθροισμα των συνεισφορών που ο καθένας απ' αυτούς μετά από κοινή συμφωνία καταβάλλει στο κράτος. Υπάρχει συμφωνία, η οποία στηρίζεται στα οικονομικά δεδομένα που αφορούν την κάθε "τσέπη".

Οι κάτοχοι αυτών των διαφορετικών "τσεπών" είναι οι περίφημοι "κοινωνικοί εταίροι", οι οποίοι —όπως είναι φυσικό— έρχονται συχνά-πυκνά σε συγκρούσεις μεταξύ τους, υπερασπιζόμενοι τα δικά τους ιδιωτικά συμφέροντα. Ο καθένας απ' αυτούς μάχεται για το δίκιο του, εφόσον έχουν συμφέρον οι υπόλοιποι να του φορτώσουν καί δικά τους έξοδα ή να κλέψουν από το απόθεμά του. "Εταίρος" δηλαδή μέσα σε μια κοινωνία είναι ο κάθε κλάδος επαγγελματιών που υπάρχει μέσα σ' αυτήν και επιβιώνει με θεμιτό και νόμιμο τρόπο εντός των οικονομικών πλαισίων που προβλέπονται και, επειδή αυτά τα πλαίσια τον συμφέρουν, πληρώνει το κράτος για να τα διατηρεί αναλλοίωτα.

Όπως αντιλαμβανόμαστε, είναι πολύ φυσικό να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτών των εταίρων. Όπως συγκρούονται μεταξύ τους οι επαγγελματίες, έτσι συγκρούονται μεταξύ τους και οι εταίροι, εφόσον σε άλλη πλέον κλίμακα αντιπροσωπεύουν τα ίδια συμφέροντα. Αυτές οι συγκρούσεις είναι φυσικές, εφόσον οι συλλογικοί φορείς λειτουργούν όπως ακριβώς και οι ιδιώτες. Ποιος ιδιώτης θέλει να τον αδικεί ο γείτονας, το αφεντικό του, ο συνάδερφός του ή ο συνεργάτης του;

Στις συγκρούσεις αυτές, που αφορούν τους ιδιώτες εταίρους, καλό είναι να μην εμπλέκεται το κράτος ως ένας άλλος εταίρος επίσης. Επειδή και το ίδιο το κράτος διαθέτει δική του "τσέπη" και άρα δικά του συμφέροντα, θα πρέπει ν' αποφεύγεται ν' αποτελεί κοινωνικό εταίρο και το ίδιο. Θα πρέπει πάντα να διατηρείται στο επίπεδο του μισθοσυντήρητου υπηρέτη, για να μπορεί να ελέγχεται από τους πολίτες, οι οποίοι αποτελούν "κύτταρα" κοινωνικών εταίρων. Πρέπει δηλαδή ν' αποφεύγεται να γίνεται το κράτος κάτοχος κεφαλαίου και άρα αυτοδύναμος κεφαλαιοκράτης.

Αυτό είναι προς το συμφέρον όλων για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί δεν είναι δίκαιο να γίνεται κάποιος κεφαλαιοκράτης με χρήματα άλλων εταίρων, που, τα όποια χρήματα του έδωσαν, του τα έδωσαν για να τους υπηρετεί και όχι για να γίνει ο ίδιος πλούσιος κεφαλαιοκράτης. Ο δεύτερος και πιο σημαντικός λόγος είναι ότι το κράτος, επειδή νομοθετεί και ταυτόχρονα διαχειρίζεται το δημόσιο ταμείο, είναι δυνατόν να καταστρέψει ως κεφαλαιοκράτης τους αντίπαλους ιδιώτες κεφαλαιοκράτες και να μετατραπεί σε έναν τύραννο της οικονομίας και κατ' επέκταση της κοινωνίας. Μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε έναν γιγαντιαίο κεφαλαιοκράτη, που, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του, θα αφάνιζε τους ιδιώτες κεφαλαιοκράτες.

Επιπλέον είναι δυνατόν να δημιουργήσει προβλήματα και στις τάξεις των εργαζομένων. Επειδή τα συμφέροντά του δεν είναι συμφέροντα ιδιοκτητών —φυσικού ή φυσικών προσώπων— και τα διαχειρίζονται κοινοί υπάλληλοι, είναι δυνατόν αυτοί οι απλοί εργαζόμενοι να μοιράζουν προνόμια στους εαυτούς τους και να καταστρέψουν τις δυνάμεις συνοχής των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που αποτελούν κοινωνικούς εταίρους. Όταν απλοί εργαζόμενοι, εξαιτίας προνομίων, εισπράττουν σε μισθούς περισσότερα από τα κέρδη του μέσου κεφαλαιοκράτη μιας χώρας, τότε είναι βέβαιον ότι θ' ακολουθήσουν τεράστια προβλήματα.

Με αυτήν τους τη συμπεριφορά μπορούν να διαλύσουν τους κοινωνικούς εταίρους και τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από τον κρατικό μηχανισμό. Μπορούν να διχάσουν τους κεφαλαιοκράτες σ' εκείνους που θα ευνοούνται από αυτό —και θα το στηρίζουν ακόμα και στις πιο απίθανες επιλογές του— και σ' εκείνους που θα το πολεμούν, ακόμα κι όταν εκτελεί τον υπερπολύτιμο ρόλο του.

Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να διαλύσει και τον άλλο μεγάλο εταίρο, που είναι όλοι οι μη κεφαλαιοκράτες εργαζόμενοι. Προνόμια και εύνοιες συγκεκριμένων εργαζομένων συγκεκριμένων αφεντικών είναι δυνατόν να διχάσουν καί τους εργαζόμενους. Το αποτέλεσμα θα είναι σε κάθε περίπτωση να δούμε φαινόμενα παράλογα, που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη "ζουγκλοποίηση" της οικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, το κράτος θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία και να γίνεται κάτοχος κεφαλαίου μόνον όταν ο ιδιωτικός τομέας αδυνατεί να καλύψει κάποιες ανάγκες. Δεν μπορεί για παράδειγμα ένα κράτος να μην διαθέτει ηλεκτρισμό, επειδή οι ιδιώτες είναι αδύναμοι να δημιουργήσουν την απαραίτητη υποδομή.

Αυτά σ' ό,τι αφορά το κράτος. Σ' ό,τι αφορά τους υπαλλήλους του, τα πράγματα είναι εξίσου απλά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε κάθε περίπτωση αποτελούν κοινωνικό εταίρο, γιατί έχουν δική τους "τσέπη" και δικά τους ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν το κράτος ζητάει κάτι από τους υπόλοιπους εργαζόμενους ως συνεισφορά, θα πρέπει να το ζητάει κι απ' τους υπαλλήλους του. Η μόνη ιδιομορφία που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με τους υπολοίπους εργαζομένους είναι ότι η "τσέπη" τους είναι μέρος της "τσέπης" του κράτους, αλλά δεν ταυτίζεται μ' αυτήν. "Τσέπη" τους είναι μόνον ό,τι προορίζεται γι' αυτούς και όχι ό,τι υπάρχει μέσα στην "τσέπη" του κράτους. Μέσα σ' αυτήν την "τσέπη" υπάρχουν χρήματα για την άμυνα, τις υποδομές κλπ., κι αυτό —όπως είναι φυσικό— δεν αποτελεί ιδιοκτησία των δημοσίων υπαλλήλων.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι συχνά-πυκνά δείχνουν εκ του πονηρού βέβαια ότι δεν καταλαβαίνουν καλά τα πράγματα και κάθε φορά, που για τον οποιοδήποτε λόγο βλέπουν γεμάτα τα δημόσια ταμεία, αυξάνουν τις απαιτήσεις τους. Αυτήν τη συμπεριφορά των υπαλλήλων θα την εξετάσουμε παρακάτω, γιατί είναι η γενεσιουργούς αιτία πολλών κοινωνικών προβλημάτων.

Αυτό που πρέπει να γνωρίζει ο αναγνώστης είναι ότι ο ιδανικός σχεδιασμός για ένα οικονομικό σύστημα υπάρχει μόνον όταν οι κοινωνικοί εταίροι είναι εύκολα διακριτοί μεταξύ τους και τα ιδιωτικά συμφέροντα των μελών τους κοινά. Όταν τα συμφέροντα κάποιων κεφαλαιοκρατών συμπλέουν με αυτά κάποιων εργαζομένων και ο ένας αβαντάρει τον άλλο εις βάρος των ομοίων του, τότε σίγουρα υπάρχει πρόβλημα, γιατί δεν μπορεί να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ των συμφερόντων των κοινωνικών εταίρων. Αυτό συνήθως συμβαίνει, όταν το κράτος γίνεται κεφαλαιοκράτης κι ευνοεί τους υπαλλήλους του και αυτοί αναζητούν την υποστήριξη συγκεκριμένων κεφαλαιοκρατών, που "ταΐζονται" από τις δημόσιες επενδύσεις. Αυτό το φαινόμενο ενισχύει την εξουσία και τους διαχειριστές της. Όταν αυτοί οι υπάλληλοι είναι πανίσχυροι, παρεμβαίνουν στην οικονομία με τρόπο που υπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά τους.

Αυτό που τώρα έχει σημασία είναι ότι ο αναγνώστης κατάλαβε τι σημαίνει "δημόσιο συμφέρον" και ποια η διαφορά του από το "ιδιωτικό συμφέρον". Έχει καταλάβει επίσης ότι είναι θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα για τον καθέναν από εμάς να μπορεί να διατηρεί και να προστατεύει τη δική του ιδιωτική "τσέπη", η οποία περιέχει τους καρπούς των κόπων του. Από αυτό συνεπάγεται ότι είναι επίσης θεμελιώδες δικαίωμα των εταίρων να έχουν το δικαίωμα να διατηρούν και να προστατεύουν τις "τσέπες" τους. Τέτοιου είδους ιδιωτικές "τσέπες" των εταίρων είναι τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Από εκεί και πέρα είναι καθήκον του κράτους να συμμετέχει στην προστασία της κοινωνικής ειρήνης με τους προβλεπόμενους τρόπους. Είναι καθήκον του να προστατεύει τις "τσέπες" αυτές από την απειλή άλλων ιδιωτών ή εταίρων, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί "τσέπη" διαθέτει και το ίδιο το κράτος, εφόσον και το ίδιο —ως εργοδότης και ως υπηρέτης— έχει υποχρεώσεις να διευθετήσει. Αν το κράτος αφεθεί ανεξέλεγκτο, θ' αρχίσει να κλέβει κι αυτό τις "τσέπες" των εταίρων, προκειμένου να γεμίσει τη δική του. Η "τσέπη" αυτή δεν πρέπει ποτέ να γεμίζει με κλοπιμαία. Η "τσέπη" αυτή γεμίζει με συνεισφορές των κοινωνικών εταίρων, που υπάρχουν στην κοινωνία νόμιμα και προστατεύονται από το κράτος. Επιμένουμε στον όρο "νόμιμο", γιατί και οι εγκληματίες είναι κλάδος "επαγγελματιών", αλλά δεν αποτελούν κοινωνικό εταίρο. Φυσικό είναι για το κράτος, που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, να τους κυνηγά και να μην ζητά μερίδιο από τα κλοπιμαία τους. Το κράτος δηλαδή δεν πρέπει ούτε να κλέβει, αλλά κι ούτε να ζητά μερίδιο από τους κλέφτες, προκειμένου να γεμίσει την "τσέπη" του.

Αυτό που θα εξετάσουμε τώρα είναι το εξής. Έχουν όλοι οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία τη δική τους "τσέπη"; Μέσα σε μια ανθρώπινη κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι, που για τον οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούν να διατηρούν δική τους "τσέπη". Για να διατηρείς "τσέπη", θα πρέπει, είτε να κατέχεις κεφάλαιο είτε να μπορείς να εργάζεσαι. Υπάρχουν για παράδειγμα κάποιοι άνθρωποι ανάμεσά μας, που για λόγους οι οποίοι δεν εξαρτώνται από τη δική τους βούληση δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εισόδημα. Άνθρωποι που δεν διαθέτουν κεφάλαιο και ταυτόχρονα δεν μπορούν να εργαστούν. Φτωχοί άνθρωποι, για παράδειγμα, που έχουν κάποια αναπηρία, είτε σωματική είτε πνευματική, δεν μπορούν να εργαστούν και άρα δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνοι τους, εφόσον δεν έχουν εισόδημα.

Τι θα γίνει μ' αυτούς τους συνανθρώπους μας, που κάλλιστα θα μπορούσαμε κι εμείς να είμαστε ανάμεσά τους; Θα τους αφήσουμε να πεθάνουν, επειδή είχαν την τραγική μοίρα να μην μπορούν ν' αυτοσυντηρηθούν; Τι είμαστε; Ζώα; Ώστε ν' αφήσουμε στην κοινωνία μας να κυριαρχήσουν οι νόμοι της φύσης, που θέλουν τον αδύναμο να πεθαίνει; Όχι βέβαια. Είμαστε άνθρωποι, που μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής αλληλεγγύης θα συνεισφέρουμε ο καθένας με βάση τις δυνατότητες του για να επιβιώσουν αυτοί οι καθ' όλα αγαπητοί πλην όμως άτυχοι συνάνθρωποί μας.

Αυτή η πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης είναι άλλωστε και η πεμπτουσία του πολιτισμού. Δεν νοείται πολιτισμένη κοινωνία, που να παραμένει αδιάφορη στα προβλήματα των αναξιοπαθούντων. Από αυτό το βασικό δεδομένο του πολιτισμού, που στηρίζεται στην ανθρώπινη ανάγκη, ξεκινά η γέννηση του λεγόμενου "κοινωνικού κράτους" και ο κοινωνικός ρόλος του κρατικού μηχανισμού. Το κράτος δηλαδή, εξαιτίας κάποιων κοινωνικών αναγκών κι εξαιτίας του κοινού αισθήματος —που στην περίπτωση αυτήν είναι δημόσιο αίσθημα (προσοχή στον όρο "αίσθημα")— ζητά από τους κοινωνικούς εταίρους πρόσθετη εισφορά, για να δημιουργήσει υποτυπώδεις "τσέπες" στους συμπολίτες μας, που δεν μπορούν μέσω των προσωπικών τους δυνατοτήτων να επιβιώσουν μόνοι τους.

Δημόσιο αίσθημα και συμφέρον στην περίπτωση αυτήν συνυπάρχουν, γιατί η γενική ψυχική ευφορία της κοινωνίας είναι κάτι που την ωφελεί και άρα τη συμφέρει. Δεν έχει σχέση δηλαδή με το γεγονός ότι δεν εμπλέκεται σ' αυτήν την περίπτωση το γενικό συμφέρον με κάτι το υλικό. Το κρατικό σύστημα ασκεί κοινωνική πολιτική κι εμπλέκεται σε κάποια ιδιωτικά συμφέροντα αδυνάτων, επειδή συμφέρει όλη την κοινωνία να αισθάνεται κοινωνία ανθρώπων και όχι ζούγκλα άγριων ζώων. Από την ευαισθησία της κοινωνίας απέναντι στους αδυνάτους ξεκινά η δυνατότητα του κράτους να εμπλέκεται στα ιδιωτικά συμφέροντα και να τα ενισχύει με βάση κάποια κριτήρια τα οποία τα θεωρεί υποχρεωτικά.

Από τη δυνατότητα του κράτους να ενισχύει κάποια ιδιωτικά συμφέροντα εις βάρος κάποιων άλλων επίσης ιδιωτικών, ξεκινούν κάποιες πολιτικές, που, αν δεν ελεγχθούν, γίνονται στο τέλος επικίνδυνες. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το κράτος, για κάποιους συγκεκριμένους λόγους, που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να ενισχύσει ιδιωτικά συμφέροντα ανθρώπων που, για παράδειγμα, δεν είναι ανάπηροι. Να ενισχύσει συμφέροντα ανθρώπων, που, παρ' όλο που δεν είναι αντικειμενικά ανίκανοι να εργαστούν, αδυνατούν να επιβιώσουν. Τέτοιοι άνθρωποι είναι για παράδειγμα οι άνεργοι. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος, το σύστημα έχει επιλέξει έναν τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, που είναι υπεύθυνος για τη "γέννηση" της ανεργίας. Για κάποιους λόγους —που όπως είπαμε δεν είναι του παρόντος ν' αναφέρουμε— ανάμεσα σ' εκείνους, που για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας δεν μπορούν να εργαστούν, υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και θέλουν να δουλέψουν, αλλά δεν βρίσκουν δουλειά. Άνθρωποι που δεν μπορούν —για λόγους άσχετους με τη δική τους βούληση— να ενταχθούν στην ομάδα των εργαζομένων και ν' αποκτήσουν τη δική τους "τσέπη". Αυτό το φαινόμενο όμως, άσχετα με τον λόγο για τον οποίο δημιουργείται, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν συνάνθρωποι μας οι οποίοι δεν μπορούν ν' αυτοσυντηρηθούν.

Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση έτσι και σ' αυτήν, το κράτος θα πρέπει να επέμβει με όποιον τρόπο μπορεί. Η κύρια μέριμνα του κράτους σε μια τέτοια περίπτωση είναι να οργανώσει έναν μηχανισμό διαχείρισης των διαθεσίμων θέσεων εργασίας, ώστε σε ελάχιστο χρόνο να μπορεί μια θέση εργασίας να προσφέρεται στον ενδιαφερόμενο. Επειδή όμως ακόμα κι ο ελάχιστος χρόνος είναι ένας χρόνος ο οποίος μπορεί ν' απειλήσει την ανθρώπινη επιβίωση, θα πρέπει το κράτος να μπορεί να προσφέρει στον άνεργο τη στοιχειώδη δυνατότητα να επιβιώσει. Θα πρέπει το κράτος να μπορεί να προσφέρει έναν στοιχειώδη μισθό σ' αυτόν τον οποίο δέχεται ν' ακολουθεί τις οδηγίες του μέχρι να βρει εργασία.

Δημιουργεί δηλαδή μια υποτυπώδη "τσέπη" σ' αυτόν που δεν μπορεί να εργαστεί. Αυτή η "τσέπη" είναι υποτυπώδης κι ως εκ τούτου δεν λογαριάζεται ως "τσέπη" κοινωνικού εταίρου. Είναι μια "τσέπη" που πρέπει να γεμίσει από τις "τσέπες" άλλων. Οι άνεργοι, οι ανάπηροι, οι άποροι κλπ., εξασφαλίζουν ως φυσικά πρόσωπα μια "υποτυπώδη "τσέπη", αλλά ως σύνολο δεν διαθέτουν δική τους ιδιωτική "τσέπη" όπως οι εταίροι. Η συλλογική τους "τσέπη" είναι η "τσέπη" του δημοσίου. Όπως αντιλαμβανόμαστε, επειδή το κράτος δεν είναι πάμπλουτο, ώστε να συντηρεί αυτήν την "τσέπη" από δικούς του πόρους και πάλι θα πρέπει ν' απευθυνθεί στους πραγματικούς κοινωνικούς εταίρους. Και πάλι θα ζητήσει μέσω της φορολογίας να του δώσουν από την "τσέπη" τους τα χρήματα που χρειάζεται για να τα κάνει όλα αυτά. Χρήματα των κοινωνικών εταίρων θα περάσουν μέσα από την "τσέπη" του κράτους, για να καταλήξουν στις "τσέπες" κάποιων συμπολιτών μας που δεν εργάζονται.

Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, που αφορούσε τους ανάπηρους, έτσι και σ' αυτήν την περίπτωση θα πρέπει ν' ασκηθεί κοινωνική πολιτική. Όμως, εδώ υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Στην περίπτωση αυτήν υπάρχει πραγματικό δημόσιο συμφέρον και δεν μιλάμε απλά για δημόσιο αίσθημα. Ακόμα και τεμπέλης να είναι ο άλλος και φαινομενικά μόνον ν' αναζητά δουλειά, θα πρέπει να εισπράττει αυτόν τον στοιχειώδη μισθό. Γιατί; Γιατί απλούστατα ο άνθρωπος, ο οποίος είναι ικανός να δουλέψει και για τον οποιονδήποτε λόγο δεν δουλεύει, είναι πάνω απ' όλα ένα ικανό όν, που μπορεί να κάνει ό,τι μπορεί να κάνει κι ο καθένας από εμάς. Αν αυτός ο άνθρωπος φτάσει στα όρια της επιβίωσης, είναι βέβαιον ότι θα κινηθεί ενστικτωδώς προκειμένου να την εξασφαλίσει. Αυτό σημαίνει σχεδόν πάντα παρανομία, που μπορεί να φτάσει και στο έγκλημα. Αυτός ο άνθρωπος δηλαδή δεν είναι όμοιος με τον ανάπηρο άνθρωπο, που, εξαιτίας των αδυναμιών του, είναι ανίκανος ακόμα και κακό να κάνει στους συνανθρώπους του. Είναι ένας άνθρωπος που, πάνω στην αγωνία του να επιβιώσει, κανένας δεν γνωρίζει πού μπορεί να φτάσει. Είναι δηλαδή προς το συμφέρον της κοινωνίας και άρα προς το συμφέρον των κοινωνικών εταίρων να του προσφέρουν από την "τσέπη" τους τα χρήματα τα οποία θα τον διατηρούν έστω και ελάχιστα πάνω από τα όρια που θέτουν σε συναγερμό τα ανθρώπινα ένστικτα επιβίωσης. Είναι προς το συμφέρον όλων τους ν' αποτρέψουν τη "γέννηση" θηρίων, που θ' αποτελούν διαρκή κίνδυνο καί για τους ίδιους καί για τα παιδιά τους καί για τις περιουσίες τους.

Βλέπουμε ότι αποτελεί συμφέρον της κοινωνίας και άρα είναι δημόσιο συμφέρον να δίνονται δημόσιοι μισθοί σ' αυτούς οι οποίοι είναι ικανοί για εργασία, αλλά δεν μπορούν να βρουν μια θέση εργασίας. Όμως, όταν δίνεις δημόσιο μισθό, είσαι υποχρεωμένος να δώσεις και δημόσια σύνταξη. Δημόσια σύνταξη δίνεις σ' αυτόν τον οποίο δεν εργάστηκε αρκετά στη ζωή του και άρα δεν κατέβαλε τις αναγκαίες για την κανονική συνταξιοδότησή του εισφορές. Δημόσια σύνταξη δηλαδή υπάρχει κι αυτή είναι η διαφορά της από τον δημόσιο μισθό, όταν αυτός που την εισπράττει είναι ανίκανος να εργαστεί λόγω ηλικίας και ταυτόχρονα δεν έχει καταβάλει —όταν μπορούσε να εργαστεί— τις απαραίτητες εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία. Η σύνταξη αυτή μοιάζει με το αναπηρικό επίδομα, εφόσον και πάλι σχετίζεται με το αίσθημα της κοινωνίας και όχι με το πραγματικό συμφέρον της. Όπως δεν μπορεί να βλάψει πραγματικά την κοινωνία ένας ανάπηρος, έτσι δεν μπορεί να τη βλάψει κι ένας γέροντας.

Ο αναγνώστης θα πρέπει να συγκρατήσει τα όσα είπαμε για τη δημόσια σύνταξη, γιατί θα τα χρειαστεί παρακάτω. Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το πώς λειτουργούν οι κοινωνικοί εταίροι μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας. Θα δούμε πώς αναπτύσσονται τα ιδιωτικά συλλογικά συμφέροντα και πώς διαπλέκεται το κράτος μέσα σ' αυτά. Μέσα στην κάθε κοινωνία κυρίαρχοι εταίροι —για ξεχωριστούς λόγους ο καθένας— είναι οι κεφαλαιοκράτες και οι εργάτες. Οι κεφαλαιοκράτες είναι πανίσχυροι —λόγω του κεφαλαίου τους— και είναι σχετικά ολιγάριθμοι. Οι εργάτες είναι επίσης ισχυροί, γιατί η εργασία τους είναι απαραίτητη για την παραγωγή του κεφαλαίου και ταυτόχρονα είναι πολλοί.

Τα συμφέροντα αυτών των δύο δυνάμεων θέτουν τα όρια στις επιλογές του συστήματος και το σύνολο των υπολοίπων εταίρων κινούνται ανάμεσα στα όρια αυτά. Τι σημαίνει αυτό; Κοινό σημείο όλων των εταίρων και άρα κι αυτών που οριοθετούν την κατάσταση είναι το γεγονός ότι όλοι έχουν ανάγκη το κρατικό σύστημα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Γι' αυτόν τον λόγο όλοι δέχονται να πληρώνουν μέσω της φορολογίας το μερίδιο που τους αντιστοιχεί για τη συντήρηση του κράτους. Όμως, ο καθένας από τους εταίρους αυτούς, λόγω των διαφορετικών του χαρακτηριστικών, έχει διαφορετικές ανάγκες και άρα διαφορετικές προτεραιότητες σ' ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του από το κράτος.

Για τους κεφαλαιοκράτες, για παράδειγμα, η βασικότερη απαίτησή τους από το κράτος είναι η ισχυρή άμυνα και η αυστηρή αστυνόμευση. Διαθέτουν κεφάλαιο και πλούτο, που ενδεχόμενη χαλαρότητα του συστήματος μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το κεφάλαιό τους ή τον πλούτο τους από αυτούς που, είτε ξένοι είτε ομοεθνείς, θέλουν να επωφεληθούν εις βάρος τους. Έχουν συμφέρον από το κράτος, που προστατεύει το κεφάλαιό τους και διατηρεί κλειστή την αγορά στον ξένο ανταγωνισμό.

Αντίθετα για τους εργαζόμενους, παρ' όλο που πληρώνουν το ίδιο κράτος και τους ίδιους μηχανισμούς, οι προτεραιότητές τους στις απαιτήσεις τους από αυτό είναι διαφορετικές. Γι' αυτούς προτεραιότητά τους είναι η θέσπιση νόμων, που προστατεύουν τους εργαζόμενους από την εκμετάλλευση των ισχυρών. Τους εργάτες δεν τους ενδιαφέρει τόσο η ταυτότητα των ισχυρών, όσο η προστασία τους από αυτούς. Η προστασία της αγοράς τούς αφορά στο μέτρο που αφορά την εργασία τους και όχι την ταυτότητα του κεφαλαιοκράτη. Για παράδειγμα τους ενδιαφέρει —όπως και τους κεφαλαιοκράτες— να μην είναι ανοικτή η αγορά σε προϊόντα κατασκευής του εξωτερικού. Ελάχιστα όμως τους απασχολεί αν κάποιος ξένος επενδύσει στην παραγωγή μέσα στο κράτος όπου εργάζονται και τους προσφέρει δουλειά.

Για τους εργαζόμενους είναι θεμελιώδες να προστατεύουν την απασχόλησή τους, όπως είναι και θεμελιώδες να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους στην περίοδο κατά την οποία δεν θα είναι ικανοί να εργαστούν. Για τον εργαζόμενο δηλαδή είναι θεμελιώδες το συνταξιοδοτικό πρόβλημα, εφόσον αγωνιά για το πώς θα εξασφαλίσει τη σύνταξη, που θα του επιτρέψει να ζει αξιοπρεπώς, όταν δεν θα μπορεί να εργαστεί. Η σύνταξη γι' αυτόν είναι μονόδρομος, εφόσον δεν διαθέτει κεφάλαιο, ώστε να μπορεί να ζει με τα κέρδη του. Για τους κεφαλαιοκράτες το συνταξιοδοτικό πρόβλημα δεν υφίσταται, εφόσον είναι δεδομένο ότι το κεφάλαιο "ζει" παραπάνω από τον άνθρωπο κι επιπλέον η παραγωγή του σε πλούτο είναι τόσο μεγάλη, που, ακόμα κι αν το ίδιο το κεφάλαιο απολεστεί, θα υπάρχει πλούτος για να ζήσει ο κάτοχός του αξιοπρεπώς, όταν αυτός δεν θα μπορεί να εργαστεί.

Βλέπουμε δηλαδή ότι, άσχετα με τα ειδικά συμφέροντα του κάθε κοινωνικού εταίρου, όλοι έχουν ανάγκη το κράτος και τους μηχανισμούς του και γι' αυτό το συντηρούν. Το κράτος έχει καθήκον να επιβάλει τους νόμους και οι εταίροι έχουν καθήκον να το συντηρούν οικονομικά. Μέσα στα πλαίσια αυτής της "συμφωνίας" ιδρύθηκαν το δημόσιο ταμείο, που είναι η "τσέπη" του κράτους, αλλά και τα ασφαλιστικά ταμεία, που είναι ένα μέρος των "τσεπών" των εταίρων. Ένα από αυτά τα ταμεία είναι και το ΙΚΑ. Το ΙΚΑ είναι η "τσέπη" του εργάτη και τυγχάνει κρατικής προστασίας και δεν αποτελεί βέβαια κρατική ιδιοκτησία. Το κράτος με νόμους επιβάλλει στους κεφαλαιοκράτες να καταβάλουν στους εργάτες συγκεκριμένους μισθούς, θέτοντας κατώτατα όρια, όπως με νόμους επιβάλει σε κεφαλαιοκράτες και εργάτες να καταβάλουν συγκεκριμένα ποσά στα ασφαλιστικά τους ταμεία.

Αυτή η κρατική παρέμβαση σε θέματα που αφορούν την εργοδοσία και τους εργαζόμενους είναι αρμοδιότητα του κράτους, εφόσον άπτεται του δημοσίου συμφέροντος. Δεν είναι δυνατόν την ασφάλεια των εργαζομένων να την αφήσει αποκλειστικά στην κρίση τους, εφόσον αυτό θα κληθεί να πληρώσει τις δημόσιες συντάξεις, αν αυτοί "σφάλουν". Θα κληθεί να το κάνει αυτό, γιατί όπως είδαμε μόνον μ' αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη. Είναι καθήκον δηλαδή του κρατικού μηχανισμού να ελέγχει αν καταβάλλονται ή όχι οι ασφαλιστικές εισφορές, άσχετα αν αυτές οι εισφορές άπτονται των ιδιωτικών συμφερόντων. Το γεγονός δηλαδή ότι επεμβαίνει ενισχυτικά υπέρ κάποιων ιδιωτικών συμφερόντων —και άρα εις βάρος κάποιων άλλων— δεν είναι εκτός του ρόλου του, που είναι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Είναι θέμα λογικής. Το κράτος με την ίδια λογική συλλαμβάνει τον κλέφτη. Συλλαμβάνει τον ιδιώτη, που με τη συγκεκριμένη πράξη του απειλεί τα ιδιωτικά συμφέροντα των θυμάτων του. Δεν έχει σημασία αν αυτός ο ιδιώτης κλέφτης δεν απειλεί άμεσα τα κρατικά συμφέροντα. Τον συλλαμβάνει, επειδή με την όλη δραστηριότητά του απειλεί έμμεσα τα δημόσια συμφέροντα. Ο κλέφτης με τη δραστηριότητά του απειλεί να μετατρέψει σε "ζούγκλα" την κοινωνία κι αυτό είναι μέσα στις αρμοδιότητες του κράτους να το αποτρέψει. Το κράτος δηλαδή, προστατεύοντας τα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα, επεμβαίνει πάντα σε μια τέτοια περίπτωση, άσχετα αν αυτό είναι μια πράξη που απειλεί τα ιδιωτικά συμφέροντα του κλέφτη.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την παρέμβαση του κράτους υπέρ του ταμείου των εργατών. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να ελέγχει τους εργοδότες για το αν καταβάλουν ή όχι στα ταμεία τις εργοδοτικές εισφορές. Είναι υποχρεωμένο, γιατί αν δεν το κάνει και πάλι θα έχουμε φαινόμενα "ζουγκλοποίησης". Αν τα εκατομμύρια των εργατών δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τη σύνταξή τους με τον δικό τους κόπο, είναι αδύνατον να τα συντηρήσει το κράτος με δικούς του πόρους. Αν δεν ελέγχονται συστηματικά οι εργοδότες για την καταβολή των εισφορών, είναι βέβαιον ότι το κράτος και η κοινωνία θα έρθουν αντιμέτωποι με κολοσσιαία προβλήματα.

Αποτέλεσμα αυτής της κρατικής παρέμβασης, που φαινομενικά θίγει τα ιδιωτικά συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών, είναι η συνεχής χρηματοδότηση των ταμείων. Μια τρομερή χρηματοδότηση, που μετατρέπει το ταμείο των εργατών σε ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο. Ένα ιδιωτικό θησαυροφυλάκιο, που ανήκει σε πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Όπως τα χωράφια ή τα εργοστάσια αυτής της χώρας ανήκουν σε συγκεκριμένους ανθρώπους, έτσι και τα αποθεματικά του ΙΚΑ ανήκουν σε συγκεκριμένους ανθρώπους και όχι γενικά στην κοινωνία, ώστε ν' αποτελούν ιδιοκτησία του κράτους. Τι ακριβώς είναι όμως αυτό το ταμείο και ποιες οι δυνατότητές του;

Για κάποιον που γνωρίζει τις χρηματικές εισροές του ΙΚΑ, η σημερινή του ένδεια τού φαίνεται αδιανόητη. Για ν' αδειάσουν τα ταμεία του, θα πρέπει να έχουν συμβεί μεγάλα εγκλήματα εις βάρος του. Φορτηγά χρειάζονται οι κλέφτες, για ν' αδειάσουν ένα ταμείο αυτού του μεγέθους. Για να πάρει μια ιδέα ο αναγνώστης για τι μεγέθη περίπου μιλάμε, θα πούμε μερικά πράγματα για το ΙΚΑ και τις οικονομικές του δυνατότητες. Το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα στη χώρα είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ και πληρώνει εισφορές. Εργοδότες κι εργαζόμενοι καταβάλουν συγκεκριμένα ποσά, που αφορούν την ασφάλεια των δεύτερων. Αυτά τα ποσά είναι πραγματικά χρήματα και καταβάλλονται κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο για όσο διάστημα προβλέπεται να εργάζεται ο εργάτης, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί και να επιβιώνει στο χρόνο κατά τον οποίο δεν θα εργάζεται. Είναι πραγματικά χρήματα, που ανήκουν στον εργάτη, εφόσον προστίθενται στο κόστος παραγωγής κι αντλούνται από την αγορά.

Η εισφορά δηλαδή του εργοδότη προς το εργατικό ασφαλιστικό ταμείο δεν αποτελεί ευεργεσία του εργοδότη προς τον εργάτη. Η εργοδοτική εισφορά είναι μέρος του μισθού τού εργάτη, που απλά δεν καταβάλλεται στον ίδιο, αλλά καταβάλλεται απευθείας στο ταμείο του. Αυτό το καταλαβαίνει κάποιος, αν σκεφτεί κάποιες παράνομες πρακτικές. Κάποιοι εργάτες, όταν δεν ασφαλίζονται, διαπραγματεύονται παράνομα διαφορετικούς μισθούς από αυτούς που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Συμφωνούν με τους εργοδότες να τους καταβάλλουν εκτός από τον μισθό και τα ασφάλιστρά τους.

Αυτό που έχει σημασία να γνωρίζει ο αναγνώστης είναι ότι οι εισφορές των εργοδοτών στα ταμεία των εργατών ανήκουν στους εργάτες και δεν αποτελούν ευεργεσία των εργοδοτών. Είναι μέρος του μισθού τους, που απλά δεν το εισπράττουν οι ίδιοι. Αυτή η καταβολή των εισφορών στα ταμεία είναι δικαίως υποχρεωτική, γιατί αποτελεί τη μόνη εγγύηση για την κοινωνική ειρήνη, όταν ο εργάτης θα πάψει να εργάζεται και την ίδια στιγμή οι ανάγκες του για επιβίωση θα "τρέχουν".

Με αυτόν τον σχεδόν καταναγκαστικό τρόπο ο κάθε εργάτης καταβάλει στο ταμείο του κάθε μήνα ένα ποσό, το οποίο είναι περίπου το μισό του μισθού που εισπράττει. Μιλάμε δηλαδή για τρομερά ποσά, αν σκεφτεί κάποιος ότι μέχρι να συνταξιοδοτηθεί ένας εργάτης θα πρέπει να δουλεύει για πάνω από τριάντα χρόνια και βάση των νέων δεδομένων για τριανταπέντε χρόνια. Ο μέσος εργάτης, δηλαδή, την πρώτη μέρα της συνταξιοδότησής του έχει μέσα στο ταμείο του ΙΚΑ καταβεβλημένους μισθούς 35/2 χρόνων. Μπορεί δηλαδή να σκέπτεται ότι είναι δυνατόν να εισπράττει κανονικό μισθό για τα επόμενα 17,5 χρόνια, χωρίς να επιβαρύνει κανέναν.

Είναι δηλαδή βλακώδες από την πλευρά του κράτους και μόνον που συνδέει τους υπάρχοντες λίγους εργάτες με τους πολλούς μελλοντικούς συνταξιούχους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν συνδέονται μεταξύ τους. Οι συνταξιούχοι πρακτικά τα δικά τους χρήματα παίρνουν και δεν έχουν ανάγκη τις εισφορές των σημερινών εργατών.

Οι συνταξιούχοι του ΙΚΑ δεν πρέπει ν' αντιμετωπίζονται σαν μια προβληματική μερίδα της κοινωνίας, που έχει ανάγκη της κοινωνικής αλληλεγγύης. Πρέπει ν' αντιμετωπίζονται ως μεγαλοκαταθέτες, που απλά παίρνουν τα χρήματά τους με συγκεκριμένους και προκαθορισμένους ρυθμούς. Το ΙΚΑ γι' αυτούς είναι όμοιο με μια τράπεζα, που απλά διαχειρίζεται τα χρήματά τους. Το αν αυτό το ταμείο έχει τα χρήματα διαθέσιμα σε ρευστό ή αν τα έχει επενδυμένα σε κεφάλαιο, είναι κάτι που αφορά το ταμείο και όχι τον συνταξιούχο. Από εκεί και πέρα, αν λείπουν αυτά τα χρήματα από τα ταμεία, είναι θέμα της δικαιοσύνης και όχι των εργατών.

Ο μέσος συνταξιούχος, όχι μόνον δεν επιβαρύνει το ταμείο του, αλλά είναι εκ των δεδομένων και ευεργέτης του ταμείου αυτού. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί τα δικά του χρήματα φτάνουν για χρόνια που στατιστικώς αποδεδειγμένα ποτέ δεν θα φτάσει. Ο μέσος όρος ηλικίας που φτάνει ο Έλληνας είναι σύμφωνα με τις στατιστικές τα 73 χρόνια. Αν ο μέσος εργάτης συνταξιοδοτείται σήμερα πάνω από τα 60 του και προσεχώς στα 65 του χρόνια, το μάξιμουμ της ζωής του είναι τα 73. Με μια απλή αφαίρεση βλέπουμε ότι από τα 17,5 χρόνια πλήρους μισθού που δικαιούται ο εργάτης —με βάση τις εισφορές που έχει καταβάλει και αποτελούν περιουσία του— εισπράττει σύνταξη πείνας για οκτώ με δέκα χρόνια. Όπως βλέπουμε περισσεύουν μισθοί κάποιων πολλών χρόνων, που βέβαια δεν αποδίδονται σε κάποιους κληρονόμους των εργατών, αλλά παραμένουν στο ταμείο.

Ο κάθε νεκρός εργάτης δηλαδή είναι κληροδότης του ταμείου του κατά ένα τεράστιο ποσό. Αν σκεφτεί κάποιος τα εκατομμύρια των εργατών που κατέβαλαν κι εξακολουθούν να καταβάλουν τεράστιες εισφορές στο ταμείο του ΙΚΑ, καθώς και το περίσσευμα που έχουν αφήσει πίσω τους τα επίσης εκατομμύρια των νεκρών εργατών, εύλογα θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι το ταμείο των εργαζομένων "ξεχειλίζει" από χρήμα.

Επειδή τα μεγέθη είναι τεράστια και το πιο πιθανό είναι ο αναγνώστης να μην μπορεί ν' αντιληφθεί επ’ ακριβώς για τι ακριβώς μιλάμε, αρκεί να σκεφτεί το εξής: Η μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση δημοσίου κεφαλαίου που έγινε ποτέ στην Ελλάδα αφορούσε τον ΟΤΕ. Ο ΟΤΕ είναι μια γιγαντιαία επιχείρηση με χιλιάδες εργαζόμενους, τεράστια ακίνητη και κινητή περιουσία και με εισπράξεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ανά έτος. Μια επιχείρηση, που τυχόν σφάλμα διαχείρισής της μπορεί να "ρίξει" μια κυβέρνηση. Το ΙΚΑ μια τέτοια κολοσσιαία επιχείρηση μπορεί να την αγοράσει σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς —και όχι με πολιτικά παζάρια— με τις εισφορές που εισπράττει μέσα σε ένα χρόνο.

Με βάση τις σημερινές προβλεπόμενες εισφορές των εργατών στο ΙΚΑ, αυτό εισπράττει ετησίως περίπου ενάμιση τρισεκατομμύριο δραχμές για κάθε εκατομμύριο εργατών. Αν σκεφτούμε ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ είναι —σύμφωνα με το ίδιο το ΙΚΑ— 3,2 εκατομμύρια, αντιλαμβανόμαστε ότι μιλάμε για κάποια 4 με 5 τρισεκατομμύρια τον χρόνο. Αν σκεφτεί κάποιος τα χρόνια που υπάρχει το ΙΚΑ και εισπράττει εισφορές των εργατών, θα έπρεπε να φαντάζεται αποθήκες και σιλό για ν' αποθηκεύονται τα χρήματα αυτά. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι αν σκεφτεί κάποιος ότι το ΙΚΑ θα έπρεπε να είναι ένα οικονομικό κτήνος, όχι μόνον επειδή διαχειρίζεται —και φυσιολογικά θα έπρεπε να εκμεταλλεύεται τεράστια ποσά που ανήκουν στους συνδρομητές του—, αλλά επειδή είναι και ιδιοκτήτης των τρισεκατομμυρίων δραχμών που "κληρονομεί" από τους νεκρούς εργάτες. Τρισεκατομμύρια δραχμών κληρονομεί το ΙΚΑ από αυτούς, εφόσον κατά μέσο όρο όλοι αυτοί εισπράττουν ως συνταξιούχοι λιγότερα από τα μισά που τους αντιστοιχούν.

Γι' αυτόν τον λόγο είπαμε πιο πάνω ότι βάση λογικής κάποιος θα έπρεπε να φαντάζεται αποθήκες με χρήματα που "περισσεύουν". Αυτό είναι το λογικό, αλλά για να ισχύει το λογικό, θα πρέπει να υπάρχει νόμος κι αυτός να εφαρμόζεται. Σήμερα το ταμείο του πανίσχυρου κοινωνικού εταίρου που λέγεται "μισθωτός" είναι άδειο, γιατί τα κτήνη το κατάλεηλάτησαν. Μπήκαν τα ζώα μέσα στην "τσέπη" των μισθωτών και δεν άφησαν τίποτε.

Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το πώς φτάσαμε εδώ όπου φτάσαμε, τι έγινε και τι έπρεπε κανονικά να γίνει, καθώς και το ποιοι είναι οι υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Για ν' αντιληφθεί κάποιος τι ακριβώς συμβαίνει, θα πρέπει να γνωρίζει την ίδια την ιστορία του ελληνικού κράτους. Να διακρίνει μέσα στο χρόνο την ταυτότητα και την πορεία των κοινωνικών εταίρων και στη συνέχεια να διακρίνει και τις "τσέπες" τους, γιατί αυτό είναι και το πραγματικό ζητούμενο.

Η ιστορία του ελληνικού κράτους, σ' ό,τι αφορά την οικονομία του, χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Η πρώτη είναι από την απελευθέρωση του 1821 μέχρι περίπου το 1950, η δεύτερη είναι από το 1950 μέχρι το 1981, η τρίτη από το 1981 μέχρι το 1996 και η τέταρτη είναι αυτήν που ζούμε από το 1996 μέχρι και σήμερα. Ο λόγος που χωρίζουμε την οικονομική ιστορία του ελληνικού κράτους σ' αυτές τις περιόδους έχει σχέση με τις μεταλλάξεις του κρατικού μηχανισμού και τη σχέση του με τους εκάστοτε κοινωνικούς εταίρους.

Στην πρώτη περίοδο ο κρατικός μηχανισμός ήταν πραγματικός υπηρέτης του μοναδικού ισχυρού εταίρου που υπήρχε στην Ελλάδα και ήταν οι κεφαλαιοκράτες. Στη δεύτερη περίοδο ήταν συνέταιρός του και κεφαλαιοκράτης το ίδιο. Το κράτος δηλαδή σ' αυτήν την περίοδο απέκτησε μια ιδιότητα που φύση και θέση είχε συγκρουόμενα συμφέροντα με τους εργαζομένους, οι οποίοι συνθέτουν έναν εταίρο με διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά της κεφαλαιοκρατίας. Στην τρίτη περίοδο το κράτος έγινε "τύραννος" της οικονομίας, όντας ο μεγαλύτερος κεφαλαιοκράτης της χώρας. Με την πολιτική των κοινωνικοποιήσεων απέκτησε επιπλέον κεφάλαιο, που το πρόσθεσε στο ήδη τεράστιο δημόσιο κεφάλαιο. Τέλος στην τέταρτη περίοδο αποποιήθηκε την ιδιότητα του κεφαλαιοκράτη και, αφού μοίρασε τα "υπάρχοντά" του στους εκλεκτούς του, αποφάσισε να γίνει υπηρέτης του παγκόσμιου αφεντικού τού κεφαλαίου· της κεφαλαιοκρατικής τάξης που ελέγχει τις πολυεθνικές.

Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης τι σημαίνουν αυτές οι μεταλλάξεις και τι συνέπειες έχουν για το ασφαλιστικό, που όπως είπαμε αφορά την "τσέπη" του εργάτη. Από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους μέχρι και το τέλος του εμφυλίου πολέμου δεν υπήρχε κράτος με τη σημασία που έχει η έννοια του "κράτους" για τον σημερινό Έλληνα. Η Ελλάς ήταν μια "Μπανανία" με όλη τη σημασία της λέξεως. Λειτουργούσε ως προτεκτοράτο των ισχυρών της Δύσης και κυρίως της Βρετανίας. Όπως συμβαίνει με τις "Μπανανίες" αυτού του κόσμου, έτσι και η Ελλάδα εκείνης της εποχής δεν ήταν ένα "κράτος" με τη σημασία που έχει η έννοια αυτή, παρά ήταν ένας μεγαλοσυνεταιρισμός κεφαλαιοκρατών συγκεκριμένης καταγωγής και θρησκείας, που λειτουργούσε υπό την εποπτεία ενός ξενόφερτου "στέμματος". Τοποτηρητές της Δύσης στην αποικία τους, που ονομαζόταν "Ελλάς", ήταν οι διορισμένοι από την ίδια βασιλείς. Τόσο η εσωτερική της όσο και η εξωτερική της πολιτική ασκούταν με "ραβασάκια", που τα έγραφαν στις πρεσβείες των μεγάλων δυνάμεων.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την περίπτωση που μας αφορά; Ότι εκείνη την εποχή μόνον όσοι Έλληνες διέθεταν κεφάλαιο είχαν μια θέση κάτω από τον ήλιο του Θεού. Όλοι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζονταν σαν ζώα, που απλά έπρεπε να επιβιώνουν και όταν το κατόρθωναν αυτό θα έπρεπε να είναι κι ευχαριστημένοι. Όπως αντιλαμβανόμαστε εκείνη την εποχή υπήρχαν ελάχιστες "τσέπες" και άρα ελάχιστα οργανωμένα συλλογικά συμφέροντα, γιατί δεν υπήρχαν οι κοινωνικοί εταίροι στο σύνολό τους.

Οι κυρίαρχες "τσέπες" εκείνης της εποχής ήταν οι "τσέπες" των κεφαλαιοκρατών και των εφοπλιστών, που δεν είχαν ιδιαίτερη ανάγκη να συνθέσουν τη συλλογική τους "τσέπη". Οι συλλογικές "τσέπες" εκείνης της εποχής ήταν οι "τσέπες" των συντεχνιών, που μπορούσαν από τα κέρδη τους να συμβάλουν στη συντήρηση των μηχανισμών του κράτους και στη συλλογική τους "τσέπη" επίσης. Οι συλλογικές "τσέπες" που υπήρχαν εκείνη την εποχή ήταν οι "τσέπες" των εμπόρων, των μηχανικών, των βιοτεχνών των αυτοκινητιστών κλπ.. Συνέβαινε δηλαδή αυτό που είπαμε και παραπάνω. "Τσέπη" υπάρχει, μόνον όταν αυτοί οι οποίοι συνθέτουν τον κοινωνικό εταίρο κερδίζουν χρήματα από τις δραστηριότητές τους και ένα μέρος των χρημάτων αυτών το καταβάλουν στο ταμείο τους —αν διαθέτουν τέτοιο— και ένα άλλο το προσφέρουν μέσω της φορολογίας στο κράτος, για να καλύψει τις ανάγκες του.

Η "τσέπη" του εργάτη, για παράδειγμα, δεν υπήρχε εκείνη την εποχή, γιατί δεν υπήρχαν εργάτες. Εργάτες υπάρχουν μόνον όταν υπάρχει παραγωγή του δευτερογενή τομέα και τέτοιος δεν υπήρχε στην Ελλάδα της εποχής εκείνης. Τότε απλά κάποιοι από τους εργαζόμενους μπορούσαν, λόγω της πολυτιμότητας της εργασίας τους, να εισπράττουν μισθούς και να δημιουργούν τα δικά τους ταμεία. Ταμεία όπως αυτά των εργατών του τύπου ή των ναυτικών. "Εργατική τάξη" όμως —με τη γενικευμένη έννοια που γνωρίζουμε σήμερα— δεν υπήρχε και άρα δεν υπήρχε και γενικευμένη ασφαλιστική συμπεριφορά σ' ότι αφορά την τάξη αυτήν. Δεν παραβλέπουμε βέβαια και κάποιες λίγες περιπτώσεις παραγωγικής δραστηριότητας στην Αθήνα κυρίως. Απλά όλες αυτές οι εξαιρέσεις ήταν η επιβεβαίωση του κανόνα, που ήθελε την Ελλάδα μια γεωργική χώρα, όπου το σύνολο σχεδόν του μη κεφαλαιούχου λαού της ήταν αγράμματοι δουλοπάροικοι.

Όταν δηλαδή θέλουμε να βγάλουμε σε γενικές γραμμές την εικόνα μιας χώρας, αυτό που αναζητούμε είναι η κυρίαρχη ιδιότητα της βάσης της κοινωνίας. Βάση της κοινωνίας είναι οι άνθρωποι οι οποίοι δεν διαθέτουν κεφάλαιο και μπορούν να επιβιώσουν μόνον μέσω της εργασίας τους. Όταν σε μια χώρα, από τους πολλούς ανθρώπους που γεννιούνται χωρίς κεφάλαιο, ελάχιστοι καταφέρνουν και γίνονται εργάτες και οι υπόλοιποι φυτοζωούν στα χωράφια, έχουμε να κάνουμε με μια φτωχή γεωργική χώρα.

Η βάση εκείνης της ελληνική κοινωνίας δεν ήταν εργάτες. Ο Έλληνας που γεννιόταν στην επαρχία της χώρας —και την ίδια στιγμή τα αστικά κέντρα της χώρας δεν ήταν τεράστιες εργατουπόλεις— ήταν βέβαιον ότι θα ζούσε τη ζωή του, είτε σαν πραγματικός δουλοπάροικος είτε σαν μικροϊδιοκτήτης γης με οικονομικές δυνατότητες δουλοπάροικου. Η διαφορά του πρώτου με τον δεύτερο στο επίπεδο στο οποίο αναφερόμαστε είναι ασήμαντη. Είτε ένας φεουδάρχης σού παραχωρήσει την παραγωγή ελάχιστης δικής του γης, με αντίτιμο να δουλεύεις στα χωράφια του, είτε η ελάχιστη αυτή γη σου ανήκει, η διαφορά είναι τεράστια στο επίπεδο της ελευθερίας, αλλά στο οικονομικό επίπεδο είναι ελάχιστη. Αυτό που καθορίζει την ποιότητα της ζωής σου είναι το μέγεθος των εσόδων σου και όχι η προέλευσή τους.

Οι μικροκτηματίες δηλαδή, άσχετα αν μοιάζουν με κεφαλαιοκράτες, δεν ξεφεύγουν στο οικονομικό επίπεδο από τους δουλοπάροικους. Σ' ό,τι αφορά τους πραγματικούς δουλοπάροικους, αυτοί είναι εργαζόμενοι, που δεν εισπράττουν πραγματικό μισθό, παρά τρέφονται με τη δουλειά τους. Δεν έχουν "τσέπες", παρά μόνο "κοιλιές", που τις περισσότερες φορές είναι μισοάδειες. Ο αγράμματος εκείνος λαός των φτωχών γεωργών και των δουλοπάροικων έστελνε τα παιδιά του στις "φάμπρικες" του εξωτερικού, για να επιβιώσουν ως μετανάστες εργάτες. Όσοι παρέμεναν στη χώρα, επιβίωναν με κόπο ως μικροκτηματίες ή δουλοπάροικοι για όσο διάστημα μπορούσαν να εργαστούν και, όταν πλέον έχαναν αυτήν την ικανότητα, επιβίωναν εξαιτίας της συγγενικής αλληλεγγύης. Η συγγενική αλληλεγγύη, δηλαδή, ήταν το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα των μικροκτηματιών και των δουλοπάροικων εκείνης της εποχής. Αυτός είναι κι ο λόγος που η αλληλεγγύη αυτή πέρασε τόσο έντονα στις παραδόσεις του ελληνικού λαού.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι όλοι εκείνοι οι δουλοπάροικοι και οι μικροκτηματίες δεν συνέθεταν κοινωνικό εταίρο, γιατί δεν διέθεταν χρήματα. Απλά επιβίωναν και κινούνταν συνήθως στο βασικό επίπεδο της οικονομίας, που είναι η ανταλλαγή αγαθών. Οι δουλοπάροικοι δηλαδή και οι μικροκτηματίες δεν μπορούσαν ως εταίροι ούτε να συνεισφέρουν μέσω της φορολογίας στο κοινό δημόσιο ταμείο, αλλά ούτε να εκφράσουν απαιτήσεις για κανονική σύνταξη. Όλα αυτά απαιτούν χρήματα και οι δουλοπάροικοι δεν διέθεταν χρήματα. Τι να πάρεις από τον δουλοπάροικο, είτε στο επίπεδο της φορολογίας είτε στο επίπεδο της ασφάλισης; Τη γωνία από το ψωμί που τρώει; Οι δουλοπάροικοι δηλαδή σε ένα κράτος έχουν έναν κοινωνικό ρόλο ανάλογο των "κατοικίδιων" σε ένα σπίτι. Υπάρχουν, έχουν ανάγκες, προσφέρουν κάτι συγκεκριμένο, αλλά απλά επιβιώνουν, χωρίς ούτε να συνεισφέρουν στο κοινό ταμείο, αλλά ούτε να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων.

Οι μόνοι εργαζόμενοι που εκείνη την εποχή εισέπρατταν στην Ελλάδα πραγματικούς μισθούς ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτοί, είτε ως κοινοί δημόσιοι υπάλληλοι είτε ως στρατιωτικοί κλπ., είχαν φροντίσει από πολύ νωρίς να δημιουργήσουν τα ταμεία τους. Οι κεφαλαιοκράτες —για ευνόητους λόγους— έπαιρναν χρήματα από τη δική τους "τσέπη" και τα έβαζαν στην 'τσέπη" του κράτους για να πληρώνει τους υπαλλήλους του, οι οποίοι υπηρετούσαν ποικιλοτρόπως τους κεφαλαιοκράτες. Το κράτος ήταν τότε ένας πραγματικά μισθοσυντηρούμενος υπηρέτης, όχι των συμφερόντων του λαού, αλλά των συμφερόντων του πιο ισχυρού κοινωνικού εταίρου, που ήταν οι κεφαλαιοκράτες. Μέριμνά του ήταν να προστατεύει διαρκώς καί τους ίδιους καί τις περιουσίες τους από έναν λαό ο οποίος θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνος, εξαιτίας της εκμετάλλευσης που υφίστατο από τους κεφαλαιοκράτες.

Οι χωροφύλακες, που χτυπούσαν τους ανήσυχους δουλοπάροικους, ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και υπηρέτες των κεφαλαιοκρατών, που έπρεπε να πληρωθούν. Το ίδιο και οι στρατιωτικοί, που κάθε λίγο και λιγάκι επιχειρούσαν πολέμους, είτε για ν' αυξήσουν το κεφάλαιο των κεφαλαιοκρατών είτε για να "ξεφορτωθούν" υπεράριθμους πληθυσμούς. Το ίδιο και οι οικονομολόγοι φοροεισπράκτορες, που καταλήστευαν τους εργαζομένους. Δημόσιοι υπάλληλοι ήταν επίσης κι αυτοί που τους εκπαίδευαν όλους αυτούς τους συναδέρφούς τους, για να εκτελούν το όποιο "λειτούργημά" τους. Αυτοί μάλιστα ήταν οι χειρότεροι, γιατί, καταλαμβάνοντας τις θέσεις των πανεπιστημιακών δασκάλων, αυτοονομάστηκαν και πνευματικοί άνθρωποι. Με πέντε κουτσογράμματα πήραν εκείνες τις θέσεις και με εκείνα τα γράμματα τους θάψαμε. Άξιοι συνδαιτυμόνες στα μεγάλα φαγοπότια της εξουσίας, αλλά με ανύπαρκτο πνευματικό έργο. Ό,τι τους έδιναν οι Δυτικοί να διδάξουν, αυτά δίδασκαν στον ελληνικό λαό. Ακόμα και τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα τα δίδασκαν από ξένες μεταφράσεις. Στις θετικές επιστήμες το επίπεδό τους ήταν... "τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, τρεις και το λαδόξιδο".

Δεν είμαστε άδικοι με το ελληνικό πανεπιστημιακό κηφηναριό, γιατί δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο σημερινός κόσμος της επιστήμης θεμελιώθηκε τον τελευταίο αιώνα. Τον αιώνα δηλαδή που καί ελεύθερο κράτος ήταν η Ελλάδα καί πανεπιστήμια διέθετε. Σε μια περίοδο που υπήρχε παγκοσμίως ένας οργασμός ανακαλύψεων και νέων επινοήσεων, οι Έλληνες διορισμένοι "σοφοί" αναμασούσαν τα ίδια και τα ίδια. Δεν ανακάλυψαν Έλληνες επιστήμονες σωτήρια εμβόλια, γνωστές θεωρίες κλπ.. Το έργο των Ελλήνων "επιστημόνων" πανεπιστημιακών απέδιδε οικονομικά μόνον στους ίδιους, εφόσον τα πάντα στο χώρο τους ήταν "στημένα".

Οι Έλληνες οι οποίοι διακρίθηκαν στην επιστήμη τους τα κατάφεραν στο εξωτερικό. Εκεί τα κατάφεραν, όχι μόνον γιατί εκεί υπήρχαν τα μέσα, αλλά γιατί εκεί τους άφηναν. Εκεί ασχολούνταν με την επιστήμη τους και δεν είχαν ν' αντιμετωπίσουν τις "τρικλοποδιές" των ατάλαντων ευνούχων της επιστήμης, που "έτρεμαν" στην ιδέα ότι κάποιος θα μπορούσε να διακριθεί με το έργο του. Όλοι αυτοί οι μεταξύ τους διάσημοι ατάλαντοι πανεπιστημιακοί "δάσκαλοι" λειτουργούσαν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, προκειμένου να πλουτίζουν. Όταν δεν αρκούταν στους προνομιακούς τους μισθούς, επιχειρούσαν να γίνουν "επιχειρηματίες" του πνεύματος. Με χρήματα του κράτους εξέδιδαν τα έργα τους, τα οποία στη συνέχεια τα πουλούσαν και πάλι στο κράτος. Το κράτος ήταν ο καλύτερος και μόνιμος πελάτης τους. Το μόνο που αυτοί οι ατάλαντοι άφησαν πίσω τους για να τους θυμόμαστε είναι τα παιδιά τους, που κληρονόμησαν τις θέσεις τους κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι ακόμα να τα ταΐζουμε.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι από εκείνους τους πρώτους σταθερά φασίστες και επιδεικτικά "θρησκευόμενους" δημοσίους υπαλλήλους "γεννήθηκε" η σύγχρονη μεγαλοαστική τάξη, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να κυβερνά την Ελλάδα. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Ο κύριος πυρήνας αυτής της τάξης ήταν οι πρώην σπιούνοι και χαφιέδες των κεφαλαιοκρατών, που προέκυψαν μετά την επανάσταση και τη φυγή των Τούρκων.

Οι κεφαλαιοκράτες της χώρας έπαιρναν τους επιστάτες τους από τα χωράφια τους, τους ψευδομόρφωναν και στη συνέχεια τους έκαναν αξιωματούχους της Αθήνας. Τις δικές τους υποθέσεις διευθετούσαν στα χωράφια τους και τις ίδιες υποθέσεις ανέλαβαν να διευθετούν και στην Αθήνα. Εκείνους τους θλιβερούς σπιούνους και τα παιδιά τους οι κεφαλαιοκράτες τούς έκαναν αξιωματούχους και πολιτικούς της χώρας. Τους στόλιζαν με τηβέννους, "φτερά και πούπουλα" και γελούσαν στα σαλόνια τους με τους "μεγάλους πολιτικούς άντρες" της χώρας.

Κοντά σ' αυτούς ακολούθησαν και στρατιές φτωχών, που στελέχωσαν τα κατώτερα στρώματα του κρατικού μηχανισμού. Φτωχοί, που, "γλείφοντας" όποιον έβρισκαν μπροστά τους, επεδίωκαν να πάρουν μια θέση στο δημόσιο. Ο αστός και ο δημόσιος υπάλληλος εκείνης της εποχής ήταν το συνώνυμο του "καρπαζοεισπράκτορα" των ισχυρών. Οι ισχυροί τον κάθε δημόσιο υπάλληλο όποτε ήθελαν τον διόριζαν σε μια δημόσια θέση και όποτε ήθελαν τον απέλυαν. Το δημόσιο ήταν ένας υπηρέτης των κεφαλαιοκρατών και "χόρευε" στους ρυθμούς τους.

Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν τα χαρακτηριστικά της κάθε τάξης στην Ελλάδα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, που συνέθεταν την αστική τάξη εκείνης της εποχής, ήταν θρασύδειλοι και γλείφτες. Κάθε φορά που ήταν ανήσυχοι, έτρωγαν τις "καρπαζιές" τους κι επέστρεφαν τρομοκρατημένοι στις "γωνίτσες" τους, πριν τις χάσουν κι αυτές. Δεν ήταν όμοιοι με τους αστούς των ισχυρών κρατών της Δύσης, που γεννήθηκαν μέσα στις "φωτιές" των συγκρούσεων με την κεφαλαιοκρατία. Οι Έλληνες αστοί δεν ήταν οι ισχυροί άνθρωποι, που νίκησαν σε ταξικούς αγώνες τους φεουδάρχες και στη συνέχεια έμαθαν να συνυπάρχουν μ' αυτούς μέσα σε συνθήκες δυναμικής ισορροπίας. Οι Έλληνες αστοί ήταν υπάλληλοι των κεφαλαιοκρατών. Ήταν ανθρωπάκια, που "γεννήθηκαν" από τη βούληση και τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών οι οποίοι υπηρετούνταν από τον κρατικό μηχανισμό. Το μόνο που γνώριζαν ήταν να εκτελούν τα θελήματα των αφεντικών τους.

Είναι αστείο και μόνον να σκεφτεί κάποιος ότι οι σημερινοί γόνοι των μεγάλων αθηναϊκών μεγαλοαστικών οικογενειών, που μεγαλοπιάνονται κι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους σαν "γαλαζοαίματους" από μεγάλα "τζάκια", δεν είναι τίποτε άλλο από απόγονοι πειναλέων δουλοπάροικων, που κλαίγοντας απέσπασαν μια θεσούλα στο δημόσιο. Όλοι αυτοί, που σήμερα παριστάνουν τους σοφούς με τα ακριβά πτυχία της Δύσης, είναι παιδιά "φτωχοδιάβολων", οι οποίοι, όταν ήταν παιδιά, νόμιζαν ότι ο κύριος Κρέας και ο κύριος Ψάρης ήταν μακρινοί συγγενείς, που, ενώ άκουγαν τα ονόματά τους, δεν τους έβλεπαν ποτέ στο σπίτι τους.

Όμως, το πραγματικά τραγικό ήταν αυτό που συνέβαινε με τον υπόλοιπο λαό. Αυτός ο λαός ήταν διαρκώς πεινασμένος κι έτρωγε "βουρδουλιές", προκειμένου να κάθεται ήσυχος και να μην διαμαρτύρεται. Με "βουρδουλιές" εκπαιδευόταν να ζει φοβισμένος και να τρέμει την εξουσία, που συνήθως την ταύτιζε με το πρόσωπο του χωροφύλακα. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν πολίτες στη χώρα, που αντιμετωπίζονταν επίσημα από το κράτος ως "λάφυρα πολέμου" και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το αποτέλεσμα αυτής της απίθανα βίαιης συμπεριφοράς τού κράτους απέναντι στους πολίτες ήταν να έχουμε έναν λαό φοβισμένο, που ανεχόταν τα πάντα.

Ακόμα και οι λίγοι αναλογικά εργάτες που υπήρχαν εκείνη την εποχή δέχονταν τη σκληρή εκμετάλλευση, φερόμενοι σαν δουλοπάροικοι και όχι ως πραγματικοί εργάτες με δικαιώματα και ισχύ. Κάθε φορά που προσπαθούσαν να φερθούν ως εργάτες και να διεκδικήσουν ως εταίροι τα δικαιώματά τους, έβγαιναν τα κρατικά όργανα καταστολής και σκότωναν απροκάλυπτα όποιον τους ενοχλούσε, προκειμένου να τρομοκρατήσουν τους υπολοίπους. Δεν υπήρχε εργατική πρωτομαγιά, που να μην έχουμε νεκρούς και τραυματίες στις εργατικές εκδηλώσεις.

Εκείνο το κράτος —όπως συμβαίνει και με όλα τα κράτη με ανάλογη οικονομία— ήταν στην κυριολεξία μια "παράγκα". Δεν ήταν "Μπανανία" μόνον στο επίπεδο των θεσμών, αλλά και στο επίπεδο των υποδομών. Όταν δεν υπάρχουν εργάτες που εργάζονται και φορολογούνται, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη των υποδομών. Οι υποδομές είναι πανάκριβες και οι κεφαλαιοκράτες δεν μπορούν να τις χρηματοδοτήσουν στη δημιουργία τους, αλλά ούτε και μπορούν να τις συντηρούν όντας ολιγάριθμοι.

Αποτέλεσμα αυτών των δεδομένων είναι να περιορίζονται στα βασικά και το κράτος να παραμένει στο πιο χαμηλό επίπεδο από πλευράς υποδομών. Αυτό ήταν καθοριστικό και για το συνολικό πρόσωπο του κρατικού μηχανισμού. Γιατί; Γιατί το κράτος, που συνήθως αυτές τις υποδομές τις χειρίζεται ως κεφάλαιό του, δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως κεφαλαιοκράτης και άρα ως αυτοδύναμος κοινωνικός εταίρος. Λογικό είναι δηλαδή εκείνη την περίοδο το κράτος να περιορίζεται στο ρόλο τού υπηρέτη, που απλά —όταν οι συγκυρίες το επέτρεπαν— μπορούσε να επωφεληθεί, αλλά όχι και να αγνοήσει τα "αφεντικά" του.

Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι και τη λήξη τους εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα· περίπου δηλαδή στο 1950, όπου αρχίζει η δεύτερη περίοδος με βάση τους διαχωρισμούς που έχουμε κάνει. Γιατί θεωρούμε αυτό το γεγονός ως σταθμό στην οικονομική ιστορία του ελληνικού κράτους; Γιατί το αποτέλεσμα αυτού του εμφυλίου έκρινε την τελική ιδεολογική επιλογή τού ελληνικού κράτους. Το ελληνικό κράτος, έστω και με τη βία ενός εμφυλίου, επέλεξε την πρόσδεσή του στο "άρμα" της Δύσης.

Όμως, η βία των όπλων μπορεί να δώσει τη νίκη σε μια σύγκρουση, αλλά δεν είναι δυνατόν από μόνη της να διατηρήσει μια κατάσταση αντιλαϊκή στο επιθυμητό για την εξουσία επίπεδο. Η διατήρηση αυτής της κατάστασης απαιτεί επενδύσεις στην παραγωγή, ώστε οι θέσεις εργασίας να αποτελούν δέλεαρ για τους εργαζόμενους και ανασταλτικό παράγοντα στην αντιδραστικότητα του λαού.

Οι Δυτικοί γνώριζαν εκ των προτέρων ότι, για να διατηρήσουν την Ελλάδα στο δυτικό κόσμο, θα έπρεπε να προβούν σε επενδύσεις όλων των ειδών. Επενδύσεις που αφορούν καί την παραγωγή, αλλά καί την προπαγάνδα. Θα έπρεπε ν' αναπτύξουν τον δευτερογενή τομέα της παραγωγής, ώστε οι εργάτες που θα "γεννιόνταν" να έχουν δυτικόστροφη νοοτροπία, για ν' αντιμετωπιστεί η επίσης μαζική αντιδραστικότητα των κομμουνιστών. Για τον λόγο αυτόν μετέφεραν στην Ελλάδα τεχνογνωσία παραγωγής, έστω και κατώτατης στάθμης, ώστε οι πρώην φεουδάρχες να μετατραπούν γρήγορα σε βιομηχάνους. Επιδιώκοντας αυτήν την ταχύτατη μετατροπή τους σε βιομηχάνους, έστειλαν τη χρηματική βοήθεια που θεωρούσαν απαραίτητη. Εκτός αυτού επένδυσαν και οι ίδιοι στην παραγωγή, με τη δημιουργία εργοστασίων δυτικών συμφερόντων. Τότε άρχισε δειλά-δειλά να λειτουργεί το ελληνικό κράτος με βάση τους πραγματικούς νόμους και τα πραγματικά δικαιώματα των εργαζομένων. Τότε εμφανίστηκε και η εργατική τάξη στην Ελλάδα, αλλά και η "τσέπη" αυτής της τάξης.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν να εμφανίζονται και τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα την ελληνική κοινωνία κι έχουν φέρει τον ελληνικό λαό σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Τότε έγιναν τα εγκλήματα εις βάρος του ελληνικού λαού από αυτούς τους οποίους εμπιστεύτηκε. Το πρόβλημα, όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, οφείλεται σ' αυτούς που ανέλαβαν να σχεδιάσουν το σύστημα, εξυπηρετώντας τα δικά τους συμφέροντα και άρα τη δική τους "τσέπη" εις βάρος των υπολοίπων και κυρίως εις βάρος της εργατικής τάξης. Αυτοί που σχεδίασαν και άρα αυτοί που ευθύνονται για τη σημερινή τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εργατικός κόσμος στη χώρα μας είναι οι αστοί. Οι "σοφοί" και "δίκαιοι" πανεπιστημιακοί, που επεξεργάζονταν στα γραφεία τους τη "δίκαιη" και "λαμπερή" νέα εποχή της Ελλάδας. Εκείνα τα γελοία υποκείμενα εκμεταλλεύτηκαν άριστα τις συγκυρίες και δημιούργησαν μια κατάσταση ευνοϊκή μόνον για τους εαυτούς τους.

Ποιες ήταν οι συγκυρίες και ποια τα δεδομένα που τους ωφέλησαν; Εκμεταλλεύτηκαν κατ' αρχήν τον εμφύλιο πόλεμο και τις συνέπειές του. Οι κεφαλαιοκράτες στην Ελλάδα είχαν τρομάξει από τη μαζικότητα των αντιδράσεων του λαού, άσχετα αν όλοι αυτοί που αντιδρούσαν ήταν κομμουνιστές ή όχι. Το ταξικό μίσος που υπήρχε μέσα στην ελληνική κοινωνία μπορεί να εκτονώθηκε σε πρώτη φάση στον εμφύλιο, αλλά ήταν πλέον μια υπαρκτή πραγματικότητα, που πάντα έπρεπε να τη λαμβάνουν υπ' όψιν τους. Ήταν βέβαιον πλέον ότι η εποχή όπου ο "βούρδουλας" είχε αποτελεσματικότητα είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο λαός χρειαζόταν πιο πονηρά και "σύγχρονα" μέσα για να ελεγχθεί. Γνώριζαν πολύ καλά ότι θα αρκούσε μια "βουρδουλιά" για να τιναχθούν όλα στον αέρα.

Αυτό που αποφάσισαν ήταν η αντιγραφή των πρακτικών που είχαν υιοθετήσει πολύ νωρίτερα οι ισχυροί των δυτικών κοινωνιών. Μέσα στις κοινωνίες αυτές η πανίσχυρη αστική τάξη με την πονηριά της και τις γνώσεις της αναλάμβανε —έχοντας τον έλεγχο του κρατικού συστήματος— τον έλεγχο των μαζών. Αυτός ο έλεγχος ήταν το ατού της απέναντι στην κεφαλαιοκρατία, κάθε φορά που η ίδια ζητούσε προνόμια για τον εαυτό της. Οι αστοί δηλαδή στη Δύση χρησιμοποιούσαν τον κρατικό μηχανισμό, για να μπορούν ν' αναλάβουν εργολαβικά και έναντι υψηλών μισθών τον έλεγχο του λαού.

Αυτό το γνώριζε η ελληνική αστική τάξη —που πάντα αντέγραφε τις δυτικές πρακτικές— και αυτόν τον ρόλο και διεκδίκησε. Έχοντας αποδεδειγμένα δουλικά χαρακτηριστικά, ζήτησε και έλαβε την έγκριση των Δυτικών για τον νέο της ρόλο. Αυτήν απορρόφησε τις επενδύσεις των Δυτικών στην προπαγάνδα του καπιταλισμού και αυτό ήταν το πρώτο δώρο που δέχθηκε από αυτούς. Το αντίτιμο εκείνου του δώρου ήταν η προσήλωσή της στα δυτικά συμφέροντα. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα θα μοιραζόταν με το "παλάτι" τον ρόλο του τοποτηρητή των δυτικών συμφερόντων. Αυτό ήταν λογικό, εφόσον το "παλάτι", οι κεφαλαιοκράτες και οι αστοί είχαν κοινούς εχθρούς με τη Δύση και αυτοί ήταν οι κομμουνιστές.

Τότε έγινε η μετάλλαξη του κρατικού συστήματος στην Ελλάδα κι αυτό είναι το χαρακτηριστικό της περιόδου εκείνης. Το κρατικό σύστημα έπαψε να είναι υπηρέτης της κεφαλαιοκρατίας και έγινε σύστημα-κεφαλαιοκράτης και άρα ένας εκ των κοινωνικών εταίρων με δική του "τσέπη", εφόσον ήταν ιδιοκτήτης αποδοτικού κεφαλαίου, το οποίο του επέτρεπε να παίρνει αποφάσεις, αγνοώντας τους επίσημους χρηματοδότες του, που ήταν οι υπόλοιποι κοινωνικοί εταίροι. Εξαιτίας εκείνου του κεφαλαίου, που απέκτησε το κράτος, άλλαξε τα χαρακτηριστικά του. Από υπηρέτης των κοινωνικών εταίρων έγινε ο μεγάλος συνέταιρος όλων τους. Τα ειδικά χαρακτηριστικά, που θα επέτρεπαν στους αστούς ως τάξη να καπελώσουν το σύνολο των ταξικών τους αντιπάλων, οφείλονταν σε ένα μεγάλο "όπλο" τους και στα ειδικά χαρακτηριστικά των ταξικών της αντιπάλων.

Το πλεονέκτημά της τάξης αυτής ήταν ότι μπορούσε εύκολα να ταυτιστεί με τον κρατικό μηχανισμό και το κεφάλαιό του και σε ένα κράτος, όπως η Ελλάδα εκείνης της εποχής, να σχεδιάσει τα πάντα σε λευκό χαρτί. Η "Μπανανία" που λεγόταν Ελλάς θα σχεδιαζόταν από την αρχή σαν πολιτισμένο κράτος και αυτό ήταν το πλεονέκτημα που εκμεταλλεύτηκαν οι αστοί. Η τάξη αυτή θα "γεννούσε" την εργατική τάξη όπου ήθελε, όπως ήθελε και με όποιον τρόπο ήθελε.

Αυτό ήταν πολύ σημαντικό, γιατί τα πράγματα στην Ελλάδα εκείνης της εποχής ήταν ιδιόμορφα και μπορούσαν να γίνουν μεγάλες παρεμβάσεις στην οικονομία, εξαιτίας εξωοικονομικών δεδομένων. Η ιδιομορφία που επέτρεπε αυτού του είδους των παρεμβάσεων οφειλόταν στην ανομοιογένεια της ελληνικής κοινωνίας. Μια ανομοιογένεια, που ήταν αποτέλεσμα της τότε πρόσφατης προσάρτησης της πλούσιας Μακεδονίας και της Θράκης στον φτωχό αρχικό ελληνικό κορμό.

Αυτό το δεδομένο μετέτρεπε τα απλά στην οικονομία πράγματα σε σύνθετα. Το ελληνικό κράτος, από τη στιγμή που προσαρτήθηκαν σ' αυτό οι Νέες Χώρες, ακολουθούσε μια πάγια τακτική, που είχε ως στόχο να ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα εις βάρος κάποιων άλλων. Προπολεμικά με τα πενιχρά μέσα που διέθετε το φτωχό κράτος, ενώ μεταπολεμικά η ίδια πολιτική διατηρήθηκε, έχοντας όμως το κράτος πολλαπλάσια μέσα και βέβαια χρήματα για να ασκεί αυτού του είδους την πολιτική. Έχοντας λοιπόν την υποστήριξη της Δύσης, κατεύθυνε τις μεταπολεμικές επενδύσεις όπου ήθελε και με όποιον τρόπο ήθελε. Αυτή είχε το καρπούζι", αυτή είχε και το "μαχαίρι".

Ο σχεδιασμός της παραγωγής στην Ελλάδα σχεδιάστηκε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, που απέβλεπε σε συγκεκριμένους στόχους. Που απέβλεπε; Σε δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν να διατηρηθεί η αστική τάξη των Αθηνών —που στο σύνολό της ήταν παλαιοελλαδίτικης καταγωγής— στην εξουσία. Το δεύτερο —που σ' αυτήν την περίπτωση μας ενδιαφέρει— ήταν στο ν' αποκτήσει το κράτος και η ίδια η αστική τάξη δυνατότητα πρόσβασης στην "τσέπη" των εργατών, που, λόγω της εκβιομηχάνισης της χώρας, ήταν βέβαιο ότι θα δημιουργούνταν ταχύτατα. Αν το κατάφερνε αυτό, θα επιτύγχανε το σύνολο των στόχων της ταυτόχρονα. Θα διατηρούσε την εξουσία, θα έλεγχε την κεφαλαιοκρατία και ταυτόχρονα θα γινόταν ασύλληπτα πλούσια και η ίδια.

Ο στόχος δηλαδή των αστών, για να επιτευχθεί το ζητούμενο για την τάξη τους, ήταν ν' αναπτυχθεί η παραγωγή του δευτερογενή τομέα με έναν παράδοξο και αντιοικονομικό τρόπο. Με έναν τρόπο που θα δίχαζε τα συμφέροντα καί των κεφαλαιοκρατών καί των εργαζομένων, ώστε να μπορεί η αστική τάξη να εκβιάζει αυτούς τους οποίους θα ευνοήσει και να τους χρησιμοποιεί εναντίον αυτών που για τον οποιονδήποτε λόγο θα διαμαρτύρονταν.

Όταν οι Νότιοι κεφαλαιοκράτες θα διαμαρτύρονταν για τα προνόμια των αστών, θα τους απειλούσαν με την παύση των "εξυπηρετήσεων" που απολάμβαναν εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού εις βάρος των Βορείων. Όταν οι Νότιοι εργάτες στην πλειοψηφία τους θα διαμαρτύρονταν για το μακρύ "χέρι" του κράτους στα ταμεία τους, αυτό θα τους υπενθύμιζε ότι χάρη σ' αυτό επιβιώνουν ως εργάτες, εφόσον, αν αφήνονταν τα πράγματα ελεύθερα και χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, η παραγωγή θ' ακολουθούσε τη δική της δυναμική και άρα θα μετακινούνταν στο Βορά.

Αυτό ήταν και το μυστικό αυτού του οποίου αναφέρουμε πιο πάνω ως παράδοξου τρόπου που αναπτύχθηκε η ελληνική παραγωγή του δευτερογενή τομέα. Ενώ αυτός ο τομέας παραγωγής αναπτύσσεται πάντα, για λόγους κόστους κι ανταγωνιστικότητας, εκεί όπου βρίσκεται το πλούσιο κεφάλαιο του πρωτογενή τομέα, στην Ελλάδα, εξαιτίας κρατικών παρεμβάσεων και αντιοικονομικών επενδύσεων, αναπτύχθηκε στο φτωχό Νότο. Η Αθήνα, πάνω στην αγωνία της να μην χάσει την εξουσία απέναντι στις πλούσιες Νέες Χώρες, μετέτρεψε τον σχεδιασμό σε εθνικό ζήτημα. Την αντιοικονομική της πολιτική την παρουσίασε σαν ένα αναπόφευκτο κόστος, που έπρεπε να το υποστούν οι εργαζόμενοι για εθνικούς υποτίθεται λόγους. Δεν ήταν δυνατόν το κεφάλαιο, η απασχόληση και άρα η εξουσία να μετακινηθεί προς τους "ύποπτους" πληθυσμούς του Βορά.

Όπως αντιλαμβανόμαστε η όλη φιλολογία, που διαχώριζε τους Έλληνες πολίτες σε "καθαρούς" και "βουλγαρίζοντες", ήταν κατευθυνόμενη. Δεν ήταν κάτι που προέκυπτε μέσα από την κοινωνία, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Β. Ιρλανδία. Ήταν κάτι που "κατασκευάστηκε" μέσα στα γραφεία των αστών τής Αθήνας και υπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα. Στόχος της ήταν να γίνει ελεγχόμενη η διοχέτευση των επενδύσεων, ώστε να ευνοηθούν κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι εις βάρος κάποιων άλλων. Από αυτήν την εύνοια θα ισχυροποιούταν οι Νότιοι κεφαλαιοκράτες και μαζί μ' αυτούς και οι "υπηρέτες" τους, που ήταν οι αστοί της Αθήνας.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Αθήνα, με την οργανωμένη προπαγάνδα της, παρέσυρε στην ίδια συνωμοτική λογική και τους πληθυσμούς του Νότου, που έβλεπαν κέρδη από την κρατική παρεμβατική πολιτική. Οι ευνοημένοι εργαζόμενοι του Νότου γνώριζαν αυτήν την παραδοξότητα και ταυτίζονταν με τις επιλογές του κράτους, εφόσον ήταν επιλογές που τους ευνοούσαν. Όταν όμως ευνοείσαι, δεν μπορείς να φωνάζεις και γι' αυτόν τον λόγο οι εργαζόμενοι έπεσαν στην παγίδα των αστών και έγιναν όμηροι της κρατικής εξουσίας. Το κύριο όπλο δηλαδή της αστικής τάξης, που της επέτρεψε τις παρεμβάσεις, ήταν η πρόσβαση στο ταμείο των εργαζομένων. Αυτή η πρόσβαση στα εργατικά ταμεία ήταν το κόστος που υποτίθεται θα πλήρωναν οι εργαζόμενοι, προκειμένου το κράτος να "στήσει" τη μηχανή παραγωγής στο χώρο όπου συνέφερε τους εργαζόμενους εκείνης της εποχής, και ήταν βέβαια ο Νότος.

Αρκούσε όμως αυτό; Όχι βέβαια, γιατί, όταν η κεφαλαιοκρατία είναι ισχυρή, ακολουθεί τους νόμους της αγοράς και όχι τις επιλογές του κράτους, που πολλές φορές δεν τη συμφέρουν. Αν δηλαδή οι κεφαλαιοκράτες της Μακεδονίας ή της Θεσσαλίας ήταν ισχυροί όσο τους επέτρεπε το κεφάλαιό τους, καμία κρατική παρέμβαση και καμία συνωμοσία δεν θα μπορούσε να τους βγάλει από το παιχνίδι. Η ατυχία τους —ειδικά για τους Μακεδόνες και τους Θράκες— ήταν ότι ήταν νεοφερμένοι σε μια κατάσταση που είχε παγιωμένες αντιλήψεις και οι ίδιοι δεν είχαν πρόσβαση στην εξουσία, ώστε να τις αλλάξουν. Εξαιτίας αυτής της έλλειψης πρόσβασης στην εξουσία, δεν μπόρεσαν ν' αντιδράσουν στην άθλια και υστερόβουλη πολιτική της Αθήνας. Από το δικό τους κεφάλαιο αποζημιώθηκαν οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η Αθήνα είχε κατορθώσει να μετατρέψει τη Μικρασιατική Καταστροφή σε Μακεδονική Καταστροφή.

Γιατί μιλάμε όμως τόσο κατηγορηματικά για Καταστροφή; Γιατί είναι εξόχως καταστροφικό για έναν κατακτημένο λαό να μην μπορέσει να εκμεταλλευτεί την αποχώρηση του κατακτητή. Όταν το κεφάλαιο που εγκαταλείπει ο κατακτητής περιέρχεται σε χέρια ξένων, πρακτικά δεν αλλάζει τίποτε για τα θύματα. Δεν έχει σημασία η ταυτότητα αυτού του ξένου. Ακόμα και ο ίδιος σου ο αδερφός να είναι, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Εξαιτίας αυτής της μεροληπτικής πολιτικής διχάστηκαν μεταξύ τους οι παλιοί με τους νέους κεφαλαιοκράτες της Μακεδονίας και η Αθήνα έλεγχε με μεγάλη ευκολία τα πάντα. Οι γηγενείς δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν λόγω αδυναμίας, ενώ οι πρόσφυγες έγιναν όμηροι της Αθήνας, που τους προστάτευε μέσα σ' ένα εχθρικό περιβάλλον.

Το δεύτερο πράγμα που εκμεταλλεύτηκαν οι αστοί ήταν τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας που επιλέχθηκε να κυριαρχήσει και ήταν η κεφαλαιοκρατία του Νότου. Η κυρίαρχη κεφαλαιοκρατία της Ελλάδας εκείνης της εποχής ήταν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του ελληνικού κράτους. Ήταν κεφαλαιοκρατία της πλάκας με ελάχιστες δυνατότητες ανάπτυξης και άρα μεταπήδησης στο βιομηχανικό κεφάλαιο. Ειδικά οι Νότιοι κεφαλαιοκράτες με το αδύναμο κεφάλαιό τους —που έλεγχαν μέχρι τότε τον κρατικό μηχανισμό— ήταν αδύνατον να μετακινηθούν στη βιομηχανία χωρίς κρατικό "σπρώξιμο". Οι περισσότεροι, ακόμα και με δωρεάν κεφάλαιο-τεχνογνωσίας, ήταν αδύναμοι να εξασφαλίσουν χρήματα για την ανάπτυξη του βιομηχανικού κεφαλαίου. Με υποθήκη ένα χωράφι στην Τρίπολη μόνον εισιτήριο για την Αθήνα εξασφάλιζες και όχι δάνειο για βιομηχανική επένδυση. Όλοι αυτοί οι κεφαλαιοκράτες της πλάκας, έχοντας συναίσθηση της αδυναμίας τους, αναζήτησαν τη βοήθεια του κράτους. Φοβούνταν βέβαια και τους κεφαλαιοκράτες του Βορά και παρέδωσαν γη και ύδωρ στην αστική τάξη.

Εκείνη την εποχή είδαμε τρομερά πράγματα, που έγιναν υπό την καθοδήγηση των αστών και με τις ευλογίες της Δύσης. Εδώ πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης γιατί στην αρχή αναφέραμε ότι είναι επικίνδυνο να γίνεται το κράτος κοινωνικός εταίρος και να ταυτίζεται με συγκεκριμένα συμφέροντα. Η ισχύς του, σε σχέση με τη δυνατότητά του να νομοθετεί, είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια οικονομία, εφόσον μπορεί να διχάζει τους κορμούς των εταίρων και ν' αναγνωρίζει ως εταίρο όποιον θέλει με όποιους όρους θέλει. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό στην περίπτωσή μας; Με την ισχύ του το ελληνικό κράτος δίχασε τους δύο ισχυρότερους κοινωνικούς εταίρους, που είναι οι κεφαλαιοκράτες και οι εργαζόμενοι. Ευνόησε κάποιους που τη βόλευαν στον σχεδιασμό και τους άλλους είτε τους κατέστρεψε είτε τους βύθισε σε μια τρομερή κατάσταση αδυναμίας.

Ποτέ και πουθενά σε ανεπτυγμένο κράτος η αστική τάξη δεν "κατασκεύασε" μόνη της την κεφαλαιοκρατική της τάξη. Αυτό γίνεται μόνον στις "Μπανανίες" και αυτό έγινε και στην Ελλάδα. Στα ανεπτυγμένα κράτη οι κεφαλαιοκράτες απλά μεταλλάσσονται και δεν "κατασκευάζονται" εκ του μη όντος. Αυτός ο οποίος έχει κεφάλαιο το μεταλλάσσει σε μια πιο κερδοφόρα μορφή του κι εξακολουθεί να υπάρχει ως κεφαλαιοκράτης. Με τον τρόπο αυτόν στη Δύση οι πανίσχυροι φεουδάρχες μετατράπηκαν σε επίσης πανίσχυρους βιομηχάνους. Στην Ελλάδα δεν έγινε κάτι ανάλογο. Είδαμε κάτι απίθανους τύπους από τον εμπορικό ή τον αστικό χώρο να μετατρέπονται σε βιομηχάνους με κρατικά χρήματα. Χωρίς να βάλουν υποθήκες κεφάλαια γης ή χωρίς να πουλήσουν ιδιόκτητη γη, εξασφάλισαν χρήματα για να γίνουν βιομήχανοι. Στο σημείο αυτό φαίνεται και η παρέμβαση της Δύσης στον σχεδιασμό της ελληνικής οικονομίας. Η βάση αυτής της πολιτικής και η "μίζα", για να ξεκινήσει η παράδοξη αυτή ελληνική πρακτική, δόθηκε από τη Δύση.

Η περίφημη "αμερικανική βοήθεια" μετά τον πόλεμο κατευθύνθηκε προς τις προκαθορισμένες "τσέπες". Δόθηκε υπό μορφή επιδοτήσεων σε συγκεκριμένους υποψήφιους κεφαλαιοκράτες, που χωρίς "σπρώξιμο" δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν ως τέτοιοι. Από εκεί και πέρα το κράτος υποτίθεται, για να προστατεύσει τις επενδύσεις του, νομοθετούσε μ' εκείνον τον τρόπο, που θα στήριζε τις επιλογές του, τις οποίες θεωρούσε μείζονος εθνικής σημασίας. Με νόμους στήριζε τους κεφαλαιοκράτες που το ίδιο δημιουργούσε, υποτίθεται για να εξασφαλίσει την επιστροφή των δανείων. Τους προστάτευε με νόμους από τον ανταγωνισμό και δίνοντάς τους το πλεονέκτημα να παριστάνουν τους αποκλειστικούς προμηθευτές του, τους μετέτρεπε σε μονοπώλια. Με τη μεθοδολογία αυτήν κατέστρεφε τους πιθανούς ανταγωνιστές τους και ειδικότερα τους Βόρειους.

Η περίφημη "Χαλυβουργική", για παράδειγμα, μ' αυτόν τον "στημένο" τρόπο έγινε ο κολοσσός που γνωρίζουμε. Έδωσαν σε εμποράκους —και άρα στο τίποτε του κεφαλαίου— τη μοναδική άδεια υψικαμίνου στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα τους έδωσαν τη δυνατότητα να γίνουν μονοπώλιο χωρίς καμία δικαιολογία. Έχοντας δώσει την προνομιακή άδεια σε φουκαράδες, που μέχρι τότε πουλούσαν καρφιά και σύρματα στο "μπακάλικό" τους, απέκτησαν και τη δικαιολογία να τους προσφέρουν και τα χρήματα που χρειαζόταν η επένδυσή τους, εφόσον έκριναν ασφαλή τα δεδομένα να επενδύσουν πάνω τους.

Αν μάλιστα σκεφτεί κάποιος ότι και το ίδιο το κράτος ήταν κεφαλαιοκράτης και μπορούσε να κλείνει εμπορικές συμφωνίες με προμηθευτές της επιλογής του, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι το ίδιο το κράτος στήριζε με προνομιακές συμφωνίες τους κεφαλαιοκράτες που το ίδιο δημιουργούσε. Και σε μια αγελάδα να έδινες αυτήν την άδεια και τα χρήματα να παράγει προϊόντα και στη συνέχεια να τα πουλάει στις κρατικές επιχειρήσεις με ευνοϊκούς όρους, θα γινόταν μεγιστάνας μέσα σε λίγα χρόνια. Μπακάληδες και γαλατάδες ήταν οι περισσότεροι από τους μετέπειτα "μεγιστάνες" της ελληνικής οικονομίας.

Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης τι σημαίνει παρέμβαση και πώς γεννιέται τεχνητά μια κεφαλαιοκρατική τάξη. Δεν δόθηκαν οι προνομιακές άδειες σε Βεροιώτες ή Σερραίους, των οποίων η γη ήταν πλούσια, ήταν ιδιόκτητη και μπορούσε υποθηκευόμενη να εξασφαλίσει τα χρήματα που απαιτούσε μια επένδυση στη βιομηχανία. Τις αποκλειστικές άδειες, τα δωρεάν χρήματα της επένδυσης και τα συμβόλαια προμήθειας των κρατικών επιχειρήσεων τα έδιναν στους ισχυρότερους ανθρώπους του Νότου. Στους ισχυρούς της Αρκαδίας, της Ηλείας κλπ.. Αρκούσε δηλαδή να είναι κάποιος Νότιος και με μια καλή ιδέα να χρηματοδοτηθεί. Η μόνη προϋπόθεση-όρος γι' αυτόν θα ήταν η επένδυση να γίνει στην περιοχή της πρωτεύουσας ή του ευρύτερου χώρου του Νότου. Η Μακεδονία είχε μπει σε ρυθμό εκβιομηχάνισης επί οθωμανικής αυτοκρατορίας και μισόν αιώνα κατόπιν το κέρδος τής "απελευθέρωσης" ήταν να επιστρέψει στην αγροτική οικονομία. Αυτό το "πισωγύρισμα" της Μακεδονίας έγινε με παρέμβαση του κράτους, για να ευνοηθούν οι κεφαλαιοκράτες του Νότου.

Από τη στιγμή που έγιναν όλα αυτά, οι αστοί της Αθήνας ήταν βέβαιον ότι θα πλούτιζαν. Είναι δυνατόν αυτοί οι σκανδαλωδώς ευνοημένοι κεφαλαιοκράτες να μην στηρίξουν την εξουσία; Είναι δυνατόν να προσπαθήσουν να την ελέγξουν ή να την περιορίσουν κάθε φορά που επιδιώκει, είτε ν' αποκτήσει κεφάλαιο η ίδια είτε να ευνοήσει τους υπαλλήλους της, πράγματα που όπως είπαμε είναι ό,τι χειρότερο για μια οικονομία;

Από την άλλη πλευρά δεν υπήρχε και αντίδραση από πλευράς εργαζομένων. Ακόμα κι αυτοί ήταν ευνοημένοι στο μέτρο που τους αντιστοιχούσε. Όλοι αυτοί οι θεόφτωχοι δουλοπάροικοι του Νότου ακόμα και την εργατική απασχόληση την έβλεπαν σαν προνόμιο. Δεν την έβλεπαν ως μια φυσική εξέλιξη σ' έναν κόσμο που άλλαζε. Την έβλεπαν σαν εύνοια και την ίδια ώρα δεν τους βοηθούσε η παιδεία τους. Μέχρι τότε ήταν φτωχοί δουλοπάροικοι, που τρομοκρατημένοι υπέμεναν τα πάντα, ακόμα και νηστικοί. Είναι δυνατόν ν' αντιδράσουν, όταν εξασφαλίζουν το μισθό του εργάτη;

Αποτέλεσμα αυτού το γεγονότος ήταν από τη φοβισμένη τάξη των Ελλήνων δουλοπάροικων να γεννηθεί η επίσης φοβισμένη τάξη των Ελλήνων εργατών. Ο φόβος ήταν αυτό που χαρακτήριζε πάντα την ελληνική εργατική τάξη. Οι πάντες φοβούνταν τους πάντες, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Άλλοι φοβούνταν ν' αντιδράσουν, επειδή φοβούνταν μήπως χάσουν το "προνόμιο" της έμμισθης εργασίας. Άλλοι φοβούνταν μήπως, αντιδρώντας στην εκμετάλλευση και εκφράζοντας απαιτήσεις, γίνουν το αίτιο να μετακινηθεί η παραγωγή στο φυσικό της χώρο. Όλοι όμως οι εργάτες ανεξαιρέτως φοβούνταν μήπως χαρακτηριστούν κομμουνιστές από τους κρατούντες. Ο χωροφύλακας, ακόμα κι εξαιτίας μιας ανυπόστατης φήμης, ερχόταν στο σπίτι σου και από εκεί και πέρα τα πάντα ήταν δυνατά.

Το να χαρακτηριστείς εκείνη τη σκοτεινή μετεμφυλιακή περίοδο ως κομμουνιστής, ισοδυναμούσε με θάνατο. Φτώχεια και ταλαιπωρία θα σε βασάνιζαν μέχρι να πεθάνεις. Ό,τι και να έβλεπες δεν μιλούσες, γιατί υπήρχαν μέσα στην κοινωνία χαφιέδες —αστοί ως επί το πλείστον—, που έβαζαν "ταμπέλες" ανεξίτηλες. Με τον τρόπο αυτόν στήθηκε ένα κράτος της Δεξιάς, που ήταν τρομερά σκληρό και άδικο. Ένα κράτος όπου όλοι οι μηχανισμοί στελεχώνονταν από ανθρώπους οι οποίοι, όταν αναζητούσαν δουλειά, κατέθεταν τις αναγκαίες αποδείξεις για τα κοινωνικά τους φρονήματα.

Οι αστοί αυτά τα προκάλεσαν μόνοι τους, γιατί γνώριζαν να τα εκμεταλλεύονται. Αυτοί αδικούσαν τους εργαζομένους και οι ίδιοι αναλάμβαναν να τους "υπερασπίζονται". Αστοί ανέλαβαν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα ενός τρομερά βασανισμένου και τρομαγμένου λαού. Οι θρασύδειλοι γλείφτες της αστικής τάξης ανέλαβαν να βάλουν την εργατική τάξη στην τροχιά της ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής. Γιατί όμως τους χαρακτηρίζουμε εξ αρχής κακοπροαίρετους; Γιατί μια ζωή ήταν "καρπαζοεισπράκτορες" των ισχυρών και μόνον πάνω στους εργάτες έβγαζαν τα τρομερά τους κόμπλεξ. Έτρεμαν και λιποθυμούσαν στα γραφεία των αφεντικών τους, είτε αυτοί ήταν μεγαλοαστοί είτε κεφαλαιοκράτες, και στις πλατείες παρίσταναν τα λιοντάρια που υπερασπίζονταν τα συμφέροντα του λαού. Το πόσο εκτιμάνε όλοι αυτοί την έννοια του "εργάτη" δεν ψάχνει κανείς να το βρει σε εκείνα τα σκοτεινά χρόνια, όπου οι εργάτες ήταν αγράμματοι και παντελώς αδύναμοι. Το αναζητά σήμερα στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, όπου υποτίθεται οι εργάτες είναι ισχυρότεροι και πιο μορφωμένοι από ποτέ.

Στη σημερινή εποχή και όχι στον Μεσαίωνα λοιπόν οι αστοί αξιολογούν τον εργάτη όσο ένας κοινός άνθρωπος τον σκύλο του και ακόμα χειρότερα. Γιατί το λέμε αυτό; Ας σκεφτεί ο αναγνώστης το εξής απλό. Όταν ως αστός πολιτικός και αντιπρόσωπος του λαού θεωρείς ότι ένας εργάτης μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς με κάποιες 200.000 το μήνα ή με 150.000 αν είναι συνταξιούχος και την ίδια στιγμή αξιολογείς τη δική σου αξιοπρέπεια σε 5.000.000 μισθό, τότε τον αξιολογείς χειρότερα απ' ό,τι αξιολογεί ένας απλός άνθρωπος το σκύλο του. Γιατί; Γιατί, για να ζήσει ένας σκύλος "αξιοπρεπώς" σήμερα με τις τροφές του και με τα εμβόλια του, θέλει τουλάχιστον 10.000 δραχμές μηνιαίως. Όταν ένας εργάτης των 200.000 μισθό διατηρεί σκύλο, σημαίνει ότι αξιολογεί τις ανάγκες του με ένα ποσό που αντιπροσωπεύει το 1/20 του μισθού του τουλάχιστον. Ο βουλευτής τον εργάτη τον αξιολογεί στο 1/25 του μισθού του, ενώ τον συνταξιούχο στο 1/33. Δεν τον αξιολογεί δηλαδή ούτε σαν σκύλο σε σχέση με τον εαυτό του.

Αν σήμερα ο μεγαλοαστός αξιολογεί ότι διασφαλίζει την αξιοπρέπεια του εργάτη με το ισότιμο των 150 πακέτων τσιγάρων τον μήνα —με βάση τις φημολογούμενες αυξήσεις στα τσιγάρα—, αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης πώς αντιμετώπιζε τους εργάτες στο παρελθόν. Τον εργάτη πάντα τον αντιμετώπιζαν οι μεγαλοαστοί σαν έναν αδέσποτο σκύλο, που θα έπρεπε να χαίρεται και να τους "γλύφει" όταν θα του πετούσαν ένα "κόκαλο", που θα του επέτρεπε απλά να επιβιώσει και να μην πεθάνει.

Οι αστοί, που τόσο πολύ "εκτιμούσαν" τον εργάτη και άρα τον λαό που αντιπροσώπευαν, ανέλαβαν να σχεδιάσουν το σύστημα-οίκο, που θα τον φιλοξενούσε. Αυτοί δημιούργησαν τις συνθήκες που τους ευνοούσαν και, έχοντας τις γνώσεις, εντόπιζαν και κατέστειλαν τις όποιες απειλές. Κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν απειλή, έστελναν τον λαομίσητο εκείνη την εποχή χωροφύλακα ν' αποκαταστήσει την τάξη. Οι αστοί παρακολουθούσαν τα πάντα και, εκβιάζοντας την κεφαλαιοκρατική τάξη και τους εργάτες, στην κυριολεξία "αλώνιζαν".

Στο "αλώνισμα" αυτό ήταν χρήσιμη η δυνατότητά τους να βάζουν "χέρι" στα ταμεία του ΙΚΑ. Δεν μπορείς ν' ασκήσεις αυτού του είδους την παρεμβατική πολιτική χωρίς χρήμα. Οι αστοί δεν μπορούσαν να ελέγξουν την κεφαλαιοκρατία, χωρίς να ελέγχουν τη χρηματοδότησή της. Ήταν απαραίτητο δηλαδή, για ν' ακολουθηθεί αυτή η επιλεκτική χρηματοδότηση των εκλεκτών τους, να βάλουν χέρι στο ΙΚΑ. Δεν αρκούσαν τα χρήματα της αμερικανικής βοήθειας, για να διαιωνίσουν την κατάσταση. Η αμερικανική βοήθεια ήταν απλά η "μίζα", για να πάρει "εμπρός" μια κατάσταση. Από εκεί και πέρα η τεράστια ρευστότητα που απαιτούσε η πολιτική αυτή, μόνον από το ΙΚΑ και τα αποθεματικά του μπορούσε να εξασφαλιστεί.

Την πολυτιμότητα του ελέγχου του ταμείου των εργατών οι μεγαλοαστοί την αντιλήφθηκαν από τότε που το ίδρυσαν κι αυτό συνέβη πριν από τον πόλεμο. Οι προθέσεις τους φάνηκαν από την αρχή και μόνον αν σκεφτεί κάποιος ότι ακόμα και το όνομα του ασφαλιστικού ταμείου των εργατών είναι εκτός λογικής. Τι θα πει ΙΚΑ; Τι θα πει "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων"; Ο όρος "κοινωνικών" παραπέμπει στην έννοια της "κοινωνίας" και άρα ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου συμφέροντος. Το ΙΚΑ δεν αντιπροσωπεύει δημόσια συμφέροντα. Αντιπροσωπεύει συγκεκριμένα συμφέροντα, συγκεκριμένων ανθρώπων, που καταβάλουν συγκεκριμένες εισφορές για συγκεκριμένους λόγους. Όταν προϋπάρχουν τα ταμεία των στρατιωτικών, των δημοσίων υπαλλήλων, των νομικών, των αυτοκινητιστών, των βιοτεχνών, των ναυτικών, των χρηματιστών κλπ., γιατί το ταμείο των εργατών το ονομάζεις ΙΚΑ; Για να βάζεις το "χεράκι" σου εκεί όπου όλοι οι παραπάνω θα σου το έκοβαν από τη "ρίζα"; Όσο συγκεκριμένα και ιδιωτικά είναι τα συμφέροντα των αυτοκινητιστών, των δικηγόρων ή των μηχανικών και των εμπόρων, άλλο τόσο συγκεκριμένα και ιδιωτικά είναι και τα συμφέροντα των εργατών.

Πώς μπορούν αυτά τα ιδιωτικά συμφέροντα να τιτλοφορούνται με τον όρο "κοινωνική ασφάλιση", που παραπέμπει σε επιλογές δημοσίου χαρακτήρα; Το ΙΚΑ δηλαδή έπρεπε να ονομάζεται με ένα όνομα που θα υποδήλωνε ότι είναι το ασφαλιστικό ταμείο των εργατοϋπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς και από τους υπόλοιπους επαγγελματίες, αλλά και από τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα. Αυτό όμως δεν έγινε, γιατί το κρατικό σύστημα απέβλεπε στο να έχει πρόσβαση στο ταμείο των εργατών.

Εξαιτίας αυτού του πονηρού στόχου το κράτος έδωσε στο ΙΚΑ έναν αυθαίρετο δημόσιο χαρακτήρα, μετατρέποντάς τον σε κρατικό οργανισμό, που από τη φύση του δεν είναι τέτοιος. Το ΙΚΑ δεν μπορεί να λειτουργεί σαν δημόσιος οργανισμός, από τη στιγμή που διαχειρίζεται ιδιωτικά χρήματα. Το ΙΚΑ έλαβε υποχρεωτικό χαρακτήρα και, όντας μονοπώλιο υπό κρατική διαχείριση, επέτρεπε στο κράτος να το χειρίζεται σαν να είναι ο "κουμπαράς" του. Ο υποχρεωτικός και μονοπωλιακός του χαρακτήρας έπαιξε καταλυτικό ρόλο, γιατί ακόμα κι αν κάποιοι από τους εργάτες αντιλαμβάνονταν εγκαίρως τους σκοπούς τού κράτους, δεν είχαν τη δυνατότητα ν' αλλάξουν "τσέπη" με άλλου τύπου διαχείριση και έλεγχο από την πλευρά τους.

Εκμεταλλευόμενο το σύστημα το σύνολο των δεδομένων που το ίδιο δημιούργησε γύρω από το ταμείο αυτό, το έλεγχε απόλυτα. Μόνο του διόριζε δικούς του ανθρώπους στη διοίκηση και τους υπαλλήλους, που υποτίθεται θα διαχειρίζονταν τα χρήματα των εργατοϋπαλλήλων, τους έκανε δημόσιους υπάλληλους, που εκ των δεδομένων ως "κύτταρα" συγκεκριμένου κοινωνικού εταίρου είχαν συγκρουόμενα συμφέροντα με τους εργάτες.

Το σημαντικό με όλες αυτές τις κυβερνητικές διοικήσεις ήταν το ότι, παρ' όλο που διαχειρίζονταν ιδιωτικά συμφέροντα, δεν είχαν αστική ευθύνη απέναντι σ' αυτούς που υποτίθεται υπηρετούσαν. Το να είναι, για παράδειγμα, ένας διοικητής δημόσιας επιχείρησης αστικά ανεύθυνος για τις πράξεις του είναι λογικό, γιατί και ο ίδιος είναι "κύτταρο" του ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Δεν υπάρχει αστική ευθύνη στην περίπτωση αυτήν, εφόσον είναι σαν ν' αποτυγχάνει στη διαχείριση μιας επιχείρησης ο ίδιος ο ιδιοκτήτης. Δεν υπάρχει αστική ευθύνη όταν ο θύτης και το θύμα ταυτίζονται.

Με το ΙΚΑ όμως αυτό είναι εκτός λογικής, γιατί αυτός ο οποίος διαχειρίζεται την τύχη του δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη. Ο υπάλληλος που εργάζεται στο ΙΚΑ είναι υπεύθυνος, όχι απέναντι στο κράτος που τον διορίζει, αλλά απέναντι σε συγκεκριμένους ιδιώτες. Όπως ένας διευθυντής ιδιωτικής εταιρείας πηγαίνει φυλακή, όταν αποδεικνύεται ότι λειτουργεί εις βάρος των συμφερόντων των ιδιοκτητών της επιχείρησης, έτσι έπρεπε να έχουν ευθύνη και οι διοικητές τού ΙΚΑ απέναντι στους ασφαλισμένους.

Άντ' αυτού είδαμε να συμβαίνουν με το ΙΚΑ τρομερά πράγματα. Όποιο αστικό κομματόσκυλο αποτύγχανε να γίνει βουλευτής ή να βολευτεί σε κάποιο άλλο ανώτερο κρατικό πόστο, τον βόλευαν στη διοίκηση του ΙΚΑ. Όσο κι αν αποτύγχανε, ό,τι λάθη και να έκανε στη διαχείριση του ταμείου, δεν έφερνε την παραμικρή ευθύνη. Το πολύ-πολύ να τον έκραζαν οι εργαζόμενοι και οι πολιτικοί του προϊστάμενοι να τον τοποθετούσαν σε κάποιο άλλο κρατικό πόστο, όπου θα εξακολουθούσε να προσφέρει τις "σωτήριες" γνώσεις του στην υπηρεσία του λαού. Σήμερα κάποιοι υπολογίζουν ότι μόνον από κρατική κακοδιαχείριση και άρα από βλακεία και όχι απαραίτητα από υστεροβουλία το ασφαλιστικό σύστημα χάνει πάνω από 2 τρις το χρόνο.

Αυτό που θα δούμε τώρα είναι το τι έπρεπε να γίνει με βάση τον πραγματικό χαρακτήρα τού ΙΚΑ και θα το συγκρίνουμε μ' αυτά που έγιναν τόσο στη σκοτεινή αυτή περίοδο όσο και σ' αυτές που ακολούθησαν. Τα πάντα στηρίχθηκαν σε δύο πολύ συγκεκριμένα δεδομένα, που ήταν πραγματικά σ' ό,τι αφορά την αναγκαιότητά τους, αλλά που δυστυχώς αποτέλεσαν τη βάση μιας τρομερά ψευδούς και υστερόβουλης επιχειρηματολογίας από πλευράς συστήματος. Με αυτά τα αντικειμενικά δεδομένα έβαλαν επισήμως το "χέρι" τους στα ταμεία, εφόσον είχαν τα επιχειρήματα, που σχεδόν εξανάγκαζαν το ταμείο να εκταμιεύσει τα χρήματά του και να προβεί σε επενδύσεις.

Το πρώτο επιχείρημα ήταν ότι το ΙΚΑ, ως ασφαλιστικό ταμείο και μάλιστα εργατών, θα έπρεπε να παρακάμψει τις αδυναμίες του αστείου ελληνικού κράτους εκείνης της εποχής στον τομέα των υποδομών υγείας. Ως ταμείο εργατών —και άρα μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού— όφειλε να επενδύσει στον τομέα της δημόσιας υγείας. Ως ασφαλιστικό ταμείο, που παρείχε ιατροφαρμακευτική κάλυψη στους ασφαλισμένους του, είχε αυτήν την ανάγκη. Υποτίθεται οι υπόλοιποι κοινωνικοί εταίροι εκείνης της εποχής ήταν πλουσιότεροι των εργατών και κάλυπταν τις ανάγκες τους στα ιδιωτικά νοσοκομεία.

Το δεύτερο επιχείρημα στηριζόταν και πάλι σε μια πραγματική ανάγκη. Η ανάπτυξη της παραγωγής και άρα η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας απαιτεί χρήματα. Το κράτος, δηλώνοντας αδυναμία στη χρηματοδότηση των νέων επενδύσεων στην παραγωγή, πετούσε το "μπαλάκι" στους εργάτες. Η λογική ήταν απλή ..."αν θέλετε θέσεις απασχόλησης, ενισχύστε οικονομικά αυτούς που τις δημιουργούν". Το ΙΚΑ δηλαδή θα έπρεπε να βοηθήσει την παραγωγή, βοηθώντας έμμεσα τον εαυτό του.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Το αστείο ελληνικό κράτος, πριν την εμφάνιση του ΙΚΑ, διέθετε —ειδικά στην επαρχία— νοσοκομεία τριτοκοσμικού κράτους. Νοσοκομεία με μερικά κρεβάτια που περίσσεψαν από αποικιοκρατικές επιδρομές των Δυτικών στα Βαλκάνια και που στη συνέχεια δώρισαν στη σύμμαχο Ελλάδα. Νοσοκομεία που, για να φέρουν σε πέρας το έργο τους, διέθεταν μερικές γάζες, λίγο οινόπνευμα και ιώδιο. Νοσοκομεία, που όχι μόνον δεν θεράπευαν, αλλά που τις περισσότερες φορές ήταν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία. Από εκείνα τα πρωτόγονα δημόσια νοσοκομεία μέχρι τα σύγχρονα νοσοκομεία-κολοσσούς του ΕΣΥ, μας χωρίζουν δεκαετίες εξέλιξης στην ιατρική τεχνολογία, αλλά το κυριότερο είναι ότι μας χωρίζουν δεκάδες τρισεκατομμυρίων δραχμών σε επενδύσεις στον ιατρικό τομέα. Το ΙΚΑ από τη φύση του, ως ασφαλιστικό ταμείο, που παρείχε καί υγειονομική κάλυψη σε μεγάλο μέρος του λαού στο σύνολο της επικράτειας, ήταν υποχρεωμένο να επενδύσει στα νοσοκομεία. Η μεγάλη διασπορά της εργατικής τάξης το ανάγκαζε να κάνει επενδύσεις στον τομέα της υγείας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας.

Το ΙΚΑ ήταν πραγματικά υποχρεωμένο να το κάνει αυτό. Ήταν όμως υποχρεωμένο όχι προς την κοινωνία, αλλά προς τους ασφαλισμένους του. Ό,τι υπηρεσία απολάμβανε ένας ασφαλισμένος του στην Αθήνα, θα έπρεπε, αν είναι δυνατόν, να την απολαμβάνει και στη Φλώρινα ή την Καλαμάτα. Από αυτήν την υποχρέωση ξεκινά η επένδυση του ΙΚΑ στο σύνολο της επικράτειας. Η υποχρέωση αυτή, όπως αντιλαμβανόμαστε, είναι απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Το ΙΚΑ μόνον απέναντι στους εργαζόμενους, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι σ' αυτό, ήταν υποχρεωμένο να κάνει τις επενδύσεις αυτές. Δεν ήταν υποχρεωμένο απέναντι στην κοινωνία. Δεν ήταν υποχρεωμένο να εκσυγχρονίσει τα κρατικά νοσοκομεία, για να θεραπεύονται μέσα σ' αυτά ούτε οι βιομήχανοι ούτε οι έμποροι ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι ή ο οποιοσδήποτε άλλος κοινωνικός εταίρος.

Ήταν υποχρεωμένο να επενδύσει, γιατί αυτό εξυπηρετούσε τους ιδιοκτήτες του, που ήταν οι εργάτες. Φυσιολογικά θα έπρεπε, όταν έμπαινε ένας εργάτης σε ένα νοσοκομείο για θεραπεία, να "τρέχουν" οι πάντες μέσα σ' αυτό. Ο εργάτης είναι αυτός που τους πληρώνει και άρα το αφεντικό. Ποια επιχείρηση δεν λειτουργεί εντατικά, όταν μπαίνει το αφεντικό μέσα σ' αυτήν για δική του δουλειά;

Το δεύτερο, που ήταν "υποχρεωμένο" το ΙΚΑ να κάνει, ήταν να παρακάμψει την αδυναμία του θεόφτωχου κράτους και να βοηθήσει την παραγωγή. Με την τεράστια ρευστότητα που το διέκρινε ως ταμείο, θα έπρεπε να βοηθήσει την κεφαλαιοκρατία ν' αναπτύξει τη βιομηχανία και να "παράγει" νέες θέσεις εργασίας. Οι θέσεις αυτές θα ωφελούσαν καί το δημόσιο συμφέρον, εφόσον θα ενίσχυαν την οικονομία, αλλά καί το ιδιωτικό συμφέρον τού ΙΚΑ, εφόσον θα πολλαπλασιάζονταν με τον τρόπο αυτόν τα μέλη του. Θα είχαμε δηλαδή μια ιδανική κατάσταση, εφόσον δημόσιο και ιδιωτικό συμφέρον θα λειτουργούσαν σε πλήρη αρμονία.

Ο αναγνώστης, έχοντας αυτά κατά νου, μπορεί να καταλάβει πώς έπρεπε από την αρχή να λειτουργεί το ΙΚΑ. Το ΙΚΑ έπρεπε από την αρχή να λειτουργεί ως μια ανώνυμη εταιρία λαϊκής βάσης. Να υπόκειται στους νόμους του κράτους ως ιδιωτική επιχείρηση και εφόσον κέρδιζε χρήματα από τις δραστηριότητές του, να φορολογείται, συμβάλλοντας ως εταίρος στα έξοδα ενός κράτους που υπηρετούσε όλους τους εταίρους. Όπως ένας ιδιώτης που έχει κέρδη είναι υποχρεωμένος να φορολογείται, για να πληρώνει τις υπηρεσίες που απολαμβάνει, έτσι έπρεπε να φορολογείται και το ΙΚΑ, που αντιπροσώπευε ιδιωτικά συμφέροντα και υπηρετούνταν ποικιλοτρόπως από τον κρατικό μηχανισμό.

Πώς έπρεπε να λειτουργεί; Όπως λειτουργεί μια σύγχρονη πολυιδιοκτησιακή επιχείρηση. Οι συνδρομητές του να λάμβαναν με την εγγραφή τους σ' αυτό την ιδιότητα του μετόχου, με δικαίωμα ψήφου στα όσα θ' αφορούσαν τη διοίκησή του. Η διοίκηση, που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρία διαχείρισης, θα έπρεπε να καταθέτει ετήσιο ισολογισμό και να λογοδοτεί για τα πεπραγμένα της στους μετόχους της. Αυτοί οι μέτοχοι θα την έκριναν και στη συνέχεια με ψηφοφορία, είτε θ' ανανέωναν την εμπιστοσύνη τους προς αυτήν είτε με τη μέθοδο του διαγωνισμού θα ανέθεταν σε άλλη εταιρεία διαχείρισης τη διοίκηση του ΙΚΑ. Τα πάντα θα γίνονταν σε ένα πνεύμα ελεύθερης οικονομίας, όπως διατυμπάνιζαν οι καπιταλιστές που κυβερνούσαν την Ελλάδα. Όποια εταιρεία διαχείρισης κατέθετε την πιο συμφέρουσα διαχείριση για τους μετόχους του ΙΚΑ, εκείνη θ' αναλάμβανε τη διαχείριση. Τίποτε δεν θ' απειλούσε τα συμφέροντά της, εφόσον οι νόμοι περί αστικής ευθύνης των διοικήσεων των εταιρειών μπορούν και προστατεύουν τους ιδιοκτήτες τους.

Η μόνη ιδιομορφία στο σημείο αυτό είναι ότι το ΙΚΑ, ως ασφαλιστικό ταμείο εργατών, δεν θα έπρεπε να λειτουργεί σαν καθαρά κερδοσκοπική εταιρεία, εφόσον θεωρήσαμε ως δεδομένες δύο "υποχρεώσεις" του. Το ότι το συνέφερε περισσότερο, για παράδειγμα, να επενδύσει στην Αθήνα, δεν σημαίνει ότι οι εργάτες της επαρχίας θα έπρεπε να παραμεληθούν. Η δραστηριότητά του δηλαδή θα είχε ως στόχο την εύρεση της πιο συμφέρουσας συνισταμένης μεταξύ των υποχρεώσεων και του κέρδους των μετόχων.

Με βάση αυτά τα δεδομένα θα έπρεπε να γίνουν όλες οι "κινήσεις" του. Τι θα έπρεπε να κάνει; Κατ' αρχήν θα έπρεπε να έρθει σ' επαφή με τον ιδιοκτήτη των νοσοκομείων στο σύνολο της επικράτειας, που ήταν το κράτος, για να συζητήσουν για το τι μέλει γενέσθαι μ' αυτά. Θα τα εκσυγχρόνιζε από κοινού με το κράτος με τη λογική του συνεταιρισμού ή θα έκτιζε δικά του καινούργια μόνον για τους ασφαλισμένους του; Αν δεν ήθελε, για παράδειγμα, το κράτος τη συνιδιοκτησία με το ΙΚΑ, θα έπρεπε να το κατευθύνει προς την επιλογή της οικοδόμησης νέων ιδιόκτητων και άρα ιδιωτικών νοσοκομείων. Σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να προσδιοριζόταν απόλυτα το μέγεθος της συνιδιοκτησίας και από εκεί και πέρα ο καθένας από αυτούς τους συνεταίρους να συμμετείχε στον εκσυγχρονισμό των νοσοκομείων στο μερίδιο που θα του αντιστοιχούσε.

Αυτό είναι κάτι πολύ λογικό, γιατί συνέφερε τους πάντες. Συνέφερε καί το δημόσιο καί το ΙΚΑ. Συνέφερε καί τα δημόσια συμφέροντα, που υπηρετούσε ο κρατικός μηχανισμός, καί τα ιδιωτικά, που αντιπροσώπευε το ΙΚΑ. Το δημόσιο το συνέφερε να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα του ΙΚΑ να χρηματοδοτήσει τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων νοσοκομείων και το ΙΚΑ το συνέφερε, γιατί θα εξυπηρετούσε τους ασφαλισμένους του με πολύ λιγότερα έξοδα. Η συνιδιοκτησία αυτή θα ωφελούσε απόλυτα το δημόσιο συμφέρον, εφόσον το κράτος θα μπορούσε να ελέγχει με ουσιαστικά μέσα έναν πανίσχυρο κοινωνικό εταίρο, ο οποίος με τα μέσα που διέθετε θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί κάποιους άλλους ομοίους του. Με μέσον αυτόν τον συνεταιρισμό το κράτος θα μπορούσε να παρεμβαίνει κάθε φορά που το ίδρυμα-ιδιοκτήτης θα κερδοσκοπούσε εις βάρος των ταμείων άλλων εταίρων. Δεν ήταν δηλαδή σωστό ν' αφεθεί το εθνικό σύστημα υγείας στα χέρια ενός εκ των εταίρων.

Η αλλαγή αυτή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των νοσοκομείων θα ωφελούσε καί το ΙΚΑ, εφόσον θ' αποκτούσε ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε ήδη υπάρχοντα νοσοκομεία. Αυτό ήταν μάλιστα και το πιο δίκαιο στην περίπτωση αυτήν, γιατί δεν είναι λογικό να ζητάς μόνον από έναν κοινωνικό εταίρο να εκσυγχρονίσει τα κρατικά νοσοκομεία. Γιατί να εκσυγχρονιστούν τα νοσοκομεία που υπηρετούν τους πάντες μόνον με χρήματα των εργατών;

Σ' ό,τι αφορά τη δεύτερη "υποχρέωση" του ΙΚΑ, τα πράγματα είναι εξίσου απλά. Το κεφάλαιο-βιομηχανία, που η ανάπτυξή του υπηρετεί τους βιομηχάνους, υπηρετεί ταυτόχρονα και τους εργάτες. Πολλοί νέοι βιομήχανοι σημαίνουν πολλές νέες θέσεις εργασίας. Αυτός ο τύπος κεφαλαίου απαιτεί για την ανάπτυξή του χρήματα και το ΙΚΑ διέθετε "τόνους" απ' αυτά. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το ΙΚΑ θα έπρεπε ν' αποκτήσει και το τραπεζικό του "πρόσωπο". Θα έπρεπε από πολύ νωρίς να δημιουργήσει τη δική του ιδιωτική τράπεζα.

Και σ' αυτήν την περίπτωση θα είχαμε αρμονική σύμπλευση ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων. Το δημόσιο συμφέρον θα υπηρετούνταν από τη γρήγορη ανάπτυξη της παραγωγής. Το ίδιο πολυδιάστατο θα ήταν και το κέρδος των ιδιωτικών συμφερόντων. Με χρήματα του ΙΚΑ θα βοηθιόνταν ένας άλλος ιδιώτης κοινωνικός εταίρος, που είναι οι βιομήχανοι, αλλά ταυτόχρονα και το ΙΚΑ θα κέρδιζε από την τραπεζική του δραστηριότητα. Η ασφάλεια των χρημάτων των εργαζομένων θα ήταν δεδομένη, εφόσον αυτό είναι κάτι που ρυθμίζεται εύκολα και με απόλυτο τρόπο. Το τραπεζικό ίδρυμα του ΙΚΑ στο όνομα αυτής της ασφάλειας θα περιοριζόταν στα κέρδη από τις τραπεζικές υπηρεσίες και τις απλές χρηματοδοτήσεις. Οι χρηματοδοτήσεις δεν εμπεριέχουν ποτέ ρίσκο, γιατί υπάρχει η ασφάλεια της υποθήκης. Δανειοδοτείσαι για παράδειγμα το ποσό των 20.000.000 μόνον αν έχεις να υποθηκεύσεις κεφάλαιο μεγαλύτερης αξίας, το οποίο βέβαια σε περίπτωση αδυναμίας εξόφλησης του δανείου κατάσχεται.

Ρίσκο, όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, στην περίπτωση της χρηματοδότησης δεν υπάρχει. Ρίσκο υπάρχει μόνον στην περίπτωση της επένδυσης, όπου ο χρηματοδότης συμμετέχει ως συνέταιρος σε μια επένδυση, που, αν πετύχει, μπορεί ν' αποδώσει πολλαπλάσια της χρηματοδότησης, αλλά που μπορεί να είναι και καταστροφική αν αποτύχει. Το ΙΚΑ αν ίδρυε τον δικό του τραπεζικό φορέα, θα διέλυε τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών τραπεζών, γιατί καμία ιδιωτική τράπεζα δεν θα μπορούσε να το συναγωνιστεί. Με το τραπεζικό του πρόσωπο θα μπορούσε να ωφελήσει καί τους εργάτες ιδιοκτήτες του, αλλά καί την ελληνική οικονομία. Τους εργάτες, για παράδειγμα, θα τους βοηθούσε με τη χορήγηση χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων. Το σύνολο της στεγαστικής πολιτικής θα ήταν διαφορετικό, αν το ταμείο των εργατών στήριζε την υπόθεση κατοικία του εργάτη.

Τα χρήματα των ασφαλισμένων δεν θα κινδύνευαν εξαιτίας μιας τέτοιας πολιτικής για δύο απλούς λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι εργάτες πλήρωναν ενοίκιο στα σπίτια όπου κατοικούσαν. Η αποπληρωμή του δανείου δεν θα σήμαινε για τον μέσο εργάτη κάποιο πρόσθετο οικονομικό βάρος, στο οποίο δεν θα μπορούσε ν' ανταποκριθεί. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο κάθε εργαζόμενος, εκτός του ότι θα είχε υποθηκευμένο το σπίτι του, είναι ότι είναι "ανοικτός" απέναντι στο ΙΚΑ. Είναι θέμα απλής λογικής. Δεν μπορεί να είσαι κακοπληρωτής, όταν αυτός στον οποίον χρωστάς μπορεί ν' απειλήσει τη σύνταξή σου ή την περίθαλψή σου. Αν η εργατική τάξη εκμεταλλευόταν η ίδια το ταμείο της, οι εργάτες θα έπρεπε να κατοικούν σε σπίτια τα οποία κάποιοι άλλοι κοινωνικοί εταίροι ούτε θα τα ονειρεύονταν.

Από την άλλη πλευρά το ΙΚΑ με την τραπεζική του παρουσία θα βοηθούσε την οικονομία ν' απαλλαγεί από τα κερδοσκοπικά καρκινώματα, που είναι οι ιδιωτικές τράπεζες. Επειδή δεν θα είχε ανάγκη να κερδοσκοπεί για να βγάλει κέρδος, όπως κάνουν οι ιδιωτικές τράπεζες, θα διέθετε στην αγορά "φτηνό" χρήμα. Θα βοηθούσε την παραγωγή και δεν θα την κυνηγούσε, όπως κάνουν οι ιδιωτικές τράπεζες, που θέλουν να γίνουν πλούσιες, "τρώγοντας" τις περιουσίες των πελατών τους. Κολοσσιαίες περιουσίες έχουν χαθεί, επειδή οι ιδιοκτήτες τους έμπλεξαν με τις αιμοβόρες τράπεζες των κομπλεξικών.

Επιπλέον, με το "φθηνό" χρήμα το ΙΚΑ θα προστάτευε και τον ίδιο τον εργάτη από την εκμετάλλευση των βιομηχάνων. Ο ρόλος του κράτους στην αστυνόμευση της παραγωγής θα περιοριζόταν. Ποιος βιομήχανος θα τολμούσε να μην καταβάλει τις εισφορές των εργατών του στο ΙΚΑ; Πώς θα πήγαινε για χρηματοδότηση στην τράπεζα του ΙΚΑ, αν υπήρχαν καταγγελίες εργαζομένων εις βάρος του; Χρήματα θα λάμβανε μόνον αν δεν είχε εκκρεμότητες με τον ασφαλιστικό οργανισμό.

Επιπλέον το ΙΚΑ με όλες αυτές τις τραπεζικές δραστηριότητες θα διασφάλιζε τα χρήματα των εργαζομένων για πάντα. Αυτό ήταν σίγουρο, γιατί εξαιτίας αυτής της δραστηριότητας δεν θα διατηρούσε αυτά τα χρήματα εξ' ολοκλήρου σε "ρευστή" και άρα σε ευάλωτη απέναντι σε οικονομικές κρίσεις μορφή. Ένα ποσοστό αυτών των χρημάτων θα συνδεόταν με μορφή ακίνητης περιουσίας, που θα περιερχόταν στα χέρια του ΙΚΑ από αποτυχίες των δανειοληπτών του, οι οποίες θα οδηγούσαν σε κατασχέσεις. Το χρήμα, δηλαδή, που θα χρηματοδοτούσε υγιείς επιχειρήσεις, θα παρέμενε "ακμαίο", εφόσον οι τόκοι είναι πάντα μεγαλύτεροι από τον πληθωρισμό, ενώ, όταν αυτοί που δανείζονταν αποτύγχαναν, αυτό το χρήμα θα "πάγωνε" σε επίσης πολύτιμο κεφάλαιο.

Ένα άλλο σημείο, που θα έπρεπε να προσεχθεί από την αρχή της ιδρύσεως του ΙΚΑ, ήταν το εξής: Το ΙΚΑ είναι ταμείο εργατών μόνον για όσο διάστημα αυτοί είναι εργάτες και άρα πληρώνουν τις εισφορές τους. Το ΙΚΑ δεν έπρεπε να εμπλέκεται σε καμία πολιτική χρηματοδότησης των ανέργων. Ο άνεργος είναι αρμοδιότητα του κράτους και όχι του ΙΚΑ. Αυτό που λέμε είναι πολύ σημαντικό και θα καταλάβει ο αναγνώστης το γιατί.

Η μόνη υποχρέωση του ΙΚΑ απέναντι στον άνεργο είναι να μην του καταχραστεί τις ήδη καταβεβλημένες εισφορές και να μην τον αφήσει εκτεθειμένο στον τομέα της περίθαλψης για ένα διάστημα που είναι δυνατόν να προσδιοριστεί απόλυτα. Το ΙΚΑ, για παράδειγμα, θα πρέπει να είναι υποχρεωμένο σ' ό,τι αφορά το συνταξιοδοτικό να αποδίδει υπό μορφή σύνταξής τα λίγα ή τα πολλά χρήματα που έχει καταβάλει ο ασφαλισμένος στο ταμείο του. Θα πρέπει επίσης για κάποιο διάστημα, όπου ο εργαζόμενος για τον οποιονδήποτε λόγο δεν εργάζεται, να τον καλύπτει στον τομέα της περίθαλψης, άσχετα αν καταβάλει ή όχι τις εισφορές του. Δεν είναι δηλαδή παράλογο το να καλύπτει το ΙΚΑ ένα εξάμηνο ανεργίας για κάποιον εργάτη, που "μεταπηδά" από μια δουλειά σε μια άλλη.

Από εκεί και πέρα, αν αυτή η σύνταξη, που είναι σε πλήρη αναλογία με τις εισφορές του ασφαλισμένου, δεν φτάνει για να ζήσει, είναι πρόβλημα του κράτους. Είναι πρόβλημα του κράτους να συμπληρώσει για παράδειγμα μια σύνταξη των 20.000, που προκύπτει από τις εισφορές του ασφαλισμένου. Είναι πρόβλημα του κράτους η περίθαλψη του μακροχρόνια άνεργου. Το ΙΚΑ είναι ταμείο εργαζομένων και δεν έχει κανέναν λόγο να κάνει κοινωνική πολιτική με τα χρήματά τους. Τα επιδόματα ανεργίας ή η περίθαλψη των ανέργων είναι αρμοδιότητα του κράτους.

Εδώ ο αναγνώστης ίσως θ' αναρωτηθεί για το αν είναι δίκαιο ή όχι να συμμετέχουν οι κεφαλαιοκράτες, οι έμποροι, οι αστοί κλπ. στα εργατικά προβλήματα. Γιατί δηλαδή σε ένα πρόβλημα των εργατών να έχει αρμοδιότητα το κράτος και όχι το ταμείο τους; Για τον ίδιο λόγο που όταν γίνεται πόλεμος δεν πολεμάνε μόνοι τους οι κεφαλαιοκράτες. Γιατί να πολεμήσουν σε έναν πόλεμο οι συμπολίτες μας που δεν έχουν εργοστάσια, χωράφια ή άλλη περιουσία; Τι θα τους πάρουν οι κατακτητές; Την περιουσία που δεν έχουν ή την πείνα που τους βασανίζει;

Την ελληνική εργατική τάξη θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πολύ εύκολα ότι τη συνέφερε η κατάκτησή της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Γιατί πολέμησε; Αν κατακτούσαν οι Γερμανοί την Ελλάδα δεν θα έχτιζαν και στην Ελλάδα παραρτήματα εργοστασίων της Mercedes της Audi της UHU της Siemens κλπ.; Δεν θα έχτιζαν πολυτελή ξενοδοχεία στα νησιά, προκειμένου να επωφεληθούν της φυσικής ομορφιάς της χώρας; Όλα αυτά όμως σημαίνουν θέσεις εργασίας σε μια χώρα αγροτική, όπως ήταν η Ελλάδα του 1940.

Αντί να έφευγαν οι δεκάδες χιλιάδες μετανάστες στη Γερμανία για δουλειά, θα έρχονταν οι Γερμανοί κεφαλαιοκράτες στην Ελλάδα ως εργοδότες. Οι Γερμανοί κατακτητές τους Έλληνες κεφαλαιοκράτες και αστούς απειλούσαν. Το κεφάλαιο των κεφαλαιοκρατών και τις θέσεις εξουσίας των αστών απειλούσαν. Όλοι αυτοί οι οποίοι θίγονταν άμεσα από τον πόλεμο δεν πολέμησαν μόνοι τους. Πολέμησαν οι πάντες, γιατί η κατάκτηση της χώρας ήταν δημόσια υπόθεση. Ήταν δημόσια υπόθεση, άσχετα αν απειλούνταν κατά κύριο λόγο συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα. Άσχετα αν αυτοί οι οποίοι είχαν τα μεγαλύτερα κέρδη από την προστασία του κεφαλαίου τους δεν το μοιράστηκαν μ' αυτούς που θυσιάστηκαν γι' αυτό. Οι εργάτες, όταν έπρεπε, δεν "πούλησαν" την κεφαλαιοκρατία και άρα κι αυτήν δεν πρέπει να τους "πουλά" όταν είναι άνεργοι. Για τον ίδιο λοιπόν λόγο τα προβλήματα της εργατικής τάξης είναι δημόσια προβλήματα και όχι ιδιωτικά. Άσχετα δηλαδή αν το ΙΚΑ είναι το κολοσσιαίο ιδιωτικό ταμείο της εργατικής τάξης, τα προβλήματά της είναι δημόσια υπόθεση.

Αυτά σ' ό,τι αφορά το ηθικό μέρος της υπόθεσης, το οποίο είναι και το δευτερεύον. Το σημαντικό αυτού που λέμε είναι το εξής: Η "ελάφρυνση" του ΙΚΑ από τις κοινωνικές υποχρεώσεις είναι θεμελιώδης για έναν πολύ απλό λόγο. Το πρόβλημα της ανεργίας είναι γνωστό ως αντικείμενο στο κρατικό σύστημα και είναι αντιμετωπίσιμο. Οι αστοί μπορούν ν' αντιμετωπίσουν την ανεργία και όταν δεν το κάνουν αυτό σημαίνει ότι διαφθείρονται. Αν γνωρίζουν εξ αρχής ότι δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν μέσω των κρατικών πόρων την ανεργία, δεν τη δημιουργούν. Απλά πράγματα δηλαδή. Η ανεργία, αν δεν υπήρχαν τα ταμεία του ΙΚΑ να τη χρηματοδοτήσουν, δεν θα δημιουργούταν, γιατί απλούστατα το κράτος θα κατέρρεε αν ήταν υποχρεωμένο να τη χρηματοδοτήσει. Κανένας αστός δεν θα μπορούσε να την επιδιώξει για το κέρδος της προσωπικής του διαφθοράς.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ένα πανίσχυρο και εύρωστο ΙΚΑ θα θωράκιζε την ελληνική οικονομία και θα υπηρετούσε απόλυτα τη κοινωνία πολύ πριν κάποιοι πονηροί αστοί την έβαζαν σε περιπέτειες. Πώς θα γινόταν αυτό; Με τον έλεγχο των επιλογών της εξουσίας. Έχοντας αυτήν την τρομερή οικονομική ισχύ, θα έλεγχε τους κυβερνώντες στον βαθμό που το ελέγχουν για παράδειγμα οι κεφαλαιοκράτες. Ένα πανίσχυρο ΙΚΑ δεν θα επέτρεπε για παράδειγμα τη σημερινή κατάρρευση της οικονομίας, εξαιτίας της βλακώδους και προδοτικής παγκοσμιοποίησης. Σήμερα αυτό το πράγμα έγινε, γιατί εκείνοι οι οποίοι θίγονταν από την αντιπαραγωγική πολιτική δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν. Πλούσιοι μεγαλέμποροι διέφθειραν την εξουσία των τεμπελόσκυλων αστών και "άνοιξαν" την ελληνική αγορά στα ξένα προϊόντα. Τα πάντα έγιναν αλυσιδωτά. Τα παράσιτα της οικονομίας στηρίχθηκαν από άλλα παράσιτα και κατέρρευσαν τα πάντα.

Οι ιδιωτικές τράπεζες αντιλήφθηκαν την τακτική των εμπόρων και επένδυσαν πάνω τους. Το αποτέλεσμα; Κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, καταστροφή της παραγωγής, στρατιές ανέργων και η Ελλάδα ένα άβουλο υποχείριο των πολυεθνικών. Ένα κράτος που σε λίγο καιρό θα ασκεί πολιτική με τα "ραβασάκια" της Διεθνούς Τράπεζας και των πολυεθνικών. Ένα κράτος που θα καλύπτει τις ανάγκες του με δάνεια από τις ξένες τράπεζες, αφού, εξοντώνοντας την παραγωγή, καταστρέφονται και οι "τσέπες" των κοινωνικών εταίρων που το χρηματοδοτούν.

Για να καταλάβει ο αναγνώστης πόσο εύκολα αυτά τα επικίνδυνα πράγματα γίνονται πράξη, ας σκεφτεί το εξής: Δέκα έμποροι, εισάγοντας από δέκα διαφορετικά προϊόντα ο καθένας, μπορούν να καταστρέψουν εκατό κλάδους της παραγωγής και άρα μια ολόκληρη οικονομία, που συντηρεί έναν λαό. Για να "κονομήσουν" δέκα πονηρά βλακόμουτρα, καταστρέφονται εκατοντάδες βιομήχανοι και μένουν στο δρόμο εκατομμύρια εργατών. Αυτά που λέμε δεν είναι καθόλου υπερβολικά, αν γνωρίζει κάποιος πώς λειτουργεί μια οικονομία. Ας σκεφτεί κάποιος τι συμβαίνει όχι με εκατό διαφορετικά προϊόντα, όπως αναφέραμε, αλλά μόνον με ένα.

Έστω, για παράδειγμα, ότι σε μια ανεπτυγμένη βιομηχανικώς χώρα επιβιώνουν δύο ή τρία εργοστάσια, τα οποία παράγουν μέτριες τηλεοράσεις, οι οποίες εύκολα ή δύσκολα μέσα από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό πουλιούνται στην αγορά. Εξαιτίας αυτών των πωλήσεων επιβιώνουν καί οι βιομήχανοι που παράγουν το συγκεκριμένο προϊόν, αλλά καί οι εργάτες που το κατασκευάζουν στα εργοστάσια. Τι γίνεται όμως αν ένας έμπορος εισάγει στην αγορά μια πολύ καλύτερη τηλεόραση σε ανταγωνιστική τιμή; Θα καταστραφούν οι βιομήχανοι, θα κλείσουν τα εργοστάσια και θα πεταχτούν στο δρόμο χιλιάδες εργάτες, που μέχρι την εισαγωγή του ασυναγώνιστου ποιοτικά αντιπάλου εργάζονταν. Για ποιο κέρδος; Για το κέρδος του εμπόρου και το κέρδος του καταναλωτή να έχει λίγο καλύτερη τηλεόραση.

Είναι δυνατόν για το κέρδος αυτό να επιτραπεί η καταστροφή ενός ολόκληρου κλάδου της παραγωγής; Ας σκεφτεί ο αναγνώστης τι μέγεθος ζημίας έχει υποστεί σήμερα η ελληνική οικονομία από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος —κατόπιν εντολών των πολυεθνικών— έχει "ανοίξει" διάπλατα την αγορά του σε ξένα προϊόντα. Το σύστημα του προστατευτισμού της παραγωγής μέσω της δασμολόγησης των εισαγομένων προϊόντων δεν λειτουργεί σήμερα και κανένα ελληνικό προϊόν δεν μπορεί να επιβιώσει στην αγορά. Όμως, όταν δεν επιβιώνει ένα προϊόν, δεν επιβιώνει ούτε ο βιομήχανος που το παράγει, αλλά ούτε και ο εργάτης που το κατασκευάζει.

Όπως εύκολα αντιλαμβανόμαστε, όλα αυτά τα αρνητικά φαινόμενα για την παραγωγή, που είναι αποτελέσματα αποφάσεων της εξουσίας, ένα πανίσχυρο ΙΚΑ θα μπορούσε να τ' αποτρέπει. Το ΙΚΑ δεν θα περιοριζόταν στο να ελέγχει την πολιτική εξουσία μόνο σε γενικότερα θέματα της οικονομίας. Θα την έλεγχε και σε όλα τα δευτερεύοντα, που επηρεάζουν αθροιστικά την οικονομία. Ένας έλεγχος βέβαια, που δεν θα είχε να κάνει απαραίτητα με έκφραση πολιτικών θέσεων. Δεν λέμε δηλαδή ότι ο "ιδιώτης" ΙΚΑ θα έπρεπε να χαράζει την πολιτική. Η χάραξη της πολιτικής δεν είναι δουλειά των ιδιωτών. Δουλειά των ιδιωτών είναι να ελέγχουν την πολιτική κι αυτούς που τη χαράζουν. Ανάμεσα σ' αυτούς τους ιδιώτες θα ήταν και το ΙΚΑ. Ο έλεγχος αυτός για έναν γίγαντα, όπως θα έπρεπε να είναι το ΙΚΑ, είναι κάτι το πολύ εύκολο. Όταν κάποιος είναι ισχυρός και μόνον με τη στάση του σε ελέγχει.

Το ΙΚΑ λοιπόν θα μπορούσε έμμεσα να ελέγχει την εξουσία των αστών σε όλα τα θέματα που αφορούν τους εργαζομένους και όχι μόνον σε καθαρά θέματα της γενικότερης οικονομικής πολιτικής. Θα την έλεγχε για παράδειγμα στο θέμα των μισθών των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα. Γιατί; Γιατί απλούστατα αυτοί οι μισθοί είναι μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων του να ελέγχονται. Οι ανεξέλεγκτες και χωρίς καμία λογική αυξήσεις των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων επηρεάζουν τον πληθωρισμό και ο πληθωρισμός με τη σειρά του επηρεάζει την παραγωγή. Είναι δηλαδή μέσα στις δυνατότητες ενός ταμείου όπως το ΙΚΑ να επηρεάζει αποφασιστικά ένα σημαντικό μέγεθος της οικονομίας, όπως είναι ο πληθωρισμός. Είναι μέσα στα δικαιώματά του να "φωνάζει" κάθε φορά που αντιλαμβάνεται πρόβλημα που θίγει τα συμφέροντά του.

Το ΙΚΑ θα μπορούσε να ελέγχει την εξουσία, όταν θ' αντιλαμβανόταν πονηράδες των αστών εξουσιαστών, που στόχο θα είχαν το βόλεμα των παιδιών τους. Το ΙΚΑ, ως ο πιο πλούσιος φορολογούμενος και άρα ως ο πιο ισχυρός χρηματοδότης του κρατικού μηχανισμού, θα είχε εκ των πραγμάτων λόγο και στο θέμα των υπερβολικών διορισμών στις δημόσιες υπηρεσίες. Θα παρακολουθούσε μέσα από τα μάτια των εργατών μετόχων του καί τον αριθμό των διορισμών, αλλά καί τον τρόπο με τον οποίο αυτοί γίνονται.

Ένα ισχυρό ΙΚΑ δεν θα επέτρεπε στο δημόσιο να γίνει η "φωλιά" των τεμπέληδων της ελληνικής κοινωνίας. Δεν θα επέτρεπε στους μεγαλοαστούς να μετατρέψουν τον δημόσιο τομέα σε οικογενειακή τους επιχείρηση, για να εξασφαλίζουν τα παιδιά τους. Ως ταμείο σκληρά εργαζομένων ανθρώπων, που δεν απολάμβαναν το προνόμιο της μονιμότητας μέσω νόμων, παρά μόνον μέσω της εργασίας τους, δεν θ' ανεχόταν σε καμία περίπτωση τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Ως κοινωνικός εταίρος —και άρα ως ένα από τα αφεντικά του δημοσίου— θα έθετε θέμα άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ταυτόχρονα ως ταμείο εργαζομένων θα τους προστάτευε —ως εργαζόμενους— από την αυθαιρεσία των πολιτικών, που πριν τη μονιμότητα τους φέρονταν σαν "κλοτσοσκούφια".

Επιπλέον, βλέποντας που το "πάει" η αστική τάξη με τις μονιμότητες και τα προνόμια, θα μπορούσε να την προλάβει. Πριν δηλαδή γιγαντωθεί το πρόβλημα με τους δημόσιους υπαλλήλους, θα έπρεπε το ΙΚΑ να σπάσει τη "ραχοκοκαλιά" του θηρίου που ονομάζεται "κρατικός μηχανισμός". Πώς γίνεται αυτό; Με έναν απλό νόμο. Θα έπρεπε ν' απαγορεύεται η πρόσληψη στο δημόσιο σε όποιον ή όποια ένας από τους γονείς του εργαζόταν σ' αυτό. Θα έπρεπε οι δημόσιοι υπάλληλοι να έχουν κάποιες κοινές και σταθερές ιδιότητες. Θα έπρεπε να είναι σταθερά παιδιά εργατών και οι ίδιοι να είναι γονείς εργατών.

Ποιος εργαζόμενος στο δημόσιο θα τολμούσε να φέρει αντίρρηση σε ένα τέτοιο αίτημα του ΙΚΑ; Με ποια επιχειρηματολογία; Σε πληρώνουν οι εργάτες και θα τολμήσεις να τους πεις ότι δεν δέχεσαι το παιδί σου να γίνει εργάτης, παρά επιθυμείς να το βολέψεις στο δημόσιο; Αν γινόταν δηλαδή κάτι τέτοιο, θα γλιτώνανε τ' αυτιά μας από πολλές ηλιθιότητες των αστών. Γιατί ακούμε ηλιθιότητες από τους αστούς και τους δημόσιους υπαλλήλους; Γιατί έχουν από το σπίτι τους και από τους γονείς τους εσφαλμένη εικόνα της πραγματικότητας. Όταν από τα όσα βιώνεις ή ακούς από τον πατέρα σου, ο οποίος πηγαίνει στη δουλειά όποτε θέλει και φεύγει επίσης όποτε θέλει, χωρίς να ελέγχεται από κανέναν, δεν προκύπτει ευσυνειδησία και προσήλωση στη δουλειά, ευνόητο είναι ότι εμπειρικά βγάζεις ορισμένα συμπεράσματα. Νομίζεις, για παράδειγμα, ότι δεν είναι απίθανο και άρα εκτός λογικής να πληρώνεσαι, χωρίς να εργάζεσαι ευσυνείδητα. Όταν επιπλέον νομίζεις ότι μπορείς να εκφράζεις στο αφεντικό σου ό,τι οικονομικές απαιτήσεις περνάνε από το μυαλό σου κι αυτός να τις εκτελεί, τότε σίγουρα έχεις λάθος εντύπωση για τον κόσμο. Είναι θέμα χρόνου να πάψεις απλά να θέλεις να πληρώνεσαι, χωρίς να εργάζεσαι και να θέλεις πλέον να γίνεις πλούσιος με τα ίδια δεδομένα.

Αυτές είναι ψευδαισθήσεις που τα παιδιά των εργατών δεν τις έχουν, γιατί δεν βλέπουν τέτοια πράγματα στην οικογενειακή τους καθημερινότητα. Αυτά τα παιδιά βλέπουν τους γονείς τους να είναι υπεύθυνοι εργαζόμενοι, γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα πεινάσουν. Κανένας δεν θα τους σώσει και κανένας δεν θα τους συγχωρήσει αν δεν εργάζονται ευσυνείδητα. Βλέπουν τους γονείς τους να σέβονται τη δουλειά τους και ν' αγωνιούν για τη διατήρηση της θέσης τους. Τους βλέπουν ακόμα και άρρωστοι να πηγαίνουν στη δουλειά, μόνο και μόνο για να μην δώσουν δικαίωμα σε κανέναν να τους κρίνει.

Όταν τα βλέπεις όλα αυτά, δεν τρέφεις ψευδαισθήσεις περί κερδοφόρας τεμπελιάς. Αυτού του είδους τις ψευδαισθήσεις τις έχουν τα παιδιά των αστών και των δημοσίων υπαλλήλων και αυτές οι ψευδαισθήσεις είναι το "καύσιμο" της διαφθοράς. Η δημιουργία δηλαδή του φαινομένου της διαφθοράς δεν είναι κάτι το αφύσικο. Όταν το άδικο σύστημα φροντίζει να καθηλώνει στη φτώχεια όλους τους εργαζόμενους, είναι θέμα χρόνου κάποιοι απ' αυτούς να χρησιμοποιήσουν τα ειδικά πλεονεκτήματά τους για να ξεφύγουν από τη φτώχεια τους. Είναι θέμα χρόνου ο πρακτικά φτωχός δημόσιος υπάλληλος να χρησιμοποιήσει την εξουσία του ή την πολυτιμότητά του προς όφελος κάποιων ισχυρών, ώστε να γίνει πλούσιος.

Όλα αυτά τα αρνητικά για την κοινωνία φαινόμενα ένα πανίσχυρο ΙΚΑ θα τα απέτρεπε εν τη γενέση τους. Πώς όμως θα τα απέτρεπε, όταν οι μεγαλοαστοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τον κρατικό μηχανισμό σαν ιδιόκτητο κεφάλαιο της τάξης τους, που θα τους έκανε πλούσιους εις βάρος των υπολοίπων κοινωνικών εταίρων; Το ισχυρό ΙΚΑ δεν τους συνέφερε και γι' αυτόν τον λόγο δεν θα επέτρεπαν ποτέ τη φυσιολογική ανάπτυξή του. Επιδίωξή τους ήταν καί να μην ελέγχονται από αυτό, αλλά ταυτόχρονα να βάλουν "χέρι" και στα τρομερά ταμεία του.

Με τους στόχους αυτούς σχεδίασαν το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα "κινούνταν" το ΙΚΑ. Αυτό που έκαναν ήταν εντελώς παράλογο οικονομικά και άδικο για τους εργαζομένους. Στόχος τους ποτέ δεν έπαψε να είναι η καταλήστευση του "ιδρώτα" των εργαζομένων που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ. Είχαν βρει τον κοινωνικό εταίρο-κοροΐδο που θα δούλευε και χωρίς να διαμαρτύρεται θ' αναλάμβανε το σύνολο των εξόδων του κράτους και βέβαια τη δική τους αποκατάσταση.

Ο κρατικός μηχανισμός, για να το επιτύχει αυτό, εκμεταλλεύτηκε το σύνολο των υποτυπωδών προδιαγραφών, που ως "Μπανανία" είχε δημιουργήσει την προηγούμενη περίοδο. Είχε θεμελιώσει τις θεωρητικά φιλόδοξες κρατικές "παράγκες" του κι αναζητούσε το κοροΐδο που θα τις μετέτρεπε με τον κόπο και το χρήμα του σε υπερπολυτελή "παλάτια" κρατικής ιδιοκτησίας. Στηριζόμενο σ' αυτά που αναφέραμε ως δεδομένα-υποχρεώσεις του ΙΚΑ, άρχισε τη μεγάλη κλοπή. Με χρήματα του ΙΚΑ —και άρα με ιδιωτικά χρήματα— εκσυγχρόνισε τα νοσοκομεία, που τα θεωρούσε δικής του ιδιοκτησίας. Τα εκσυγχρόνισε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο ανταγωνισμός των ιδιωτικών νοσοκομείων έπαψε να υφίσταται στην ελληνική αγορά υπηρεσιών υγείας. Όμως, αυτά τα χρήματα που χρησιμοποίησε δεν θεώρησε ότι έπρεπε να συνοδεύονται με τη μεταβίβαση του ανάλογου ποσοστού ιδιοκτησίας των νοσοκομείων προς το ΙΚΑ, όπως δεν θεώρησε ότι, ως ξένα χρήματα, από τη στιγμή που δεν τα κεφαλαιοποιεί, θα έπρεπε να τα επιστρέψει έστω και άτοκα.

Η τραγική ειρωνεία ήταν όμως άλλη. Το κράτος "έστησε" τα νοσοκομεία με χρήματα του ΙΚΑ και μετά τα έστρεψε εναντίον του. Έστησε μια τρομερή "φάμπρικα" εις βάρος του ΙΚΑ, που στόχο είχε τη νομιμοφανή αφαίμαξή του. Τα νοσοκομεία άρχισαν ν' αποδίδουν κέρδη δισεκατομμυρίων στην "τσέπη" του κράτους, επειδή εξασφάλισαν το μονοπώλιο στην εξυπηρέτηση του μεγαλοπελάτη ΙΚΑ. Αγνοώντας οι κρατικοδίαιτοι μανδαρίνοι του κράτους με τίνος χρήματα "χτίστηκαν" τα νοσοκομεία, άρχισαν να τα χειρίζονται ως ιδιόκτητο κεφάλαιό τους. Άρχισαν να εκτιμούν τις υπηρεσίες τους κατά τρόπο αυθαίρετο και στην πραγματικότητα ζητούσαν ό,τι ήθελαν γι' αυτές. Μόνοι τους αξιολογούσαν την κάθε ιατρική πράξη και έστελναν το ΙΚΑ στο ταμείο να πληρώσει.

Εδώ έχει νόημα αυτό που λέει ο θυμόσοφος λαός ..."εκεί που μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι". Φερόμενοι οι κρατικοί υπάλληλοι σαν σκληροί ιδιοκτήτες των νοσοκομείων, άρχισαν να πιέζουν το ΙΚΑ να διευθετεί γρηγορότερα τις υποχρεώσεις του απέναντι στα νοσοκομεία, αγνοώντας ότι το ΙΚΑ αυτά τα νοσοκομεία τα δημιούργησε με δικά του χρήματα. Άρχισαν μάλιστα να το αντιμετωπίζουν και σαν κακοπληρωτή κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να φέρονται ανάλογα στους ασφαλισμένους του. Οι δημόσιοι υπάλληλοι των νοσοκομείων, έχοντας την εντύπωση ότι είναι οι ιδιοκτήτες των νοσοκομείων, άρχισαν να μην φέρονται καλά στους άρρωστους εργάτες. Οι εργάτες, αντί να είναι οι κύριοι των νοσοκομείων, έγιναν ξαφνικά οι επαίτες, που αντιμετωπίζονταν από το προσωπικό τους σαν αναγκαίο κακό.

Προτεραιότητα για γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό είχαν οι κοινωνικοί εταίροι που δεν είχαν δώσει από τα δικά τους ταμεία-"τσέπες" ούτε μία δραχμή για να εκσυγχρονιστούν τα νοσοκομεία· όλοι οι πλούσιοι, που συστηματικά ως εταίροι απέφευγαν τη φορολόγησή τους και άρα τη συνεισφορά τους στην πάντα άδεια κρατική "τσέπη". Προτεραιότητα στα νοσοκομεία είχαν όλοι αυτοί, που απλά η προσωπική τους οικονομική κατάσταση τους επέτρεπε να πληρώνουν αδρά στην ανάγκη της αρρώστιας. Πλήρωναν αδρά το προσωπικό που τους θεράπευε με "φακελάκια", αδιαφορώντας επιδεικτικά ότι τους θεράπευαν στις κρατικές εγκαταστάσεις οι οποίες είχαν πληρωθεί από τους εργάτες.

Σιγά-σιγά δηλαδή αγαπημένοι των κρατικών νοσοκομείων έγιναν οι έμποροι, οι κεφαλαιοκράτες, οι βιοτέχνες κλπ.. Αυτοί δηλαδή που είχαν να δώσουν από την προσωπική τους "τσέπη" δώρα στους "λειτουργούς" της δημόσιας υγείας. Αυτοί που συνολικά ως εταίροι ήταν κραυγαλέα "τζαμπατζήδες". Μαζί μ' αυτούς έγιναν δημοφιλείς και οι συνάδερφοι των "λειτουργών" δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτοί κι αν ήταν "τζαμπατζήδες". Το δικό τους ταμείο-φάντασμα δεχόταν να πληρώσει οτιδήποτε απαιτούσε το νοσοκομείο ως τίμημα για την υπηρεσία του. Είτε τους ζητούσε 10.000 δραχμές για μια συγκεκριμένη ιατρική πράξη είτε 1.000.000, το ταμείο τους πλήρωνε αδιαμαρτύρητα. Αποτελούσε μάλιστα και το ταμείο πρότυπο για τα άλλα τα ταμεία, που καθυστερούσαν τις πληρωμές τους ή διαμαρτύρονταν για τις χρεώσεις.

Πονηράδες των αστών με ένα ταμείο-φάντασμα, που πλήρωνε με "αέρα" κοπανιστό. Με "χαρτούρα" πλήρωνε το κράτος τις υπηρεσίες που απολάμβαναν οι υπάλληλοί του στα νοσοκομεία και όχι με χρήματα. Λογιστικές ηλιθιότητες του τύπου ..."θεώρησε ότι σε πλήρωσα και θεώρησε ότι τα πήρες. Αφού ανήκουμε στην ίδια "τσέπη", γιατί να τα μετακινούμε τα χρήματά μας;". Όμως, χρησιμοποιώντας το ασφαλιστικό ταμείο των δημοσίων υπαλλήλων ως "οδηγό" συμπεριφοράς των ταμείων, παρέσερναν και τα άλλα ταμεία, που όπως ήταν φυσικό διαμαρτύρονταν. Η διαμαρτυρία τους ήταν φυσική, γιατί αυτοί πλήρωναν πραγματικά χρήματα.

Το ΙΚΑ εκταμίευε δισεκατομμύρια κάθε μήνα για τις ανάγκες των ασφαλισμένων του. Οι διαμαρτυρίες του όμως, όχι μόνον δεν άλλαζαν τη συμπεριφορά των νοσοκομείων, αλλά επιδείνωναν τις σχέσεις τους με το ΙΚΑ κι αυτό είχε άμεσο αποτέλεσμα την άσχημη συμπεριφορά τους απέναντι στους ασφαλισμένους του. Φτάσαμε στο σημείο να συμπεριφέρονται απέναντι σ' αυτούς που στην ουσία τους πλήρωναν σαν να ήταν σκύλοι, που απλά η δημόσια μέριμνα είχε αναλάβει το φιλανθρωπικό καθήκον να τους σώζει, αλλά όχι να τους υπηρετεί. Οι αστοί τα είχαν καταφέρει μια χαρά. Στρίμωξαν το ΙΚΑ στη γωνία και του ρουφούσαν το "αίμα".

Ακόμα όμως και τότε το από τη φύση του πανίσχυρο ΙΚΑ μπορούσε ν' αντιδράσει. Θα μπορούσε να κάνει ό,τι κάνει ένας απλός κεφαλαιοκράτης, όταν αντιλαμβάνεται κερδοσκοπία από κάποιον συνεργάτη του. Μπορεί ένας τρικυκλατζής-μεταφορέας να εκβιάζει έναν πανίσχυρο παραγωγό, που έχει ανάγκη τις υπηρεσίες του; Όχι βέβαια. Αν αντιληφθεί ο παραγωγός την εκμετάλλευση, θα αγοράσει ο ίδιος το μέσον που έχει ανάγκη, για ν' απαλλαγεί μια για πάντα από τον πονηρό. Το ΙΚΑ στην περίπτωση αυτήν είναι ο παραγωγός και το μέσον που είχε ανάγκη ήταν τα φθηνά για τις δυνατότητές του νοσοκομεία. Μπορούσε το ΙΚΑ, με τα τρισεκατομμύρια που εισρέουν ετησίως στα ταμεία του, να χτίσει από την αρχή τα νοσοκομεία που απαιτούσε η περίθαλψη των συνδρομητών και μετόχων του.

Για να καταλάβει ο αναγνώστης πόσο ισχυρό θα έπρεπε από ιδρύσεώς του να είναι το ΙΚΑ, ας σκεφτεί το εξής: Το ΙΚΑ "κληρονομεί" από τους νεκρούς εργάτες πάνω από πέντε χρόνια εισφορών για τον καθένα. Από κάθε γενιά εργατών κληρονομεί εισφορές τουλάχιστον πέντε χρόνων. Θα μπορούσε δηλαδή μόνον από την "κληρονομιά" του να "πετάει" χρήματα, χωρίς να θίγει τα συμφέροντα κανενός. Θα μπορούσε να πετάξει τα χρήματα πέντε χρόνων εισφορών, χωρίς να ιδρώσει καθόλου τ' "αυτί" του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, όταν κάθε χρόνο έχεις 4 τρισεκατομμύρια δραχμών εισροές, και ταυτόχρονα έχεις υπό την κατοχή σου "κληρονομιά" 20 τρισεκατομμυρίων τουλάχιστον, κάνεις ό,τι θέλεις. Όταν ένα σύγχρονο νοσοκομείο μεσαίου μεγέθους κοστίζει περίπου 10 δις σημερινά χρήματα, αυτό σημαίνει ότι το ΙΚΑ μόνον με τις εισροές ενός χρόνου μπορεί να χτίσει 400 τέτοια νοσοκομεία. Μπορεί δηλαδή από καπρίτσιο και μόνον να φτιάξει από την αρχή ένα σύστημα υγείας. Να το φτιάξει και ν' αφήσει το κράτος στη γωνία, με νοσοκομεία που σ' ένα χρόνο θα πάψουν να λειτουργούν, λόγω μη εισροών από πλευράς των "τσαμπατζήδων".

Γιατί θα έπαυαν να λειτουργούν τα κρατικά νοσοκομεία χωρίς το ΙΚΑ; Γιατί οι "τζαμπατζήδες" είναι πλούσιοι για να καλομαθαίνουν τους γιατρούς, αλλά για να λειτουργήσει το νοσοκομείο απαιτεί το ταμείο τους να είναι πλούσιο, πράγμα που δεν συμβαίνει. Τα ταμεία των πλουσίων είναι θεόφτωχα, γιατί οι πλούσιοι δεν καταβάλουν τις απαιτούμενες εισφορές. Ο γιατρός δεν μπορεί να σε θεραπεύσει μόνο και μόνο επειδή τον πληρώνεις και σε ευγνωμονεί. Ο γιατρός χρειάζεται μηχανήματα κι αναλώσιμα κι αυτά κοστίζουν. Αυτά τα πληρώνουν τα ταμεία και τα ταμεία των πλουσίων δεν μπορούν ν' αντεπεξέλθουν στα έξοδα αυτά.

Το ΙΚΑ δηλαδή μπορούσε ν' αντιδράσει απέναντι σε οποιονδήποτε εκβιασμό τού κράτους ή των αστών. Πώς όμως θ' αντιδράσει, όταν δημόσιοι υπάλληλοι είναι αυτοί που το κλέβουν και δημόσιοι υπάλληλοι είναι αυτοί που το διαχειρίζονται ως ίδρυμα; Πώς θ' αντιδράσει απέναντι στους αστούς γιατρούς ή τους αστούς φαρμακοποιούς, που κερδοσκοπούν εις βάρος του; Ένα ελεύθερο ΙΚΑ θα άφηνε για παράδειγμα τους φαρμακοποιούς να του πίνουν το "αίμα"; Θα άφηνε τον κάθε απίθανο φαρμακοποιό να γίνεται από ένα "μπακάλικο" πλούσιος μέσα σε λίγα χρόνια;

Γι' αυτό λέμε ότι τα κατάφεραν μια χαρά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι αστοί. Δημιούργησαν με ξένο χρήμα το κεφάλαιο που χρειάζονταν για να γεμίζουν την "τσέπη" τους κι επιπλέον δημιούργησαν τις συνθήκες που επιτρέπουν τη διαφθορά και άρα τον πλουτισμό τους. Όταν με ξένα χρήματα δημιουργείς κεφάλαιο και με νόμο εξασφαλίζεις την εισροή χρημάτων που το συντηρείς κερδοφόρο, από εκεί και πέρα μπορείς να μεριμνάς για τον προσωπικό σου πλουτισμό.

Όταν με χρήματα του ΙΚΑ δημιουργείς ασυναγώνιστα νοσοκομεία και τα συντηρείς τα χρήματα αυτά, εύκολα ξεχωρίζεις τους πελάτες σου μεταξύ τους. Εύκολα με την άρτια υποδομή των νοσοκομείων αντλείς από την αγορά υγείας πελάτες υψηλών εισοδημάτων. Από εκεί και πέρα τους παίρνεις στο γραφείο σου και τους ζητάς "φακελάκια". Ζητάς βέβαια καί από τους εργάτες, αλλά οι πλούσιοι είναι αυτοί που αγαπάς.

Όλα αυτά τα θλιβερά φαινόμενα δεν θα υπήρχαν στον τομέα της υγείας, αν το ΙΚΑ ήταν πανίσχυρος συνιδιοκτήτης των νοσοκομείων. Το ΙΚΑ με την ιδιότητα αυτήν δεν θα δεχόταν τη δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα σε μια ιδιοκτησία του. Αν δεχόταν μια καταγγελία εργάτη —και άρα μέλους του— για χρηματισμό, θα προχωρούσε άμεσα σε απολύσεις. Επιπλέον η διοίκησή του, ως δεσμευμένη να υπηρετεί τα συμφέροντα των μελών του και να μεριμνά για την ποιότητα των υπηρεσιών που απολαμβάνουν, θα είχε λόγο και στη διαχείριση των νοσοκομείων. Δεν θα άφηνε για παράδειγμα τον τομέα των προμηθειών ανεξέλεγκτο. Δεν θα άφηνε αδιάφορους δημοσίους υπαλλήλους να διαχειρίζονται τα πολύτιμα χρήματά του. Δεν θα άφηνε τους γιατρούς ν' "αλωνίζουν" στα νοσοκομεία, σαν να επρόκειτο για δικές τους επιχειρήσεις. Δεν θα τους άφηνε να παίρνουν "δωράκια" από τις ιδιωτικές εταιρείες που πουλάνε αναλώσιμα και εξοπλισμό στα νοσοκομεία. Σήμερα αυτό γίνεται. Όποιος δώσει τα περισσότερα "δώρα" στους γιατρούς, γίνεται αυτόματα προμηθευτής των νοσοκομείων. Επειδή όμως αυτά τα "δώρα" κοστίζουν και γίνονται εις βάρος της ποιότητας της υπηρεσίας προς τους ασθενείς, το ΙΚΑ θα τα "έκοβε" με το "μαχαίρι". Όλα αυτά τα απίθανα κι απαράδεκτα συνέβαιναν και συμβαίνουν εις βάρος του ΙΚΑ κι εξαιτίας της "υποχρέωσής" του ως ασφαλιστικό ταμείο, που παρέχει υγειονομική κάλυψη.

Τα ίδια κι ακόμα χειρότερα έγιναν και σ' ό,τι αφορά την "υποχρέωσή" του να χρηματοδοτήσει την παραγωγή. Το δημόσιο εκμεταλλεύτηκε κι αυτήν την "υποχρέωσή" του με τον καλύτερο για τα συμφέροντά του τρόπο. Για άλλη μια φορά άπλωσε το μακρύ του "χέρι" για να "υπηρετήσει" τα συμφέροντα των εργατών. Πάνω στην ανάγκη αυτήν στηρίχτηκε και εγκλημάτησε ξανά εις βάρος ιδιωτικών συμφερόντων. Εδώ έγιναν τρομερά πράγματα, που τα όσα περιγράψαμε για τα νοσοκομεία μοιάζουν με πταίσματα. Στα νοσοκομεία τουλάχιστον υπήρξαν επενδύσεις, που με τον άλφα ή βήτα τρόπο οι εργάτες απόλαυσαν κάποια πράγματα. Μπορεί οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό να μην τους συμπεριφέρονταν καλά, αλλά ο σύγχρονος τομογράφος ή το άρτιο χειρουργικό τραπέζι είναι "δίκαια" προς όλους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για αληθινή κλοπή. Μιλάμε για χρήματα που έφυγαν από το ΙΚΑ, για να μπουν σε ατομικές "τσέπες". Μιλάμε για χρήματα που έγιναν βίλες, γιοτ και ταξίδια στο εξωτερικό. Κάποιοι έγιναν πλούσιοι με τα χρήματα των εργαζομένων. Τα πάντα και σ' αυτήν την περίπτωση έγιναν με τη νομιμοφάνεια που πάντα εξασφαλίζουν οι κλέφτες αστοί. Αυτοί κλήθηκαν ν' απαντήσουν στο θεμελιώδες ερώτημα του ...τι απαιτεί η παραγωγή για ν' αναπτυχθεί.

Τι χρειάζεται λοιπόν η παραγωγή για ν' αναπτυχθεί; Χρηματοδότηση των κεφαλαιοκρατών και ανάπτυξη των υποδομών. Σε εφαρμογή της σωτήριας "λύσης" το κράτος άπλωσε και πάλι το "χέρι" του στα ταμεία του ΙΚΑ. Με χρήματα του ΙΚΑ μοίραζε χαριστικές επιδοτήσεις στους "κολλητούς" του επιχειρηματίες. Τους ίδιους όμως ανθρώπους τους χρηματοδοτούσε κανονικά μέσω των κρατικών τραπεζών. Τα χρήματα του ΙΚΑ τα έδινε "τζάμπα", ενώ τα δικά του τα ζητούσε πίσω με τόκο. Και να ήταν και δικά του αυτά τα χρήματα; Πού να βρουν οι κρατικές μπατιροτράπεζες του μπατιροκράτους τα χρήματα για την ανάπτυξη του τραπεζικού τομέα; Από το ΙΚΑ και πάλι. Τρισεκατομμύρια δραχμές εκμεταλλεύτηκαν οι κρατικές τράπεζες από τα αποθεματικά του ΙΚΑ. Τα έπαιρναν άτοκα και τις περισσότερες φορές ήταν δανεικά κι αγύριστα. Το υποτιθέμενο υπό κρατικό έλεγχο ΙΚΑ δεν επιτρεπόταν να ρισκάρει τα χρήματα των ασφαλισμένων, προσφέροντας τραπεζικές υπηρεσίες στην ελεύθερη αγορά, αλλά οι επίσης υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες μπορούσαν να κάνουν το ίδιο με τα χρήματά του.

Εξαιτίας της άρνησης του κράτους να επιτρέψει στο ΙΚΑ την τραπεζική δραστηριότητα, είχαμε αρνητικές συνέπειες καί στο στεγαστικό πρόβλημα που μαστίζει την εργατική τάξη. Τα αστικά και ημιαστικά κέντρα της Ελλάδας θυμίζουν θλιβερή τριτοκοσμική χώρα. Μια τρομερά άσχημη κατάσταση, που γεννάται από τις άθλιες κατασκευές οι οποίες καλούνται να στεγάσουν τους εργαζομένους. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί οι ισχυροί της κοινωνίας έγιναν "έμποροι" της στέγης και δεν επέτρεψαν στο ΙΚΑ να κάνει μια σοβαρή στεγαστική πολιτική με τα χρήματα των εργαζομένων του. Έτσι, αντί μέσα από το πανίσχυρο ΙΚΑ ο κάθε εργάτης να έχει το δικό του ιδιόκτητο σπίτι, φτάσαμε στο σημείο να κατοικεί σε άθλια μισοτελειωμένα γιαπιά και με τα ενοίκιά του να δημιουργεί το κεφάλαιο που θ' ανήκει σε άλλους.

Η οικιστική αθλιότητα δηλαδή στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα της άθλιας πολιτικής του κράτους. Παρέδωσε τους εργάτες στα χέρια των κερδοσκόπων των δανείων και της "στέγης" και τους εγκατέλειψε. Λογικό είναι δηλαδή να βλέπουμε αυτήν την άθλια εικόνα των ελληνικών πόλεων. Το άθλιο σπίτι του εργάτη είναι μισοτελειωμένο, γιατί απλούστατα προσπαθεί να το χρηματοδοτήσει μόνος του, από τη στιγμή που οι εμπορικές τράπεζες κερδοσκοπούν με τα δάνεια. Το ίδιο γίνεται και με όλα τα υπόλοιπα σπίτια. Τα σπίτια που νοικιάζουν οι εργάτες είναι συνήθως άθλια και μισοτελειωμένα, γιατί αυτό προκύπτει από την αγορά "στέγης". Όταν κάποιος γνωρίζει ότι το σπίτι που θα φτιάξει όπως και να είναι θα νοικιαστεί οπωσδήποτε, κάνει τις επιλογές του. Με τα χρήματα που έχει δεν θα κατασκευάσει πέντε άρτια και όμορφα διαμερίσματα, αλλά δέκα, έστω και μισοτελειωμένα. Τα φέρνει στο επίπεδο να είναι κατοικήσιμα και μετά περιμένει με τα νοίκια του εργάτη να τα τελειώσει. Οι εργάτες πληρώνουν μια ζωή για να φτιάχνουν με περιουσίες τους κλέφτες.

Το κράτος και στην περίπτωση του στεγαστικού έσπευσε να προλάβει το ΙΚΑ, πριν αυτό επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την τεράστια ρευστότητά του και τις τρομερές ανάγκες στην αγορά κατοικίας. Όπως δημιούργησε κρατικές τράπεζες για να μην αφήσει το ΙΚΑ να εκμεταλλευτεί τα χρήματά του, έτσι και σ' αυτήν την περίπτωση δημιούργησε τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Μιλάμε για τρομερή παρέμβαση "υπέρ" των εργατών. Το κράτος "ανέλαβε" την εργατική κατοικία! "Αδίκησε" τους εργοστασιάρχες και τους εφοπλιστές, που δεν ανέλαβε τις δικές τους κατοικίες!! Αυτό που επεδίωκε το κράτος με τον οργανισμό αυτόν είναι ν' αρπάζει τα χρήματα του ΙΚΑ και με την κατασκευή εργατικών κατοικιών να ελέγχει από τη μια την αγορά κατοικίας και από την άλλη να μην δίνει το δικαίωμα σε εργάτες και ΙΚΑ να επιχειρούν ανάλογη πολιτική.

Πέτυχε όλους τους στόχους του, γιατί δημιουργούσε γκέτο άθλιων κατοικιών, που τα έχτιζε με τα κριτήρια τα οποία ευνοούσαν τους εμπόρους της κατοικίας μέσα στις πόλεις. Οι εργάτες, που δεν ήθελαν να κατοικούν σε γκέτο, ήταν υποχρεωμένοι να παραμένουν στα ενοίκια. Από την άλλη διόρισε εκλεκτούς του αστούς να παριστάνουν τη διοίκηση αυτού του οργανισμού και την εκτέλεση των έργων την έδινε στους "κολλητούς" του εργολάβους. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια έχει πληρώσει το ΙΚΑ για τα κλουβιά που παριστάνουν τις εργατικές κατοικίες. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια έχει πληρώσει το ΙΚΑ για κατοικίες, που πριν από τα εγκαίνιά τους ήταν για επιδιορθώσεις. Σπίτια που δεν άνοιγαν οι φθηνές πόρτες, που δεν έκλειναν τα παράθυρα ή που έσταζαν νερό όταν έβρεχε. Κατοικίες που αποτελούν ευχάριστη ανάμνηση μόνον γι' αυτούς που τις έκτισαν και έγιναν εκατομμυριούχοι με χρήματα των εργαζομένων.

Όλα αυτά, όπως αντιλαμβανόμαστε, έχουν σχέση με επιλογές του κράτους, που ευνοούν συγκεκριμένα συμφέροντα. Κανένας δεν ήθελε την τραπεζική δραστηριότητα του ΙΚΑ, γιατί κανένας δεν ήθελε ισχυρό εργάτη ρυθμιστή της οικονομίας. Κανένας δεν ήθελε τη στεγαστική δραστηριότητα του ΙΚΑ, γιατί κανένας δεν ήθελε τον εργάτη ιδιοκτήτη του σπιτιού του. Τον εργάτη τον ήθελαν πάντα "επί ξύλου κρεμάμενο", για να τον ελέγχουν. Να είναι πάντα φοβισμένος και να μην αντιδρά, σκεπτόμενος ότι, αν χάσει τη δουλειά του, θα βρεθεί στον δρόμο.

Με αυτά ως δεδομένα σχεδιάστηκε η οικονομία της μεταπολεμικής Ελλάδος. Μία οικονομία της οποίας τα έξοδα τα ανέλαβε εξ ολοκλήρου η εργατική τάξη. Το κράτος, μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, έδωσε στις δικές του τράπεζες τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τα χρήματα του ΙΚΑ υπέρ των συμφερόντων των ισχυρών και εις βάρος του εργάτη. Έχοντας αυτές οι τράπεζες την ευχέρεια να παίζουν με ξένα χρήματα και να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, άρχισαν να απειλούν. Οι εργαζόμενοι σ' αυτές θέλησαν και κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Οι κρατικές τράπεζες, επειδή άρχισαν να εισπράττουν τεράστια κέρδη από την ανάπτυξη της παραγωγής, άρχισαν να σέρνουν τον χορό των προνομίων απέναντι στους εργαζομένούς τους κι αυτοί έγιναν τα πρότυπα-οδηγοί για τους υπόλοιπους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα.

Οι πονηροί τραπεζικοί υπάλληλοι άρχισαν να ζητούν μερίδιο από τα κέρδη, που υποτίθεται οι ίδιοι χάρη στις "ικανότητές" τους δημιουργούσαν. Γι' αυτόν τον λόγο οι τραπεζικές διοικήσεις άρχισαν να μοιράζουν επιδόματα όλων των τύπων και όλων των ειδών. Αν μπορούσαν θα έδιναν στους υπαλλήλους τους και επίδομα σκύλου, πλυντηρίου κλπ.. Επιδόματα, που, αν τα ζητήσει ένας εργάτης του ιδιωτικού τομέα, όχι απλά θα τον απολύσουν, αλλά θα τον στείλουν στα ιδρύματα για θεραπεία. Αυτά σ' ό,τι αφορά την παραγωγή και τις τραπεζικές δραστηριότητες.

Σ' ό,τι αφορά τις υποδομές, έγινε κάτι ανάλογο με τα νοσοκομεία. Το κράτος και σ' αυτήν την περίπτωση εκμεταλλεύτηκε κατά τον καλύτερο τρόπο τις "παράγκες" του. "Παράγκες" αυτού του είδους ήταν η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, ο ΟΣΕ, οι εταιρείες ύδρευσης, αποχέτευσης, οι επιχειρήσεις διαχείρισης και κατασκευής οδικών αξόνων κλπ.. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις, που ανήκαν στο δημόσιο, λόγω των αδυναμιών του ιδιωτικού τομέα να τις αναπτύξει στο απαιτούμενο εύρος, υπήρχαν, αλλά δεν είχαν σχέση με την εικόνα που βλέπουμε σήμερα.

Η ΔΕΗ, για παράδειγμα, ήταν μια "παράγκα" με κάποια μικρά και πρωτόγονα ηλεκτροπαραγωγά εργοστάσια, που έδιναν ρεύμα σε περιορισμένα διαμερίσματα μερικών μεγάλων αστικών κέντρων. Όλη η υπόλοιπη χώρα ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι υπό συνθήκες Μεσαίωνα. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τον ΟΤΕ. Ο ΟΤΕ εκείνης της εποχής ήταν μερικά πρωτόγονα τηλεφωνικά κέντρα, που δύσκολα εξυπηρετούσαν μερικές χιλιάδες τηλεφωνικών γραμμών.

Τα πάντα δηλαδή εκείνη την εποχή είχαν "θεμελιωθεί", αλλά, λόγω της αδυναμίας τού κράτους και άρα των κοινωνικών εταίρων να τα χρηματοδοτήσουν, βρίσκονταν σε μια πρωτόγονη και εμβρυακή μορφή. Το κράτος για άλλη μια φορά βρήκε τη λύση της χρηματοδότησης. Αυτός που κλήθηκε να πληρώσει και πάλι ήταν αυτός που εμπιστεύτηκε την "τσέπη" του στα χέρια του κράτους. Το κράτος για άλλη μια φορά άπλωσε τα "χέρια" του στα ταμεία των εργαζομένων.

Αντίδραση στην ενέργειά του αυτή και πάλι δεν βρήκε, γιατί οι εργάτες ήταν πολύ φοβισμένοι για ν' αντιδράσουν και οι υπόλοιποι κοινωνικοί εταίροι έκαναν τα "κορόιδα", εφόσον τους συνέφερε και πάλι να φορτωθεί το κορόιδο τα έξοδα των υποδομών. Αναλαμβάνοντας οι εργάτες αυτήν την υποχρέωση, τους απάλλασσαν από τις φορολογικές εισφορές που σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να καταβάλουν στο ύψος που αντιστοιχούσε στο μερίδιό τους.

Επαναλήφθηκε δηλαδή ό,τι έγινε και με τα νοσοκομεία. Οι μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις δεν χρηματοδοτήθηκαν μέσω της φορολογίας από κοινού από τους εταίρους, ώστε ν' αποτελούν δικαίως δημόσιο κεφάλαιο, που με τον πλούτο τον οποίο αυτό θα παρήγαγε μελλοντικά, θα συντηρούσε τον κρατικό μηχανισμό και θ' απάλλασσε τους εταίρους από κάποιες εισφορές. Χρηματοδοτήθηκε και πάλι μόνον από τα χρήματα των εργατών. Ό,τι χρήματα χρειαζόταν το κράτος για ν' αναπτύξει το δικό του κεφάλαιο το εκταμίευε από τα ταμεία των εργατών και άρα από την "τσέπη" ενός μόνον εκ των εταίρων και οι υπόλοιποι έκαναν τα κορόιδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης, γιατί αυτό που θα πούμε είναι πολύ σημαντικό. Από τη στιγμή που το κράτος αποκτά κεφάλαιο και εισπράττει από την αγορά χρήμα και ταυτόχρονα από το κέρδος αυτό ευνοεί τα συμφέροντα των ιδιωτών υπαλλήλων του, αυτόματα μετατρέπεται σε κοινωνικό εταίρο και άρα αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις κοινωνικού εταίρου. Τα κέρδη δηλαδή της ΔΕΗ του ΟΤΕ κλπ., θα έπρεπε να φορολογούνται και άρα να υπόκεινται στους νόμους και τις διατάξεις που αφορούν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Από τη στιγμή δηλαδή που το κράτος αποκτά πρόσωπο κοινωνικού εταίρου, θα πρέπει να ελέγχεται για τη συμπεριφορά του απέναντι στους υπόλοιπους εταίρους, εφόσον είναι δυνατόν να τους αδικήσει, υπηρετώντας τα ιδιωτικά συμφέροντα των υπαλλήλων του. Αυτό τότε δεν προσέχθηκε όπως έπρεπε και το αποτέλεσμα ήταν ο ιδιώτης στο επίπεδο κεφαλαίου-κράτος ν' αδικήσει τον ιδιώτη εργάτη. Με χρήματα από το ταμείο του εργάτη δημιουργήθηκε το ιδιωτικό κεφάλαιο του κράτους.

Με αυτά τα χρήματα φτιάχτηκε η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ κλπ.. Οι εργάτες όλα αυτά δεν τα έβλεπαν, αλλά τα έβλεπαν οι υπόλοιποι κοινωνικοί εταίροι. Κανένας απ' αυτούς δεν αντέδρασε, γιατί τους συνέφερε να ρημάξουν το ξένο ταμείο για να δημιουργηθεί το δημόσιο κεφάλαιο, παρά να δώσουν από τις δικές τους "τσέπες". Φυσιολογικά θα έπρεπε το κράτος, από τη στιγμή που με χρήματα του ΙΚΑ δημιουργεί τις ΔΕΚΟ, είτε να του μεταβιβάσει μέρος της ιδιοκτησίας τους είτε να επιστρέψει τα χρήματα που πήρε, εφόσον δεν του ανήκαν.

Τίποτε από αυτά δεν έγινε και τα πάντα στήθηκαν εις βάρος του κορόιδου. Το να μεταβιβαζόταν μέρος της ιδιοκτησίας των ΔΕΚΟ στο ΙΚΑ, θα ήταν ό,τι καλύτερο για την ελληνική οικονομία και βέβαια θα ήταν το δίκαιο στην περίπτωση αυτήν. Το να έχει ένα μέρος της ιδιοκτησίας των ΔΕΚΟ ένα ταμείο ιδιωτών δεν είναι επικίνδυνο για τα δημόσια συμφέροντα. Ένα ταμείο ιδιωτών, όπως είναι αυτό του ΙΚΑ, δεν διαφέρει ως ιδιοκτήτης από έναν απλό ιδιώτη. Όσο επικίνδυνος για το κοινωνικό συμφέρον είναι ένας ιδιώτης, άλλο τόσο είναι και ένα ταμείο. Γιατί; Γιατί απλούστατα καί το ταμείο καί ο ιδιώτης υπόκεινται στους ίδιους νόμους που προστατεύουν καί το δημόσιο συμφέρον, αλλά καί τα ιδιωτικά συμφέροντα των άλλων εταίρων.

Το επικίνδυνο είναι να γίνεται κεφαλαιοκράτης αυτός ο οποίος βρίσκεται υπεράνω των νόμων και άρα αυτός ο οποίος νομοθετεί. Αυτός είναι επικίνδυνος, γιατί με τη δυνατότητά του να νομοθετεί προστατεύει ως κεφαλαιοκράτης τα ιδιωτικά του συμφέροντα εις βάρος των υπολοίπων. Επικίνδυνος είναι το κράτος-κεφαλαιοκράτης, που, προκειμένου να επωφεληθεί το κεφάλαιό του, λειτουργεί εις βάρος των άλλων. Αυτός ο κεφαλαιοκράτης είναι επικίνδυνος, γιατί με την παρουσία του και την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά του απειλεί τους πάντες.

Μπορεί, για παράδειγμα, με την εξουσία που διαθέτει, να επεκτείνει τα ιδιωτικά συμφέροντά του εις βάρος των άλλων εταίρων. Πώς γίνεται αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Όποτε θέλει να επεκτείνει το κεφάλαιό του, βάζει τα χέρια του στα δημόσια ή ιδιωτικά ταμεία, χωρίς να ρωτάει κανέναν. Για να ελέγχει την εξουσία, προσλαμβάνει μέσα σ' αυτό το κεφάλαιο χιλιάδες ψηφοφόρους με αντιοικονομικά κριτήρια. Για να προστατεύσει αυτές τις παράλογες επιλογές του, θεσπίζει μονοπωλιακούς νόμους, λειτουργώντας ως δικτάτορας στους κλάδους της αγοράς όπου το ίδιο δραστηριοποιείται. Από εκεί και πέρα, με μια νεφελώδη συμπεριφορά, μπλέκει το ιδιωτικό του συμφέρον με το δημόσιο, που είναι αρμοδιότητά του, και κάνει στην κυριολεξία ό,τι θέλει. Για παράδειγμα βάζει τα χέρια του στα ταμεία, γιατί είναι προς το δημόσιο συμφέρον οι τηλεπικοινωνίες ή ο εξηλεκτρισμός. Δημιουργώντας όμως κεφάλαιο, αυτόματα υπάρχει και ιδιωτικό συμφέρον, εφόσον το κεφάλαιο αυτό κάποιοι το διαχειρίζονται ως διευθυντές και κάποιοι άλλοι εργάζονται σ' αυτό ως εργάτες.

Το κράτος όμως, από τη στιγμή που αποκτά το κεφάλαιο του, κάνει τον τρελό. Το κέρδος τού κεφαλαίου του, που δημιουργήθηκε με χρήματα του λαού, δεν το τοποθετεί στα δημόσια ταμεία και άρα στο ταμείο του λαού. Με το κέρδος αυτό κάνει πολιτική και άρα υπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα ποικίλης μορφής. Με τα κέρδη αυτά προσλαμβάνει υπεράριθμους εργαζόμενους για ν' αντλήσει ψήφους. Με τα κέρδη αυτά, που τα διαχειρίζεται σαν προσωπικά, μοιράζει προνόμια στους εργαζομένους του, για να τους διατηρεί πιστούς στα κομματικά συμφέροντα.

Όπως αντιλαμβανόμαστε, όλα αυτά τα συμφέροντα είναι ιδιωτικά συμφέροντα, άσχετα αν προέρχονται από επιλογές του κράτους και άρα από τον υπηρέτη του δημοσίου συμφέροντος. Είναι ιδιωτικό συμφέρον για μια κυβερνητική παράταξη να κερδίσει τις εκλογές με μέσον το κεφάλαιο του κράτους και τις χιλιάδες προσλήψεις. Είναι ιδιωτικό συμφέρον ν' απολαμβάνουν εξωφρενικά προνόμια κάποιοι εργαζόμενοι, επειδή το κρατικό κεφάλαιο υπό συνθήκες μονοπωλίου βγάζει τεράστια κέρδη. Με πιο δικαίωμα, για παράδειγμα, η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ ή η Ολυμπιακή προσφέρουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους δωρεάν στους εργαζομένους τους;

Τα διαφυγόντα έσοδα από αυτά τα προϊόντα είναι διαφυγόντα κέρδη του δημοσίου ταμείου, που είναι δημόσια υπόθεση και όχι των ΔΕΚΟ, που ανήκουν στο κράτος και που πολλοί υπάλληλοί τους νομίζουν ότι ανήκουν στους ίδιους. Τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικότερα αν αυτές οι ΔΕΚΟ ανήκαν ως όφειλαν στο ΙΚΑ. Και πάλι για τους ίδιους λόγους δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ξέφραγα αμπέλια. Δεν θα μπορούσαν οι εργαζόμενοί τους ν' απολαμβάνουν ούτε μονιμότητα ούτε προνόμια. Όταν οι ιδιοκτήτες του ιδιοκτήτη σου δεν τ' απολαμβάνουν όλα αυτά, θα ήταν τρέλα να τα ζητήσεις.

Θα έφευγαν οι δημόσιοι υπάλληλοι των ΔΕΚΟ με τις κλωτσιές, αν ζητούσαν προνόμια από το ΙΚΑ. Ένα ΙΚΑ, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένο να καταθέσει στον ετήσιο ισολογισμό του το κόστος αυτών των προνομίων, θα έτρεμε και μόνο να τα συζητήσει. Θα έπεφταν κεφάλια αν κάποιοι είχαν τέτοιες φαεινές ιδέες, που το κόστος τους θα επιβάρυνε τους μετόχους του ΙΚΑ οι οποίοι είναι οι εργάτες. Το σύνολο του ευρύτερου δημοσίου τομέα θα ήταν υγιές, αν τα ιδιωτικά συμφέροντα του κράτους περιορίζονταν από τα ιδιωτικά συμφέροντα των κοινωνικών εταίρων.

Όμως, τίποτε από αυτά δεν έγινε, γιατί το κράτος-ιδιώτης, σε συνεργασία με τους ισχυρότερους ιδιώτες-εταίρους, έβαλαν κάτω τον εργάτη και τον ρήμαξαν. Το κράτος σε συνεργασία με τους κεφαλαιοκράτες, τους εμπόρους και τους αστούς του ιδιωτικού τομέα ρήμαξαν το εργατικό ταμείο, προκειμένου να γίνουν πλούσιοι οι ίδιοι.

Πώς έγινε αυτό; Η σύμπλευση συμφερόντων επιτεύχθηκε σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο των εταίρων και στο προσωπικό επίπεδο των ιδιωτών, που αποτελούσαν κύτταρα των εταίρων αυτών. Στο πρώτο επίπεδο έγινε το εξής: Κράτος και κεφαλαιοκράτες αποκτούσαν κεφάλαιο με χρήματα των εργατών. Το πρώτο με την ασύστολη κλοπή, οι δεύτεροι με τις δωρεάν επιδοτήσεις. Στο δεύτερο επίπεδο έγινε το εξής: Δημιουργώντας το κράτος κεφάλαιο στον τομέα των υποδομών με χρήματα των εργατών, απάλλασσε τους εταίρους από το βάρος της συμμετοχής τους. Καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής κανένας πλούσιος στην Ελλάδα δεν πλήρωνε φόρους. Οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι αστοί επαγγελματίες κλπ., δεν πλήρωναν φόρους. Φτάσαμε στο σημείο έμποροι, δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί κλπ., με δεκάδες εκατομμύρια εσόδων να έχουν επιστροφές φόρων.

Όμως, επειδή ήταν αδίστακτοι, δεν σταμάτησαν εκεί. Ακόμα και την εταιρική τους "τσέπη" δεν ήθελαν να τη συντηρήσουν μόνοι τους. Κι αυτήν την "τσέπη" φρόντισαν να τη φορτώσουν στο ΙΚΑ. Ακόμα και σήμερα τίποτε δεν έχει αλλάξει. Το ΤΕΒΕ, για παράδειγμα, που είναι το ταμείο ενός από τους πλέον ισχυρούς εταίρους, ζει εις βάρος του ΙΚΑ. Αυτοί οι οποίοι βγάζουν εκατομμύρια από την παραγωγή, επωφελούνται από το υστέρημα του εργάτη.

Πως γίνεται αυτό; Οι ασφαλισμένοι του πληρώνουν λιγότερα από τα μισά που πληρώνουν οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ κι απολαμβάνουν τις ίδιες υπηρεσίες. Με εισφορές, που μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν περίπου 50.000 τον μήνα, οι ασφαλισμένοι του ΤΕΒΕ καλύπτονταν στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ταυτόχρονα εξασφάλιζαν και σύνταξη. Με λιγότερες από τις μισές εισφορές από αυτές του εργάτη εξασφάλιζαν τα ίδια ακριβώς πράγματα. Το πώς μπορεί το ΤΕΒΕ με εισφορές 50.000 να καλύπτει στους ασφαλισμένους του τα έξοδα της περίθαλψης και ταυτόχρονα να τους δίνει και μεγάλες συντάξεις, είναι ένα μυστήριο. Μάλλον στο καζίνο θα παίζουν τα χρήματά τους οι διαχειριστές του. Δεν εξηγείται δηλαδή πώς με τόσα λίγα έσοδα, αναλογικά με τα έξοδά του, διατηρείται κραταιό ταμείο.

Στο ΙΚΑ μάλλον θα είναι βλάκες, εφόσον με τις διπλές εισφορές καταφέρνουν τα ίδια πράγματα. Επειδή όμως στην οικονομία δεν υπάρχουν θαύματα και καζίνα ...και οι άνθρωποι είναι πονηροί και όχι βλάκες ...κάτι άλλο συμβαίνει. Αυτό που συμβαίνει είναι το εξής: Το ΤΕΒΕ ζει εις βάρος του ΙΚΑ, γιατί απλούστατα αυτό θέλει το κράτος, το οποίο έχει επενδύσει στη συνομωσία εις βάρος των εργατών. Το κράτος, έχοντας κεφάλαιο, το οποίο έχει αναπτύξει εξαιτίας των χρημάτων του ΙΚΑ, συνεισφέρει στις συντάξεις του ΤΕΒΕ. Με τον τρόπο αυτόν μεταβιβάζεται ένα μέρος των κλοπιμαίων από τον ένα εταίρο στον άλλο.

Επιπλέον, επειδή αυτό δεν φτάνει, γιατί τα έξοδα των ασφαλισμένων από τις αυθαιρεσίες των νοσοκομείων είναι τεράστια, γίνεται και κάτι άλλο. Όταν συνταξιοδοτείται ο ασφαλισμένος του ΤΕΒΕ, τα έξοδά του μεταβιβάζονται στο ΙΚΑ. Γι' αυτόν τον λόγο παραμένει κραταιό ταμείο το ΤΕΒΕ. Όταν ο ασφαλισμένος του αρχίσει στατιστικά να γίνεται πολυέξοδος, τότε επιβαρύνει το ΙΚΑ. Όσο είναι νέος και φυσιολογικά υγιής, το ΤΕΒΕ πληρώνει τις ανάγκες του στην περίθαλψη. Το ΤΕΒΕ δηλαδή πληρώνει τον ασφαλισμένο του όταν αυτός σπάνια χρειάζεται τις υπηρεσίες του. Όταν γεράσει κι αρχίσουν τα έξοδα, πληρώνει το ΙΚΑ. Το ΤΕΒΕ, δηλαδή, με κάποιες αποικιοκρατικού τύπου συμφωνίες, ξεφορτώνεται τους ασφαλισμένους του και τους φορτώνει στο ΙΚΑ. Με "ψίχουλα" ασφαλίζει τους πολυέξοδους ασφαλισμένους του σε ένα άλλο ασφαλιστικό ταμείο. Μιλάμε για απίθανα πράγματα. Πληρώντας αστείες εισφορές για τον κάθε ασφαλισμένο του, τον φορτώνει στο ΙΚΑ.

Όταν κάποιος έμπορος ή βιοτέχνης χρειάζεται δεκάδες χιλιάδες δραχμών σε φάρμακα μηνιαίως, όταν απαιτούνται πανάκριβες χειρουργικές επεμβάσεις και πολυήμερες παραμονές στο νοσοκομείο, τότε ανήκει στο ΙΚΑ. Όταν χρειάζεται χάπια για το βήχα, ανήκει στο ΤΕΒΕ. Αυτοί δηλαδή που κατά παράδοση στην Ελλάδα πίνουν το αίμα του εργάτη, μακροβιούν στη συνέχεια με τα χρήματά του. Μετά ...το ΙΚΑ είναι αυτό που διαμαρτύρεται για τις αυθαιρεσίες των νοσοκομείων και το ΤΕΒΕ παριστάνει τον πειθαρχημένο καλοπληρωτή.

Αυτή η μεταβίβαση των ασφαλισμένων από το ΤΕΒΕ στο ΙΚΑ δεν είναι φθηνή υπόθεση. Δεν μιλάμε για κάποιους πεντακόσιους ή χίλιους ανθρώπους. Μιλάμε σήμερα για τριακόσιες χιλιάδες περιπτώσεων. Πρόσφατα κάποιοι έθεσαν αυτό το θέμα στη διοίκηση του ΤΕΒΕ. Ο δημόσιος υπάλληλος, που είναι διοικητής του και που οι φήμες τον θέλουν δισεκατομμυριούχο, δήλωσε ότι δεν μπορεί ν' αναλάβει το ταμείο του αυτές τις υποχρεώσεις. Και ποιόν ενδιαφέρει αυτό; Θα λύσουν τα προβλήματά τους στο ΤΕΒΕ με τα χρήματα άλλων;

Το ΤΕΒΕ είναι μία από τις πολλές περιπτώσεις που προσκολλώνται παρασιτικά στο ΙΚΑ. Κάτι ανάλογο γίνεται σχεδόν με όλα τα ταμεία των ισχυρών εταίρων. Το κράτος, ανάλογα με το πόσο φοβάται ή έχει ανάγκη κάποιον εταίρο, συνεισφέρει τα πολλά ή λίγα που αυτός επιθυμεί στο ασφαλιστικό του ταμείο. Όλα αυτά γίνονται εις βάρος των εργατών, γιατί απλούστατα κανένας εταίρος δεν ελεγχόταν από το κράτος, όπως ήταν καθήκον του να κάνει. Ποιος θα τους ελέγξει; Οι συνένοχοί τους; Το αντάλλαγμα γι' αυτή τη συμπεριφοράς άπτεται των ιδιωτικών συμφερόντων του κράτους.

Δεν έλεγχε το κράτος εκείνους που έκλεβαν τον εργάτη, γιατί έκλεβε και το ίδιο. Τι ανάγκη είχε; Να προστατεύσει τα συμφέροντα των υπαλλήλων του και, αν ήταν δυνατόν, να τα επεκτείνει. Ποιος από τους εταίρους-συνενόχους θα διαμαρτυρόταν για τους μισθούς των πολιτικών, των αξιωματούχων κλπ.; Έκλεβαν οι μεγαλοαστοί και έδιναν μερίδιο των κλοπιμαίων και στους χαμηλόβαθμους συναδέλφους τους. Τα πάντα είχαν "στηθεί" τέλεια. Η Ελλάδα είχε μπει στην τροχιά της ανάπτυξης εις βάρος του κορόιδου. Οι υποδομές λειτουργούσαν τέλεια, η παραγωγή άφηνε τεράστια κέρδη στους κεφαλαιοκράτες, οι έμποροι και οι ιδιώτες αστοί πλούτιζαν και δεν φορολογούνταν και οι δημόσιοι υπάλληλοι απολάμβαναν προνόμια ανήκουστα για εργαζόμενους και βέβαια πολύ βαριά για τις πραγματικές δυνατότητες του κράτους. Η δεξιά Ελλάδα είχε νικήσει τους κομμουνιστές κι απολάμβανε την καπιταλιστική ευδαιμονία χωρίς κανένα κόστος.

Μ' αυτά και με άλλα φτάσαμε στο "σωτήριον" έτος του 1974. Αυτό το έτος δεν είναι σημαντικό από πλευράς οικονομίας, αλλά είναι σημαντικό, γιατί εξαιτίας του φτάσαμε στη σημαντικότητα του 1981. Τότε γεννήθηκε η περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου, που αυτήν οδήγησε τη χώρα στη μετάλλαξη. Η γενιά που συνέθεσε τη νεοαστική τάξη της ελληνικής κοινωνίας. Μετά τους αστούς, που γεννήθηκαν από την τάξη των χαφιέδων, είδαμε και τους αστούς, που ήταν τα "μορφωμένα" παιδιά των εργατών.

Τι ήταν αυτή η γενιά; Μια απίθανη γενιά, απίθανων ανθρώπων. Πειναλέοι και κομπλεξικοί "επαναστάτες" της δεκάρας. Οι "γενναίοι" φονείς του ετοιμοθάνατου δεξιού θηρίου. Αυτό που ήταν θέμα χρόνου να συμβεί, εξαιτίας των ζυμώσεων και των εξελίξεων στην ελληνική κοινωνία, κάποιοι το οικειοποιήθηκαν και επένδυσαν πάνω σ' αυτό. Τόσο το δεξιό κράτος όσο και η Χούντα ήταν θέμα χρόνου να πεθάνουν, γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν οι συνθήκες που θα τους επέτρεπαν να επιβιώσουν. Ήδη στην Ελλάδα υπήρχε εργατική τάξη, η οποία είχε μορφώσει τα παιδιά της στον βαθμό που δεν μπορούσε πλέον το κράτος να τους χειρίζεται ως δουλοπάροικοεργάτες. Ο βούρδουλας της δεξιάς δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός, όταν η παιδεία του λαού έχει ξεφύγει από το επίπεδο των δουλοπάροικων. Όταν αυτός ο λαός έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί, να ενημερώνεται, να θεωρεί δικαίωμά του να διαμαρτύρεται, είναι δύσκολο να τον ελέγξεις με τη βία.

Ο χωροφύλακας, ο οποίος τρομοκρατούσε τους δουλοπάροικους που έγιναν εργάτες, δύσκολα θα επιβίωνε εκείνη την εποχή, γιατί απέναντί του θα είχε πλέον εργάτες παιδιά εργατών. Ο εργάτης είναι από τη φύση του ισχυρός, γιατί είναι πολύτιμος για την παραγωγή και άρα για τα κέρδη της κεφαλαιοκρατίας. Εκείνη την εποχή η εργατική τάξη βάδιζε ολοταχώς προς την αυτοσυνειδησία της κι αυτό θα θεμελίωνε μια νέα εποχή στην Ελλάδα. Η ατυχία της ήταν ότι βρέθηκε υπό καθεστώς χούντας, που ανήκε σε προηγούμενη εποχή και ταυτόχρονα τα γεννήματα της εργατικής τάξης ήταν ό,τι χειρότερο και ό,τι κομπλεξικότερο· ο μεγαλύτερος Καραγκιόζης που έχει γεννηθεί από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Το εξής απλό. Η ελληνική κοινωνία ήταν τότε πιο "μπροστά" από το σύστημα-απολίθωμα του Μεσαίωνα που την κυβερνούσε. Ήταν θέμα χρόνου αυτό το σύστημα να ευθυγραμμιστεί μαζί της και ν' αλλάξει συμπεριφορά. Ήταν θέμα χρόνου να πεθάνει το θηρίο του παρελθόντος. Στον κρίσιμο αυτόν χρόνο του επιθανάτιου ρόγχου του θηρίου, βρέθηκαν κάποιοι αστείοι άνθρωποι να παραστήσουν τους "αϊ Γιώργηδες". Οικειοποιούμενοι το θάνατο του ετοιμοθάνατου θηρίου, ζήτησαν και κατάφεραν ν' αποκτήσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου. Τους παρέσυραν στο παραμύθι της αντιδεξιάς πολιτικής και τους παγίδευσαν.

Ο κόσμος εύκολα παρασύρθηκε, γιατί νόμιζε ότι ήταν ασφαλής. Αυτοί όλοι οι "επαναστάτες" δεν ήταν παιδιά της κεφαλαιοκρατίας της δεξιάς ή της μεγαλοαστικής τάξης του δεξιού κράτους. Ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία παιδιά εργατών, που πήγαν στο Πανεπιστήμιο κι έμαθαν "γράμματα". Αυτό που δεν κατάλαβαν οι εργάτες εκείνης της εποχής ήταν ότι εκείνα τα παιδιά δεν πήγαν στο Πανεπιστήμιο για να μάθουν γράμματα. Πήγαν στο Πανεπιστήμιο για να γίνουν πλούσιοι αστοί. Όλοι εκείνοι ήταν παιδιά εργατών, τα οποία "έφτυσαν" τους εργάτες γονείς τους που τους θεωρούσαν αποτυχημένους. Όλοι εκείνοι οι γόνοι των εργατών με πέντε "κουτσογράμματα" νόμιζαν ότι δικαιούνταν ν' αποφύγουν την "ξεφτίλα" της εργατιάς.

Παρ' ό,τι παιδιά εργατών, δεν μισούσαν τους αστούς για όσα αυτοί στέρησαν από τους γονείς τους, και κατ' επέκταση από τους ίδιους, παρά τους ζήλευαν. Πρόθεσή τους δεν ήταν να γκρεμίσουν τον άδικο δεξιό χαλίφη από τον θρόνο του. Πρόθεσή τους ήταν να γίνουν …χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. Αυτά τα απίστευτου πείνας ανθρωπάκια, με λουκ γιδοβοσκού από τα ορεινά της ενδοχώρας της Ελλάδας, ήταν αυτοί οι οποίοι ανέλαβαν το μεγάλο έργο της αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Μια δικαιοσύνη όμως που αφορούσε και τους ίδιους, εφόσον θεωρούσαν τιτάνιο επίτευγμα τη μόρφωσή τους.

Θεώρησαν ότι είναι εκ των ουκ άνευ το ν' αποδώσει πλούτο η "πανάκριβη" μόρφωσή τους. Θεώρησαν ότι με τα τέσσερα και πέντε χρόνια που φοίτησαν στο Πανεπιστήμιο είναι απόλυτα δίκαιο να κατοικούν στα διάφορα "Ψυχικά" της πρωτεύουσας και να ζουν σαν πλούσιοι. Έπρεπε ο λαός να πληρώσει με χρυσάφι την "τρομερή" τους γνώση. Μιλάμε για γνώση όχι γι' αστεία!! Ο άλλος υπολόγισε από τότε και με τρομερή ακρίβεια την ηλικία του το έτος 2000!! Είναι δυνατόν να μην γίνει υπουργός αυτό "τέρας" της γνώσης;

Σημασία έχει ότι όλοι αυτοί θεωρούσαν δίκαιο να γίνουν πλούσιοι, εξαιτίας της γνώσης τους και των αγώνων τους. Προφανώς θεώρησαν ότι στο διάστημα κατά το οποίο αυτοί έκαναν τον "τιτάνιο" κοινωνικό τους αγώνα, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων των Εξαρχείων, οι συνομήλικοί τους εργάτες γίνονταν πλούσιοι και οι υπεραξίες που ονειρεύονταν ήταν για να καλύψουν το "χάντικαπ" που τους χώριζε απ' αυτούς. Είχαν επίσης και την ιδεολογική κάλυψη των "τιτάνων" της αντίστασης του εξωτερικού και ένιωθαν έτοιμοι να "σώσουν" τον κόσμο.

Αυτοί οι τελευταίοι κι αν ήταν αυτό που λέμε "περίπτωση αμαρτωλή". Αυτοί οι "αντιστασιακοί" του εξωτερικού χωρίζονταν σε δύο περιπτώσεις. Στους φτωχούς, που πήγαν στο εξωτερικό για σπουδές, επειδή στην Ελλάδα απέτυχαν να εισαχθούν στα Πανεπιστήμια και στους πλούσιους, που ήταν παιδιά μεγαλοαστών και θεωρούσαν φυσικό το να σπουδάσουν στα καλύτερα πανεπιστήμια της Δύσης.

Οι πρώτοι ήταν κάτι ανεκδιήγητοι τύποι, σκέτοι τυχοδιώκτες. Οι περισσότεροι ξεκίνησαν για σπουδές, στηριζόμενοι σε κάποιον συγγενή, που είχε την καλοσύνη και την αφέλεια να τους φιλοξενήσει. Στη συνέχεια δεν είχαν αφήσει ομογενή για ομογενή που να μην τον έχουν "φεσώσει" για το όνειρο της "απελευθέρωσης" της Ελλάδας. Παράσιτα, που δεν προλάβαιναν να τρώνε και να πίνουν τζάμπα στις συνεστιάσεις των αγαθών εργατών της ομογένειας. Που δεν προλάβαιναν να κρεβατώνουν συντρόφισσες πάνω στην αγωνία τους να τις πείσουν με όλα τα μέσα για τον δίκαιο αγώνα τους. Ακόμα φτύνουν τις τηλεοράσεις τους κάποιοι ομογενείς, όταν βλέπουν στις ειδήσεις κάποιους διάσημους υπουργούς.

Οι δεύτεροι ήταν πονηροί, όπως ήταν πονηροί και οι χαφιέδες πρόγονοί τους. Αυτοί αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι η δεξιά κατάσταση της βίας και της αστυνόμευσης δεν "πήγαινε" άλλο κι αποφάσισαν ν' ακολουθήσουν τα σημεία των καιρών. Όταν βλέπεις μια ολόκληρη Γαλλία εκείνης της εποχής να ταλανίζεται ολόκληρη από εργατικές διαμαρτυρίες, καταλαβαίνεις ότι η κατάσταση αυτή δεν θ' αργήσει να μεταφερθεί και στην περιφέρεια της ανεπτυγμένης Ευρώπης και άρα και στην Ελλάδα. Όταν η δεξιά Γαλλία, με τα τεράστια εργοστάσια, την πραγματικά πανίσχυρη αστική της τάξη και τις αποικίες, βρίσκεται υπό διάλυση, τα συμπεράσματα είναι εύκολα. Το παιδί του παραδοσιακού αστού εύκολα καταλάβαινε ότι η Δεξιά θα είχε ανυπέρβλητα προβλήματα με την εργατική τάξη. Όταν βλέπει ισχυρά κράτη να τρέχουν και να μην φτάνουν, αντιλαμβανόταν ότι το "στρατόπεδο" του πατέρα του δεν ήταν πλέον ασφαλές και ότι δεν θα εξασφάλιζε και στον ίδιο την πλούσια ζωή, που μέσα από τον κρατικό μηχανισμό είχε εξασφαλίσει ο πατέρας του.

Από την στιγμή που αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο, το μόνο που του απέμενε ήταν να διαλέξει το νέο "στρατόπεδο" και άρα τα νέα "αφεντικά". Η επιλογή αυτή ήταν ό,τι πιο εύκολο, εφόσον ήταν ήδη γνωστό στη Δύση ότι η ιδανικότερη ιδεολογία, για να "καπελωθεί" η εργατική τάξη και ν' αποσβεστεί η αντιδραστικότητά της, ήταν ο σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός δεν ήταν τίποτε άλλο από τη μαρξιστική θεωρία, περασμένη μέσα από τα "φίλτρα" των συμφερόντων των αστών.

Έτσι, ως δια μαγείας, το παιδί του Έλληνα φασίστα μεγαλοαστού γυρνούσε από το εξωτερικό, διαπνεόμενο από φιλεργατικά αισθήματα. Το παιδί του φασίστα, που διατέλεσε στρατιωτικός, περιφερειάρχης ή νομάρχης του φασιστικού κράτους της δεξιάς, "βουτούσε" στην κολυμπήθρα του γαλλικού Μάη και ως εκ θαύματος εξαγνιζόταν. Έπαιρνε το "συγχωροχάρτι" για την οικογένειά του και παρουσιαζόταν ως ο άγγελος-σωτήρας της εργατικής τάξης. Μασώντας και τις έτοιμες "καραμέλες" που είχαν εφεύρει οι Δυτικοί, γινόταν συμπαθής στους εργάτες, που εκείνη την εποχή έψαχναν λύσεις στα προβλήματά τους.

Το κύριο πρόβλημα όμως, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, δεν ήταν τα παιδιά των παλαιών δεξιών αστών που "μεταλλάχθηκαν". Αυτοί πάντα ήταν παιδιά πονηρών, που "μεταλλάσσονταν" ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Αυτοί κοιτούσαν πάντα τους ανθρώπους στις "τσέπες" και με βάση αυτές τις "τσέπες" διάλεγαν τ' αφεντικά τους. Αυτοί ήταν αριθμητικά λίγοι και δεν ήταν δυνατόν από μόνοι τους να καταφέρουν να διαβρώσουν μια ολόκληρη κοινωνία. Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας προέκυψε από τους γηγενείς φοιτητές εκείνης της εποχής, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν παιδιά εργατών.

Αυτοί όλοι οι απίθανοι άνθρωποι με τα ολέθρια χαρακτηριστικά δεν προέκυψαν ως δια μαγείας. Όταν γεννιέται ένα κοινωνικό "εξάμβλωμα", ψάχνεις να βρεις από τι αρρώστια επηρεάστηκε η κοινωνική "μήτρα" που το γέννησε. Η ελληνική κοινωνία ήταν αυτή που τους γέννησε όλους εκείνους και εδώ τίθεται το μεγάλο ερώτημα. Ήταν "άρρωστη" η ελληνική κοινωνία που τους γέννησε και, αν ήταν άρρωστη, γιατί αρρώστησε; Πώς και γιατί γεννήθηκαν αυτοί που στη συνέχεια θ' αποδείξουμε ότι έκαναν το μεγαλύτερο κακό στην ελληνική κοινωνία; Αυτοί έκαναν μεγαλύτερο κακό, ακόμα κι απ' το κράτος της Δεξιάς, γιατί με την ύπαρξή τους απειλούν όχι απλά τα ταμεία του λαού, αλλά την ίδια του την ύπαρξη.

Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, για ν' αντιληφθεί ο αναγνώστης για τι πράγμα μιλάμε. Τα πάντα ξεκινούν από την ηλίθια συμπεριφορά του κράτους, που, υπηρετώντας τα συμφέροντα των αστών, δημιούργησε κάποιες αρνητικές συνθήκες, οι οποίες σήμερα απειλούν να τινάξουν τα πάντα στον αέρα και ν' αφανίσουν στην κυριολεξία την ελληνική κοινωνία. Το κράτος φταίει στο εξής: Έσφαλε καί ως κοινωνικός εταίρος καί ως εργοδότης. Με τη συμπεριφορά ως κοινωνικός εταίρος κατέστρεψε την ισορροπία δυνάμεων μέσα στην κοινωνία, εφόσον, συμπεριφερόμενος ως ένας κοινός κακοποιός, συμφώνησε με συγκεκριμένους εταίρους να κατακλέψουν κάποιους άλλους. Ως εργοδότης, το ίδιο το κράτος, φερόμενος προκλητικά μεροληπτικά υπέρ των δικών του υπαλλήλων, δίχασε τους εργαζόμενους. Το κύριο θύμα αυτής της πολλαπλά άδικης συμπεριφοράς ήταν η εργατική τάξη ως εταίρος και ο εργάτης ως πρόσωπο.

Η εικόνα της ισχυρής και πολύτιμης για ένα κράτος και μια κοινωνία εργατικής τάξης αλλοιώθηκε και τη θέση της πήρε η εικόνα μιας αφελούς τάξης, που όποιος ήθελε την εκμεταλλευόταν για τον οποιονδήποτε λόγο. Ο εργάτης άρχισε να παρουσιάζεται στην ελληνική κοινωνία σαν ο αποτυχημένος άνθρωπος, που από αδυναμία δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο. Παρουσιαζόταν σαν ένα αντιπρότυπο. Σαν ο ανίκανος να πλουτίσει ή να "κονομάει", χωρίς να δουλεύει. Πετυχημένοι της κοινωνίας εμφανίζονταν οι κεφαλαιοκράτες, που έγιναν τέτοιοι με κρατικά χρήματα ή οι δημόσιοι υπάλληλοι, που δεν δούλευαν και εισέπρατταν μεγάλους μισθούς.

Ο εργάτης στη συνείδηση του μέσου Έλληνα ήταν ένα μεγάλο θύμα. Ένας βλάκας, που τον εκμεταλλεύονταν οι ισχυροί και που ποτέ δεν διαμαρτύρονταν. Ένας φοβισμένος ανθρωπάκος, που συμπεριφερόταν σαν δουλικό απέναντι στ' αφεντικά του. Το απόλυτο τίποτα. Αυτός που δεν τον υπολόγιζαν στις δημόσιες υπηρεσίες, δεν του φέρονταν καλά στα νοσοκομεία και που τον θυμούνταν μόνον στις εκλογές. Το σύνολο των πρακτικών μέσα στην κοινωνία συνηγορούσαν στην εξαγωγή αυτών των συμπερασμάτων.

Αυτά δεν ήταν συμπεράσματα που τα εξήγαγαν αυτοί οι οποίοι δεν γνώριζαν τι σημαίνει εργάτης. Αυτά ήταν συμπεράσματα που τα έβγαζαν και οι ίδιοι οι εργάτες και αυτό ήταν το πιο τραγικό. Φτάσαμε στο σημείο η διαπαιδαγώγηση των παιδιών των ιδίων των εργατών να γίνεται με αντεργατικές "κορώνες". ..."Διάβασε" έλεγαν στα παιδιά τους οι εργάτες, ..."γιατί, αν δεν μορφωθείς, θα καταλήξεις στο τέλος εργάτης". Η έννοια "εργάτης" έγινε για την ελληνική κοινωνία το συνώνυμο του αποτυχημένου ανθρώπου. Το απόλυτο αντιπρότυπο. Χειρότεροι από αυτόν ως πρότυπα για τους παιδαγωγούς γονείς ήταν μόνον οι κακοποιοί.

Ποτέ και πουθενά στον κόσμο η έννοια του "εργάτη" δεν απαξιώθηκε με τόσο τρομερό ρυθμό και σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο έγινε στην Ελλάδα. Ο εργάτης της Γερμανίας ή της Γαλλίας δεν ένιωθε αποτυχημένος επειδή ήταν εργάτης. Δεν ένιωθε κομπλεξικός απέναντι στον ομοεθνή του δημόσιο υπάλληλο. Ένιωθε συνάδερφος μ' αυτόν, εφόσον ήταν καί οι δύο εργαζόμενοι, άσχετα με το αντικείμενο της εργασίας τους. Πληρώνονταν περίπου τα ίδια χρήματα, απολάμβαναν τις ίδιες περίπου εργασιακές συνθήκες κι αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα.

Τα ισχυρά κράτη προστάτευαν ως κόρη οφθαλμού την εργατική ιδιότητα. Ο εργάτης και το εργοστάσιο στις ισχυρές χώρες πάντα αποτελούσαν παιδαγωγικές ατραξιόν. Οι μαθητές των σχολείων πήγαιναν εκπαιδευτικές εκδρομές μέσα σ' αυτά, για να δουν και να θαυμάσουν την παραγωγική δραστηριότητα. Είτε παιδιά πλουσίων είτε παιδιά εργατών, πήγαιναν στα εργοστάσια, για να πάρουν μια πραγματική εικόνα της παραγωγής.

Ο εργάτης, για παράδειγμα, της Μερσεντές ήταν περήφανος για τη δουλειά του. Χαιρόταν όταν έπαιρνε το παιδί του στη δουλειά του, για να του δείξει τα αξιοθαύμαστα πράγματα που κατασκεύαζε με τα χέρια του. Χαιρόταν και δεν έδειχνε αμηχανία, όταν οι περίεργοι μαθητές τον κοίταζαν με θαυμασμό και τον "βομβάρδιζαν" με ερωτήσεις. Δεν ένοιωθε αμήχανα εξαιτίας του θαυμασμού, γιατί είχε συνείδηση της πολυτιμότητάς του ως παράγοντα της παραγωγής και επιπλέον εκτιμούσε τη δουλειά του.

Στην Ελλάδα αυτό δεν συνέβαινε. Στην Ελλάδα ο εργάτης ήταν ένας φοβισμένος άνθρωπος, που τις περισσότερες φορές ντρεπόταν για την ιδιότητά του και υποτιμούσε την αξία της δουλειάς του. Φοβόταν να πάρει το παιδί του στη δουλειά του, για να του δείξει τι ακριβώς κάνει. Φοβόταν ότι θα το στεναχωρούσε, δείχνοντάς του τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας που βίωνε. Φοβόταν ότι μπορεί κάποιος κάφρος, είτε αφεντικό είτε επιστάτης, να τον προσβάλει μπροστά στο παιδί του. Δεν ήθελε έπ' ουδενί να έρθει σε δύσκολη θέση μπροστά σε ανθρώπους που αγαπούσε.

Στην Ελλάδα ο εργάτης ήταν ο άνθρωπος των μηδενικών προσόντων και της σκληρής δουλειάς, των ασήμαντων αμοιβών και της αβέβαιης επόμενης ημέρας. Ήταν ο ιδρωμένος και φοβισμένος ανθρωπάκος, που καθημερινά έτρεμε την κρίση του αφεντικού του κι αντιμετώπιζε τον εφιάλτη της απόλυσης και της ανεργίας. Υπήρχαν εργάτες στην Ελλάδα που, προκειμένου να διατηρήσουν τη δουλειά τους, επιχειρούσαν να κερδίσουν την εύνοια του αφεντικού τους, κάνοντας αγγαρείες δούλων. Έστελναν τις γυναίκες τους να καθαρίσουν τα σπίτια των αφεντικών, πήγαιναν οι ίδιοι να κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή κλπ.. Μιλάμε για τρομερά πράγματα.

Από την άλλη πλευρά ο δημόσιος υπάλληλος βρισκόταν στον αντίποδά του εργάτη ως εργαζόμενος και ο ίδιος. Ήταν θρασύς, απαιτητικός και συνέχεια διεκδικούσε και κέρδιζε δικαιώματα και προνόμια. Όλα αυτά γιατί υποτίθεται ήταν πολύτιμος και εκβίαζε τους ισχυρούς. Ήταν ο υποτίθεται μορφωμένος, άσχετα αν αυτή η μόρφωση ήταν επιπέδου λυκείου. Ήταν αυτός που δούλευε ελάχιστα, αυτός που έπαιρνε σημαντικό μισθό κι απολάμβανε το αγαθό της μονιμότητας. Με λίγα λόγια, ήταν ο πετυχημένος-πρότυπο της τάξης των εργαζομένων. Πρότυπο ακόμα και για τους ίδιους τους εργάτες, άσχετα αν ζούσε εις βάρος τους. Αυτό ήταν κάτι το φυσικό, γιατί όλοι οι κουρασμένοι εργαζόμενοι ονειρεύονται να πληρώνονται, χωρίς να εργάζονται και ν' απολαμβάνουν χωρίς κόπο τα πάντα.

Οι ίδιοι οι εργάτες, βλέποντας αυτήν την κατάσταση και θεωρώντας την ανίκητη, εφόσον σ' αυτήν συνέβαλε τα μέγιστα και το κράτος, δεν είχαν πολλές επιλογές σ' ό,τι αφορά τον επαγγελματικό προσανατολισμό των παιδιών τους. Θέλοντας να τα βοηθήσουν να ζήσουν καλύτερη ζωή, τα προσανατόλιζαν προς τα αστικά πρότυπα. Έφτυναν αίμα, προκειμένου να μπορέσουν να τα σπουδάσουν. Με ανείπωτες θυσίες προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους τα τυπικά προσόντα που απαιτούνταν για μια μόνιμη θέση στο δημόσιο. Οι ίδιοι οι εργάτες, παρ' όλο που ήταν τα μεγάλα θύματα των αστών, προσανατόλιζαν τα παιδιά τους προς αυτούς. Αυτοί θεωρούσαν τον υψηλό μισθό του αστού πλέον παιδιού τους σαν δίκαιη ανταμοιβή της επένδυσής τους και του κόπου που κατέβαλαν, προκειμένου να το σπουδάσουν.

Αγνοώντας όλοι αυτοί οι φτωχοί εργάτες τα δεδομένα που τους έθιγαν, λειτουργούσαν υπέρ των συμφερόντων των αστών. Διαλαλούσαν στη γειτονιά τους πόσο μισθό έπαιρνε ο γιος τους, που κατάφερε να διοριστεί στο δημόσιο ή να γίνει αστός γιατρός, δικηγόρος ή μηχανικός. Το γεγονός ότι αυτός ο μισθός ή αυτά τα πλούτη ήταν στην κυριολεξία από τη δική τους "τσέπη", δεν τους απασχολούσε. Τους απασχολούσε να έχουν την ικανοποίηση ότι ως γονείς φρόντισαν με κόπο ν' αποκαταστήσουν τα παιδιά τους. Ακόμα και τους φόρους, που πλήρωναν ως εργαζόμενοι για τα έξοδα του δημοσίου, τους έβλεπαν σαν μια αναγκαία θυσία για τα παιδιά τους.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι με μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να ελπίζει ένας λαός στο μέλλον. Η ελληνική κοινωνία και η εργατική της τάξη ήταν βαριά "άρρωστη" και ήταν θέμα χρόνου να γεννήσει το εργατοαστικό "εξάμβλωμα". Όταν απαξιώνεται η έννοια του "εργάτη", κινδυνεύει με αφανισμό ολόκληρη η κοινωνία. Γιατί; Γιατί "αρρωσταίνει". Γιατί μια κοινωνία μπορεί να είναι αυτοσυντηρούμενη —και άρα μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει— μόνον όταν υπάρχει εργάτης. Ό,τι πίνουμε, ό,τι τρώμε, ό,τι οδηγάμε, ό,τι φοράμε κλπ., τα παράγει με τον κόπο του ο εργάτης. Ο επιστήμονας είναι πολύτιμος για μια κοινωνία, αλλά εξίσου πολύτιμος είναι και ο εργάτης. Η κοινωνία που δεν το αντιλαμβάνεται αυτό δεν έχει μέλλον.

Μια κοινωνία είναι όμοια με έναν άνθρωπο. Αν οι επιστήμονές της είναι ο υπερπολύτιμος εγκέφαλός της, τότε οι εργάτες είναι ο πανίσχυρος κορμός της. Αν καταλάβει ο αναγνώστης αυτό το παράδειγμα, μπορεί να καταλάβει ακριβώς την πολυτιμότητα του εργάτη και την επικινδυνότητα που απειλεί την κοινωνία με την απαξίωσή του.

Όταν μια κοινωνία δεν παράγει εργάτες ή τους εξωθεί στο ν' αλλάξουν αντικείμενο, τότε τείνει προς την αναπηρία. Υπάρχει περίπτωση να επιβιώσει ανάπηρος άνθρωπος μόνος του; Πώς θα τραφεί; Πώς θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες του; Πώς θ' αμυνθεί από έναν εχθρό του; Ο ανάπηρος άνθρωπος είναι εξαρτώμενος άνθρωπος, εφόσον, αν αφεθεί ελεύθερος, είναι έρμαιο της τύχης του και απόλυτα αφημένος στο έλεος των συνανθρώπων του.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην κοινωνία. Κοινωνία χωρίς εργάτες είναι ανάπηρη κοινωνία, γιατί δεν μπορεί να καλύψει με δικές της δυνάμεις τις ανάγκες της. Είναι ισχυρότερη η κοινωνία με πολλούς εργάτες και ελάχιστους επιστήμονες από μια κοινωνία με ελάχιστους εργάτες και άπειρους επιστήμονες. Αν ήταν στο χέρι κάποιου να διαλέξει ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, είναι βέβαιον ότι θα διάλεγε το πρώτο.

Για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί και πάλι το παράδειγμά μας περί ανθρώπου. Άπειροι ανάπηροι άνθρωποι θα θυσίαζαν —αν μπορούσαν— μέρος της ευφυΐας τους ή της γνώσης τους, προκειμένου να εξαλείψουν την αναπηρία τους και να ζήσουν φυσιολογικά. Δεν υπάρχει όμως ούτε ένας άνθρωπος, που θα θυσίαζε την αρτιμέλειά του, προκειμένου να γίνει σοφότερος. Είναι θέμα κοινής λογικής ...καλύτερα κουτός με ισχυρό σώμα, παρά σοφός σε καροτσάκι.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τις κοινωνίες. Κοινωνίες χωρίς εργατική τάξη αφανίζονται. Αυτό μπορεί να το καταλάβει κάποιος, αν σκεφτεί αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα. Η Ελλάδα σήμερα μαστίζεται από την ανεργία και την ίδια ώρα επιβιώνουν μέσα της εκατομμύρια ξένοι εργαζόμενοι. Γιατί; Γιατί το κράτος με την ολέθρια τακτική του απαξίωσε την έννοια του "εργάτη" και οι πολιτικές επιλογές του ωφελούν μόνον την αστική τάξη. Αυτά τα δύο έχουν το εξής ολέθριο αποτέλεσμα: Με την τακτική του ψευδομόρφωσε την ελληνική νεολαία και την έκανε να σκέφτεται αστικά. Ο μέσος δηλαδή Έλληνας ανήκει στο ταξικό "εξάμβλωμα", που χαρακτηρίσαμε ως "εργατοαστό". Κανένα νεαρό Ελληνόπουλο δεν εκτιμά την ιδιότητα του εργάτη, άσχετα με τις γνώσεις του ή τις ειδικές ικανότητές του. Όλοι θέλουν στην Ελλάδα να κάθονται σ' ένα γραφείο και να δίνουν εντολές. Όλοι οι νέοι σήμερα στην Ελλάδα είναι "προσεχώς διευθυντές". Ονειρεύονται αυτά που οι πονηροί αστοί τους υπόσχονται και δεν βλέπουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους.

Αυτό είναι φυσικό, εφόσον το σύστημα έχει φροντίσει να ελέγχει τα πρότυπα αυτής της νεολαίας. Η ελληνική νεολαία σήμερα αντλεί τα πρότυπά της μέσα από τα παραμύθια των βλάκων, που εκμεταλλεύονται την ελληνική κοινωνία. Τα σύγχρονα ελληνικά πρότυπα "παράγονται" μέσα από τα περιοδικά του life style, που είναι ιδιοκτησία των διαπλεκομένων. Πρότυπα κάκιστης ποιότητας, που "διαφημίζουν" τα πάσης φύσεως βολέματα. Αποτέλεσμα; Η θεόφτωχη και άνεργη ελληνική νεολαία να έχει προβληματισμούς όμοιους με τους προβληματισμούς των VIP'S. Ο νεαρός Νεοέλληνας χρήματα δεν έχει για να πιει έναν καφέ, αλλά γνωρίζει τις εκατόν τριάντα στάσεις που ενδείκνυται για να κάνει κανείς έρωτα σε γιοτ εν μέσω θαλασσοταραχής. Χρήματα δεν έχει για να πάει εκδρομή στο χωριό των γονέων του, αλλά γνωρίζει τα πιο "hot" club της Ibiza και της Νέας Υόρκης.

Μιλάμε για άρρωστα πράγματα. Το θέμα είναι ότι όλοι αυτοί οι ψευδομορφωμένοι νέοι με τα "φουσκωμένα" μυαλά ζουν μέσα στη φτώχεια, εφόσον περιμένουν άνεργοι κάποιο "βόλεμα". Δεν διαμαρτύρονται για τις επιλογές της εξουσίας, που καταστρέφουν την ελληνική παραγωγή κι ωφελούν μόνον αυτούς που είναι στην εξουσία και διαφθείρονται από τις πολυεθνικές.

"Τρώγοντας" τα ψέματα των αστών, γίνονται τεμπέληδες, που υποτίθεται περιμένουν την ευκαιρία να "βολευτούν". Απλά, για όσο διάστημα περιμένουν τη διευθυντική θέση, κάνουν τους σερβιτόρους και παραδίδουν πίτσες κατ' οίκον, για να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους χαρτζιλίκι. Η Ελλάδα σήμερα είναι ο παράδεισος των καταναλωτών υψηλών απαιτήσεων. Πουθενά στον κόσμο δεν θα μπορέσεις να πιεις καφέ σερβιρισμένο από δικηγόρο ή μηχανικό.

Το απόλυτα αρνητικό για την κοινωνία είναι ότι όλοι αυτοί οι "προσεχώς διευθυντές", ψευτοδουλεύοντας κάποιες λίγες φορές την εβδομάδα, απομακρύνονται από τη λογική της καθημερινής εργασίας. Όταν όμως δεν δουλεύεις, εύκολα γίνεσαι τεμπέλης. Όταν επιπλέον περάσουν τα χρόνια, δεν σκέφτεσαι καν την απλή δουλειά ως προοπτική. Γίνεσαι ένας απαιτητικός τεμπέλης, που πρέπει να "κονομήσει" κιόλας, επειδή πρέπει να καλύψει τη "χασούρα" των πολλών ετών αναμονής. Δεν μπορείς ξαφνικά να ξεκινήσεις από το μηδέν και ν' αρχίσεις να "χτίζεις" τη ζωή σου με τα λίγα χρήματα που αποδίδει η εργασία του εργάτη.

Οι σύγχρονοι Έλληνες είναι περισσότερο τεμπέληδες από ποτέ, γιατί εκπαιδεύτηκαν να είναι τέτοιοι. Έχουν συμφέρον οι εξουσιαστές να έχουν τεμπέληδες απέναντί τους, που περιμένουν σαν "ανάπηροι" να τους πετάξουν ένα κομμάτι ψωμί προκειμένου να επιβιώσουν. Όλοι αυτοί οι τεμπέληδες, που περιμένουν από το κράτος για να "βολευτούν", δεν αντιδρούν στις πρακτικές του. Δεν μπορεί ν' αντιδράς απέναντι σ' αυτόν που περιμένεις να σε ταΐσει.

Έχοντας τη νοοτροπία να μην εκτιμούν την εργασία που απαιτεί σωματικό κόπο, αφήνουν και καταστρέφεται η παραγωγή και οι μόνες θέσεις εργασίας οι οποίες απομένουν σταδιακά είναι αυτές που δεν καταδέχονται να καταλάβουν ούτε οι εργάτες. Όμως, αυτές οι θέσεις είναι πολύτιμες για τον ξένο φτωχό μετανάστη. Αυτές οι θέσεις έλκουν ανθρώπινο δυναμικό από φτωχές χώρες και με τον τρόπο αυτόν αλλάζει η σύνθεση του πληθυσμού της χώρας. Όταν σε κάποια στιγμή τα πράγματα γίνουν οριακά, ο κατά φαντασίαν "διευθυντής" είναι αυτός ο οποίος θα πεινάσει και όχι ο Αλβανός ή ο Πακιστανός εργάτης. Στην οριακή αυτή στιγμή ο φαντασμένος και στο μεταξύ τεμπέλης Έλληνας θα είναι αυτός ο οποίος θ' αναγκαστεί να φύγει μετανάστης και όχι εκείνος που ακόμη και στην Ελλάδα εύκολα ή δύσκολα επιβιώνει. Ο άνευ αντικειμένου άνεργος είναι αυτός που μεταναστεύει και όχι ο αυτοσυντηρούμενος. Σε λίγα χρόνια, με τους ρυθμούς που πάμε, θα περιφέρονται στην Ελλάδα μόνον οι μετανάστες, γιατί μόνον αυτοί ξέρουν να επιβιώνουν σ' αυτό το αφιλόξενο και αντεργατικό περιβάλλον.

Αν είναι πονηροί και έξυπνοι οι μετανάστες, δεν θα πρέπει να στείλουν καν τα παιδιά τους στα ελληνικά αστικά τεμπελοπαραγωγά σχολεία. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να τα παίρνουν μαζί τους στη δουλειά τους, προκειμένου να τα μάθουν να επιβιώνουν μέσω της δουλειάς. Ας αφήσουν τους Έλληνες εργάτες να κάνουν τα παιδιά τους "προσεχώς διευθυντές" και σε λίγα χρόνια θα είναι κυρίαρχοι στην Ελλάδα. Οι "προσεχώς διευθυντές" θα τρέχουν ξανά στις φάμπρικες της Γερμανίας, αναζητώντας δουλειά.

Για τον λόγο αυτόν είπαμε πιο πάνω ότι κινδυνεύει με αφανισμό ένας λαός ο οποίος δεν προστατεύει την εργατική του τάξη. Είναι θέμα χρόνου ένας τέτοιος λαός να σκορπιστεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η Ελλάδα τη στιγμή αυτήν κινδυνεύει όσο δεν κινδύνευσε ποτέ στην ιστορία της. Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης το έγκλημα που διέπραξε το ελληνικό κράτος εις βάρος του λαού του. Είναι προς το δημόσιο συμφέρον η "υγεία" μιας κοινωνίας και άρα είναι προς το δημόσιο συμφέρον η ύπαρξη μιας ισχυρής εργατικής τάξης. Αποτελεί καθήκον του κράτους να προστατεύει την εργατική τάξη και να μην την αφήνει ν' απαξιώνεται, γιατί αυτό αποτελεί δημόσιο συμφέρον. Είναι καθήκον του κράτους να προβάλει τον εργάτη ως καλό κοινωνικό πρότυπο. Το κράτος πάντα πρέπει να προστατεύει τον εργάτη από την εκμετάλλευση των ισχυρών, γιατί αυτό συμφέρει τους πάντες. Πάντα πρέπει να τον διατηρεί υγιή, χαρούμενο, μορφωμένο και να φροντίζει να είναι καλοπληρωμένος. Υπάρχει πιο όμορφη κοινωνία από την κοινωνία όπου οι χαρούμενοι και μορφωμένοι εργάτες πηγαίνουν με όρεξη στη δουλειά και έχουν διάθεση να ζήσουν μια όμορφη και πλουσιοπάροχη ζωή;

Στην Ελλάδα, ο εγκληματίας, που λέγεται κρατικός μηχανισμός, έκανε ακριβώς τα αντίθετα. Μόνος του ξευτέλισε την εργατική ιδιότητα. Το κράτος καθήλωσε τον εργάτη στη φτώχεια και μετέτρεψε την εργασία σε μια κόλαση, που ο εργάτης στην κυριολεξία έκλαιγε για να μην πάει. Τα μορφωμένα παιδιά του τα ψευτοβόλεψε στο δημόσιο και τα μεταμόρφωσε σε τεμπέλικα αστικά κακέκτυπα. Δεν τα άφησε να μπουν στην παραγωγή και να κάνουν τη γνώση τους αποδοτική για την τάξη τους και την κοινωνία γενικότερα. Το κράτος ρήμαξε τα ταμεία του εργάτη, εξανέμισε τη δύναμή του και τον παρέδωσε αβοήθητο στην εκμετάλλευση του κάθε κτήνους.

Για όλα αυτά ευθύνεται η γενιά του Πολυτεχνείου και γι' αυτό την αποκαλέσαμε "Μέγα Καραγκιόζη". Την ώρα που η εργατική τάξη ήταν στην καλύτερή της στιγμή και μπορούσε πραγματικά ν' αγωνιστεί για μια καλύτερη θέση στην κοινωνία, την "καπέλωσαν". Προκειμένου να βολευτούν οι ίδιοι και να πλουτίσουν, την παγίδεψαν και τη γύρισαν στο Μεσαίωνα.

Τι έκαναν όλοι αυτοί και φτάσαμε σήμερα να τους κατηγορούμε για απειλή της ύπαρξης του ιδίου του ελληνικού έθνους; Αυτοί έκαναν το εξής. Εκμεταλλεύτηκαν τη συσσώρευση της αδικίας απέναντι στους εργάτες και διεκδίκησαν και τελικά κατάφεραν να πάρουν την εξουσία. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για την τρίτη περίοδο της οικονομικής ιστορίας του ελληνικού κράτους. Αυτοί μας οδήγησαν στο ιστορικό 1981. Για κάποιον που γνωρίζει τα πράγματα, δεν υπάρχει κάποιο μυστήριο σ' ό,τι αφορά την εύκολη αναρρίχησή τους στην εξουσία. Ό,τι έκαναν ήταν απλά μια εφαρμογή όλων αυτών που λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν εφαρμοστεί σε άλλα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη. Τα κουτορνίθια, δηλαδή, δεν έχουν ούτε τα πνευματικά δικαιώματα του σοσιαλιστικού "νόου χάου" της περίφημης "αλλαγής" προς το σοσιαλιστικό μοντέλο.

Τα πάντα δηλαδή έγιναν δια της μεθόδου της αντιγραφής. Πήραν τα έτοιμα αστικά επιχειρήματα των Ευρωπαίων σοσιαλιστών και παγίδευσαν τόσο τον λαό όσο και τους ταξικούς τους αντιπάλους. Πώς αναρριχήθηκαν στην εξουσία και σε ποια δεδομένα στηρίχθηκαν; Εκμεταλλεύτηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο καί τα σφάλματα του κράτους της προηγούμενης περιόδου, αλλά καί τις κοινωνικές συνθήκες που στο μεταξύ είχαν δημιουργηθεί.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Εκμεταλλεύτηκαν την προηγούμενη συνεργασία τού κράτους με τους ισχυρούς κοινωνικούς εταίρους και αυτούς κατήγγειλαν. Γνώριζαν δηλαδή αυτό το οποίο γνώριζε ο κάθε Έλληνας πολίτης. Ότι δηλαδή οι ισχυροί κεφαλαιοκράτες στην Ελλάδα δεν πληρώνουν φόρους και πολλαπλασιάζουν τον πλούτο τους, "αρμέγοντας" στην κυριολεξία τα δημόσια ταμεία. Από την άλλη πλευρά, ενώ κατήγγειλαν τους κεφαλαιοκράτες, δεν έκαναν το ίδιο με τους αστούς, οι οποίοι διαχειρίζονταν το κακοποιό κράτος και "άρμεγαν" επίσης τα ίδια ταμεία.

Πώς όμως θα ήταν δυνατόν να τους καταγγείλουν; Για τους μισούς από τους ηγέτες του σοσιαλισμού οι υπεύθυνοι της κρατικής παλιανθρωπιάς ήταν οι γονείς τους και για τους άλλους μισούς τα ονειρεμένα πρότυπά τους. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης χρέωσαν στην αστική τάξη διαχειριστικά σφάλματα, αλλά δεν προχώρησαν στην καταγγελία των προνομίων τους. Όλοι αυτοί ονειρεύονταν να γίνουν πλούσιοι αστοί εξουσιαστές και δεν είχαν σκοπό να εξαλείψουν τις συνθήκες που έκαναν πλούσιους τους αστούς.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, έκαναν την επίθεσή τους στους κρατούντες και διεκδίκησαν την εξουσία. Επιλέγοντας ως κοινωνικούς εχθρούς τούς πλέον ορατούς και σκληρούς εταίρους, που ήταν οι βιομήχανοι, μπόρεσαν κι ερέθισαν το ταξικό μίσος που υπήρχε μέσα στην ελληνική κοινωνία. Εκμεταλλεύτηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο την εργατική τάξη, που γνώριζαν από πρώτο χέρι τα προβλήματά της. Επιπλέον εκμεταλλεύτηκαν και τις συνέπειες του εμφυλίου. Στην Ελλάδα, όπως και σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρχε μια μεγάλη περιθωριακή κοινωνία αριστερών και κομμουνιστών, που με τη βία ελέγχονταν κάθε φορά που απειλούσε την καπιταλιστική τάξη. Μια κοινωνία που μέσα από απίθανες διώξεις, ταλαιπωρίες και στερήσεις, εξακολουθούσε ν' αναπνέει και να τρομάζει τους κρατούντες με την αγωνιστικότητά της και το πάθος της.

Τέτοιου είδους παρακοινωνία, χωρίς δικαιώματα και χωρίς δυνατότητα έκφρασης, υπήρχε και στην Ελλάδα. Το φασιστικό κράτος κατόρθωνε και με τη βία την κρατούσε στο περιθώριο της κοινωνίας. Τη χρησιμοποιούσε μάλιστα, κάθε φορά που ήθελε να δικαιολογήσει τις κλοπές και τις ανομίες του. Στην προστασία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο απέδιδε το δίκιο των εγκλημάτων του. Για ν' αποφύγει αυτόν τον κίνδυνο, λεηλατούσε τα ταμεία, χρηματοδοτούσε τους "κολλητούς" του και χρησιμοποιούσε βία απέναντι στον οποιονδήποτε. Με τη βία υποτίθεται εκσυγχρόνιζε το κράτος, που θ' αντιστεκόταν στην κομμουνιστική λαίλαπα, άσχετα αν ο "αφελής" λαός δεν καταλάβαινε τις "αγνές" προθέσεις των αυτεπάγγελτων "σωτήρων" του. "Σωτήρες", που τις περισσότερες φορές, αν δεν έμπαιναν με μέσον στο στρατό, θα έλεγαν το ψωμί ψωμάκι με βάση τις δυνατότητές τους. Αυτοί λοιπόν οι ανεγκέφαλοι και εξόχως αγράμματοι "σωτήρες" με την ηλιθιότητά τους και την ασχετοσύνη τους, δημιούργησαν μια τεράστια κοινωνική μερίδα ανθρώπων, που έψαχνε εναγωνίως μέσον και τρόπο να εκφραστεί. Μια μερίδα, που ήταν ό,τι πιο εύκολο να γίνει εκμεταλλεύσιμη από τους πονηρούς.

Αυτό ακριβώς και έγινε. Το σοσιαλιστικό κίνημα εκμεταλλεύτηκε το σύνολο της κοινωνικής αδικίας και, αφού το έστρεψε εκεί όπου το συνέφερε, ανέλαβε τον σχεδιασμό της νέας Ελλάδας. Έστρεψε τους εργαζόμενους εναντίον της κεφαλαιοκρατίας και ανέλαβε το ίδιο, με την ισχύ του κρατικού μηχανισμού, να αντιπαλέψει το πανίσχυρο κεφάλαιο. Μια πάλη που στόχος της ήταν η εξόντωση του αντιπάλου. Όπως αντιλαμβανόμαστε, αυτό είναι εκ των δεδομένων λάθος. Ο εργαζόμενος λαός και το κεφάλαιο έχουν μεταξύ τους διαφορές, αλλά δεν είναι εχθροί, ώστε να επιδιώκει ο ένας τον θάνατο του άλλου. Έχουν κοινά συμφέροντα και έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο. Επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεών τους έπρεπε να γίνει και όχι να πάρουν τα "όπλα" ο ένας εναντίον του άλλου. Έπρεπε να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και, κάνοντας ο καθένας χρήση των πλεονεκτημάτων του, να βρουν την ιδανική ισορροπία. Έπρεπε απλά η κεφαλαιοκρατία να πάψει να εκμεταλλεύεται τον εργάτη κι αυτό είναι κάτι που επιτυγχάνεται εύκολα μέσω των νόμων και του υπηρέτη του νόμου και του δημοσίου συμφέροντος, που είναι το κράτος.

Τότε η ελληνική εργατική τάξη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δυνατότερό της "χαρτί". Θα έπρεπε στις διαπραγματεύσεις με τους πανίσχυρους βιομηχάνους να "κατεβάσει" τους κομμουνιστές εργάτες. Οι κομμουνιστές εργάτες θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν τα δικαιώματα των εργατών υπέρ των συμφερόντων των εργατών, σε αντίθεση με τους ψευδομορφωμένους αστίζοντες σοσιαλιστές, που ενδιαφέρονταν για το δικό τους βόλεμα. Αυτοί οι εργάτες είχαν δύο πλεονεκτήματα, που ήταν καθοριστικά για την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Ήταν γενναίοι και είχαν γνώσεις. Ήταν γενναίοι σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κεντροδεξιούς εργάτες, που μέχρι τότε, είτε επειδή φοβούνταν τον "βούρδουλα" είτε επειδή νόμιζαν ότι είναι βολεμένοι —βλέποντας να συμβαίνουν τα χειρότερα εις βάρος των κομμουνιστών—, δεν αντιδρούσαν. Επιπλέον είχαν τις γνώσεις που έλλειπαν από τους υπόλοιπους εργάτες. Γνώριζαν οι κομμουνιστές εργάτες, εξαιτίας του κόμματός τους, το τι συνέβαινε στο χώρο της παραγωγής. Γνώριζαν ότι οι βιομήχανοι δεν πλήρωναν φόρους στο κράτος. Γνώριζαν ότι έκλεβαν επιδοτήσεις από το κράτος στο όνομα των εργατών για καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας και ότι αυτές τις επιδοτήσεις της "τσέπωναν". Γνώριζαν ότι εκμεταλλεύονταν τους εργάτες και δεν τους απέδιδαν τα νόμιμα.

Με τις γνώσεις αυτές, τη γενναιότητα που τους διέκρινε και το μίσος τους απέναντι στους εκμεταλλευτές, ήταν βέβαιο ότι δεν θα περνούσαν καλά οι βιομήχανοι. Ήταν βέβαιο ότι θα κέρδιζαν οι εργάτες ό,τι δικαιούνταν. Φόβος από την αναβάθμιση των κομμουνιστών δεν θα υπήρχε, γιατί ο κομμουνισμός ως σύστημα είχε ήδη αρχίσει να παραπαίει κι αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για το καπιταλιστικό σύστημα από την ισχυροποίηση των κομμουνιστών συνδικαλιστών. Δεν υπήρχε κίνδυνος από την αναγνώριση των κομμουνιστών ως επισήμων συνομιλητών της κεφαλαιοκρατίας.

Αυτό το απλό πράγμα όμως δεν έγινε ποτέ. Γιατί; Γιατί θα άλλαζε τον κοινωνικό χάρτη της χώρας. Μετά την τιτάνια σύγκρουση θα εμφανίζονταν ως κυρίαρχοι παράγοντες οι πραγματικά ισχυροί της κοινωνίας και αυτοί είναι πάντα οι κεφαλαιοκράτες και οι εργάτες. Όμως, με ισχυρή εργατική τάξη πάνε περίπατο τα προνόμια τόσο των αστών όσο και των δημοσίων υπαλλήλων. Οι σοσιαλιστές "σωτήρες" σε μια τέτοια περίπτωση τι θα έκαναν; Θα πήγαιναν στα εργοστάσια για το έστω και βελτιωμένο μεροκάματο; Τόσο αγώνα έκαναν στα ξενοδοχεία της αλλοδαπής και στις κατά τόπους "πλατείες Εξαρχείων". Δεν θα βολεύονταν τα παιδιά; Αυτοί κοιμούνταν κι ονειρεύονταν θέσεις εξουσίας, σπίτια στη Φιλοθέη και εξοχικά στη Μύκονο. Πότε θα ξεκουράζονταν επιτέλους τα "παλικάρια";

Παίρνοντας λοιπόν την εξουσία οι "σοσιαληστές", έστρεψαν τον λαό εναντίον της κεφαλαιοκρατίας. Στο όνομα του λαού τσάκισαν στην κυριολεξία την κεφαλαιοκρατία. Οι κεφαλαιοκράτες εκεί που δεν πλήρωναν καθόλου φόρο, έφτασαν να μην προλαβαίνουν να πληρώνουν. Γιατί; Μήπως επειδή αυτό ευνοούσε τον λαό, που επωφελούταν από τους φόρους των ισχυρών; Όχι βέβαια. Υπήρχε στρατηγικό σχέδιο πίσω από αυτήν την υποτίθεται φιλολαϊκή πολιτική, που ήταν μεροληπτικά φορομπηχτική. Ποιο ήταν αυτό το σχέδιο; Να κάνουν ασύμφορη για τους κεφαλαιοκράτες την παραγωγή.

Για να επιταχύνουν τις εξελίξεις στην κατάσταση που τους ευνοούσε, πραγματοποίησαν το μεγαλύτερο έγκλημα που έχει ποτέ πραγματοποιήσει η εξουσία εις βάρος της ελληνικής παραγωγής. Υποτίθεται στο όνομα του σοσιαλιστικού διεθνισμού και στη θέληση τους να προσφέρουν στους καταναλωτές την ύψιστη ποιότητα προϊόντων, "άνοιξαν" την αγορά στην παραγωγή των ξένων. Με τον τρόπο αυτόν άρχισαν να "κυνηγούν" την ελληνική κεφαλαιοκρατία. Έχοντας την εντύπωση ότι μπορούν με το "άνοιγμα" και το "κλείσιμο" της αγοράς, είτε να εκβιάζουν είτε να καταστρέφουν τους κεφαλαιοκράτες, άρχισαν να "παίζουν", υπηρετώντας τα συμφέροντά τους.

Πώς γινόταν αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Σε όποιον τομέα της παραγωγής δεν είχαν κομματικές "συμπάθειες" διέλυαν τον δεξιό κεφαλαιοκράτη και στη θέση του έβαζαν έναν σοσιαλιστή έμπορο. …"Μ' ένα σμπάρο δύο τρυγόνια". Από τη μία κατέστρεφαν τον αντίπαλό τους κι απ' την άλλη έκαναν πλούσιο κάποιον "σύντροφό" τους. Από αυτούς τους πειναλέους "συντρόφους", που έγιναν πλούσιοι έμποροι με τη βοήθεια του σοσιαλιστικού κράτους, προέκυψαν οι σημερινοί "διαπλεκόμενοι", που σήμερα καταστρέφουν τα πάντα.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι πίσω από αυτό το σχέδιο κρυβόταν η φιλοδοξία τους να ελέγξουν το σύνολο του κεφαλαίου της χώρας. Ό,τι ονειρεύονταν οι κομμουνιστές να κάνουν με τη βία των όπλων και την επανάσταση, το κατάφεραν οι σοσιαλιστές με τη φορομπηχτική και αντιπροστατευτική πολιτική. Στόχος τους ήταν να βγάλουν τους ιδιώτες από την παραγωγή και να εγκαταλείψουν το κεφάλαιό τους. Γιατί; Για να μας "σώσει" το κράτος και άρα οι ίδιοι από την ανεργία. Το κράτος, για να "σώσει" τον λαό, θα "κοινωνικοποιούσε" τις επιχειρήσεις που εγκατέλειπαν οι "κακοί" κεφαλαιοκράτες.

Και πάλι με χρήματα που εξασφάλισε το κράτος από το ταμείο των εργατών, θα "έσωζε" τους εργάτες. Αυτήν τη φορά δεν θα δημιουργούσε νέο κρατικό κεφάλαιο με τα χρήματά τους, αλλά θα έσωζε το υπάρχον ιδιωτικό από την καταστροφή στην οποία το οδηγούσαν οι "κακοί" κεφαλαιοκράτες, που πλούτιζαν οι ίδιοι εις βάρος των επιχειρήσεών τους. Οι "καλοί" και μορφωμένοι σοσιαλιστές θ' αναλάμβαναν να σώσουν το κεφάλαιο, που τώρα υποτίθεται ήταν περιουσία του λαού κι επιπλέον θα έσωζαν τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων.

Το ίδιο έργο δηλαδή με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Στην προηγούμενη περίοδο οι δεξιοί χρησιμοποίησαν τα αποθεματικά του ΙΚΑ για να νικήσουν τον εχθρό κομμουνισμό, ενώ στην επόμενη οι σοσιαλιστές και πάλι με μέσον τα ίδια ταμεία, θέλησαν να νικήσουν τον εχθρό "καπιταλισμό". Όλοι ήθελαν τη χρηματοδότηση των εργατών, για να φέρουν εις πέρας το "σωτήριο" έργο τους.

Στο σημείο αυτό μπορεί κάποιος να καταλάβει και τον ολέθριο ρόλο των κομμουνιστών. Οι κομμουνιστές, που αντιπροσώπευαν ένα πανίσχυρο και γενναίο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, παρασύρθηκαν και δεν πρόσφεραν θετικές υπηρεσίες στην ελληνική κοινωνία. Οι πιο γενναίοι των εργατών παρασύρθηκαν από τα θρασύδειλα κουτορνίθια του σοσιαλισμού. Όλοι αυτοί προδόθηκαν από την ιδεολογία τους και από τα ταξικά τους μίση. Οι σοσιαλιστές τούς εκμεταλλεύτηκαν όσο πιο πολύ μπορούσαν με τον πιο εύκολο τρόπο. Τους τοποθέτησαν επικεφαλείς του εργατικού κινήματος και τους έστρεψαν εναντίον των ταξικών τους εχθρών, που ήταν οι κεφαλαιοκράτες. Τους έδωσαν και λίγη εξουσία μέσα στη ΓΣΕΕ και τους κράτησαν υπό καθεστώς ομηρίας.

Με την παραχώρηση έμμισθων θέσεων και το δικαίωμα στην προβολή, οι κομμουνιστές συνδικαλιστές έγιναν τα "σκυλάκια" των σοσιαλιστών. Κάθε φορά που πήγαιναν ν' αντιδράσουν στη σοσιαλιστική "λαίλαπα", τους τρομοκρατούσαν με το "φάντασμα" της δεξιάς και τους ευθυγράμμιζαν με την πολιτική τους. Από εκεί και πέρα οι ίδιοι οι αστοί του σοσιαλισμού —χωρίς καμία αντίδραση— έκαναν αυτό που είχαν ως πρωταρχικό στόχο. Έβαλαν τα χέρια τους στα ταμεία και οι εργάτες υπό την ολέθρια καθοδήγηση των κομμουνιστών συνδικαλιστών δεν αντέδρασαν καθόλου. Σε έναν κόσμο καπιταλιστικό, δεν μπόρεσαν οι εργάτες να διαχειριστούν ορθολογιστικά το ταμείο τους. Οι κομμουνιστές, έχοντας ως στόχο την εξουσία και τον έλεγχο του ιδιωτικού κεφαλαίου, νόμισαν ότι τους συνέφερε η εξαγορά του κεφαλαίου με χρήματα των εργατών. Έχοντας τη νοοτροπία του κρατισμού, νόμισαν ότι θα πιάσουν στον "ύπνο" καί τους κεφαλαιοκράτες καί τους αστούς. Δεν κατάλαβαν την "παγίδα" των νεοαστών του σοσιαλισμού και νόμιζαν ότι η ιδεολογική τους "συγγένεια" ήταν από μόνη της αρκετή για να τους προστατεύει. Δεν κατάλαβαν γιατί οι σοσιαλιστές αγωνίζονταν με τόσο πάθος να κρατικοποιήσουν το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Η τακτική της εξαγοράς του ιδιωτικού κεφαλαίου από την πλευρά της σοσιαλιστικής κυβέρνησης ήταν μονόδρομος για τους πραιτοριανούς του σοσιαλισμού. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βολευτούν και να εξαργυρώσουν τον "αγώνα" τους. Ήταν μονόδρομος, γιατί ήθελαν να γίνουν αστοί και ταυτόχρονα δεν ήθελαν να καταδιώξουν τους υπάρχοντες αστούς. Δεν ήθελαν να κάνουν ωμές διώξεις, αλλά κι ούτε να περιορίσουν τα δικαιώματά τους. Όμως, από τη στιγμή που το κρατικό σύστημα ήταν ήδη στελεχωμένο με αστούς της προηγούμενης γενιάς, το μόνο που τους απέμενε ήταν να μεγαλώσουν τον ήδη μεγάλο δημόσιο τομέα. Αυτό δηλαδή που ήθελαν ήταν μέσω του "κοινωνικοποιημένου" ιδιωτικού κεφαλαίου να δημιουργήσουν νέες ισχυρές και προσοδοφόρες θέσεις εργασίας για αστούς. Από τη στιγμή δηλαδή που δεν τους χωρούσε όλους μαζί η αυθαίρετη κρατική "παράγκα", αποφάσισαν να κάνουν επέκτασή της, χρησιμοποιώντας το ιδιωτικό κεφάλαιο. Απλά είχαν πάντα υπ' όψιν τους ότι η ανανέωση του υπάρχοντος δυναμικού του κρατικού μηχανισμού έπρεπε να γίνεται με δικά τους παιδιά και όχι με τα ξένα της δεξιάς.

Τότε μπήκε η Ελλάδα στην τρίτη φάση με βάση τους διαχωρισμούς που θέσαμε. Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν παντελώς διαφορετική περίοδος από τις προηγούμενες, γιατί υπήρξε πλήρης μετάλλαξη του κράτους. Το κράτος έπαψε να είναι απλά ένας από τους ισχυρούς εταίρους της οικονομίας, όπως συνέβαινε στην προηγούμενη περίοδο. Το κράτος από το 1981 και μετά έγινε ο παντοδύναμος δικτάτορας της οικονομίας. Έγινε ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας και άρα ο μεγαλύτερος καπιταλιστής του τόπου.

Μόλις άνοιξε ο δρόμος του νέου σχεδιασμού, έγινε το ..."έλα να δεις". Με το που απέκτησε το κράτος ένα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού κεφαλαίου, άνοιξε η "πύλη του παραδείσου" για τα "παλικάρια" της "αλλαγής". Άνοιξαν νέες θέσεις εργασίας για μορφωμένους αστούς. Η κυβέρνηση μοίραζε θέσεις διοίκησης σε "κοινωνικοποιημένες" επιχειρήσεις εν είδη λαφύρου. Όποιον "σύντροφο" ήθελε ν' αποκαταστήσει για τους αγώνες του στην "αλλαγή", τον διόριζε διευθυντή ή υψηλόμισθο διοικητικό στέλεχος σε κάποια πρώην ιδιωτική επιχείρηση που είχε "κοινωνικοποιηθεί".

Αυτή ήταν μια διαδικασία, που γινόταν με αυστηρά κομματικά κριτήρια. Κανένας δεν έδινε σημασία στα ουσιαστικά προσόντα του νέου διευθυντή της "κοινωνικοποιημένης" επιχείρησης. Κανέναν δεν ενδιέφερε τι γνώριζε να κάνει ο "σύντροφος". Ό,τι και να γινόταν, μικρό το κακό, γιατί το κράτος από τα ταμεία του θα κάλυπτε την όποια ζημιά θα προέκυπτε από την κακοδιαχείριση. Αυτό που ήταν πάντα η προτεραιότητα ήταν να μην αδικηθεί κανένας "σύντροφος" που αγωνίστηκε για την "αλλαγή".

Ο ελληνικός λαός είδε τότε πράγματα, που ούτε στα κινηματογραφικά έργα δεν μπορεί να δει. Είδε τι σημαίνει αναξιοκρατία κι αλισβερίσι. Είδε απίθανους τύπους να ζητούν απίθανα πράγματα με τη λογική του ..."δώσε και σε μένα μπάρμπα μια επιχείρηση, να τη "σώσω" με την εξυπνάδα μου". Είδε θεολόγους να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους στα σχολεία και ν' αναλαμβάνουν επιτελικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Είδε δασκαλάκους και γυμναστές να γίνονται διευθυντές επιχειρήσεων, νομάρχες κλπ..

Όλα αυτά έγιναν, γιατί απλούστατα το επείγον της κατάστασης δεν επέτρεψε στο ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα να παρουσιάσει μια σοβαρή συγκρότηση. Από την ίδρυσή του μέχρι την ανάληψη της εξουσίας δεν μεσολάβησε ο απαραίτητος χρόνος, που θα επέτρεπε σε μια διαχειριστική ομάδα στελεχών να παρουσιάσει προτάσεις διαχείρισης. Το κίνημα δεν πρόλαβε να οργανώσει μια κομματική δομή, όπου ο κάθε ειδικός θα παρουσίαζε και θα πρέσβευε μια πρόταση διαχείρισης ευθυγραμμισμένη με τις αρχές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Μια πρόταση αναλόγου ποιότητας γνώσης, που θα κρινόταν η ορθότητά της. Το επείγον του θέματος περιόρισε τα πάντα στο ασαφές ..."εμείς ξέρουμε και είμαστε "διαφορετικοί" από τους "άλλους"", πράγμα που δεν είναι δυνατόν να κριθεί. Αποτέλεσμα αυτού ήταν το κίνημα να εξελιχθεί σε σύστημα "πλημμύρα", όπου κανένας δεν κρινόταν για τις γνώσεις του και τις προτάσεις του, παρά κρινόταν για τη συνεισφορά του στην ανατροπή του δεξιού κράτους.

Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης το "είδε" ο ελληνικός λαός υπό τη μορφή των πιο παράδοξων φαινομένων. "Είδε" γιατρούς να γίνονται "ειδικοί" στις τηλεπικοινωνίες και στα τεχνικά έργα, "είδε" μηχανικούς "ειδικούς" στα θέματα υγείας, "είδε" δημοσιογράφους "ειδικούς" σε θέματα ασφάλειας. "Είδε" δηλαδή πράγματα, όχι απλά παράξενα, αλλά παράλογα. Ό,τι παράδοξο ήταν δυνατόν να γίνει, έγινε τότε. Γιατί; Γιατί η κομματική ισχύς τού κάθε "αγωνιστή" τού επέτρεπε να διαλέγει κλάδους δραστηριοποίησης με βάση τα συμφέροντά του και άσχετα με το πραγματικό γνωστικό του αντικείμενο. Αν για παράδειγμα ένας θεολόγος ήταν πανίσχυρο στέλεχος του κόμματος, διάλεγε την "κονόμα" των τηλεπικοινωνιών και δεν ενδιαφερόταν για τον φυσικό του χώρο, που ήταν αυτός της παιδείας. Το όνειρο του κάθε δυστυχή έπαιρνε σάρκα και οστά, σαν να επρόκειτο για μια εικονική πραγματικότητα.

Μέσα από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας ξεπήδησε ένα τρομερό γυφταριό, που ούτε ο πιο κακοπροαίρετος άνθρωπος δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπάρχει. Μιλάμε για πραγματικά κωμικές καταστάσεις, που είναι ανεκτές μόνον αν τις δει κάποιος μέσα από το πρίσμα του χιούμορ. Μιλάμε για αστεία πράγματα. Είναι αστείο πράγμα να βλέπεις μια κρατική θέση να αλλάζει έναν άνθρωπο, όχι μόνον πνευματικά, αλλά και σωματικά. Δεν έβλεπες δηλαδή ανθρώπους, που εξαιτίας της εξουσίας άλλαζαν συμπεριφορές και συναναστροφές, επειδή "μεγαλοπιάνονταν". Τους έβλεπες ν' αλλάζουν μορφή. Τους πρόδιδε η προηγούμενη φτώχεια τους κι αυτό είναι κάτι που ο άνθρωπος συνήθως δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Όταν από παιδί στερείσαι το φαγητό, πάντα πέφτεις με τα "μούτρα", όταν βλέπεις διαθέσιμες πιατέλες. Η φτώχεια αυτή πρόδιδε και βέβαια εξέθετε διαρκώς τους Έλληνες σοσιαλιστές.

Έβλεπες για παράδειγμα έναν ανθρωπάκο των 50 κιλών ν' αναλαμβάνει μια κρατική θέση και μέσα σε λίγους μήνες γινόταν ένα υπέρβαρο τέρας. Οι αστοί κλέβουν και στα ανεπτυγμένα κράτη, αλλά έχουν την παιδεία να κλέβουν με στυλ και να μετατρέπουν τα κλοπιμαία σε ποιότητα ζωής. Έχουν εκπαιδευτεί να κλέβουν και γνωρίζουν πώς να προστατεύουν την εξωτερική τους εικόνα. Οι νεοαστοί του σοσιαλισμού λειτουργούσαν σαν πεινασμένοι. Δεν έβρισκαν πουκάμισα με αντοχές τέτοιες, που να συγκρατούν τα κρέατά τους. Είχες διαρκώς την εντύπωση πως ό,τι έκλεβαν το έτρωγαν στην ταβέρνα της γειτονιάς τους.

Όλοι αυτοί οι κατά βάση αστείοι άνθρωποι, πάνω στην αγωνία τους να βολευτούν στο κρατικό κεφάλαιο, αγωνίζονταν μανιωδώς να το πολλαπλασιάσουν. Κάθε νέα επιχείρηση που "κοινωνικοποιούνταν" σήμαινε γι' αυτούς νέες θέσεις εργασίας και νέες ευκαιρίες γι' "αρπαχτές". Οι "αρπαχτές" ήταν δεδομένες, γιατί οι επιχειρήσεις έχουν προμήθειες πρώτων υλών και οι προμήθειες συνοδεύονται με ποσοστά και δώρα από αυτούς που τις αναλαμβάνουν. Πέρα δηλαδή από τους παχυλούς μισθούς υπήρχαν και τα "δώρα" για αποφάσεις, που για έναν ιδιοκτήτη θα ήταν καταστροφικές, αλλά για έναν ανεύθυνο κρατικό διαχειριστή ιδιαίτερα προσοδοφόρες.

Αυτό που μας ενδιαφέρει στην περίπτωση αυτήν είναι το εξής: Μπαίνοντας το κράτος στην παραγωγή με αυτού του είδους τις επιχειρήσεις, περιέπλεξε μια ήδη περιπλεγμένη κατάσταση. Για παράδειγμα περιέπλεξε το θέμα του ασφαλιστικού. Μέχρι τότε το κράτος ήταν εργοδότης των δημοσίων υπαλλήλων κι αυτό του περιόριζε τον ρόλο του. Υπήρχε δηλαδή μια νοητή γραμμή, που διαχώριζε τους εργάτες και το ταμείο τους από αυτό των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό το δεδομένο άλλαξε με τη σοσιαλιστική διακυβέρνηση.

Η σοσιαλιστική πολιτική ήταν αντιεργατικότερη της δεξιάς πολιτικής. Γιατί; Γιατί στη δεξιά διαχείριση τουλάχιστον υπήρχε ορατός διαχωρισμός μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού κεφαλαίου. Μέχρι τότε το δημόσιο κεφάλαιο ήταν διακριτό σε σχέση με το ιδιωτικό. Μέχρι τότε το ταμείο των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα διαχωριζόταν σαφώς από αυτό των δημοσίων υπαλλήλων. Μπορούσε δηλαδή κάποιος να γνωρίζει πότε το κράτος βάζει "χέρι" στο ταμείο των εργατών και πότε όχι. Μπορούσε να ελπίζει κάποιος ότι κάποτε οι εργάτες θα έβλεπαν τι συμβαίνει και θ' αντιδρούσαν. Η σοσιαλιστική διαχείριση ακόμα κι αυτό το ελάχιστο θετικό της δεξιάς πολιτικής το εξαφάνισε.

Με τις "κοινωνικοποιήσεις" αυτός ο διαχωρισμός έπαψε να είναι ορατός και ο κρατικός οικονομικός δικτάτορας "κατάπιε" το ιδιωτικό ταμείο των ιδιωτών εργατών. Πώς έγινε δυνατό αυτό το φαινομενικά δύσκολο πράγμα; Υπήρχαν δύο δεδομένα που το επέτρεψαν. Το πρώτο είναι το γνωστό και αφορά την αυθαίρετη διαχείριση του ιδιωτικού ταμείου των εργατών από το ίδιο το κράτος. Το δεύτερο οφείλεται στις "κοινωνικοποιήσεις" ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το κράτος δεν μπορούσε να μετατρέπει τους εργάτες αυτών των πρώην ιδιωτικών επιχειρήσεων σε δημοσίους υπαλλήλους. Αναλάμβανε τη διαχείριση των επιχειρήσεων, αλλά οι εργάτες παρέμεναν στο αρχικό ασφαλιστικό τους ταμείο.

Το αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν εντελώς παράδοξο. Γιατί; Γιατί το κράτος γινόταν εργοδότης ιδιωτών εργατών και άρα αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει τις εισφορές τους στο ταμείο τους. Το κράτος δηλαδή έλεγχε το ταμείο, το κράτος έλεγχε τον μηχανισμό που ελέγχει και τιμωρεί τους εργοδότες όταν δεν καταβάλουν τις εισφορές τους και το κράτος ταυτόχρονα ήταν ο μεγαλύτερος εργοδότης στην Ελλάδα. Κατά την προσφιλή του συνήθεια άδειαζε τα ταμεία, για να κάνει την πολιτική των "κοινωνικοποιήσεων", αλλά δεν φερόταν καλά ούτε ως οφειλέτης του ιδιωτικού ταμείου των εργατών, αλλά ούτε ως εργοδότης των ιδιωτών εργατών, που απασχολούσε στις επιχειρήσεις του.

Εκταμίευε από το ταμείο του ΙΚΑ χρήματα για να καλύψει τις ανάγκες του και δεν τα επέστρεφε. Ήταν υποχρεωμένο να τα επιστρέψει, εφόσον εκείνα τα χρήματα ήταν ιδιωτικά και ανήκαν σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά δεν φερόταν καλά ούτε ως εργοδότης, εφόσον δεν εισέφερε τις εισφορές των εργατών του στο ταμείο τους. Μιλάμε για τρομερά πράγματα.

Όλα αυτά τα έκανε στο όνομα μιας φιλολαϊκής σοσιαλιστικής πολιτικής. Έπρεπε να δείχνει στο λαό ότι η πολιτική του ήταν πετυχημένη και το κόστος αυτής της πολιτικής το χρέωνε σε συγκεκριμένους ιδιώτες, που ήταν οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ. Πάνω στην αγωνία του να παρουσιάζει ταυτόχρονα και ικανοποιητικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, "έκρυβε" έξοδα. Τις "τρύπες" των προϋπολογισμών τις "μπάλωνε" με τα χρήματα των ταμείων που έκλεβε και με τα χρήματα που δεν έδινε ως εργοδότης. Αυτό μπορούσε να το κάνει, γιατί κανένας δεν μπορούσε να το ελέγξει. Τι θα γινόταν; Μπορεί κάποιος να καταγγείλει τον εαυτό του στον εαυτό του; Το κρατικό ΙΚΑ θα κατήγγειλε στο κράτος τον εαυτό του για μη καταβολή των εισφορών; Ο δημόσιος υπάλληλος του ΙΚΑ θα πήγαινε στο δημόσιο υπάλληλο του υπουργείου οικονομικών, για να τον βάλει να νουθετήσει τον δημόσιο υπάλληλο-διαχειριστή μιας επιχείρησης που δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα; Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται και γι' αυτό δεν έγιναν.

Το αποτέλεσμα ήταν ν' αδειάσουν τα ταμεία από τις κρατικές εκταμιεύσεις και ταυτόχρονα να μην έχουν έσοδα, γιατί ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας ήταν εισφοροφυγάς. Το πρόβλημα δεν ήταν άμεσα ορατό, γιατί η τρομερή παραγωγή πλούτου του δημοσίου πλέον κεφαλαίου επέτρεπε στην κυβέρνηση να καλύπτει τις υποχρεώσεις του ταμείου χωρίς πρόβλημα. Το κράτος, άσχετα με την ποιότητα της διοίκησής του, εξαιτίας του τεράστιου κεφαλαίου του, έβγαζε εύκολα ή δύσκολα τεράστια κέρδη. Από αυτά τα κέρδη πλήρωνε τις συντάξεις και όχι από το ταμείο του ΙΚΑ. Τα κέρδη της ΔΕΗ, του ΟΤΕ και των πολλών "κοινωνικοποιημένων" επιχειρήσεων συμπλήρωναν τις συντάξεις, που φυσιολογικά θα έπρεπε να τις πληρώνει μόνο του το ΙΚΑ. Το κράτος πλήρωνε από την "τσέπη" του τις εργατικές συντάξεις, οι οποίες φυσιολογικά θα έπρεπε να βγαίνουν από την "τσέπη" των εργατών, που είναι το ταμείο του ΙΚΑ.

Τότε οι κρατικοί μανδαρίνοι συνέλαβαν το πιο βλακώδες που μπορεί να σκεφτεί ο άνθρωπος. Σκέφτηκαν να ενώσουν όλα τα ταμεία, για να περιοριστούν υποτίθεται τα έξοδά τους και να καταπολεμηθεί η γραφειοκρατία. Αυτήν την ηλίθια ιδέα την είχαν άθλιοι καραγκιόζηδες, γιατί απλούστατα, όταν δεν γνωρίζεις τίποτε άλλο από το να κλέβεις, πάντα κοιτάς να κάνεις ό,τι σε βολεύει καλύτερα εκείνη τη στιγμή. Εξαιτίας εκείνων των ηλίθιων, το κράτος ήταν πάντα ένας κακός και άδικος εργοδότης.

Αυτός λοιπόν ο κακός εργοδότης, εκτός του ό,τι ήταν κακοπροαίρετος, ήταν και άσχετος. Δεν γνώριζε ούτε τα βασικά, που αφορούν τον ρόλο του ως εργοδότη εργατών. Επειδή, λόγω βλακείας και κακοδιαχείρισης, πλήρωνε από τον προϋπολογισμό του και όχι από τα αποθεματικά του ταμείου των τις συντάξεις, νόμιζε ότι τις πλήρωνε ο ίδιος στους εργάτες. Νόμιζε ότι, επειδή τα βγάζει από την "τσέπη" του, του ανήκουν.

Ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας αγνοούσε αυτό που γνωρίζει ακόμα κι ένας βιοτέχνης εργοδότης πέντε εργατών: Οι εισφορές των εργατών δεν βγαίνουν από την "τσέπη" του εργοδότη. Οι εισφορές, που καταβάλει ο εργοδότης στο ταμείο των εργατών, βγαίνουν από την αγορά κι αποτελούν περιουσία του εργάτη. Οι εισφορές έχουν σχέση με το κόστος παραγωγής του προϊόντος, ενώ τα κέρδη του εργοδότη έχουν σχέση με το κέρδος που προκύπτει από την τιμή πώλησης του προϊόντος, το οποίο είναι υψηλότερο από το κόστος του. Η "τσέπη" του εργάτη και η "τσέπη" του εργοδότη δεν έρχονται σ' επαφή. Η "τσέπη" του εργάτη τελειώνει εκεί όπου τελειώνει το κόστος παραγωγής ενός προϊόντος. Η "τσέπη" του εργοδότη αρχίζει από την τιμή κόστους και τελειώνει στην τιμή που πουλάει αυτό το προϊόν στον καταναλωτή. Όταν ένας εργοδότης αναγκαστεί να πουλήσει κάτω του κόστους, δεν "μπαίνει" στην "τσέπη" του εργάτη, μειώνοντάς του τον μισθό, παρά κλείνει την επιχείρησή του.

Φυσιολογικά δηλαδή, αν ένας εργοδότης δεν μπορεί να τραβήξει από την αγορά το μερίδιο του εργάτη τουλάχιστον, δεν του πληρώνει τις εισφορές από την "τσέπη" του. Στην περίπτωση αυτήν κλείνει η επιχείρηση. Ένας εργοδότης δηλαδή στη χειρότερη γι' αυτόν περίπτωση μία φορά θα κληθεί πληρώσει από την "τσέπη" του τον εργάτη. Μία φορά θα κληθεί να πληρώσει δικό του σφάλμα, εξαιτίας κακής εκτίμησης. Συνήθως αυτό όμως δεν συμβαίνει. Ο εργοδότης τις περισσότερες φορές αντιλαμβάνεται έγκαιρα το πρόβλημα και δεν προχωράει στην παραγωγή, όταν αυτή δεν θα βρει διέξοδο στην αγορά.

Το κράτος εκ του πονηρού έκανε ότι αυτό το απλό δεδομένο δεν το αντιλαμβανόταν. Παρίστανε τον αφελή εργοδότη, που εξαιτίας των αισθημάτων του διατηρεί την παραγωγή, ακόμα κι όταν αυτήν δεν μπορεί να βρει το μερίδιό της στην αγορά. Ήταν βλάκες οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων που "κοινωνικοποιήθηκαν" και ήταν έξυπνα τα διορισμένα βλακόμουτρα που τις ανέλαβαν. Δεν κατέβαλαν τις εισφορές των εργατών και νόμιζαν ότι ανακάλυψαν τη "μαγική ράβδο" της παραγωγής. Νόμιζαν ότι βρήκαν τον μαγικό τρόπο να περιορίζουν το κόστος παραγωγής και να παραμένουν ανταγωνιστικοί σε σχέση με την παραγωγή των ιδιωτών.

Το κράτος δηλαδή, εξαιτίας της ασχετοσύνης των διορισμένων διαχειριστών του, περιέπλεξε το ασφαλιστικό, νομίζοντας ότι ευνοεί την παραγωγή και την απασχόληση. Έκανε τον πονηρό εργοδότη, που, για να παρουσιάζεται ανταγωνιστικός, μειώνει φαινομενικά το κόστος παραγωγής, αφαιρώντας από αυτήν τα έξοδα των εισφορών. Όλα αυτά τα έκανε, γιατί αυτό κάνουν όλοι οι κακοί εργοδότες. Ένας κακός εργοδότης δεν καταβάλει τις εισφορές, όταν εισπράττει τα κέρδη από τις πωλήσεις, παρά τις καταβάλει μόνον όταν πιέζεται από τους εργάτες. Δεν κάνει μόνος του τη "μοιρασιά", όταν εισπράττει τα κέρδη. Δεν διαχωρίζει δηλαδή το κόστος παραγωγής των προϊόντων από το κέρδος που εισπράττει εξαιτίας της πώλησής τους.

Ακριβώς, επειδή δεν έχει σειρά στις πρακτικές του, αποκτά εσφαλμένη άποψη περί παραγωγής. Επειδή βγάζει τις εισφορές από την "τσέπη" του μόνον όταν πιέζεται, νομίζει ότι αυτές οι εισφορές του ανήκουν και ότι ευεργετεί τους εργάτες. Το κράτος αυτό έκανε με τους εργάτες που απασχολούσε το ίδιο. Δεν πλήρωνε τις εισφορές τους όταν έπρεπε, ώστε αυτοί να πληρώνονται τις συντάξεις τους από το ταμείο τους. Τους πλήρωνε αυτές τις συντάξεις από τα όσα εισέφεραν στο ΙΚΑ οι υπόλοιποι εργάτες του ιδιωτικού τομέα και τα χρήματα που του έλλειπαν τα συνείσφερε από τον προϋπολογισμό.

Ο άθλιος κλέφτης δηλαδή, δεν φτάνει που έκλεβε, δεν φτάνει που δεν κατέβαλε τις εισφορές του, αλλά πλήρωνε τις συντάξεις των δικών του εργατών με τα χρήματα των υπόλοιπων εργατών, που αργούσαν να βγουν στη σύνταξη. Δεν φτάνει δηλαδή που έκλεψε τα ταμεία και άρα τα χρήματα των νεκρών και των νυν συνταξιούχων, αλλά άρπαζε και τα χρήματα των σημερινών εργαζομένων. Για τον λόγο αυτόν άρχισε ν' αγχώνεται για την αναλογία που υπήρχε μεταξύ του ενεργού εργατικού δυναμικού και των συνταξιούχων.

Σε κανονικές συνθήκες αυτές οι δύο ομάδες ανθρώπων δεν εμπλέκονται μεταξύ τους. Οι πρώτοι επιβιώνουν, γιατί έχουν καταβάλει τις εισφορές τους και από αυτές συντηρούνται. Οι δεύτεροι, εφόσον δουλεύουν, συντηρούνται από τους μισθούς τους κι απλά καταβάλουν εισφορές για το μέλλον. Η σύνδεσή τους όμως έγινε, γιατί τα ταμεία ήταν άδεια κι επιπλέον δεν υπήρχαν εισροές νέων ασφαλίστρων από το κράτος-εργοδότη και βέβαια δεν υπήρχαν οι επιστροφές των "δανεικών" από το κράτος-οφειλέτη. Αυτήν τη διαφορά κάλυπτε το κράτος από την "τσέπη" του και γι' αυτό αγχωνόταν. Ακριβώς, επειδή υπήρχε αυτή η φαινομενική συγχρηματοδότηση στις συντάξεις, το κράτος νόμιζε ότι μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής πολιτικής αυτό χαρίζει τις συντάξεις των εργατών.

Την χαώδη αυτή κατάσταση με τις συντάξεις την είχε δημιουργήσει μόνο του, γιατί υπήρχαν και ορισμένες συντάξεις, που το κράτος πραγματικά τις χάριζε, εφόσον δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα συνταξιοδοτικά ταμεία. Εκμεταλλευόμενο την οικονομική αυτοδυναμία του, λόγω του κρατικού κεφαλαίου, έκανε ψηφοθηρική πολιτική και μοίραζε συντάξεις πραγματικά μέσα από τη δημόσια "τσέπη". Για να σταθεροποιήσει την εκλογική του πελατεία, ευεργέτησε πραγματικά κάποιες κοινωνικές μερίδες. Έδωσε για παράδειγμα συντάξεις στους αγρότες και στους αντιστασιακούς. Δεν θα εξετάσουμε στο σημείο αυτό το αν δικαιούνται ή όχι όλοι αυτοί τις συντάξεις που παίρνουν. Μακάρι να υπάρχουν χρήματα και να τα μοιράζουμε με τα "φτυάρια". Το θέμα είναι ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα ταμεία γι' αυτές τις συντάξεις και έτσι αναγκαστικά χρεώνονταν στον κρατικό προϋπολογισμό.

Αυτό που μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό είναι να δούμε από πού βγαίνουν αυτές οι συντάξεις-ευεργετήματα και αν κάποιοι επωφελούνται εις βάρος κάποιων άλλων. Να δούμε δηλαδή αν κάποιοι ευεργετούνται εις βάρος κάποιων άλλων, οι οποίοι αδικούνται. Νόμιμες και δίκαιες συντάξεις, που αποτελούν περιουσιακό στοιχείο αυτού που τις εισπράττει, υπάρχουν μόνο όταν υπάρχουν εισφορές. Όταν δεν υπάρχουν εισφορές, οι συντάξεις αυτές αποτελούν ευεργετήματα και, για να γίνουν ευεργετήματα, κάποιες "τσέπες" κοινωνικών εταίρων θα πρέπει να "ξαλαφρώσουν".

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Η σύνταξη του αγρότη, του ανάπηρου, του αντιστασιακού, του απόρου κλπ., αποτελούν ευεργετήματα. Η σύνταξη του εργάτη ανήκει στα περιουσιακά του στοιχεία, όπως ανήκε σε κάποιον το σπίτι του, το χωράφι του κλπ.. Το κράτος, επειδή ήταν ένας βλάκας, που δεν ήξερε τι του γινόταν και τα πάντα τα πλήρωνε την τελευταία στιγμή μέσα από την "τσέπη" του, έβαλε τους πάντες μέσα στο ίδιο "τσουβάλι". Επειδή αλλού έδινε συντάξεις υπό μορφή ευεργετήματος, αλλού συνείσφερε ως συνέταιρος-κακοποιός στις συντάξεις κάποιων ισχυρών κοινωνικών εταίρων και επειδή αλλού προέκυπταν συντάξεις εξαιτίας και των δικών του εργοδοτικών εισφορών, νόμισε ότι όλα ήταν ένα και το αυτό.

Αγνόησε τους εργάτες και από τα δικά τους τα ταμεία έπαιρνε χρήματα, είτε για ν' αποκτήσει κεφάλαιο είτε για να καλύψει τις ανάγκες στις ευεργεσίες του. Όταν αυτά τα χρήματα εξαντλήθηκαν, έβαλε και τους εργάτες στον ίδιο παρανομαστή με τους ευεργετούμενους. Κανένα κρατικοδίαιτο γουρούνι δεν κάθισε να σκεφτεί τι ακριβώς είναι το κάθε ασφαλιστικό ταμείο. Τα ταμεία είναι "τσέπες" κάποιων και ως "τσέπες" έχουν διαφορετικά χρήματα μέσα τους. Είναι δυνατόν να ενωθούν "τσέπες";

Ο πολιτικός που το σκέφτηκε αυτό, γιατί δεν ενώνει την τσέπη του με αυτήν ενός εργάτη; Κάθε πρώτη του μήνα να βάζουν τους μισθούς τους σε ένα κοινό τραπέζι και να ξοδεύουν τα ίδια. Ο ένας να βάζει τα 2.000.000 που πληρώνεται και ο άλλος τις 200.000. Μια χαρά θα είναι για τον εργάτη να έχει να ξοδεύει 1.100.000 δραχμές τον μήνα. Γιατί δεν το σκέφτηκαν αυτό οι πολιτικοί; Γιατί σ' ό,τι αφορά τα συμφέροντά τους είναι πονηροί και ποτέ δεν κάνουν λάθη. Στα συμφέροντα των άλλων κάνουν τους βλάκες, γιατί νομίζουν ότι έχουν να κάνουν με βλάκες.

Προφανώς για βλάκες τους έχουν τους εργάτες. Ένας εργάτης, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, παραμονή της σύνταξής του μπορεί να έχει περισσότερα από 40.000.000 δικά του χρήματα μέσα στο ταμείο του. Ο έμπορος τα μισά και ο βιοτέχνης ακόμα λιγότερα. Πώς θα ενωθούν τα ταμεία; Πώς θα ενωθεί το ΙΚΑ με το ΤΕΒΕ με το ΤΣΑ ή το ταμείο εμπόρων; Πώς θα γίνει κοινός ασφαλιστικό φορέας, όταν ο κάθε κλάδος έχει ήδη διαφορετικά ποσά εισφορών στα ταμεία του; Επειδή όλα είναι ασφαλιστικά ταμεία;

Ασφαλιστικό ταμείο μπορεί να κάνει ο καθένας. Μπορούν πέντε σερβιτόροι να βάλουν από ένα πεντοχίλιαρο σε μια τράπεζα και να κάνουν ταμείο. Να κάνουν και μια συμφωνία να βάζουν στο ταμείο αυτό από ένα χιλιάρικο το χρόνο και να "παλεύουν" για τις ανάγκες τους. Μπορεί κάποιος στη συνέχεια αυτό το ταμείο να το ενώσει με ένα άλλο, όπου οι συνδρομητές του καταβάλουν εκατομμύρια ετησίως; Αυτό ακριβώς επιχείρησε να κάνει το κράτος. Το κράτος, κάνοντας τον "τρελό", έβαλε τα ταμεία στον ίδιο παρονομαστή. Γιατί; Θεωρητικά για να περιορίσει τη γραφειοκρατία στον ασφαλιστικό τομέα. Γραφειοκρατία πράγματι υπήρχε, γιατί το ίδιο το κράτος διαχειριζόταν το σύνολο των ταμείων. Το θέμα εδώ είναι άλλο. Ποιος του είπε να αναλάβει τα ταμεία των ιδιωτών. Ζήτησε κανένας εργαζόμενος από το κράτος να διαχειρίζεται το ταμείο του; Το κράτος εκ του πονηρού —και για να κλέβει— ανέλαβε τη διαχείρισή τους.

Γιατί το κράτος έβαλε δικούς του υπαλλήλους να διαχειρίζονται τα ταμεία; Δεν έχει το ΙΚΑ τα χρήματα να πληρώνει μερικές εκατοντάδες υπαλλήλων; Είχε ανάγκη το κράτος; Γιατί τα άλλα ταμεία κάνουν τους πονηρούς και δεν αντιδρούν στην τόσο παράλογη πρόταση του κράτους; Ένωση των ταμείων μπορεί να γίνει μόνον σε μία περίπτωση. Να διαλυθούν τα ταμεία και ν' αποδοθούν τα χρήματα που κρατάνε σ' αυτούς που τους ανήκουν. Από εκεί και πέρα να στηθεί ο κοινός ασφαλιστικός φορέας με βάση τις δυνατότητες του πιο αδύνατου.

Αν για παράδειγμα ο πιο αδύνατος κλάδος ασφαλισμένων "βγαίνει" στη σύνταξη με σύνολο εισφορών τα 20.000.000, να κρατηθούν από τους ασφαλισμένους του το σύνολο των εισφορών τους και από εκεί και πέρα οι ασφαλισμένοι των υπολοίπων πλουσιότερων ταμείων να εισπράξουν άπαξ τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ του απαραίτητου ποσού που απαιτεί η νέα ασφάλιση και αυτού που ήδη έχουν καταβάλλει, με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν μέχρι τότε. Ας δώσει το κράτος, που διαχειρίζεται το ΙΚΑ, 20.000.000 σε κάθε συνταξιούχο εργάτη κι ας ενώσει τα ταμεία. Ας δώσει το κράτος στον εργάτη που έχει ήδη καταβάλει εισφορές για δέκα χρόνια το δικαίωμα της εφόρου ζωής ασφάλειας, χωρίς να του ζητά επιπλέον εισφορές.

Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, το σύνολο της κοινωνικής πολιτικής της "σοσιαληστρικής" κυβέρνησης έγινε από τα ταμεία του ΙΚΑ. Τα χρήματα του ΙΚΑ επέτρεπαν τις βλακώδεις πολιτικές του "δώστα όλα". Το ΙΚΑ πλήρωνε τις συντάξεις ευεργετήματα, το ΙΚΑ έκανε πλούσιο κεφαλαιοκράτη το κράτος και το ΙΚΑ έδινε τις συντάξεις στους αγρότες, τους ανάπηρους ή τους αντιστασιακούς. Το κράτος έβαζε τα μεγάλα σοσιαλιστικά "λόγια" της κοινωνικής αλληλεγγύης και οι ιδιώτες εργάτες έβαζαν τα χρήματα που απαιτούνταν για να λειτουργήσει η αλληλεγγύη αυτήν. Όσοι επωφελούνταν σώπαιναν, γιατί δεν συνέφερε να "ψάχνουν" τα πράγματα. Όποιος διαμαρτύρονταν ήταν εχθρός των αγροτών, των αντιστασιακών ή των αναπήρων.

Μέσα από αυτήν τη χαώδη και οριακά άδικη κατάσταση φτάσαμε στην τελευταία ημερομηνία σταθμό της οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας. Εδώ έγιναν πραγματικά εγκλήματα, όχι απλά εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των εργατών, αλλά εις βάρος του έθνους. Αν στην προηγούμενη περίοδο οι διαχειριστές ήταν, είτε για τη φυλακή είτε για τα ψυχιατρικά ιδρύματα, στην περίοδο αυτήν είναι για κρέμασμα στις πλατείες.

Τι έγινε σ' αυτήν την περίοδο, που ξεκινά το 1996; Οι πειναλέοι σοσιαλιστές νεοαστοί "ωρίμασαν". Αυτό που άλλαξε πρώτ' απ' όλα ήταν οι αντιλήψεις των σοσιαλιστών, λόγω της μακρόχρονης παρουσίας τους στην εξουσία. Είχαν πλέον χορτάσει από τιμές και μεγαλεία και είχαν κάνει το "κομπόδεμά" τους, ώστε να μην αισθάνονται την ανασφάλεια της επόμενης μέρας. Έδειχναν μάλιστα να εκνευρίζονται από τους "φρέσκους" συντρόφους, που, έχοντας την παλιά νοοτροπία, συναναστρέφονταν σε σοσιαλιστικές αγέλες και έβλεπαν τα πάντα μέσα από κομματικά κριτήρια.

Αυτές οι αλλαγές —όπως γίνεται πάντα— δεν αφορούν μόνον τον εσωτερικό τους κόσμο, αλλά ήταν ορατές και στην εξωτερική εμφάνιση των πρωτοκλασάτων του σοσιαλισμού. Οι πραιτοριανοί του σοσιαλισμού έπαψαν να θυμίζουν παχύσαρκους τσέλιγκες του παρελθόντος κι ανακάλυψαν το λάιφ-στάιλ. Ανακάλυψαν την οτ-κουτίρ, ξύρισαν τα μουστάκια τους κι άρχισαν να πηγαίνουν στα γυμναστήρια. Τα λιμασμένα κοπρόσκυλα είχαν πλέον χορτάσει κι έπρεπε ν' αποκτήσουν το στυλ, που θα τους επέτρεπε να μπουν χωρίς κόμπλεξ στα "σαλόνια" των ισχυρών.

Θα ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαιναν σε δεξιώσεις, για να περάσουν καλά και όχι για να λιποθυμήσουν πάνω στις πιατέλες. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο διάστημα αυτό πάψαμε να είμαστε Βαλκάνιοι και γίναμε Ευρωπαίοι. Τα κομπλεξάκια φοβούνταν μην τους περάσουν οι Ευρωπαίοι για πεινασμένους "βλάχους" κι άρχισαν να μιμούνται τους λόρδους. Τα παιδιά τους δεν τα έστελναν στα ελληνικά πανεπιστήμια, για να "ψηθούν" στα φλεγόμενα αμφιθέατρα, όπως "ψήθηκαν" οι ίδιοι. Αυτά όλα ήταν παρελθόν. Ένα παρελθόν που ήθελαν πάση θυσία να ξεχαστεί. Να ξεχαστεί, γιατί τους θύμιζε τη φτώχεια τους και τώρα παρίσταναν τους παλαιούς αριστοκράτες. Τι να κάνεις σε μια τέτοια περίπτωση; Όταν από το δανεικό τσιγάρο και τη γκρίνια του πατέρα για τα έξοδα επειδή έφαγες σε εστιατόριο, μέχρι την Εκάλη όπου κατοικείς δεν έχουν περάσει ούτε δεκαπέντε χρόνια;

Μετά δεν πρέπει να ξεχνάμε και τη φυσική περιέργεια των παιδιών τους, που μεγάλωσαν σε ένα μυστηριωδώς πλούσιο περιβάλλον. Που ζούσαν πλούσια, χωρίς να θυμούνται κάποιον πλούσιο παππού και χωρίς να βλέπουν κάποιο εργοστάσιο που να παράγει πλούτο. Παιδιά που δεν είχαν τις μνήμες των συμμαθητών τους στα ιδιωτικά σχολεία όπου φοιτούν. Των συμμαθητών που θυμούνταν δεξιώσεις στα σπίτια των παππούδων τους, ενώ τα παιδιά των σοσιαλιστών θυμούνταν παππούδες φτωχούς, που τους "έκρυβαν" όταν ερχόταν κόσμος στο σπίτι.

Εύλογα λοιπόν αυτά τα παιδιά θα ρωτούσαν τους γονείς τους γι' αυτές τις διαφορές. Θα τους ρωτούσαν για ό,τι τους απασχολούσε και η κοινή λογική δεν έδινε απαντήσεις. Για παράδειγμα, θα ρωτούσαν τον προσφάτως αριστοκράτη πατέρα τους με τι αυτοκίνητο πήγαινε στο πανεπιστήμιο όταν ήταν φοιτητής; Πώς θα τους αποκάλυπτε αυτός ο "τραγικός" πατέρας ότι τα ιερά σύμβολα της τάξης τους δεν τα είχε ανακαλύψει ακόμα; Ότι άκουσον-άκουσον δεν είχε ανακαλύψει τα ΝΙΚΕ, τα Αρμάνι και το μόνο Μερσεντές που ήξερε ήταν ένα παλιό λεωφορείο, που τον κατέβαζε από το χωριό του στην Αθήνα;

Τι θα τους έλεγε; Ότι πήγαινε με τα πόδια στο Πανεπιστήμιο; Πεζός με τα παπούτσια που του έκανε δώρο ο θεόφτωχος πατέρας του για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο; Θα τους έλεγε ότι καθ' όλη τη διάρκεια των σπουδών του φορούσε ένα στρατιωτικό τζάκετ, που είχε κλέψει από το στρατό ο μεγάλος του αδερφός όταν υπηρετούσε; Ή μήπως θα τους έλεγε ότι ήταν ένας διαρκώς πεινασμένος "τρακατζής", που περίμενε να βρει στο δρόμο κάποιον συγχωριανό του εργάτη, για να του κάνει το τραπέζι σε κάποιο φτηνό εστιατόριο; Η αριστοκρατία παιδί μου δεν κρύβεται και όλοι αυτοί οι σοσιαλιστές ήταν αριστοκράτες από την "κούνια" τους.

Μετά ήταν και το άλλο. Πώς θα εξηγούσε ο πλούσιος σοσιαλιστής στο παιδί του ότι ο καλός κύριος που τρώνε μαζί κάθε Κυριακή ήταν στο παρελθόν ένας φασίστας ΕΚΟΦίτης, που όταν ήταν φοιτητής τον κυνηγούσε με τα καδρόνια για να του σπάσει το κεφάλι; Πώς δηλαδή ο αγωνιστής πατέρας έγινε "κολλητός" με αυτόν που στο σπίτι πάντα άκουγε ότι αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις της αντίδρασης και του σκότους; Πώς έγινε "κολλητός" με τον άλλον, ο οποίος ήταν γιος του βιομηχάνου που κλωτσούσε τον παππού του και πατέρα του σοσιαλιστή πατέρα του;

Εδώ ο αναγνώστης ίσως αναρωτηθεί γιατί αναφερόμαστε σε όλα αυτά τα φαιδρά και εκ πρώτης όψεως άσχετα πράγματα. Τίποτε δεν είναι άσχετο. Για να φτάσουμε στο 1996 έπρεπε να μεσολαβήσουν μεγάλες κοινωνικές ζυμώσεις, για ν' αλλάξει και πάλι ρόλο το κράτος. Το κράτος αλλάζει συμπεριφορές και ρόλο, μόνον όταν αλλάζουν τα συμφέροντα των διαχειριστών του. Δεν έγινε δηλαδή κάποια επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ώστε να θέλει το κράτος να ξεφορτωθεί το κεφάλαιό του και να περιοριστεί στο ρόλο του υπηρέτη. Έπρεπε να υπάρξουν κάποιες αλλαγές, που ν' αλλάζουν τα συμφέροντα των εξουσιαστών και τις οποίες διαφορές, αν δεν τις εντοπίσουμε, δεν θα καταλάβουμε ποτέ τι συνέβη. Δεν θα καταλάβουμε τι συνέβη και γιατί συνέβη.

Τα πάντα ξεκινούν και πάλι από τον εμφύλιο. Μετά το πέρας του εμφυλίου η Ελλάδα και η κοινωνία της χωρίστηκαν σε δύο κομμάτια. Από τη μια πλευρά υπήρχε η επίσημη Ελλάδα και οι εκλεκτοί της, που ήταν η κεφαλαιοκρατία και οι αστοί της. Από την άλλη υπήρχε μια άλλη Ελλάδα, που όλοι έκαναν πως αγνοούσαν την ύπαρξη της. Η Ελλάδα των κομμουνιστών, των σοσιαλιστών και των αριστερών γενικά. Η πρώτη Ελλάδα και τα εκλεκτά παιδιά της απολάμβαναν τα πάντα, ενώ η δεύτερη Ελλάδα, καθηλωμένη στο κοινωνικό περιθώριο, υπέφερε και στερούνταν.

Η διπλή αυτή Ελλάδα με τους διπλούς εκλεκτούς της υπήρχε μέχρι το 1981. Η "αλλαγή" ήταν σημαντικότατη, γιατί έφερε επιτέλους και δικαίως την Ελλάδα του περιθωρίου στο προσκήνιο. Οι εκλεκτοί αυτής της Ελλάδας του περιθωρίου, που δεν διέφεραν ουσιαστικά σε τίποτε από τους αστούς της Δεξιάς, ήταν αυτοί που πρόδωσαν καί εκείνους που αντιπροσώπευαν καί εκείνους από τους φτωχούς δεξιούς που τους πίστεψαν. Αυτοί, προκειμένου να βολευτούν, άλλαξαν τον ρόλο του κράτους και "ρύθμισαν" την οικονομία με τον τρόπο που τους βόλευε.

Όταν αναφερόμασταν στις αλλαγές των συμπεριφορών των μανδαρίνων του σοσιαλισμού, σ' αυτό το θέμα αναφερόμασταν. Οι αλλαγές αυτές ήταν η απόδειξη ότι οι εκλεκτοί καί των δύο Ελλάδων έγιναν ίδιοι. Οι δεξιοί αστοί και οι αριστεροί αστίζοντες έγιναν ίδιοι. Η "ζύμωση" των εκλεκτών έφερε την ομοιογένεια και η Ελλάδα απέκτησε για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο μία και μοναδική αστική τάξη. Δεν υπήρχαν πλέον οι αστοί της μιας Ελλάδας, που μάχονταν τους αστούς της άλλης. Ήταν όλοι τους αστοί κι αυτό σημαίνει ότι είχαν κοινά συμφέροντα και βέβαια κοινές ανησυχίες. Τι συμφέρει την αστική τάξη; Να έχει πλούσια αφεντικά, που να την ταΐζουν. Τη συμφέρει να έχουν άλλοι την ευθύνη της οικονομίας και η ίδια να παίζει τον ρόλο του ρυθμιστή και ενίοτε τον ρόλο του "σωτήρα". Με βάση αυτόν τον ρόλο εισπράττει χωρίς άγχος και χωρίς ευθύνη τους μισθούς της.

Αυτό όμως σημαίνει το εξής: Το ελληνικό κρατικό σύστημα του υπερσυγκεντρωτισμού δεν τη συνέφερε πλέον. Η διαχείριση του κεφαλαίου απαιτεί ευθύνη, έλεγχο και συγκρούσεις. Πρέπει να κυνηγάς το διαχειριστή να μην κλέβει, να στύβεις το κεφάλι σου να βρεις αγορές, να πουλάς τα προϊόντα του δημοσίου κεφαλαίου και συχνά-πυκνά να έρχεσαι σε σύγκρουση με τους εργάτες, που δικαίως εκφράζουν απαιτήσεις. Όλα αυτά απαιτούν κόπο για να έρθουν εις πέρας και επιπλέον έχουν κόστος. Έχει κόστος πολιτικό να διατηρείς τον έλεγχο του κεφαλαίου, εφόσον δημιουργείς διαρκώς εχθρούς στην προσπάθειά σου να το διατηρείς υγιές. Εχθρούς ανάμεσα στους κλέφτες "συντρόφους", που διαρκώς θα σε απειλούν, όταν δεν τους αφήνεις να κλέβουν και εχθρούς ανάμεσα στους εργαζόμενους που απασχολείς. Όταν όμως δυσαρεστείς τόσους πολλούς, δεν μπορείς να ελπίζεις ότι θα παραμείνεις για πολύ στην εξουσία, γιατί όλοι αυτοί δεν θα σε ψηφίσουν.

Η σοσιαλιστική κυβέρνηση όλα αυτά τα αντιλαμβανόταν και γι' αυτό προχώρησε στην αλλαγή της "αλλαγής". Δεν ρίσκαρε να κρατήσει το κράτος το κεφάλαιο, γιατί τυχόν κατάρρευση της οικονομίας θα παρέσυρε στην καταστροφή και τους ίδιους ως πρόσωπα. Όταν η οικονομία φτάνει σε αδιέξοδο, αναγκαστικά μπαίνουν σε λειτουργία οι μηχανισμοί ελέγχου κι αυτό δεν συμφέρει τους κλέφτες διαχειριστές. Από τη στιγμή που η σοσιαλιστική τάξη των νεοαστών είχε ήδη κατοχυρώσει τα συμφέροντά της ως τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης, δεν είχε ενδοιασμό να ξεπουλήσει το ελληνικό κεφάλαιο, που βρισκόταν υπό την ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους.

Όταν όμως είσαι αστική τάξη, αυτό που αναζητάς είναι τα πλούσια αφεντικά. Αφεντικά στην Ελλάδα δεν υπήρχαν, γιατί οι σοσιαλιστές στην προηγούμενη περίοδο είχαν διαλύσει την ελληνική κεφαλαιοκρατία. Αναζητώντας οι αστοί του σοσιαλισμού αφεντικά, "ξαναανακάλυψαν" τη Δύση. Αυτοί που έγιναν εξουσία, φωνάζοντας ..."ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο", έβαλαν ως στόχο να γίνουν υπάλληλοί τους. Η Ελλάδα θα έμπαινε ουσιαστικά πλέον στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι αυτό θα ήταν κερδοφόρο γι' αυτούς. Γιατί; Γιατί φυσιολογικά, ως αξιωματούχοι του ευρωπαϊκού υπερκράτους, αργά η γρήγορα θα έβαζαν τους εαυτούς τους στο ενιαίο μισθολόγιο αυτού του γίγαντα. Τα 5.000.000 που ζήτησαν πρόσφατα οι βουλευτές ως μισθό δεν τα έβγαλαν από το μυαλό τους. Είναι το ύψος του μισθού ενός ευρωπαίου βουλευτή, που οι ίδιοι πλέον αντιλαμβάνονται ως συνάδελφό τους.

Έχοντας αυτοί οι αστοί εξασφαλίσει τις προσβάσεις στην εξουσία, έκαναν ό,τι χρειάστηκε για να βολευτούν καί οι ίδιοι καί τα παιδιά τους στη νέα κατάσταση. Μέσα στα πλαίσια της συνωμοτικής αστικής αλλαγής, μοιράστηκαν δεξιοί και σοσιαλιστές τις σφαίρες επιρροής τους. Δεν χρειαζόταν να μαλώνουν μεταξύ τους και να δώσουν την ευκαιρία και σε άλλους να επωφεληθούν. Για τον λόγο αυτόν όλοι βιάζονταν να μπούμε στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, που θα μας ευθυγράμμιζε με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Η ευθυγράμμιση ήταν απαραίτητη, γιατί μόνον με τον τρόπο αυτόν η ελληνική αστική τάξη θα έμπαινε στην κοινή μισθολογική κλίμακα της Ευρώπης. Επειδή πάντα αυτού του είδους οι ταξικές επιλογές απαιτούν κάποιες συλλογικές άμυνες, η αστική τάξη δημιούργησε και πάλι το κατάλληλο μπλοκ συμφερόντων. Εξασφάλισε τη συμμαχία της βάσης της αστικής τάξης, που είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως κάνουν πάντα όταν αντιλαμβάνονται κέρδος, δεν μιλάνε και δεν διαμαρτύρονται για τα όσα συμβαίνουν εις βάρος του ελληνικού λαού. Σωπαίνουν, γιατί κι αυτοί ελπίζουν να επωφεληθούν.

Απλά, μέσα στα πλαίσια της νέας κατάστασης άρχισε να ξεκαθαρίζει το τοπίο, που θα προσδιορίζει απόλυτα τον ρόλο του καθενός. Όπως στην προηγούμενη κατάσταση όπου οι μεγαλοαστοί έπαιρναν τα "φιλέτα" της απασχόλησης με ένα πτυχίο ανώτατης σχολής, ενώ οι υπάλληλοι βολεύονταν με το απολυτήριο του Λυκείου, έτσι θα γίνει και σήμερα. Απλά οι αναλογίες αλλάζουν. Οι μεγαλοαστοί σήμερα εξασφάλισαν στα παιδιά τους πτυχία των μεγάλων δυτικών πανεπιστημίων, ενώ σύντομα απαραίτητο προσόν για τον διορισμό στο δημόσιο θα είναι το ελληνικό πτυχίο ανώτατης σχολής.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θίγονται από αυτήν την απαίτηση του δημοσίου, γιατί έχουν ήδη φροντίσει για τα "προσόντα" των παιδιών τους. Μη διαθέτοντας οι ίδιοι κεφάλαιο και υποτιμώντας την ιδιότητα του εργάτη, εδώ και χρόνια προσανατολίζουν τα παιδιά τους προς τα πτυχία των Α.Ε.Ι.. Είναι δηλαδή πραγματικά σπάνιο να βρεις παιδί δημοσίου υπαλλήλου να δραστηριοποιείται στον ιδιωτικό τομέα. Οι πάντες παίρνουν ένα πτυχίο και μετά προσπαθούν με μέσον να μπούνε στο δημόσιο. Τον μόνο ασφαλή χώρο, που γνωρίζουν από το σπίτι τους πώς λειτουργεί.

Με τον τρόπο αυτόν οι αστοί θα επιτύχουν όλους τους στόχους τους ταυτόχρονα. Θα στεγανοποιήσουν τις ανώτατες θέσεις του κρατικού μηχανισμού και θα τις μοιράζονται μεταξύ τους. Προσφέροντας ευρωπαϊκό μισθό στους δημοσίους υπαλλήλους, δεν θα έχουν αντιδράσεις για τη στεγανοποίηση αυτήν. Επιπλέον, με το ελληνικό πτυχίο ως προαπαιτούμενο για τον ευρωπαϊκό μισθό, οι εξουσιαστές ελπίζουν να μην έρθουν σε σύγκρουση με τη σπουδάζουσα ελληνική νεολαία, που θα έχει κέρδος από τις επιλογές τους.

Η ελληνική κοινωνία πραγματικά θα παραμείνει "ανοχύρωτη", εφόσον αυτοί οι οποίοι ανάμεσα στους εργαζόμενους υποτίθεται έχουν γνώσεις για να την προστατεύσουν, δεν θα έχουν κοινά συμφέροντα μ' αυτήν. Αυτοί θα παρακαλάνε στα γραφεία των μεγαλοαστών για ένα βόλεμα στο δημόσιο μηχανισμό. Ποιος θα βοηθήσει τον ελληνικό λαό; Το μορφωμένο παιδί του δημοσίου υπαλλήλου, που βλέπει τον εργάτη σαν εξωγήινο; Που δεν μπορεί να καταλάβει γιατί διαμαρτύρεται ο "αχάριστος", αφού κατορθώνει και ζει;

Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης γιατί το σύστημα επένδυσε στους τεμπέληδες "προσεχώς διευθυντές". Μπορεί να καταλάβει γιατί ξευτέλισε τα πανεπιστήμια και "παράγει" πτυχιούχους "επιστήμονες" με τον τόνο. Όλους αυτούς τους προορίζει για απλούς δημοσίους υπαλλήλους. Όταν ο "προσεχώς διευθυντής" είναι παντελώς άσχετος, ακόμα και με το αντικείμενο που έχει σπουδάσει και ταυτόχρονα είναι και τεμπέλης, είναι σε θέση ακόμα και να σκοτώσει για να βολευτεί στην "παιδική χαρά" των τεμπέληδων, που είναι το δημόσιο.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι όλοι αυτοί οι παντελώς άσχετοι έως παντελώς αγράμματοι πτυχιούχοι, που αποφοιτούν κατά χιλιάδες από τα ανυπόληπτα ελληνικά πανεπιστήμια, θα γίνουν οι υπέρμαχοι της αστικής τάξης και η βασική άμυνά της. Αυτοί θ' αντικαταστήσουν τους παλιούς υπαλλήλους, που νόμιζαν ότι το απολυτήριο Λυκείου ήταν ένας σοβαρός λόγος να τους θεωρείς μορφωμένους και άρα να τους πληρώνεις ως τέτοιους. Μιλάμε ότι θα γίνει "σφαγή" για μια θέση στο δημόσιο.

Ήδη άρχισαν τα "όργανα" με τους "μορφωμένους". Βλέπουμε τι γίνεται με τα ΤΕΙ. Όλοι αυτοί θέλουν να ανωτατοποιηθούν οι σχολές τους, για να πάρουν θέση βολέματος στην "παιδική χαρά" του δημοσίου. "Τρέχουν" οι σπουδαστές των ΤΕΙ, προκειμένου τα πτυχία τους να γίνουν "διαβατήρια" για το δημόσιο. Δεν ενδιαφέρονται για τις σχολές τους και για το αν τα προγράμματα σπουδών τους είναι ικανοποιητικά, στο σημείο που να τους επιτρέπουν να εργάζονται. Ενδιαφέρονται για την "αξία" του πτυχίου τους. Ενδιαφέρονται για την οικονομική του απόδοση. Από την άλλη πλευρά οι "επιστήμονες" των ΑΕΙ και επίσης ημιαγράμματοι, προσπαθούν να διατηρήσουν τα κεκτημένα.

Θα "σκοτωθούν" μεταξύ τους τα πειναλέα και προπαντώς τεμπέλικα παιδιά μας. Θα "σκοτωθούν" μεταξύ τους οι επισήμως "προσεχώς διευθυντές" με τους επισήμως σήμερα "προσεχώς υποδιευθυντές". Θα δούμε απίθανα πράγματα από αυτά τα ημιαμόρφωτα λιγούρια· τα ξεδιάντροπα παιδιά μας, που έχουν το θράσος να φωνάζουν συνθήματα του τύπου ..."εμπρός λαέ μη σκύβεις το κεφάλι". Αυτοί που έπρεπε να φωνάζουν ..."εμπρός λαέ κορόιδο πλήρωσε κι εμάς". Έτσι κάνουν πάντα οι "επιστήμονες" έτσι κάνουν κι αυτοί. Είναι θέμα ανώτατης εκπαίδευσης να φωνάζεις με πάθος ..."δώσε και σε μένα μπάρμπα".

Για όλους αυτούς τους λόγους η αστική τάξη βιαζόταν να μπούμε στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα πάση θυσία. Το κόστος όμως αυτής της ενοποίησης δεν το πλήρωσε η αστική τάξη, που όλο αυτό το διάστημα καί εργαζόταν καί έπαιρνε τις νόμιμες αυξήσεις της. Το κόστος το πλήρωσε ο λαός και το ελληνικό κεφάλαιο, που είναι η περιουσία του. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, έπρεπε να καταστραφεί μεγάλο μέρος του ελληνικού κεφαλαίου και οι εργάτες —που δεν έμειναν άνεργοι— να δουλεύουν σχεδόν τζάμπα.

Για τον λόγο αυτόν τον τελευταίο καιρό όλοι οι Έλληνες πολιτικοί, ανάμεσά τους και οι φασίζοντες δεξιοί, λατρεύουν τους λαθρομετανάστες. Οι άνεργοι Έλληνες δεν έχουν απαίτηση να πληρώνονται και φυτοζωούν με τα ταμεία ανεργίας και οι λαθρομετανάστες αρκούνται σε ό,τι τους δίνουν. Το άθροισμα του κόστους αυτών που δουλεύουν κι αυτών που κάθονται είναι κατώτερο του νόμιμου εργατικού μισθού και αυτός το τεχνητός "μισθός" είναι αυτός που δημιούργησε την πλαστή κατάσταση η οποία μας οδήγησε στην ενοποίηση. Αυτή η "πατέντα", που βέβαια δεν μπορεί να είναι μόνιμη, ήταν αυτή που έβαλε τεχνητά την Ελλάδα στην τροχιά της ενοποίησης. Το γεγονός ότι δεν είναι μόνιμη, δεν τους απασχολεί, γιατί, αν καταφέρουν αυτοί να κάνουν αυτό το οποίο θέλουν, δεν μπορείς να τους ανατρέψεις. Μετά εσύ είσαι ένας άνεργος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι αυτοί όχι. Τι θα κάνεις; Θα τους σκοτώσεις επειδή έχουν δουλειά; Αυτοί κινδυνεύουν μόνον όταν εξυπηρετούν τα αφεντικά τους και άρα μόνον στο μεταβατικό στάδιο. Αν δηλαδή δεν τους προλάβουμε στο στάδιο αυτό, το παιχνίδι θα το χάσουμε καί ως λαός καί ως άτομα.

Πώς μπορούμε να τους προλάβουμε; Αυτό γίνεται μόνον αν γνωρίζουμε τα συμφέροντα εκείνων, που τους έχουν υποσχεθεί να τους πληρώνουν. Αν καταλάβουμε τι επιδιώκουν οι Αμερικανοευρωπαίοι κυρίαρχοι της Νέας Τάξης Πραγμάτων, μπορούμε να τους σταματήσουμε και μετά ν' αρπάξουμε την κυβέρνηση και να την κρεμάσουμε στην Πλατεία Συντάγματος. Μιλάμε για κρέμασμα, γιατί στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει προδοσία και κατάκτηση. Ό,τι δεν κατάφερε ο Χίτλερ με τις μεραρχίες του, το κατάφεραν οι απόγονοί του με λίγα μάρκα. Ο πρώτος απέτυχε, γιατί το κεφάλαιο και οι ιδιοκτήτες του πάντα αντιδρούν στην κατάκτηση. Ο ελληνικός λαός πολέμησε εναντίον του Χίτλερ, γιατί οι κεφαλαιοκράτες και ο λαός ιδιοκτήτης τής Ελλάδας αμύνθηκαν. Οι επίγονοι του Χίτλερ κατάφεραν να κατακτήσουν την Ελλάδα, γιατί το ελληνικό κεφάλαιο βρισκόταν υπό τη διαχείριση αστών και όχι των ιδιοκτητών τους.

Οι σοσιαλιστές αστοί με τη σοσιαλιστική πολιτική τους διέλυσαν την κεφαλαιοκρατία και πρόδωσαν τον εργαζόμενο ελληνικό λαό. Όταν οι κεφαλαιοκράτες —με τα άμεσα συμφέροντα που θίγονται από την κατάκτηση— δεν υπάρχουν, πώς θα αμυνθεί ο εργαζόμενος λαός με τα έμμεσα συμφέροντα, που επιπλέον δεν γνωρίζει τι συμβαίνει; Τα πάντα ήταν εύκολα για τους κατακτητές, γιατί οι διαχειριστές δεν αγωνίζονται για το κεφάλαιο. Αν τους υποσχεθείς καλύτερους μισθούς το εγκαταλείπουν στην τύχη του.

Για να γίνουν όλα αυτά αντιληπτά, θα πρέπει να γνωρίζουμε πώς έγιναν και προπαντώς τι επιδιώκουν οι σύγχρονοι κατακτητές. Αυτά που επιδιώκουν οι ισχυροί Ευρωπαίοι είναι τα εξής: Προσπαθούν ν' αρπάξουν τα φιλέτα του ελληνικού κρατικού κεφαλαίου και με ψίχουλα να γίνουν πλουσιότεροι απ' ό,τι ήδη είναι, εις βάρος του ελληνικού λαού. Το δεύτερο που επιδιώκουν είναι να μετατρέψουν την ελληνική αγορά σε φέουδό τους, που θα την "αρμέγουν" μονοπωλιακά. Το τρίτο που επιδιώκουν είναι να εκμεταλλευτούν το μοναδικής αξίας ακίνητο ελληνικό κεφάλαιο.

Μέσα στα πλαίσια αυτών των συμφερόντων, δίνουν εντολές στην ελληνική κυβέρνηση κι αυτή εκτελεί, εφόσον επιθυμεί να δείξει ότι θα γίνει μια καλή υπάλληλος των νέων αφεντικών. Αυτά τα συμφέροντα είναι κοινά για τους αστούς και γι' αυτόν τον λόγο, παρ' όλο που διαπράττονται εγκλήματα, κανένας δεν διαμαρτύρεται. Όταν αυτός που σου δίνει εντολές μπορεί να σου υποσχεθεί το μόνιμο βόλεμά σου, είναι εύκολο να υπακούσεις. Αυτά που έχουν υποσχεθεί οι Δυτικοί —και τους δίνουν το δικαίωμα να δίνουν εντολές— είναι η διασφάλιση των συμφερόντων των μεγαλοαστών. Οι Δυτικοί έχουν υποσχεθεί στην ελληνική μεγαλοαστική τάξη ότι μέσα στα πλαίσια του υπό σύσταση ευρωπαϊκού υπερκράτους θα πληρώνουν το ελληνικό δημόσιο και τους εργαζόμενους σ' αυτό με μισθούς ανάλογους αυτών που εισπράττουν οι Ευρωπαίοι υπάλληλοι.

Επιπλέον έχουν υποσχεθεί να βολεύουν πλουσιοπάροχα τα παιδιά της αστικής τάξης, εφόσον εύκολα θα τα αναγνωρίζουν από τα πτυχία τους. Τέλος τους έχουν υποσχεθεί ότι αυτό το βόλεμα δεν θ' αφορά μόνον τον δημόσιο τομέα, αλλά και τον αντίστοιχο ιδιωτικό τομέα. Αυτό είναι κάτι που γίνεται εύκολα και το βλέπουμε να συμβαίνει καθημερινά. Οι Δυτικοί, ελέγχοντας τις πολυεθνικές που δεσπόζουν στην ελληνική αγορά, δίνουν ήδη τις καλύτερες θέσεις εργασίας στα ίδια άτομα με τα ίδια προσόντα.

Έχοντας η ευρωπαϊκή εξουσία διασφαλίσει τα συμφέροντά των Ελλήνων μεγαλοαστών, έχει το δικαίωμα να τους δίνει εντολές και να ελέγχει αυτούς που προστάζει. Οι εντολές που έχει δώσει η ηγεσία της Ευρώπης στους Έλληνες αστούς είναι οι εξής: Πρώτον, να προχωρήσει το κράτος στις ιδιωτικοποιήσεις των μεγάλων και χρυσοφόρων κρατικών επιχειρήσεων. Επιχειρήσεις όπως η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, ακόμα και τα κρατικά νοσοκομεία, σύντομα θα περάσουν σε χέρια πλούσιων Ευρωπαίων. Δεύτερον, έδωσαν εντολή ν' "ανοίξει" την ελληνική αγορά στο σύνολο των προϊόντων των πολυεθνικών και να πάψει ν' ασκεί προστατευτική πολιτική, έχοντας ως στόχο την επιβίωση κάποιων ελληνικών επιχειρήσεων και τις θέσεις των εργατών τους. Μάλιστα, επειδή οι Δυτικοί είναι άπληστοι και βιαστικοί κι αντιλαμβάνονται πλέον την Ελλάδα σαν αποικία τους, δεν αρκέστηκαν στην πώληση των προϊόντων τους μέσα στην αγορά, αλλά θέλησαν και πήραν και τα εμπορικά δικαιώματα μέσα σ' αυτήν. Τα περισσότερα πολυκαταστήματα αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα είναι ξένων συμφερόντων. Τα ελληνικά εμπορικά καταστήματα, μη αντέχοντας τον ανταγωνισμό, κλείνουν το ένα μετά το άλλο.

Τέλος έδωσαν εντολή ν' αλλάξει όλη η σχετική νομοθεσία, που αφορά το θέμα της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα. Με νέους νόμους επιτρέπεται στον οποιονδήποτε ξένο να γίνεται νόμιμος κάτοχος ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα. Ο καθένας δηλαδή μπορεί να πάρει στο όνομά του τίτλους ιδιοκτησίας στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να μπουν οι πολυεθνικές του τουρισμού και να εξαγοράσουν όποιο μέρος έχει τουριστική αξία στην Ελλάδα. Σε λίγα χρόνια ξενοδοχεία ξένων συμφερόντων θα λειτουργούν ως κράτος εν κράτει μέσα στη χώρα μας. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια συμφερόντων συντάχτηκε κι ο πρόσφατος νόμος, που αφορά την ιδιοκτησία των δασών.

Επειδή όμως οι ξένοι πάντα φοβούνται τον λαό του οποίου θίγουν τα συμφέροντα, πάντα φροντίζουν να τον εξασθενίσουν πριν του επιτεθούν. Για να καταλάβει κάποιος ποια μεθοδολογία ακολούθησαν, προκειμένου να εξασθενήσουν τον ελληνικό λαό, θα πρέπει να γνωρίζει τι δίνει δύναμη σε έναν λαό. Τι δίνει δύναμη σε έναν λαό; Το κεφάλαιο για τους κεφαλαιοκράτες και ο πλούτος για τον εργαζόμενο λαό. Όταν ένας λαός διαθέτει ισχυρή κεφαλαιοκρατία και εργαζόμενους με "κομπόδεμα", δεν μπορείς να τον λεηλατήσεις, γιατί είναι ισχυρός. Ένας τέτοιος λαός δεν νικιέται με τίποτε. Ακόμα κι αν η υπάρχουσα κεφαλαιοκρατία χάσει τη μάχη της αγοράς, ο πλούτος του λαού θα γεννήσει νέα κεφαλαιοκρατία.

Οι Δυτικοί γνώριζαν τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Κεφάλαιο ιδιωτικό έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε στην ποσότητα που να είναι εμπόδιο στα σχέδιά τους. Το κεφάλαιο που υπήρχε και το είχαν βάλει στο στόχαστρό τους ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του κρατικής ιδιοκτησίας υπό αστική διαχείριση. Το μόνο πρόβλημα, όπως αντιλαμβανόμαστε, ήταν ο πλούτος που μπορεί να είχαν οι εργαζόμενοι, είτε σε επίπεδο ατόμου είτε σε συλλογικό επίπεδο.

Γιατί αυτός ο πλούτος ήταν εμπόδιο; Γιατί απλούστατα θα έκανε απαγορευτική την εξαγορά του δημοσίου κεφαλαίου. Αν για παράδειγμα ιδιωτικοποιούταν ο ΟΤΕ ή η ΔΕΗ υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έσπευδαν οι Έλληνες και θα επένδυαν το "κομπόδεμά" τους πάνω στις επιχειρήσεις αυτές. Αυτό θα ανέβαζε την αξία τους και δεν θα μπορούσαν οι Δυτικοί να τις εξαγοράσουν με "ψίχουλα".

Αυτά τα γνώριζαν καί οι Δυτικοί ιμπεριαλιστές καί οι Έλληνες αστοί υπηρέτες τους και γι' αυτόν τον λόγο ακολούθησαν την εξής πρακτική: Για να εξανεμίσουν το "κομπόδεμα" του ελληνικού λαού, δημιούργησαν συνθήκες κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο. Ο λαός μπήκε μέσα σ' αυτό και καταστράφηκε. Μαζί μ' αυτόν έβαλαν στην κερδοσκοπική λογική τού χρηματιστηρίου και τα ταμεία, με αποτέλεσμα να εξανεμιστούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια των εργαζομένων.

Αυτοί, δηλαδή, που δεν επέτρεπαν στο ΙΚΑ να ιδρύσει τράπεζα, επειδή "ανησυχούσαν" για τα χρήματα των εργαζομένων, ήταν οι ίδιοι που τα "πέταξαν" στους κερδοσκόπους. Δεν το άφησαν να κάνει ασφαλείς χρηματοδοτήσεις και το άφησαν να "επενδύσει". Τα χρήματά του τα πήραν με το "γάντι", εφόσον το έκαναν υποτίθεται για να στηρίξουν το χρηματιστήριο και άρα την παραγωγή. Το στήριξαν το χρηματιστήριο μέχρι να κερδίσουν τις εκλογές και μετά άφησαν τους απατεώνες να τα "φάνε" ..."Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια". Με το χρηματιστήριο εξασθένισαν καί τους εργάτες ως πρόσωπα καί το ταμείο τους. Τώρα που δεν υπάρχει καθόλου χρήμα στην αγορά, θα κατορθώσουν οι Δυτικοί και θα αγοράσουν ό,τι αξίζει από το κρατικό κεφάλαιο με "ψίχουλα".

Έχοντας επιτύχει τον στόχο τους να εξουθενώσουν τους Έλληνες εργαζομένους, προσπαθούν σήμερα να διαλύσουν το ισχυρότερο από τα ταμεία τους. Τόσο αυτούς που μας κυβερνάνε, όσο κι αυτούς που τους ελέγχουν από τις Βρυξέλλες, τους ενοχλεί ένα ισχυρό ΙΚΑ. Γιατί μπορεί να τους ενοχλεί ένα στην πραγματικότητα φαλιρημένο ταμείο; Γιατί απλούστατα φαλιρημένο-ξεφαλιρημένο μπορεί ν' αλλάξει άρδην την κατάσταση. Τα χρήματα του ΙΚΑ δεν δραπέτευσαν μόνα τους από τα ταμεία. Τα χρήματα κάποιοι τα πήραν κι αυτό είναι εύκολο ν' αποδειχθεί, εφόσον, όταν παίρνεις κάτι —έστω και νομότυπα— αφήνεις πίσω σου αποδείξεις.

Αργά ή γρήγορα δηλαδή, αν αντιδράσουν οι Έλληνες εργαζόμενοι, μπορούν μέσω του ΙΚΑ να τινάξουν στον αέρα τον σχεδιασμό της Νέας Τάξης. Γιατί; Γιατί αυτός που χρωστάει στο ΙΚΑ είναι ο ίδιος που πουλάει κεφάλαιο στους Δυτικούς και αυτός είναι το κράτος. Αν οι εργάτες το θελήσουν, μπορούν, εξαιτίας των χρεών του δημοσίου προς το ΙΚΑ, να μπλοκάρουν όλη τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων. Το κράτος, ως οφειλέτης του ΙΚΑ, θα πρέπει πρώτα να διευθετήσει τις διαφορές του μ' αυτό και μετά ν' ασχοληθεί με την περιουσία του. Πώς όμως θα διευθετήσει τις οφειλές του το μπατιροκράτος, που δεν έχει ούτε δραχμή στα ταμεία του;

Σ' ό,τι αφορά τα ταμεία —και συγκεκριμένα το ΙΚΑ— αυτό που πάνε να κάνουν είναι το εξής: Προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις προηγούμενες κακοδιαχειρίσεις, που επιτρέπουν στο κράτος να μιλάει για συντάξεις χρηματοδοτούμενες από το ίδιο. Μιλάνε για ενιαίο ασφαλιστικό φορέα με κρατική συγχρηματοδότηση κλπ., έχοντας έναν στόχο. Ποιος είναι αυτός; Να συγχωνευτούν τα ταμεία με λαϊκή έγκριση. Θέλουν να εξαφανίσουν το ΙΚΑ, γιατί φοβούνται τα χρέη του δημοσίου προς αυτό. Αυτά τα χρέη μπορούν να μπλοκάρουν τα πάντα.

Το ΙΚΑ είναι ο εφιάλτης των αστών που μας κυβερνάνε. Γιατί; Γιατί για όσο διάστημα υπάρχει αυτό το ταμείο ως νομικό πρόσωπο, δεν έχουν διασφαλίσει τα κλοπιμαία τους. Κινδυνεύουν τα σπίτια τους στις Εκάλες και οι βίλες τους στη Μύκονο για όσο διάστημα υπάρχει το ΙΚΑ. Αυτό συμβαίνει, γιατί το σύνολο των περιουσιών τους έγινε εις βάρος του κράτους. Αν το ΙΚΑ καταδιώξει νομικά το κράτος, θ' αρχίσουν οι διαχειριστικοί έλεγχοι, προκειμένου να βρεθούν τα χρήματα που έκλεψαν οι αστοί και οι περίφημοι "διαπλεκόμενοι".

Πριν δηλαδή αρχίσει η διαδικασία της συντηρητικής κατάσχεσης του κρατικού κεφαλαίου, το κράτος είναι υποχρεωμένο να ψάξει να βρει τα χρήματα που χρειάζεται. Στη φάση αυτήν κινδυνεύουν οι αστοί. Το ΙΚΑ γι' αυτόν τον λόγο είναι ο εφιάλτης τους. Το κράτος δεν χρωστάει στους πολίτες του. Το κράτος χρωστάει στο ΙΚΑ. Για όσο διάστημα αυτό υπάρχει, κινδυνεύουν αυτοί που έκλεψαν το κράτος. Αν διαλυθεί το ΙΚΑ, εξαφανίζονται τα χρέη του κράτους και ταυτόχρονα διασφαλίζονται οι περιουσίες αυτών που έκλεψαν το κράτος.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που σήμερα —και σε ανύποπτο χρόνο— προέκυψε το ασφαλιστικό πρόβλημα. Συνήθως το κράτος αντιμετωπίζει τα προβλήματα όταν φτάσει ο "κόμπος στο χτένι" και όχι νωρίτερα, γιατί φοβάται το πολιτικό κόστος το οποίο θα πρόκυψη, όταν πρέπει να πάρει σκληρές αποφάσεις, για να μπαλώσει τις "τρύπες" που η κακοδιαχείρισή του "ανοίγει". Το ΙΚΑ ακόμα και στην άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα, εύκολα ή δύσκολα μπορεί για άλλα δέκα χρόνια να πληρώνει τις συντάξεις και ν' αντεπεξέρχεται στις υποχρεώσεις του.

Πολλοί βγήκαν και είπαν ότι η κυβέρνηση από ευαισθησία ανακίνησε αυτό το θέμα, γιατί ήθελε να το επιλύσει πριν φτάσει στα όρια. Λάθος. Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο πιεστικές ανάγκες θα έχει το ταμείο κι αυτές οι ανάγκες θα πιέζουν την ίδια. Όταν όμως θα φτάσουμε στα όρια και οι εργαζόμενοι θα ζητήσουν συντάξεις, που δεν θα μπορούν να δοθούν, τότε αναγκαστικά θ' ανοίξουν τα "τεφτέρια" για να δουν πού πήγαν τα χρήματά τους. Αυτό όμως θα μπλοκάρει τα πάντα, γιατί το ταμείο αναγκαστικά θα πρέπει να στραφεί εναντίον του μεγαλύτερου οφειλέτη του, που είναι το κράτος.

Για ν' αποφύγουν αυτήν την πραγματικά δύσκολη κατάσταση, οι κυβερνώντες κάνουν το εξής: Τώρα που ακόμα έχει κάποιες δυνάμεις το ΙΚΑ, θα επιχειρήσουν να δημιουργήσουν με τα χρήματά του τον κοινό δημόσιο ασφαλιστικό φορέα. Με τη λαϊκή συναίνεση θα επιχειρήσουν να διαλύσουν το ΙΚΑ ως ταμείο και ως νομικό πρόσωπο και μ' αυτήν την πράξη θα επιχειρήσουν να σβήσουν τα χρέη του κράτους, εφόσον θα γίνει γενική εκκαθάριση. Στο επόμενο διάστημα θα πληρώνουν τις συντάξεις από ένα νέο δημόσιο ταμείο. Ένα ταμείο που θα γεμίσει με χρήματα του ΙΚΑ, με μέρος των εισπράξεων από τις ιδιωτικοποιήσεις, με έσοδα από τη φορολογία και με χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν αυτά τα χρήματα τελειώσουν, οι συνθήκες θα είναι διαφορετικές.

Για τον λόγο αυτόν πιο πάνω θεωρήσαμε ως σημαντικό το γεγονός ότι το κράτος δεν χρωστάει στους πολίτες του αλλά στο ΙΚΑ. Από τη στιγμή που θα δεχθούν οι εργαζόμενοι ιδιοκτήτες του ΙΚΑ να πάρουν δημόσια σύνταξη, αυτό σημαίνει ότι θα δεχθούν να παραχωρήσουν τις εισφορές τους στο κράτος. Αυτό όμως σημαίνει ότι από εκείνο το σημείο κι έπειτα θα εξαρτώνται απόλυτα από το κράτος και άρα δεν θα έχουν δικαιώματα, εφόσον το κράτος δεν τους οφείλει τίποτε προσωπικά. Όταν τα χρήματα τελειώσουν, δεν θα μπορούν να διαμαρτύρονται, γιατί εκείνη την εποχή δεν θα πληρώνονται από δικό τους ταμείο, αλλά από την κρατική "τσέπη".

Έτσι μια μέρα απλά θα πει το κράτος …"δεν έχω" και κανείς δεν θα μπορεί ν' αντιδράσει. Τι θα πεις τότε στο κράτος; Ότι έχει; Όταν είχε έδινε …τώρα δεν έχει και δεν δίνει. Δικαίωμά του είναι να κάνει ό,τι θέλει με την "τσέπη" του. Από εκεί και πέρα όποιος δεν αντιδρά θα παίρνει κάποια επιδόματα της ξεφτίλας και δεν θα μιλά. Η παραγωγή στη χώρα σε λίγα χρόνια θα έχει διαλυθεί πλήρως και στην πραγματικότητα δεν θα υπάρχει εργαζόμενος που θα δικαιούται να φωνάζει για ικανοποιητική σύνταξη.

Όταν δεν πληρώνεις ασφάλιστρα σε ένα ταμείο, δεν μπορείς να φωνάζεις. Σήμερα μπορούν να φωνάζουν οι εργάτες, γιατί απλούστατα έχουν πληρώσει. Τα δικά τους χρήματα διεκδικούν και δεν τους ενδιαφέρουν τα χρήματα του κράτους. Σήμερα μπορούν να φωνάζουν οι εργάτες και οι συνταξιούχοι, γιατί τα βιβλιάρια των ενσήμων τους είναι όμοια με τα τραπεζικά βιβλιάρια. Αν αυτά τα βιβλιάρια τα "πετάξουν" κι αφεθούν στην κοινωνική πολιτική του κράτους, θα είναι απλά άποροι σε μια χώρα που μαστίζεται από ανεργία.

Αυτή η κατάσταση της κολοσσιαίας ανεργίας δεν τρομάζει το κράτος. Αυτήν η κατάσταση της κολοσσιαίας ανεργίας και της άπειρης φτώχειας δεν τρομάζει τους κρατούντες. Είναι μια κατάσταση την οποία τη γνωρίζει το σύστημα και μπορεί να τη χειριστεί. Εδώ και δεκαετίες έτσι ζει για παράδειγμα ο βρετανικός λαός. Βλέπεις ολόκληρες μεγαλουπόλεις στη Βρετανία, όπου δεν εργάζεται κανένας. Κάθονται και ζουν οριακά φτωχά και δεν διαμαρτύρονται, γιατί φοβούνται να μην χάσουν το επίδομα ανεργίας, που στην πραγματικότητα είναι επίδομα απορίας, εφόσον δεν υπάρχει ούτε η θεωρητική περίπτωση να βρουν δουλειά.

Από τη στιγμή που όλοι αυτοί οι υποτιθέμενοι εργάτες δεν δούλεψαν, δεν δουλεύουν και ούτε υπάρχει πιθανότητα να δουλέψουν στο μέλλον, είναι άποροι και όχι άνεργοι. Αυτοί είναι οι δουλοπάροικοι της μεταβιομηχανικής εποχής. Τα "κατοικίδια" της βρετανικής κοινωνίας. Αυτοί που και μόνο που επιβιώνουν το οφείλουν στο κράτος. Άνθρωποι που κρυώνουν όταν κάνει κρύο, πεινάνε κάθε μέρα και όταν μπορούν μεθάνε, για να κάνουν ανεκτή τη ζωή τους.

Αναφερόμαστε στο βρετανικό μοντέλο, γιατί αυτό έχει επιλεχθεί να γίνει το μοντέλο της Νέας Τάξης για την "ανεπτυγμένη" Δύση. Το μοντέλο αυτό λειτουργεί εδώ και χρόνια κι αυτό δίνει σιγουριά στους εξουσιαστές μας, που επενδύουν στην αποβιομηχάνιση της χώρας. Η επιλογή δηλαδή του βρετανικού μοντέλου κοινωνικής διαχείρισης δεν έγινε στην τύχη. Δεν έχει σχέση με την καταγωγή των σημερινών "πλανηταρχών". Αυτό το μοντέλο λειτούργησε υπό αυτές τις συνθήκες κι αυτό επιλέχθηκε.

Γιατί λειτούργησε; Γιατί η Βρετανία ήταν η μοναδική μεγάλη βιομηχανική χώρα, που δεν σεβάστηκε ποτέ την ιδιότητα του εργάτη. Επειδή βασιζόταν στην αποικιοκρατία, "κατασκεύαζε" συνειδητά αστούς εις βάρος της εργατικής τάξης. Ακόμα και οι εργάτες της εκπαιδεύονταν με την αστική λογική, εφόσον μέσα στην αυτοκρατορία το σύνολο των εργατών δεν ήταν εθνικά ενιαίο και άρα δεν υπήρχε κοινό μπλοκ συμφερόντων μεταξύ αυτών των εργατών.

Οι αποικίες της Βρετανίας επέτρεπαν στο κράτος της να "κατασκευάζει", εκτός από τους κλασικούς αστούς "προσεχώς διευθυντές", τους "προσεχώς αξιωματικούς" κλπ., και κοινούς ανθρώπους, που απλά θα υπερείχαν έναντι άλλων κοινών ανθρώπων λόγω καταγωγής και για κανέναν άλλο λόγο. Εργάτες, που λόγω καταγωγής εκπαιδεύονταν ως "προσεχώς αρχιεργάτες-διευθυντές", στρατιώτες, που θα εκπαιδευόταν ως "προσεχώς λοχίες" κλπ..

Εκπαίδευε δηλαδή κοινούς εργαζόμενους να διαφοροποιούνται από ομοίους τους. Εξειδίκευε το "τίποτε", για να το ευνοήσει εις βάρος των Ινδών, των Ροδεσιανών κλπ.. Τους "κατασκεύαζε" και μπορούσε και τους βόλευε στις αποικίες της. Η Βρετανία "γέννησε" πρώτη την άθλια εργατοαστική τάξη. Αυτό δεν το έκανε από αγάπη προς τους πολίτες της, αλλά για να εξασφαλίσει συνενόχους στη σκληρή ιμπεριαλιστική της πολιτική. Όταν τελείωσε η αποικιοκρατική περίοδος, η Βρετανία δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί και καταστράφηκε ο κοινωνικός της ιστός, χωρίς όμως να καταστραφεί το κράτος.

Ο κοινωνικός ιστός καταστράφηκε από τη στιγμή που υπάρχουν σήμερα στη βρετανική κοινωνία δύο μεγάλα κοινωνικά στρώματα ασύνδετα μεταξύ τους. Από τη μία υπάρχουν οι κεφαλαιοκράτες και οι καλά εκπαιδευμένοι αστοί εργαζόμενοι, που ζουν εξαιτίας της εργασίας τους κι απολαμβάνουν το σύνολο των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Από την άλλη υπάρχουν οι εκπαιδευμένοι να υπερέχουν έναντι "κατώτερων", χωρίς να υπάρχουν όμως "κατώτεροι" στην συρρικνωμένη βρετανική αυτοκρατορία. Αυτοί είναι αστοεργάτες, που είναι μονίμως άνεργοι και που συντηρούνται από την κοινωνική πολιτική του κράτους, το οποίο απλά τους βοηθά να επιβιώσουν. Το εξειδικευμένο και αστίζον "τίποτε", σήμερα είναι άνεργο και θεόφτωχο.

Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι και υπάνθρωποι στη Βρετανία. Γιατί τους αποκαλούμε υπάνθρωπους; Γιατί απλούστατα ένας άνθρωπος, που δεν είναι αυτοσυντηρούμενος, δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως αρμόζει σε έναν ελεύθερο άνθρωπο μέσα σε μια κοινωνία. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του. Τι είδους δικαιώματα μπορεί ν' απολαμβάνει ένας άνθρωπος, που, όταν θίγονται τα συμφέροντά του και θέλει να αντιδράσει, μπορεί το σύστημα να τον οδηγήσει στο θάνατο, στερώντας του τα απαραίτητα;

Η δραματική αυτή εξέλιξη ήταν κάτι το πολύ φυσικό να γίνει, εφόσον η Βρετανία ήταν από τις πρώτες χώρες που αποβιομηχανίστηκε. Η παραγωγή της σήμερα είναι ανύπαρκτη και η εργατική της τάξη μονίμως άνεργη. Απλά, ασκώντας εμπορική ιμπεριαλιστική πολιτική και φερόμενη ως "τσιράκι" των Αμερικανών, μπορεί και μοιράζει επιδόματα ανεργίας στον εξουθενωμένο και πάμφτωχο λαό της.

Έναν λαό που εξαιτίας της λανθασμένης εκπαίδευσής του τον κάνουν εύκολα συνένοχό τους. Τον εκπαιδεύουν να υποτιμά τους άλλους εργαζόμενους και να περιμένει, όπως οι πληβείοι Ρωμαίοι της αρχαιότητας, να μοιράσουν οι Λόρδοι του τα λάφυρα του ιμπεριαλισμού. Έναν λαό που σύμφωνα με βρετανικές έρευνες θα πρέπει να είναι ο πλέον φτωχός της Ευρώπης. Έναν λαό που οι δείκτες, που αφορούν την ποιότητά ζωής του, μπορούν να συγκριθούν μόνο με λαούς αφρικανικών "Μπανανιών". Αυτός ο θεόφτωχος λαός, που δεν αντιδρά στην εκμετάλλευση που υφίσταται από τους ομοεθνείς του, έχει επιπλέον και την ψευδαίσθηση ότι επωφελείται από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό έναντι των άλλων "κατώτερων" λαών.

Κάτι τέτοιο επιδιώκει να επιβάλει ως μοντέλο η Νέα Τάξη Πραγμάτων στο σύνολο της "ανεπτυγμένης" Δύσης και βέβαια και στην Ελλάδα. Επιδιώκουν να ασκούν ιμπεριαλισμό εις βάρος των μωαμεθανών, των Κινέζων κλπ. και να έχουν τη σιωπηλή υποστήριξη των λαών τους. Ελπίζουν με τα κέρδη αυτού του ιμπεριαλισμού να ταΐζουν τους λαούς τους με τη λογική που κάποιος ταΐζει το κατοικίδιό του. Οι άνεργοι λαοί της Δύσης θα εκπαιδεύονται στην υποκρισία και θα περιμένουν να μοιραστούν τα "ψίχουλα" που θα τους δίνουν οι ιμπεριαλιστές. Θα κάθονται άνεργοι και θα περιμένουν να επωφεληθούν από τους αλλοεθνείς εργαζόμενους, που πέφτουν θύματα του ιμπεριαλισμού των "αφεντικών" τους.

Αυτήν την κατάσταση γνωρίζει να τη χειρίζεται το σύστημα κι αυτό είναι κάτι που το κάνει από την εποχή της αρχαίας Ρώμης. Η συνενοχή των φτωχών στα παιχνίδια των πλουσίων είναι εύκολο να εξασφαλιστεί κι αυτό γίνεται εδώ και αιώνες. Για να γίνει αυτό αντιληπτό, δεν απαιτείται να έχει κάποιος ιδιαίτερες γνώσεις. Αρκεί να κοιτάξει γύρω του και αν μπορεί να κάνει την αυτοκριτική του. Δεν χρειάζεται δηλαδή να έχει κάποιος γνώσεις κοινωνιολογίας, για να καταλάβει γιατί οι θεόφτωχοι Βρετανοί βλέπουν τους άλλους σαν "κατώτερους" και στηρίζουν με πάθος τους ομοεθνείς τους, που τους βυθίζουν στη φτώχεια.

Αυτήν είναι μια πάγια ανθρώπινη συμπεριφορά, που έχει σχέση με την υποκρισία του ανθρώπου και την τάση του να εθελοτυφλεί. Την τάση του να κρύβει τη φτώχεια του και να παριστάνει τον "πετυχημένο" εκεί όπου μπορεί. Η συμπεριφορά των φτωχών Βρετανών προς τους αλλοεθνείς είναι όμοια με τη συμπεριφορά των φτωχών Αθηναίων προς τους επαρχιώτες, των φτωχών επαρχιωτών προς τους χωρικούς, των χωρικών προς τους γύφτους, των γύφτων προς τους τρελούς. Πάντα ο φουκαράς θα βρίσκει έναν ακόμα πιο φουκαρά, για να του κάνει τον λόρδο. Πάντα αυτός που "μαστιγώνεται" θα ψάχνει να "μαστιγώσει".

Όλοι αυτοί οι φουκαράδες παριστάνουν τους σπουδαίους και, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, μιμούνται τους δυνάστες τους. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο μυστήριο στην επένδυση του συστήματος. Το σύστημα γνωρίζει πάντα πώς να εκμεταλλεύεται τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Γνωρίζει ότι ένας φτωχός Αθηναίος για παράδειγμα, αν βρεθεί σε περιβάλλον επαρχίας, θ' αναπτύξει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Άσχετα με το αν στην Αθήνα δεν έχει να φάει και όλη την ημέρα παρακολουθεί τηλεόραση, θα πάει στην επαρχία και θα παριστάνει τον πονηρό. Θα παριστάνει τον "ημιδιάσημο", τον "ημιδιαπλεκόμενο", άσχετα αν τις πληροφορίες για όλα αυτά τις έχει από τις ίδιες πηγές που τις αντλεί και ο επαρχιώτης. Άσχετα αν δεν έχει "δει" τίποτε με βάση τις προσωπικές του εμπειρίες.

Σ' αυτές τις συμπεριφορές των φτωχών επενδύει το σύστημα της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Επενδύει στους φτωχούς, ώστε μέσω της αφέλειάς τους και της υποκρισίας τους να εξασφαλίσει συνενόχους. Εκμεταλλεύεται ασύστολα και χωρίς ενδοιασμούς τους δικούς του ανθρώπους και επενδύει στην υποκρισία. Επενδύει στη φτώχεια τους, δημιουργώντας με τον ιμπεριαλισμό του ακόμα πιο φτωχούς από τους ίδιους. Η υποκριτική συμπεριφορά των θεόφτωχων Βρετανών ή των θεόφτωχων κατοίκων των αστικών κέντρων είναι αυτή που θα δημιουργήσει τα πρότυπα της Νέας Τάξης.

Αυτήν την ανυπόφορα φτωχή ζωή μέσα στην υποκρισία προετοιμάζουν για τον ελληνικό λαό οι μεγαλοαστοί, που μιμούνται στα πάντα τις δυτικές πρακτικές. Γι' αυτό δεν τους απασχολεί ιδιαίτερα η σημερινή τεράστια ανεργία που μαστίζει τη χώρα. Γνωρίζουν ότι μπορούν να στηρίζονται στο βρετανικό μοντέλο κοινωνικής διαχείρισης. Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει, ο δρόμος για μια καλύτερη ζωή εργάτη θα είναι ανοικτός. Και πάλι οι Έλληνες θ' αρχίσουν να ξενιτεύονται. Στην Ελλάδα θα μείνουν μόνο οι πλούσιοι Έλληνες, οι δημόσιοι υπάλληλοι και όσοι μπορούν ν' ανέχονται τη φτώχεια.

Εδώ πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης γιατί ξεκινήσαμε το κείμενο με τον προσδιορισμό του όρου της "δημόσιας σύνταξης". Γι' αυτόν τον λόγο σήμερα μιλάνε οι προδότες για δημόσια σύνταξη. "Δημόσια σύνταξη" και "ασφαλισμένοι εργάτες" είναι έννοιες που δεν συναντώνται. Δημόσια σύνταξη παίρνει ο ανάπηρος ή ο άπορος. Ο ασφαλισμένος εργάτης εισπράττει ιδιόκτητη σύνταξη και όχι δημόσια. Αν θέλει το κράτος να δώσει δημόσια σύνταξη σε όλους τους Έλληνες, ας δώσει. Αν του περισσεύουν, ας δώσει και στους εργάτες. Το θέμα εδώ είναι ότι δεν νοείται με τη δημόσια σύνταξη να "καταπιείς" τα ιδιωτικά ταμεία.

Ό,τι είναι το χωράφι ενός γεωργού ή η βιοτεχνία ενός βιοτέχνη, είναι οι εισφορές του για έναν εργάτη. Είναι περιουσία του κι αυτό είναι δεδομένο. Όπως είναι παράλογο να πάρεις τη γη ή τη βιοτεχνία από κάποιον απόμαχο γεωργό ή βιοτέχνη, προκειμένου να του δώσεις σύνταξη, άλλο τόσο παράλογο είναι οι οικειοποίηση του πλούτου των ταμείων από το κράτος. Όπως θα χορτάσει κλωτσιές όποιος αρπάζει ιδιωτικά χωράφια, για να δώσει ασήμαντες δημόσιες συντάξεις, έτσι θα χορτάσουν κλωτσιές κι αυτοί που σήμερα απειλούν τα ταμεία. Γι' αυτό λέμε το εξής: Αν έχει το κράτος, ας δώσει δημόσιες συντάξεις σε όλον τον κόσμο. Αν του περισσεύουν χρήματα, ας τα μοιράσει. Όπως όμως δεν απειλεί τις περιουσίες των άλλων, έτσι δεν πρέπει ν' απειλεί και την περιουσία των εργατών που είναι το ΙΚΑ.

Τι μέλει γενέσθαι από εδώ και πέρα; Αυτό που πρέπει να γίνει ήδη το έχει καταλάβει ο αναγνώστης από τα όσα έχουμε αναφέρει μέχρι τώρα. Το ΙΚΑ θα πρέπει ν' απεγκλωβιστεί από την "τσέπη" του             κράτους. Οι ασφαλισμένοι πρέπει να φερθούν ως μέτοχοί του και να εκλέξουν μόνοι τους τη διοίκησή του. Το όλο θέμα δηλαδή, για να σωθεί το ΙΚΑ, είναι να πάψει να ελέγχεται από το κράτος. Πρέπει το κράτος να πάψει να διορίζει διοικήσεις στο ιδιωτικό ταμείο που λέγεται ΙΚΑ. Αυτό, όσο κι αν φαίνεται δύσκολο να γίνει, εφόσον αντίκειται στη βούληση του κράτους, είναι πολύ εύκολο.

Πώς αλλάζει η διοίκηση; Ακόμα και με μια απλή μήνυση ενός εργάτη, αυτό είναι δυνατό. Θα είναι ακόμα πιο εύκολο με μαζικές αγωγές των εργατών εις βάρος της διοίκησης του ΙΚΑ. Μπορούν να θέσουν θέμα αμφισβήτησης της διορισμένης από το κράτος διοίκησής του. Η κατηγορία της αμφισβήτησης είναι εύκολο να τεκμηριωθεί, εφόσον είναι εύκολο ν' αποδειχθούν τα συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των ασφαλισμένων και της διοίκησής του, που είναι διορισμένη από το κράτος. Όταν το κράτος είναι ο μεγαλοφειλέτης του ΙΚΑ, δεν είναι δυνατόν να διορίζει μόνο του τη διοίκησή του.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Οι εργάτες, που με τις αγωγές τους αμφισβητούν τη διοίκηση του ΙΚΑ, θα περιμένουν την αντίδρασή της. Θα περιμένουν να δρομολογηθούν εξελίξεις στα διοικητικά του και, αν δεν συμβεί αυτό, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να τους επιστραφούν τα χρήματα που έχουν καταθέσει στο ΙΚΑ. Είναι θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα για τον άνθρωπο να προστατεύει την περιουσία του και οι εισφορές των εργατών είναι περιουσία τους.

Στο σημείο αυτό δεν παίζει ρόλο η υποχρεωτική ασφάλιση των εργατών του ΙΚΑ. Δεν παίζει ρόλο το καταστατικό λειτουργίας του σ' ό,τι αφορά τις εισφορές. Δεν έχει σημασία δηλαδή, αν σ' αυτό το καταστατικό δεν προβλέπεται η περίπτωση να επιστραφούν σε κάποιον ασφαλισμένο τα χρήματά του. Το λεπτό σημείο εδώ είναι άλλο. Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός που διαχειρίζεται τα χρήματά σου είναι κλέφτης, είναι δικαίωμά σου να σπεύσεις να τα προστατεύσεις, άσχετα με το καταστατικό. Είναι ίδια περίπτωση με τις "κλειστές" καταθέσεις στις τράπεζες. Είναι δυνατόν κάποιος μεγαλοκαταθέτης σε μια τράπεζα, που αποδεδειγμένα βαδίζει προς την καταστροφή λόγω διαφθοράς και κακοδιοίκησης, να μην ενδιαφερθεί για τις καταθέσεις του; Πότε θα διαμαρτυρηθεί με όλα τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του; Μήπως θα περιμένει να λήξουν οι προθεσμίες, γιατί έχει αποδεχθεί τους όρους της "κλειστής" κατάθεσης; Τι θα ζητήσει ως αποζημίωση για την απώλεια της περιουσίας του, αν στον χρόνο όπου θα έχει δικαιώματα πάνω στις καταθέσεις του η τράπεζα θα έχει κλείσει; Οι όροι για τις "κλειστές" καταθέσεις ισχύουν μόνον για όσο διάστημα η τράπεζα αποδεικνύει με όλα τα μέσα ότι δεν απειλεί την περιουσία τού πελάτη της. Είναι υποχρεωμένη η κάθε τράπεζα ν' αποδεικνύει την ορθή διαχείρισή της στους πελάτες της, άσχετα με την ιδιαιτερότητα που έχει η μεταξύ τους συνεργασία.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με τα ταμεία των ιδιωτών. Άσχετα δηλαδή με το τι ισχύει και τι όχι με τις εισφορές των εργατών, όταν υπάρχει περίπτωση κακοδιαχείρισης, ισχύει το θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου να προστατεύσει την περιουσία του. Εξελίξεις δηλαδή στην περίπτωση αυτήν είναι να παραιτηθεί η διοίκηση του ΙΚΑ και ν' αναλάβει μια νέα, υπό εντελώς διαφορετικούς όρους σ' ό,τι αφορούν τα διοικητικά και με τους ίδιους όρους σ' ό,τι αφορά τους ασφαλισμένους και τις εισφορές τους. Επιπλέον, πρέπει να προβλέπεται στις αγωγές των εργατών ότι στον χρόνο όπου δεν παραιτείται η διορισμένη από το κράτος διοίκηση, θα έχει αστικές ευθύνες η ίδια για όσες απώλειες θα επιβαρύνουν το ΙΚΑ στο κρίσιμο διάστημα της αμφισβήτησής της.

Η σημερινή διοίκηση, με βάση αυτά τα δεδομένα, θα πρέπει να εγκαταλείψει τη θέση της και να δημιουργήσει τις συνθήκες που απαιτούνται για την ομαλή διαδοχή της από άλλη διοίκηση. Είναι υποχρεωμένη από τον νόμο, ως παραιτηθείσα διοίκηση, να καταθέσει τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία του ιδρύματος σε δημόσια θέα, ώστε να κριθεί η ίδια καί από τους ασφαλισμένους του ιδρύματος, αλλά καί από τους υποψήφιους διαχειριστές του. Από εκεί και πέρα να γίνει διαγωνισμός μεταξύ ιδιωτικών εταιρειών για τη διοίκησή του.

Δεν πρέπει να επαναληφθούν τα σφάλματα του παρελθόντος. Να μην αναλάβουν τα "φιλότιμα" παιδιά της εργατιάς τη διοίκησή του. Τα είδαμε αυτά τα παιδιά και χορτάσαμε από τη "φιλοτιμία" τους. Είδαμε ότι, όταν βρίσκονται μπροστά σε ανοικτά ταμεία, όχι μόνον τα χέρια, αλλά και τα πόδια βάζουν μέσα. Ως εκ τούτου αυτό που λέμε είναι ν' αναλάβει το ΙΚΑ μια ιδιωτική εταιρεία σκληρών διαχειριστών. Να πληρώνεται καλά, για να κάνει ό,τι συμφέρει το ίδρυμα. Να έχει ευθύνες απέναντι στους εργοδότες της. Να πηγαίνει φυλακή όταν κάνει λάθη. Οι πολυεθνικές εμπιστεύονται τις τύχες τους σε τέτοιες εταιρείες και σίγουρα δεν ζημιώθηκαν από αυτό. Ζημιώθηκε αυτός που, συναισθηματικά σκεπτόμενος, έβαλε τα ανίκανα παιδιά του να διαχειρίζονται πράγματα που δεν γνώριζαν. Ζημιώθηκε αυτός που έβαλε άσχετα και κουτοπόνηρα πρόβατα μέσα σε περιβάλλον αιμοβόρων λύκων.

Από εκεί και πέρα η διοίκηση αυτή να βρει ποιος χρωστάει τι στο ίδρυμα και να κινηθεί νομικά εναντίον του, για να πάρει πίσω αυτά που του ανήκουν. Στις διευθετήσεις αυτές οι όροι είναι καθαρά οικονομικοί. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπουν μέσα σ' αυτούς τους όρους πολιτικές ηλιθιότητες. Δεν μπορείς να "δουλεύεις" ένα ιδιωτικό ίδρυμα με ομόλογα του δημοσίου, όπως κάνει σήμερα το κράτος. Αυτό κι αν είναι από τα πιο απίθανα πράγματα που έχουμε δει ποτέ. Είναι σαν να χρωστάει κάποιος χρήματα σε κάποιον και να τον υποχρεώνει να δεχθεί ως εξόφληση τις αποδεδειγμένα ακάλυπτες επιταγές του.

Αυτό κάνει το κράτος σήμερα εις βάρος του ΙΚΑ. Δεν φτάνει που ξεπουλάει το δημόσιο κεφάλαιο, που είναι το μόνο ισχυρό του έρεισμα, αλλά ταυτόχρονα ξεπληρώνει ένα ιδιωτικό ταμείο με χαρτιά που έχουν νόημα μόνον όταν αυτό είναι ισχυρό. Το κράτος χρήματα χρωστάει στο ΙΚΑ και χρήματα πρέπει να του δώσει. Το μόνο υποκατάστατο για το χρήμα στην περίπτωση αυτήν είναι το κεφάλαιο και το κράτος διαθέτει τέτοιο. Το ΙΚΑ, ως ιδιώτης, θα πρέπει να κινηθεί δικαστικά εναντίον των ιδιωτών που του χρωστάνε. Στο επίπεδο αυτό μπορεί να κινήσει δικαστική διαδικασία καί εις βάρος του κράτους. Το κράτος, με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και την ιδιωτική του ιδιοκτησία, θα πρέπει να κυνηγηθεί από το ΙΚΑ.

Δεν κυνηγάς το κράτος υπηρέτη του λαού. Το κράτος που εκπαιδεύει, αποδίδει δικαιοσύνη ή αστυνομεύει κλπ. και που υπηρετεί τον λαό και ανήκει σε όλον τον λαό. Κυνηγάς το κράτος ιδιοκτήτη κεφαλαίου. Το κράτος που πουλάει υπηρεσίες και τα κέρδη του τα διαχειρίζεται όπως το βολεύουν. Όπως το κράτος ως ιδιώτης αγόραζε κεφάλαιο από ιδιώτες και συνεργαζόταν με ιδιώτες, έτσι θα διευθετήσει και τις υπόλοιπες διαφορές του με ιδιώτες, όπως το ΙΚΑ. Εδώ δεν χωράνε δικαιολογίες του τύπου …"εμείς δεν ήμασταν κυβέρνηση, όταν δημιουργούνταν τα χρέη".

Τα χρέη είναι πάντα χρέη και δεν διαγράφονται, επειδή αλλάζει η ηγεσία του οφειλέτη. Αν ήταν έτσι, κάθε φορά που μια επιχείρηση θα χρωστούσε, δεν θα ξεπλήρωνε τα χρέη της, αλλά θα άλλαζε διοίκηση. Στο επίπεδο αυτό δηλαδή το κράτος είναι απλά μια εταιρεία, που διαθέτει κεφάλαιο, εισπράττει κέρδη και έχει χρέη. Αν για παράδειγμα δεν εισέπραττε χρήματα από μια επιχείρηση όπως η ΔΕΗ και μοίραζε το ρεύμα δωρεάν, τότε θα υπήρχε πρόβλημα για τον ιδιώτη ΙΚΑ.

Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Από τη στιγμή που το κράτος χρησιμοποιεί το κεφάλαιό του ως κεφαλαιοκράτης και όχι ως υπηρέτης, υπόκειται στους νόμους της αγοράς, όπως ο τελευταίος ιδιοκτήτης κεφαλαίου της χώρας. Όπως εισπράττει κέρδη, έτσι θα πρέπει να πληρώνει τα χρέη του. Χάρισε η ΔΕΗ το ρεύμα σε κανέναν, ώστε να μην αντιμετωπιστεί ως κεφάλαιο του ιδιοκτήτη της; Τα σχολεία για παράδειγμα δεν αποτελούν κεφάλαιο και δεν διεκδικούνται από κάποιον δανειοδότη του κράτους, γιατί δεν αποδίδουν κέρδη.

Ό,τι αποδίδει κέρδος είναι κεφάλαιο και διεκδικείται. Αυτό που πρέπει δηλαδή να γίνει είναι να βρεθεί τι χρωστάει το δημόσιο στο ΙΚΑ και από εκεί και πέρα οι διαδικασίες είναι δεδομένες. Είναι διαδικασίες που αφορούν τους πάντες και συνεπώς και το κράτος-ιδιοκτήτη κεφαλαίου. Αν μπορεί το κράτος-οφειλέτης να επιστρέψει αυτά που χρωστάει στο ΙΚΑ, καλώς. Αν δεν μπορεί, τότε η μόνη λύση είναι η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του. Αυτό δηλαδή που φοβούνται οι αστοί και τ' αφεντικά τους οι Ευρωπαίοι.

Η συντηρητική κατάσχεση στο ύψος των οφειλών του δημοσίου προς το ΙΚΑ σημαίνει σίγουρη απώλεια της ΔΕΗ και του εναπομείναντος στο κράτος μερίδιο του ΟΤΕ. Σημαίνει σίγουρη απώλεια ενός μεγάλου μέρους των δημόσιων νοσοκομείων. Τα νοσοκομεία δεν ξεφεύγουν από αυτήν τη διαδικασία, γιατί δεν προσφέρουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους κι αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει το ΙΚΑ καλύτερα απ' όλους. Από τη στιγμή που εισπράττουν χρήματα ιδιωτών μέσα από τα ταμεία, θεωρούνται κεφάλαιο που παράγουν κέρδος. Το δημόσιο χρωστά στους ιδιώτες ασφαλισμένους του ΙΚΑ δεκάδες τρισεκατομμυρίων και μόνον με την κατάσχεση της περιουσίας του μπορεί να καλύψει τα χρέη του. Μια περιουσία που, αν περάσει στην ιδιοκτησία του ΙΚΑ, θα το μετατρέψει σε ένα κραταιό ταμείο μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας.

Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ πρέπει επιτέλους να σκεφτούν ορθολογιστικά την περίπτωσή τους και να μην πέσουν στην παγίδα των υψηλόμισθων κρατιστών, είτε του κομμουνισμού είτε του σοσιαλισμού. Οι συνταξιούχοι του ΙΚΑ πρέπει να σκεφτούν καπιταλιστικά, ως καπιταλιστές που είναι. Καπιταλιστής είναι κάποιος που διαθέτει περιουσία δεκάδων εκατομμυρίων και τέτοια περιουσία διαθέτουν οι συνταξιούχοι. Δεν πρέπει να δεχθούν δημόσιες συντάξεις από ένα κράτος απαράδεκτο με τάσεις κλεπτομανίας.

Το όλο θέμα δηλαδή είναι να ευθυγραμμισθούν με τη λογική της παρούσας κατάστασης και όχι με την παραδοσιακή επιχειρηματολογία των διορισμένων συνδικαλιστών, που τους παγιδεύουν. Τους συνδικαλιστές, που ποτέ δεν δούλεψαν και που ως δια μαγείας είναι όλοι τους εύποροι, αν όχι πλούσιοι. Τους συνδικαλιστές που, παίρνοντας εντολές από τα κέντρα εξουσίας, φωνάζουν για δημόσια σύνταξη και ό,τι βλακεία ωφελεί το κράτος, που προσπαθεί απεγνωσμένα ν' αποφύγει την πληρωμή των χρεών του προς τους εργαζόμενους. Τους συνδικαλιστές, που προσπαθούν να συμπαρασύρουν τους εργάτες σε μια ψευδοσυνωμοτική λογική εις βάρος υποτίθεται των ισχυρών. Ποια η λογική αυτής της "συνομωσίας"; Ότι και καλά συμφέρει τους εργάτες να παραδώσουν το ταμείο τους στο κράτος κι αυτό ν' αναλάβει τη σύνταξή τους. Ότι τους συμφέρει να εισπράττουν σύνταξη από το κράτος, γιατί δήθεν αυτό έχει την ισχύ και τα "μέσα" να τις καταβάλει σε κάθε περίπτωση. Γιατί αυτό, όταν δεν θα φτάνουν τα χρήματα των ταμείων, θα φορολογεί τους πλούσιους και θα πληρώνει τους φτωχούς.

Παραμύθια της "Χαλιμάς" δηλαδή. Γιατί; Γιατί το ΙΚΑ, αν του αποδοθούν αυτά που του χρωστάνε, είναι πιο πλούσιο από το κράτος-ιδιοκτήτη κεφαλαίου. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό και θα ήταν παράδοξο να μην συνέβαινε. Γιατί; Γιατί το κράτος, από τις φορολογικές εισφορές που εισπράττει και τα κέρδη του κεφαλαίου του, έχει να καλύψει τις τεράστιες ανάγκες του, που προκύπτουν από τον τεράστιο ρόλο του. Φυσικό είναι τα λίγα που απομένουν στα ταμεία του να μην είναι αρκετά για ανεξάρτητες κοινωνικές πολιτικές. Από την άλλη πλευρά το ΙΚΑ έχει στα ταμεία του το ήμισυ του κόπου μιας ζωής για τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Είναι δυνατόν οι εργάτες ιδιοκτήτες να μην προτιμήσουν την αυτοδιαχείριση της τρομερής "τσέπης" του ΙΚΑ και από φόβο και μόνο να την παραχωρήσουν στο κράτος; Στο κράτος, που το μόνο προσόν του σ' αυτήν την περίπτωση είναι ότι, ως ανεξέλεγκτος "αλητήριος" που είναι, κάθε φορά που δεν του φτάνουν τα δικά του, για να καλύψει μια ανάγκη του, κλέβει όποιον βρει μπροστά του; Τα χρήματα του ΙΚΑ περισσεύουν και δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει σε θέση το ταμείο να έχει ανάγκη την "αλητεία" του κράτους.

Δεν υπάρχει δηλαδή ούτε η θεωρητική περίπτωση να ευνοούνται οι σημερινοί συνταξιούχοι από τη δημόσια σύνταξη. Γιατί δεν πάει ένας αστός να παραδώσει στο κράτος ένα βιβλιάριο τραπέζης με 50.000.000 δραχμές, για να πάρει μια δημόσια σύνταξη των 150.000; Αν αυτός δεν είναι βλάκας για να το κάνει αυτό, γιατί ζητάει από τον εργάτη να κάνει το ίδιο πράγμα με τις εισφορές του. Αν κάποιος διαθέτει 50.000.000 μπορεί να πάει στην οποιαδήποτε εμπορική τράπεζα και να εξασφαλίσει ένα πρόγραμμα που μοιάζει με συνταξιοδότηση, που θα του αποφέρει πάνω από 400.000 μηνιαίως. Θα εισπράττει όσο ζει και θα περισσέψουν χρήματα και για τους κληρονόμους του. Ή μήπως θα το κάνει για την περίθαλψη; Ποια περίθαλψη; Την περίθαλψη των απόρων, που προσφέρουν τα δημόσια νοσοκομεία στους εργάτες; Υπάρχουν ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που έναν συνταξιούχο με 300.000 ασφάλιστρα τον χρόνο τον κουβαλάνε στα καλύτερα νοσοκομεία με ελικόπτερα. Γιατί να παραχωρήσει δηλαδή αυτά τα τρομερά χρήματα στο κράτος για μια "ψωροσύνταξη" των 150.000; Όλα δηλαδή όσα λέγονται και πρεσβεύονται από τους συνδικαλιστές είναι εκ του πονηρού. "Διαρρέουν" από τα κέντρα της εξουσίας, που σκοπό έχουν να οικειοποιηθούν τα δεκάδες εκατομμύρια που ανήκουν σε κάθε συνταξιούχο εργάτη και τα οποία χρήματα το κράτος καταχράστηκε.

Το σύνολο της επιχειρηματολογίας του συστήματος στηρίζεται στο φόβο που προκαλεί στον εργάτη η σημερινή ανεργία. Η πονηριά και πολλές φορές και η άγνοια των συνδικαλιστών είναι αυτή που παρασέρνει τους εργάτες στις επιλογές του συστήματος. Πολλοί εργάτες, αγνοώντας τι πραγματικά συμβαίνει, νομίζουν ότι τους συμφέρει η δημόσια σύνταξη. Αυτό το νομίζουν για δύο λόγους, που έχουν σχέση με την προπαγάνδα του συστήματος. Ο πρώτος έχει να κάνει με την κατάσταση που βρίσκεται το ΙΚΑ σήμερα. Οι κυβερνώντες διαρκώς υπονομεύουν την εικόνα του ΙΚΑ, για να δημιουργήσουν στους εργάτες την εντύπωση ότι πρόκειται περί ενός φαλιρημένου ιδρύματος, που δεν θ' αντέξει για πολλά χρόνια. Δεν θ' αντέξει το πάμπλουτο ΙΚΑ και θ' αντέξει το μπατιροκράτος, που ξεπουλάει το κεφάλαιό του. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η κυβέρνηση προσπαθεί και καταφέρνει μέχρι τώρα να πείθει τους εργαζόμενους ότι η ανεργία είναι ένα παγκόσμιο κι ανίκητο φαινόμενο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει μόνη της.

Καλλιεργώντας αυτές τις εικόνες στους εργαζόμενους, προσπαθεί να τους παρασύρει στην πονηριά του. Έχοντας οι σημερινοί εργαζόμενοι μπροστά τους την άθλια εικόνα του ΙΚΑ και μια ανεργία ανίκητη και καλπάζουσα, φοβούνται. Έχοντας λιγότερα συμφέροντα από το ΙΚΑ, σε σχέση με τους συνταξιούχους, δεν διστάζουν να υιοθετούν τις απόψεις του συστήματος. Όταν βλέπουν ότι, λόγω της ανεργίας, δύσκολα θα συμπληρώσουν τις εισφορές για κανονική σύνταξη, δεν έχουν διάθεση ν' αγωνιστούν για το ταμείο τους.

Όλα αυτά δημιουργούν την εντύπωση που υπηρετεί το σύστημα και κρύβουν την αλήθεια. Το σύστημα δηλαδή προσπαθεί να διχάσει τους εργαζόμενους, βάζοντάς τους στη λογική να επωφεληθεί ο νυν εργαζόμενος εις βάρος του συνταξιούχου. Γιατί; Γιατί με βάση τα όσα λέμε μέχρι τώρα περί ΙΚΑ, τα μεγάλα θύματα του κράτους είναι οι συνταξιούχοι. Αυτοί δηλαδή που έχουν ήδη καταβάλει τις εισφορές των δεκάδων εκατομμυρίων. Αν γίνουν δηλαδή τα όσα λέμε, μπορεί να προστατεύονται οι υπάρχουσες περιουσίες των συνταξιούχων και των ηλικιωμένων εργατών, αλλά το κύριο πρόβλημα παραμένει κι αυτό σήμερα είναι η ανεργία των νέων.

Εξαιτίας αυτής της ιδιαιτερότητας, προσπαθούν να βάλουν τους νέους εργαζόμενους να υποστηρίξουν τις επιλογές του συστήματος, που θίγουν τα συμφέροντα των συνταξιούχων και όσων είναι κοντά στη συνταξιοδότησή τους. Πονηράδες των αστών, που προσπαθούν να τορπιλίσουν το μπλοκ των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων, στηριζόμενοι στη διαφορετικότητα της έντασης που έχουν για τον καθένα τα συμφέροντα αυτά.

Αυτό είναι απόλυτα λογικό, γιατί άλλη ένταση συμφερόντων υπάρχει για τους συνταξιούχους, που τους ανήκουν 35 χρόνια εισφορών και άλλη ένταση υπάρχει για τους νέους εργαζόμενους των 3 ή των 5 χρόνων εισφορών, που έχουν μπροστά τους ένα αβέβαιο μέλλον. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε το κράτος μορφώνει τους νέους με τον "τόνο". Το κράτος σ' αυτήν τη μαζική σύγκρουση προσπαθεί να δημιουργήσει μαζική ασπίδα. Σήμερα στην Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων και της τεράστιας ανεργίας υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες πτυχιούχοι των ΑΕΙ και άλλοι τόσοι που σπουδάζουν. Κοντά σ' αυτούς αγωνίζονται εσχάτως να μοιραστούν την ίδια "πίτα" και οι επίσης εκατοντάδες χιλιάδες σπουδαστές των ΤΕΙ.

Το σύστημα σ' αυτούς τους δυσανάλογα πολλούς "μορφωμένους" για τον πληθυσμό της χώρας επενδύει σήμερα, για να περάσει" την πολιτική του. Αυτοί δεν έχουν ούτε τη θεωρητική πιθανότητα να εργαστούν στον τομέα όπου έχουν σπουδάσει. Επειδή ταυτόχρονα όλοι αυτοί δεν επιθυμούν να εργαστούν ως κοινοί εργάτες, θα γίνουν όμηροι της εξουσίας. Θα την παρακαλάνε να τους διορίσει στο δημόσιο, αλλά στο μεταξύ, με τις μελλοντικές δημόσιες ασφάλειές τους, θα "ροκανίζουν" τις περιουσίες των γερόντων του ΙΚΑ.

Όλοι αυτοί εκπαιδεύονται με τον βρετανικό τρόπο της υποκρισίας. Επειδή θεωρούν ότι λόγω εκπαίδευσης υπερέχουν έναντι των άλλων εργαζομένων, θέλουν να βολευτούν εις βάρος τους. Θέλουν ασφάλεια με τα χρήματα των εργατών, ώστε να έχουν ένα κατώτατο "μαξιλάρι" που θα τους προστατεύει από την ένδεια που απειλεί τον άνεργο ο οποίος δεν καταβάλει εισφορές σε κάποιο ταμείο. Από εκεί και πέρα, έχοντας εξασφαλίσει τα στοιχειώδη, θα αγωνίζονται με όπλο το πτυχίο και τα "μέσα" να βολευτούν στον κρατικό μηχανισμό. Θα ασκούν οι ίδιοι ιμπεριαλισμό στους "κατώτερους" εργάτες και θα τους πείθουν για την οικονομική απόδοση του ιμπεριαλισμού της Νέας Τάξης στην οποία θ' ανήκει και η Ελλάδα. Θα τους "παραμυθιάζουν" ότι έχουν συμφέρον να ζούνε εις βάρος του μουσουλμάνου ή του Κινέζου εργαζόμενου. Θα τους εμποδίζουν να δουν την αλήθεια με στόχο να τους αποτρέψουν από το ν' αγωνιστούν για την προστασία των εισφορών τους.

Τους φόβους και τις αγωνίες αυτών των "μορφωμένων" άνεργων προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το σύστημα. Τους φόβους αυτών που σήμερα είναι ανασφάλιστοι και δεν υπάρχει πιθανότητα υπό τις σημερινές συνθήκες να δουλέψουν στο αιώνα τον άπαντα. Τους νέους, που εκπαιδεύονται ως "προσεχώς διευθυντές" και "προσεχώς λοχίες" κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του βρετανικού μοντέλου. Αυτούς τους φτωχούς αστίζοντες "μορφωμένους" τούς πονηρεύουν στα Πανεπιστήμια και τους βγάζουν στην αγορά εργασίας με τη λογική των κυβερνώντων. Τους εκπαιδεύουν να γίνονται τεμπέληδες και καιροσκόποι. Όλοι αυτοί οι μορφωμένοι της "πλάκας", σκεπτόμενοι αστικά και άρα πονηρά, φιλοδοξούν να εξασφαλίσουν δημόσια ασφάλεια από τα αποθεματικά του ΙΚΑ. Ένας λαμπρός και γενναίος νέος κόσμος. Οι "μορφωμένοι" νέοι θα βάλουν από κάτω τους συνταξιούχους, για να τους φάνε την περιουσία. Στηριζόμενοι στη γνώση τους, θα φάνε τα εκατομμύρια των αγράμματων γερόντων· τα εκατομμύρια που τα συγκέντρωσαν με ιδρώτα και αίμα μέσα σε άθλιες συνθήκες εργασίας.

Όλοι αυτοί οι ψευδομορφωμένοι νέοι εκ του πονηρού δηλαδή θεωρούν αναπόφευκτο κόστος το να παραχωρήσουν όλοι αυτοί οι απόμαχοι της εργασίας τις περιουσίες τους στο δημόσιο, προκειμένου να εξασφαλίσουν οι ίδιοι τη δημόσια σύνταξη. Οι συνταξιούχοι γέροντες θα βάλουν τα εκατομμύρια τους κι αυτοί θα βάλουν την ομορφιά τους στο νέο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα. Οι σημερινοί μορφωμένοι νέοι δηλαδή φιλοδοξούν ν' ασφαλιστούν και να εισπράξουν ως σύνταξη από τις εισφορές των νεκρών και των σημερινών συνταξιούχων εργατών. Την εργατική ιδιότητα την υποτιμούν, αλλά στα λεφτά των εργατών δεν λένε όχι.

Το λάθος εδώ είναι το εξής: Όλοι οι Έλληνες, είτε εργαζόμενοι είτε άνεργοι, είτε μορφωμένοι είτε αμόρφωτοι, βλέποντας τη "θαλασσοταραχή" της ανεργίας, πανικοβάλλονται και προσπαθούν να πιαστούν από το "σκάφος" που λέγεται ΙΚΑ, προκειμένου να "σωθούν". Επειδή δεν γνωρίζουν τι προκαλεί τη "θαλασσοταραχή" που λέγεται ανεργία, ώστε να την εξαλείψουν ως πρόβλημα, ασχολούνται με την προσωπική τους "σωτηρία", αδιαφορώντας για τα πραγματικά προβλήματα και για τις συνέπειες των πράξεών τους.

Το κύριο πρόβλημα σήμερα δεν είναι ποιος θα επωφεληθεί εις βάρος ποιου. Ποιος θα φάει τις εισφορές του άλλου και αν φτάνουν οι εισφορές του ΙΚΑ για να "σωθούν" όλοι. Το πρόβλημα είναι η ανεργία, που καθηλώνει τους πάντες στη φτώχεια. Το ζητούμενο είναι η απασχόληση, που θα δίνει σε όλους τη δυνατότητα να έχουν εισφορές και άρα δική τους "τσέπη". Το ζητούμενο είναι η εργασία και όχι με πονηριές και ημίμετρα να επωφεληθούν φτωχοί νέοι άνεργοι εις βάρος φτωχών συνταξιούχων, για ν' απολαμβάνουν οι πλούσιοι τα πάντα.

Για να επιτύχουμε όμως το ζητούμενο, θα πρέπει να γνωρίζουμε τι ακριβώς προκάλεσε την προβληματικότητα στην παραγωγή. Το σύνολο της σημερινής ανεργίας δεν προέκυψε ως δια μαγείας. Αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων ήταν. Κάποιοι τα "πήραν" για να φέρουν τα πράγματα στην κατάσταση αυτήν. Δεν το έκαναν από άγνοια, αλλά από διαφθορά. Μια διαφθορά, που πρέπει να γνωρίζεις πώς λειτουργεί, για να την καταλάβεις.

Η έννοια τα "πήραν", δηλαδή, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιοι πολιτικοί εισέπραξαν χρήματα για την προδοσία τους. Είναι γενική έννοια που αφορά βολέματα. Ας ψάξει κάποιος να βρει πού εργάζονται τα παιδιά των μεγαλοαστών που μας εξουσιάζουν. Αν το σύνολο των αποφάσεών τους ευνοούν τις πολυεθνικές και ταυτόχρονα αυτές προσλαμβάνουν τα παιδιά τους, αυτό σημαίνει πολλά πράγματα. Δεν τα προσλαμβάνουν επειδή είναι έξυπνα και ομορφόπαιδα. Οι προσλήψεις αυτές εντάσσονται στα πλαίσια των αντισταθμιστικών οφελών για κάποιους προδότες.

Το θέμα είναι ότι όσο απλά δημιουργήθηκε αυτή η κατάσταση της τρομερής ανεργίας, άλλο τόσο απλά μπορεί να εξαλειφθεί. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με τον πιο απλό τρόπο. Η σημερινή ανεργία είναι αποτέλεσμα του χωρίς όρους "ανοίγματος" της αγοράς στα ξένα προϊόντα. Αν "ξανακλείσει" η αγορά, η ανεργία θα εξαλειφθεί. Πώς όμως θα "κλείσει" η αγορά, εφόσον δεν συμφέρει τις πολυεθνικές, που εξουσιάζουν τους κυβερνώντες; Πώς θ' αναγκαστούν αυτοί οι οποίοι τα "πήραν" από τις πολυεθνικές να αθετήσουν τις συμφωνίες τους;

Στο σημείο αυτό μπορεί ν' αντιληφθεί ο αναγνώστης την πολυτιμότητα του ΙΚΑ για την ελληνική κοινωνία. Οι κυβερνώντες "άνοιξαν" την αγορά, γιατί νόμισαν ότι με τα χρήματά του θ' αποσβέσουν τις αντιδράσεις που θα προκαλούσαν οι επιλογές τους. Οι κυβερνώντες παρέδωσαν τη χώρα στους Δυτικούς κατακτητές, γιατί υπήρχαν τα χρήματα του ΙΚΑ, που θα τους επέτρεπαν να κλείσουν τα "στόματα" των κατακτημένων. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα χρήματα, δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη σημερινή ανεργία, γιατί απλούστατα δεν θα μπορούσαν να υποσχεθούν δημόσιες ασφάλειες και συντάξεις.

Αυτό σημαίνει το εξής απλό. Αν οι σημερινοί ασφαλισμένοι υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους με το τρόπο που προτείνουμε, αλλάζει άρδην ο σχεδιασμός της Νέας Τάξης στην Ελλάδα. Οι εργαζόμενοι θα διασφαλίσουν τις περιουσίες τους, οι κλέφτες θα πάνε φυλακή κι αυτοί που θα κυβερνήσουν στο άμεσο μέλλον τη χώρα θα πρέπει να πάρουν αποφάσεις που θα ευνοούν την παραγωγή. Δεν έχουν άλλα περιθώρια, εφόσον δεν θα υπάρχουν τα χρήματα του ΙΚΑ, για να κάνουν τη "βρετανική" πολιτική. Θα "κλείσουν" την αγορά και τα ελληνικά εργοστάσια θ' αρχίσουν να δουλεύουν ξανά, για να καλύψουν τις ανάγκες της.

Για τον λόγο αυτόν όλοι μας θα πρέπει να στηρίξουμε τους ασφαλισμένους και ειδικά τους συνταξιούχους του ΙΚΑ. Άσχετα με το αν είμαστε μορφωμένοι ή όχι. Άσχετα αν είμαστε ή δεν είμαστε ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, έχουμε καθήκον να το κάνουμε αυτό, αν θέλουμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς σ' αυτήν τη χώρα. Αξιοπρεπώς ζει μόνον ο εργαζόμενος και όχι ο άνεργος, που συντηρείται από τα δημόσια επιδόματα. Θα πρέπει λοιπόν να στηρίξουμε τους σημερινούς συνταξιούχους του ΙΚΑ, για να κλείσει η "κάνουλα" των χρημάτων που στηρίζει την πολιτική της ανεργίας. Την "κάνουλα" που επέτρεψε στους Δυτικούς ν' αγοράσουν με "ψίχουλα" το ελληνικό κεφάλαιο και να διαλύσουν την ελληνική παραγωγή, προκειμένου να επιβάλουν τα δικά τους προϊόντα μέσα στην ελληνική αγορά.

Πρέπει οι εργάτες και οι συνταξιούχοι ν' απομονώσουν τους κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές και ν' αγωνιστούν μόνοι τους για τις περιουσίες τους, χρησιμοποιώντας το σύνολο των ένδικων μέσων, που τους προσφέρει η δημοκρατία μας. Τις περιουσίες τους δεν τις προστατεύουν ούτε οι κραυγές ούτε ο ψευδοηρωισμός των συνδικαλιστών. Τα συμφέροντα των εργατών τα προστατεύει ο νόμος και όχι τα συλλαλητήρια των εργατοπατέρων, που φιλοδοξούν να γίνουν πλούσιοι αστοί, εξαργυρώνοντας τις υπηρεσίες τους προς τους κρατούντες.

Ο ύπουλος και εγκληματικός ρόλος των συνδικαλιστών είναι πλέον ορατός απ’ όλους. Οι συνδικαλιστές, για να υπηρετήσουν την ιδεολογία τους και να διεκδικήσουν την εξουσία ή ν' αποκομίσουν προσωπικά οφέλη, πρόδωσαν τους εργάτες. Μεγαλύτερη ζημιά έκαναν αυτοί στους εργάτες, παρά οι προφανείς εχθροί τους, που είναι οι εργοδότες. Οι εργοδότες έχουν περιορισμένες δυνατότητες εκμετάλλευσης των εργατών, γιατί οι εργάτες προστατεύονται από τους ίδιους νόμους που προστατεύουν και τους ίδιους τους εργοδότες από τους αντιπάλους τους. Οι εργοδότες, όσες φορές εκμεταλλεύονται τους εργάτες, το καταφέρνουν όταν οι εργάτες είναι "καπελωμένοι" από συναδέρφους τους. Τους εργοδότες τους οι εργάτες τους έλεγχαν μέσω του νόμου και όχι μέσω των συνδικαλιστικών κραυγών των βολεμένων ψευδοτσαμπουκάδων.

Ο νόμος υποχρέωνε τους "εχθρούς" εργοδότες να καταβάλουν τις εισφορές στο ΙΚΑ και οι "φίλοι" ημιδημόσιοι υπάλληλοι συνδικαλιστές επέτρεπαν στο κράτος να τις αρπάζει. Αυτοί πάντα έδιναν το πράσινο φως στους κυβερνώντες ν' αρπάζουν τα χρήματα των ταμείων. Εξαιτίας αυτών των υπηρεσιών τους έγιναν όλοι σχεδόν οι συνδικαλιστές πλούσιοι. Η απόδειξη αυτών που λέμε είναι ό,τι πιο εύκολο. Ας ψάξει κάποιος να δει την ανταμοιβή αυτών που διετέλεσαν κορυφαίοι συνδικαλιστές της χώρας. Όλοι οι πρώην "εργατοπατέρες" είναι πλέον πλούσιοι αστοί, που βολεύτηκαν σε υψηλά κρατικά αξιώματα.

Είναι ποτέ δυνατόν το ληστρικό κράτος ν' αντάμειψε τους εχθρούς του και προστάτες των εργατών με κρατικά οφίτσια; Ας ψάξει κάποιος να βρει ποιοι από τους άρπαγες της περιουσίας των εργατών στο υπουργείο εργασίας ήταν πρώην συνδικαλιστές της ΓΣΕΕ. Γι' αυτόν το λόγο λέμε ότι τα συμφέροντα των εργατών δεν προστατεύονται με "ντουντούκες" και πεζοπορίες, όπου οι διάφοροι συνδικαλιστές πιάνονται "αγκαζέ" και κάνουν δημόσιες σχέσεις. Τα συμφέροντα των εργατών, όπως και του οποιουδήποτε άλλου πολίτη αυτού του κράτους, προστατεύονται με τον νόμο.

Τι λέει σ' αυτήν την περίπτωση ο νόμος, που προστατεύει το καπιταλιστικό σύστημα και ταυτόχρονα βολεύει τους εργάτες; Ο νόμος λέει ότι αυτός που χρωστάει πρέπει να πληρώνει τα χρωστούμενα. Το κράτος χρωστάει στο ΙΚΑ και στους ιδιώτες ιδιοκτήτες του και πρέπει να πληρώσει. Από εκεί και πέρα, αν η κυβέρνηση δεν θέλει να εφαρμόσει τον νόμο, υπάρχουν οι μέθοδοι να ελεγχθεί και η ίδια. Σε δημοκρατία ζούμε και η δημοκρατία δίνει τα μέσα στους πολίτες της να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους.

Με 3,2 εκατομμύρια ασφαλισμένους, που είναι ταυτόχρονα και ψηφοφόροι, εκλέγεις μια νέα κυβέρνηση που, όχι μόνον θα επιβάλει τον νόμο, αλλά και τούμπες θα κάνει, για να διασκεδάσει τους εργάτες. Όπως αντιλαμβανόμαστε, τα πράγματα είναι πολύ απλά και οι διάφοροι πονηροί τα περιπλέκουν, για να μην τα αντιλαμβάνονται οι εργάτες. Το πρόβλημα των εργατών λύνεται στα δικαστήρια με απόλυτη τάξη και ησυχία. Αν πληρώσει το κράτος αυτά που χρωστάει στο ΙΚΑ, στους εργάτες θα περισσεύουν χρήματα και για τα εγγόνια τους.

Αν συμβούν όλα αυτά, θα κλάψουν καί οι γηγενείς προδότες καί τα ξένα αφεντικά τους. Ένα πανίσχυρο ΙΚΑ θα βάλει ξανά στο "τραπέζι" όλα τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Στην προσπάθειά του να δει πώς καταστράφηκε η ελληνική παραγωγή, θα βρει ποιοι τα "πήραν" για ν' ανοίξουν την ελληνική αγορά. Ποιοι τα "πήραν", για να καταστρέψουν την ελληνική παραγωγή, ευνοώντας τα μεγάλα συμφέροντα των πολυεθνικών. Γιατί θα ψάξει; Γιατί η ανεργία μειώνει τα έσοδά του και αυξάνει τα έξοδά του. Είναι δηλαδή μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων του να βρει ποιος φταίει για τη σημερινή κατάσταση της τεράστιας ανεργίας και της λεηλασίας του ελληνικού κεφαλαίου από τους Δυτικούς. Είναι μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων του να καθίσει στο "σκαμνί" αυτούς, που, για να γίνουν πλούσιοι, οδήγησαν τον λαό στην ανεργία. Από εκεί και πέρα όλα είναι εύκολα και λειτουργούν με τη λογική του ντόμινο.

Μαζί μ' αυτούς που θα βρεθούν ότι κατέστρεψαν την ελληνική παραγωγή, θα βρεθούν κι αυτοί που τα "πήραν", για ν' ανοίξουν τα καζίνο ή τα σούπερ μάρκετ ξένων συμφερόντων στην Ελλάδα. Θα βρεθούν ποιοι ιδιώτες "διαπλεκόμενοι" άρπαξαν κρατικό κεφάλαιο. Θα βρεθούν επίσης ποιοι τα "πήραν", για ν' αλλάξει η νομοθεσία στο ιδιοκτησιακό καθεστώς που διέπει την ελληνική γη.

Επιπλέον θα λυθούν μια για πάντα και οι διαφορές της εργατικής τάξης με την τάξη που προσπαθεί εδώ και έναν αιώνα να ζει παρασιτικά εις βάρος της. Θα επιχειρηθεί να γίνουν διακριτοί τόσο οι ρόλοι των εργατών όσο κι αυτοί των δημοσίων υπαλλήλων. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουν όλοι ποιος είναι τι. Ποιος πληρώνει ποιον και άρα ποιος είναι το αφεντικό και ποιος είναι ο υπηρέτης. Αν διευθετηθούν αυτά τα ζητήματα, θα ξεκαθαρίσει και το τοπίο στα οικονομικά.

Όπως δεν υπάρχει περίπτωση να πληρώνεται κάποιος υπηρέτης περισσότερα χρήματα από τον μισθό του αφεντικού του, έτσι δεν είναι λογικό να πληρώνεται ένας δημόσιος υπάλληλος περισσότερα από έναν εργάτη. Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει ο δρόμος προς τον ιδιωτικό τομέα είναι πάντα ανοικτός. Δεν είναι δυνατόν να μπούμε στην τρίτη χιλιετία και εργαζόμενοι να "δουλεύουν" εργαζόμενους. Ή πάμε για συνολική λύση των κοινωνικών προβλημάτων ή ανοίγουμε τους ασκούς του Αιόλου και ό,τι προκύψει από τις κοινωνικές συγκρούσεις. Όποιος θέλει ας συγκρουστεί με το 90% του ελληνικού λαού.

Το παραμυθάκι του ..."εγώ είμαι μορφωμένος και δικαιούμαι παραπάνω" πρέπει κάποτε να τελειώσει. Αν είσαι μορφωμένος και νομίζεις ότι "δικαιούσαι" παραπάνω, να ψάξεις να βρεις αυτό που δικαιούσαι. Να ψάξεις να βρεις ένα αφεντικό που σε χρειάζεται και μπορεί να σε πληρώνει. Βρες το και δούλευε γι' αυτό. Από τη στιγμή που εργάζεσαι για τον ελληνικό λαό, δεν υπάρχει πιθανότητα να εισπράττεις παραπάνω από τον κοινωνικό εταίρο-αφεντικό, που ονομάζεται εργάτης.

Απλά, για λόγους δικαιοσύνης, θα πρέπει ν' αποζημιώνεται αυτός που έχει μπει σε κάποια έξοδα, προκειμένου να καταρτιστεί και το δημόσιο εκμεταλλεύεται τη γνώση του. Μόνον δηλαδή για τους ανθρώπους που για να φέρουν σε πέρας τη δουλειά για την οποία προσλήφθηκαν απαιτείται πανεπιστημιακή ή άλλη εκπαίδευση —για ν' αποζημιώνονται για τα έξοδα που απαίτησαν οι σπουδές τους—, θα εισπράττουν ένα σταθερό επίδομα πτυχίου. Αυτό είναι απόλυτα λογικό, γιατί σε άλλη περίπτωση θα ήταν αδικία. Ο γιατρός ή ο μηχανικός, που θα δουλεύουν ως τέτοιοι στο δημόσιο, θα πρέπει να εισπράττουν επίδομα πτυχίου. Ένα επίδομα πτυχίου που το ύψος του θα υπολογίζεται με βάση τα έτη σπουδών που απαίτησε το πτυχίο και το κόστος ζωής ενός μέσου φοιτητή. Το ζητούμενο δηλαδή από το επίδομα είναι ν' αποζημιωθεί αυτός που ξόδεψε χρήματα για το πτυχίο και όχι για να ευνοηθεί έναντι των άλλων.

Ο μηχανικός ή ο γιατρός, για παράδειγμα, που θα δουλεύει ως ταμίας στην εφορία, δεν θα πρέπει να εισπράττει ούτε δραχμή παραπάνω από τον απλό εργάτη ως αποζημίωση για την οποιαδήποτε άσχετη γνώση του. Αποζημιώνεις μόνον όσους έχεις ανάγκη και χρησιμοποιείς τη γνώση τους. Δεν αποζημιώνεις όποιον βρίσκεις μπροστά σου. Σήμερα αυτό γίνεται. Σπουδάζουν όλοι ό,τι να 'ναι και επειδή δεν βρίσκουν δουλειά στην ελεύθερη αγορά, αναζητούν καταφύγιο στον κρατικό μηχανισμό.

Οι φυσικοί, οι μαθηματικοί, οι χημικοί κλπ., εδώ και δεκαετίες είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει περίπτωση να διοριστούν στη δημόσια εκπαίδευση κι όμως εξακολουθούν να "παράγονται" κατά χιλιάδες στα Πανεπιστήμια. Κανένας δεν δίνει σημασία στα στατιστικά στοιχεία όταν πάει να σπουδάσει και όταν τελειώσει τρέχει στα υπουργεία να διαμαρτύρεται γιατί δεν τον διορίζουν. Όταν βρει μια θέση στο δημόσιο, άσχετη με το αντικείμενό του, θέλει επίδομα πτυχίου. Σπουδάζουν όλοι ό,τι να 'ναι ή ό,τι μπορούν και μετά θέλουν να πληρώνονται ως "επιστήμονες". Ακόμα και ως κλητήρες να εργάζονται, απαιτούν επιστημονικό επίδομα.

Είναι λογικά πράγματα αυτά; Όπως κανένας υποδηματοποιός δεν δίνει επίδομα σε έναν εργάτη του, επειδή γνωρίζει επιπλέον και να σοβατίζει, έτσι δεν είναι λογικό ν' αποζημιώνονται και από τον δημόσιο εργοδότη αυτοί οι οποίοι έχουν γνώσεις οι οποίες δεν είναι εκμεταλλεύσιμες στη δουλειά την οποία καλούνται να κάνουν. Και πάλι η λογική αυτού που λέμε είναι απλή. Δεν αμφισβητούμε την επιστημονική κατάρτιση κανενός. Απλά, όταν δεν τη χρησιμοποιεί το δημόσιο, δεν πρέπει να την πληρώνει. Αν θέλει ο επιστήμονας ν' αποζημιωθεί για τη γνώση του, ας βρει το κατάλληλο αφεντικό και να μην πλησιάζει το δημόσιο.

Το δημόσιο θα πρέπει κάποτε να εκλογικευτεί και να ευθυγραμμιστεί με την πραγματικότητα της απασχόλησης. Πρέπει να πάψει να είναι το καταφύγιο των πάσης φύσεως τεμπέληδων και "αναξιοπαθούντων". Πρέπει να πάψει να είναι πηγή προβλημάτων για την κοινωνία. Θα πρέπει οπωσδήποτε ως εργοδότη ν' αλλάξει την τακτική του. Να πληρώνει ό,τι πληρώνει ο ιδιωτικός τομέας και όχι να θυμάται αυτόν τον τομέα μόνον όταν τον συμφέρει.

Κανένας δεν θυμάται τον τομέα αυτόν, όταν πρόκειται ν' απειληθούν τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων. Ούτε τούς πάει το μυαλό να συγκρίνουν τον μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου με αυτόν που εισπράττει ένας εργάτης. Όλοι όμως θυμήθηκαν αυτόν τον τομέα, όταν υπολόγιζαν τους μισθούς των μεγαλοαστών και τους σύγκριναν με αυτούς των μάνατζερ των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι οι μάνατζερ, αν αποτύχουν, μπορεί να φύγουν και με τις κλωτσιές από μια επιχείρηση, δεν απασχολεί τους μόνιμους κι ανεύθυνους κηφήνες του δημοσίου.

Οι υπάλληλοι του δημοσίου το μόνο που δικαιούνται να εισπράττουν πέρα από τον κανονικό μισθό τους είναι τα επιδόματα που προβλέπονται για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα. Επιδόματα που έχουν να κάνουν με την ανθυγιεινή ή την επικίνδυνη εργασία. Επιδόματα που έχουν να κάνουν με τις νυχτερινές βάρδιες ή με την εργασία στη διάρκεια των αργιών. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Μάλιστα θα πρέπει να εισπράττουν για συμβολικούς λόγους μια δραχμή λιγότερη από το ποσό που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για να είναι διακριτός ο ρόλος τους ως εργαζόμενοι.

Αυτό είναι κάτι το απόλυτα λογικό, εφόσον ο εργάτης ανήκει στην τάξη των αφεντικών, ενώ ο δημόσιος υπάλληλος ανήκει στην τάξη που έχει αφεντικό τον υπηρέτη του πολίτη. Η τακτική δηλαδή απέναντι στους δημοσίους υπαλλήλους θα πρέπει να είναι πάγια και να μην επηρεάζεται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, που "ψηφοθηρούν" εις βάρος της κοινωνίας. Το δημόσιο, επειδή είναι ένας εργοδότης ο οποίος δεν επηρεάζεται από κάποιον εξωτερικό ανταγωνισμό κι επειδή ταυτόχρονα με την παρουσία του επηρεάζει την οικονομία, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ειδικά κριτήρια. Ως εργοδότης θα σέβεται τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που υπογράφουν οι εργοδότες του ιδιωτικού τομέα. Θα λειτουργεί όμοια μ' αυτούς που επηρεάζονται κι επηρεάζουν την οικονομία και όχι σαν "εξωγήινος". Πρέπει να πάψει το δημόσιο να είναι το όνειρο των άρρωστων "εργατοαστών" και πρέπει να πάψουν οι δημόσιοι υπάλληλοι να είναι τα "πετυχημένα" πρότυπά τους.

Βλέπουμε λοιπόν ότι, αν ισχυροποιηθεί το ΙΚΑ, θ' αλλάξουν πολλά πράγματα καί στον ιδιωτικό, αλλά καί στον δημόσιο τομέα. Αν το καταφέρουμε τώρα, θα κλάψουν αυτοί που μας έφεραν στα σημερινά χάλια. Θα κλάψουν αυτοί που παρέδωσαν "γη και ύδωρ" στους Δυτικούς κατακτητές. Σε μια τέτοια περίπτωση δύο πράγματα χρειάζονται. Όρεξη και φυλακές. Όρεξη για να ψάχνεις τους "εκλεγμένους" ή διορισμένους κλέφτες και φυλακές για να τους βάλεις μέσα μέχρι να σαπίσουν. Οι εργάτες πρέπει επιτέλους να ξυπνήσουν από τον λήθαργο και να δουν τι μπορούν να κάνουν, για να σώσουν καί τους εαυτούς τους καί τον υπόλοιπο λαό.

Πρόσφατα ο αρχιεπίσκοπος είχε πει ότι, όποιος θα πειράξει την εκκλησία, θα του "ξεραθεί" το χέρι. Αυτό είναι κάτι που δεν αποδεικνύεται, εφόσον κανένας δεν μπορεί ν' αποδείξει ότι ο Θεός σε τιμωρεί, όταν πειράζεις την υποτιθέμενη περιουσία Του. Αυτό το οποίο αποδεικνύεται είναι ότι, όποιος πειράξει το ΙΚΑ, θα του "ξεραθεί" πράγματι το χέρι. Όταν επιχειρείς να δημεύσεις την περιουσία 3,2 εκατομμυρίων εργαζομένων, μπορούν, όχι μόνον το χέρι να σου "ξεράνουν", αλλά και το κεφάλι και τη μέση και τα πόδια.

Οι εργάτες αποτελούν τη μόνη δύναμη που αυτήν τη στιγμή μπορεί να σώσει τον τόπο. Πρέπει ν' αντιληφθούν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους και να δώσουν τη μάχη τους. Πρέπει ν' αντισταθούν στη δήμευση της περιουσίας τους. Αν το ΙΚΑ, μέσα στα ταμεία του οποίου υπάρχουν τα δικά τους ιδιωτικά εκατομμύρια, ενσωματωθεί σε ένα δημόσιο ταμείο, τότε στην πραγματικότητα δημεύεται η περιουσία τους. Αν χάσουν αυτήν τη μάχη για την περιουσία τους, που την έχουν κερδίσει στο παρελθόν ακόμα και αγράμματοι "κολίγοι", ας γνωρίζουν ότι αυτοί οι ίδιοι θα είναι υπεύθυνοι για ό,τι κι αν πάθουν στο μέλλον. Όταν ακόμα κι ένας σκύλος αντιδρά, όταν επιχειρείς να του πάρεις αυτό που του ανήκει, δεν δικαιούσαι να ονομάζεσαι ένλογο όν, όταν κάποιοι σου κλέβουν τον κόπο σου χωρίς αντίδραση.

Οι εργάτες, που είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ο χρόνος "τρέχει" και είναι εις βάρος τους. Αν δεν προλάβουν να σώσουν την περιουσία τους, θα είναι άξιοι της οπωσδήποτε άσχημης μοίρας τους. Σίγουρα θα είναι άσχημη η μοίρα ενός ανθρώπου, που σήμερα έχει περιουσία δεκάδων εκατομμυρίων μέσα στο ΙΚΑ και στο μέλλον θα περιμένει να φάει από δημόσιες συντάξεις πρόνοιας. Όταν δεν μπορείς να προστατεύσεις την περιουσία σου, δεν μπορείς να ελπίζεις σε κανένα μέλλον, εξαρτώμενος από τη γενναιοδωρία άλλων. Ο γράφων είναι αισιόδοξος ότι σε λίγο θ' αρχίσουν να "πέφτουν" βροχή οι σφαλιάρες προς πάσα κατεύθυνση ...έχουν και ένα "βαρύ" χέρι οι εργάτες, ο Θεός να σε φυλάει !!

 

 

 

 

               Παναγιώτης Τραϊανού

Δημιουργός της θεωρίας του ΥΔΡΟΧΟΟΥ