Οι πρόσφατες καταστροφές

των "χάρτινων" ελληνικών δρόμων

είναι η τελευταία μας ευκαιρία

να βγάλουμε μια για πάντα από τα δημόσια έργα τα "τρωκτικά",

που κατατρώγουν τους δημόσιους πόρους.

Πρέπει να καθαρίσει η "κόπρος" γύρω από τα δημόσια έργα.

Να φύγουν από αυτά τα παράσιτα της εργολαβίας.

 

 

 

 

Το ελληνικό κράτος από την πρώτη στιγμή που "γεννήθηκε" έγινε ένα επιφανές μέλος των "Μπανανιών" αυτού του πλανήτη. Ήταν καταδικασμένο να έχει αυτήν τη μοίρα, γιατί αυτό συνέφερε τους πάσης φύσεως "σωτήρες" του. Από τους ξένους ιμπεριαλιστές —που μας έκαναν τη "χάρη" να μας βοηθήσουν στον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα— μέχρι τους "σωτήρες" που μας κυβερνούν, όλοι έχουν κοινά συμφέροντα. Τους συμφέρει να είναι το κράτος "Μπανανία", για να μπορούν οι πρώτοι να το ελέγχουν και οι δεύτεροι να το κλέβουν. Τους πρώτους δεν τους συνέφερε η ανάπτυξη της χώρας, γιατί δεν θα μπορούσαν να την ελέγχουν. Τους δεύτερους δεν τους συνέφερε η ανάπτυξη, γιατί δεν θα μπορούσαν να κλέβουν χωρίς αντιδράσεις.

Δεν συνέφερε τους μορφωμένους "φτωχοδιάβολους" η φυσική ανάπτυξη του κράτους. Έβλε­παν τα δισεκατομμύρια να υπάρχουν μέσα στα δημόσια ταμεία και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν, σκεπτόμενοι πώς θα βάλουν το χέρι τους μέσα. Έβλεπαν τα δισεκατομμύρια που υπήρχαν στα ταμεία, εξαιτίας των φόρων και των εξωτερικών δανείων και δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Αυτοί ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι της υπανάπτυξης της χώρας. Αυτοί ήταν που συνεργάζονταν μόνιμα με τους ιμπεριαλιστές. Αυτοί ενθαρρύνονταν από αυτούς να κλέβουν. Από τον Βενιζέλο παλαιότερα μέχρι τον Μητσοτάκη σήμερα, όλη η ηγεσία της αστικής μας τάξης έχει πάντα εξασφαλισμένο ένα ιμπεριαλιστικό "χέρι" να τους χαϊδέψει το κεφάλι. Ένα "χέρι", που θα τους βοηθήσει στη "δύσκολη" ώρα. Μια "δύσκολη" ώρα, που πάντα έρχεται, όταν αδικείς έναν ολόκληρο λαό, για να εξυπηρετήσεις τα αφεντικά σου.

Κυβερνητικοί και ιμπεριαλιστές πάντα αγωνιούσαν για την υπανάπτυξη της χώρας. Πάντα έβλεπαν αυτοί που μας κυβερνούσαν ως εφιαλτική την προοπτική της ανάπτυξης. Γιατί; Γιατί όλοι τους ήταν αστοί. Αυτό ήταν το μειονέκτημα του ελληνικού κράτους από την πρώτη στιγμή που αυτό ιδρύθηκε. Ακριβώς, επειδή απελευθερώθηκε με βίαιη επανάσταση από τους Οθωμανούς, δεν είχε ισχυρή και μορφωμένη κεφαλαιοκρατία στο κρίσιμο διάστημα που γινόταν ο σχεδιασμός του κράτους. Οι αμόρφωτοι και βάρβαροι κοτζαμπάσηδες δεν μπορούσαν να φερθούν σαν κεφαλαιο­κρατία. Αναγκαστικά την τύχη του κράτους την πήραν στα χέρια τους τα "έρποντα", που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από την αγραμματοσιά των ισχυρών. Οι "καλαμαράδες", που πάντα φρόντιζαν να επωφελούνται από τις συγκρούσεις των συμφερόντων της κοινωνίας.

 Όλοι αυτοί ήταν επικίνδυνοι. Γιατί; Γιατί όλοι ξεκίνησαν την πορεία τους με τρύπια παντελόνια και θέλησαν να γίνουν πλούσιοι μέσω του κρατικού κεφαλαίου. Γιατί όλοι ξεκίνησαν από τα "Κράβαρα" και θέλησαν να μένουν στο "Κολωνάκι". Αυτή η "απόσταση" για να καλυφθεί, έπρεπε να βάλουν τα χέρια τους στα δημόσια ταμεία. Αυτή η απόσταση όμως δεν καλύπτεται εύκολα σε μια υγιή οικονομία. Οι αστοί γίνονται πλούσιοι μόνο σε υπανάπτυκτες "Μπανανίες" με προβληματικές οικονομίες. Ανάπτυξη σημαίνει οργανωμένη οικονομία και έλεγχος του δημοσίου τομέα. Ανάπτυξη σημαίνει παραγωγή και αυτό με τη σειρά του σημαίνει κεφάλαιο. Σημαίνει νέες βιομηχανίες και άρα νέες θέσεις εργασίας. Σημαίνει όμως υπεροχή των κεφαλαιοκρατών και αυτούς τους αντιλαμβάνονται οι αστοί ως ταξικούς εχθρούς. Αυτούς τους εχθρούς θέλησαν να τους πολεμήσουν και γι' αυτό χρησιμοποίησαν το δημόσιο κεφάλαιο ως ταξικό τους "όπλο". Με αυτό το "όπλο" νικούσαν αυτούς που γέμιζαν τα ταμεία αυτοί που τα άδειαζαν. Η ταξική τους νίκη ήταν το αίτιο της υπανάπτυξης της χώρας.

Από την πρώτη στιγμή που άρχισε ν' αναπτύσσεται αυτό το κράτος, οι αστοί, εκμεταλλευόμενοι τα "πόστα" τους, άρχισαν την αφαίμαξή του. Ο καθένας βρήκε τον ιμπεριαλιστή "πάτρωνα" του και πορευόταν για την "επιτυχία" του. Παλιότερα τα κόμματα, υπό την ηγεσία των αστών, ακολου­θούσαν ιμπεριαλιστικά κράτη. Σήμερα ακολουθούν τις πολυεθνικές του ιμπεριαλισμού. Παλαιό­τερα, για παράδειγμα, το γαλλόφιλο κόμμα χρηματοδοτούνταν από το γαλλικό κεφάλαιο, για να "σώσει" την Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα πάρει τα γαλλικά προϊόντα που χρειάζεται για τη "σωτηρία" της. Σήμερα τα κόμματα έχουν χορηγούς τις πολυεθνικές. Σήμερα, για παρά­δειγμα, κάποιος θα χρηματοδοτηθεί από την Siemens για να μας "σώσει" και πάλι όμως υπό την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιήσει τα προϊόντα της για τη "σωτηρία" μας. Ήταν αναγκασμένοι οι αστοί να βάζουν μέσα στο κράτος τους ιμπεριαλιστές, γιατί δεν μπορούσαν μόνοι τους να νική­σουν στον ταξικό τους αγώνα και να μονοπωλούν την εξουσία, που ήταν το διαβατήριο για την "επιτυχία" τους.

Ο πιο κερδοφόρος τομέας, όπου δραστηριοποιούνταν οι αστοί, ήταν πάντα η ανάπτυξη των υποδομών. Ήταν κερδοφόρος, γιατί οι υποδομές ήταν πανάκριβες και υπήρχαν τα δεδομένα να στηθεί μια "φάμπρικα", που θα επέτρεπε στους αστούς ν' απομυζούν δισεκατομμύρια. Ήταν εύκολο να στηθεί η "φάμπρικα", γιατί η ελληνική κεφαλαιοκρατία ήταν ιδιαίτερα ασθενής για ν' αναλάβει τα έξοδα των υποδομών και ο λαός πολύ φτωχός για να επενδύσει στην ανάπτυξη. Ευνόητο είναι ότι αυτό θα το αναλάμβανε ο μόνος που μπορούσε και αυτός ήταν το κράτος. Το ίδιο το κράτος, ως ο κυρίαρχος οικονο­μικός παράγοντας της "Μπανανίας", θα επέλεγε μόνο του πώς θα κατασκεύαζε τα δίκτυα των υποδομών του και με ποιους θα συνεργαζόταν. Από τη στιγμή που την εξουσία στον μηχανισμό του την κατέχουν οι αστοί, ήταν θέμα χρόνου να παραδώσουν την κατασκευή των υποδομών σε μέλη της συντεχνίας τους. Οι αστοί, που μας κυβερνούσαν, παρέδωσαν την εργολαβία στους αστούς κατασκευαστές και αυτοί με τη σειρά τους ανταπέδιδαν με "δώρα" την εύνοια αυτήν.

Οι κυβερνώντες, είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε σε κομματικό, εισέπρατταν τα ανταποδοτικά "τέλη" από τους άθλιους εργολάβους των δημοσίων έργων. Αυτό είναι λογικό. Όπου υπάρχουν τεράστια κέρδη υπάρχουν και περιθώρια και για τεράστια "δώρα". Αυτός ο οποίος, είτε ως πρό­σω­πο είτε ως κόμμα, με μία του απόφαση σου δίνει τη δυνατότητα να γίνεις πλούσιος μέσα σε ένα χρόνο, έχει απαίτηση για "δώρο". Ας δει κάποιος τι συμβαίνει με τους σημερινούς κυβερνητικούς του ΠΑΣΟΚ. Νεόπλουτοι δισεκατομμυριούχοι οι περισσότεροι. Άνθρωποι, που λίγα χρόνια πριν είχαν πρόβλημα επιβίωσης. Άνθρωποι, που πριν το 1981 νόμιζαν ότι το "φουα γκρα" ήταν άγρια φυλή της Αφρικής και σήμερα το θεωρούν εκ των ουκ άνευ στις διατροφικές τους επιλογές. Άνθρωποι, που νόμιζαν ότι η "οτ κουτίρ" είναι είδος τραχανά και σήμερα θεωρούν ότι δεν μπορούν να ζήσουν, χωρίς να την παρακολουθούν. Όλοι αυτοί έχουν σχέσεις με τους "ευεργέτες" των δημοσίων έργων. Είναι "κολλητοί" με αυτούς που κατασκευάζουν τους "κινητούς" ελληνικούς δρόμους.

Είναι ευνόητο λοιπόν ότι, από τη στιγμή που οι αστοί μας κυβερνάνε κατ' αποκλειστικότητα, ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστούν τα προβλήματα στον τομέα των δημοσίων έργων, που αφορούν τις υποδομές. Γιατί; Γιατί οι αστοί και στον τομέα των υποδομών δημιουργούν τα ίδια προβλήματα που δημιουργούν και σε όλους τους άλλους τομείς όπου δραστηριοποιούνται. Όπως ο διεφθαρμένος γιατρός μετατρέπει το δημόσιο νοσοκομείο σε ιδιωτική του επιχείρηση, έτσι προσπαθεί και ο μηχανικός να μετατρέψει τη δημόσια υποδομή σε ιδιωτικό του κεφάλαιο. Δεν μπορούν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο πλούσιοι. Το αποτέλεσμα είναι τα έργα υποδομής να κοστίζουν πολύ ακριβά στον ελληνικό λαό.

Αυτό οφείλεται στα χαρακτηριστικά της τάξεως των αστών. Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε τα χαρακτηριστικά τους, γιατί χάνουμε την ουσία του προβλήματος.  Οι αστοί είναι φτωχοί άνθρωποι, που θεωρούν ότι βασανίζονται μέσα στο σύστημα εκπαίδευσης κι αναζητούν την αποζημίωση. Είναι φτωχοί, που, μόλις βρίσκονται κοντά στη δημόσια "τσέπη", νομίζουν ότι μπορούν ν' αρπάζουν ό,τι θέλουν δίκην αποζημίωσης. Είναι φτωχοί, που βλέπουν τη θέση τους, το πτυχίο τους, την εξειδίκευσή τους σαν τη μεγάλη "ευκαιρία" της ζωής τους.

Όλοι σχεδόν συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, γιατί αυτή είναι η ταξική τους εκπαίδευση. Εκπαιδεύονται μέσα στα πανεπιστήμια να μισούν τους ταξικούς τους αντιπάλους. Εκπαιδεύονται για ν' αντιλαμβάνονται σαν ταξικό τους καθήκον να κλέβουν τους κεφαλαιοκράτες. Εκπαιδεύονται για ν' αντιλαμβάνονται σαν ταξικό τους δικαίωμα να υπερέχουν των εργατών και να τους αδικούν. Τα λίγα χρόνια σπουδών που έχουν πραγματοποιήσει προσπαθούν να τα εξαργυρώσουν με κάθε τρόπο εις βάρος των πάντων. Όταν όμως αυτοί οι άνθρωποι εκπαιδεύονται ν' αναζητούν την οικονομική επιτυχία και ταυτόχρονα δεν διαθέτουν προσωπικό κεφάλαιο, ευνόητο είναι ότι θα δημιουργηθούν προβλήματα. Ο μόνος τρόπος που τους απομένει, για να εξασφαλίσουν την "επιτυχία", είναι μέσα από την καταλήστευση των δημοσίων πόρων.

Από τη στιγμή που δεν διαθέτουν προσωπικό κεφάλαιο και το μόνο που διαθέτουν είναι πρόσβαση στο δημόσιο κεφάλαιο, ευνόητο είναι ότι αυτό θα εκμεταλλευτούν. Μέσα στην ταξική σύγκρουση που υπάρχει στην κάθε κοινωνία οι αστοί εκμεταλλεύονται τα ειδικά τους χαρακτηριστικά, κατ' αρχήν για να επιβιώσουν και στη συνέχεια για να πλουτίσουν, κάνοντας χρήση των "προσόντων" τους. Αυτό κάνουν όλοι. Από τους διεφθαρμένους γιατρούς των νοσοκομείων και τους μηχανικούς της πολεοδομίας μέχρι τον τελευταίο κλητήρα του δημοσίου. Όλοι αυτοί πλουτίζουν εις βάρος της οικονομίας και εις βάρος του λαού. Όταν "λεηλατούν" μέσω της φορολογίας τους κεφαλαιο­κράτες, τους αναγκάζουν —για να επιβιώσουν— να αδικήσουν τους εργάτες. Όταν καταστρέφουν κεφαλαιοκράτες, για να ευνοήσουν "γενναιόδωρους" έμπορους αντιπροσώπους πολυεθνικών, προκαλούν το φαινόμενο της ανεργίας.

Το σύνολο τους κράτους λειτουργεί με βάση τις ανάγκες της αστικής τάξης, που το διαχει­ρί­ζεται. Λειτουργεί με τρόπο που να τους επιτρέπει να πλουτίζουν χωρίς καμία αντίδραση και βέβαια χωρίς τιμωρία. Ανάμεσα σ' αυτούς είναι και οι αστοί εργολήπτες μηχανικοί. Όπως και οι υπόλοιποι όμοιοί τους έτσι κι αυτοί είναι φτωχοί, που θέλουν να γίνουν πλούσιοι μέσω των δημοσίων έργων. Δεν είναι επενδυτές, γιατί απλούστατα δεν επενδύουν χρήματα. Δεν έχουν χρήματα για να επενδύσουν. Είναι απλοί μελετητές, που θέλουν μέσω των κρατικών χρημάτων να γίνουν πλούσιοι.

Το σύνολο των προβλημάτων στον τομέα των δημοσίων έργων προέρχεται από το γεγονός ότι κύριος ρυθμιστής των πάντων είναι το ίδιο το κράτος. Το πρόβλημα με την ανάληψη του τομέα των υποδομών από το ίδιο το κράτος έχει αρνητικές συνέπειες σε πολλά επίπεδα. Τα κύρια προβλή­ματα αφορούν την κλοπή των δημοσίων χρημάτων και την κακοτεχνία των κατασκευών. Όλα αυτά συμβαίνουν, επειδή δεν μπορεί να γίνει επαρκής έλεγχος αυτών που αναλαμβάνουν τις κατα­σκευές. Το πρόβλημα αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί ν' αποφευχθεί, γιατί απλούστατα έτσι είναι σχεδιασμένη η κατάσταση από το ίδιο σύστημα. Είναι σχεδιασμένη από αυτούς που το ελέγχουν και είναι οι αστοί.

Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Όταν το κράτος μοιράζει τα δημόσια έργα στους αστούς μηχανικούς, δεν μπορεί —ακόμα και να το θέλει— να τους ελέγξει επαρκώς. Όταν ένας "κατασκευαστής" γίνεται εργολήπτης δημοσίων έργων με μόνο κεφάλαιο ένα πτυχιάκι και μοναδική του περιουσία τους μύκητες των ποδιών του, δεν μπορεί να ελεγχθεί. Γιατί; Γιατί, όταν παραδώσει το έργο, το κράτος αναγκαστικά το παραλαμβάνει, εφόσον δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Το κράτος έχει ήδη πληρώσει το έργο και ο "ψευδοκατασκευαστής" είναι πολύ φτωχός ώστε αυτό να στραφεί εναντίον του, απαιτώντας αποζημιώσεις. Τι θα κάνει σε περίπτωση κακοτεχνίας; Θα τον κλείσει φυλακή; Και τι θα κερδίσει το κοινωνικό σύνολο από αυτήν την ενέργεια; Το θέμα είναι να μην "φαγωθούν" τα χρήματα και όχι να πάει κάποιος φυλακή. Αν αυτός είναι απατεώνας και έχει πράγματι "φάει" τα χρήματα, δεν αρκεί η φυλακή. Γιατί; Γιατί προφανώς τα χρήματα τα έχει "εξαφανίσει" σε λογαριασμούς τρίτων και η φυλακή δεν τον πτοεί. Δεν είναι και άσχημα με λίγα χρόνια φυλακή να εξασφαλίσει κάποιος το μέλλον του. Πόσα χρόνια φυλακή μπορεί να πάει κάποιος για μια τέτοια περίπτωση;

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Όλα αυτά προκύπτουν από τον σχεδιασμό που έχει επιλεγεί. Ποιος είναι αυτός ο σχεδιασμός και γιατί είναι εξ αρχής προβληματικός; Ο σχεδιασμός είναι προβληματικός, γιατί θέλει το κράτος να λειτουργεί σαν φυσικό πρόσωπο, ενώ δεν είναι τέτοιο. Θέλει δηλαδή το κράτος να χρηματοδοτεί έργα με τον ίδιο τρόπο και την ίδια λογική που χρηματοδοτεί ένας ιδιώτης, ο οποίος έχει δικά του συμφέροντα να υπερασπιστεί. Το πρόβλημα εδώ είναι το εξής: Ο ιδιώτης, όταν χρηματοδοτεί ένα έργο, είναι σκληρός στον έλεγχο, γιατί απλούστατα "πονάει" την τσέπη του. Ελέγχει και γίνεται επικίνδυνος κάθε φορά που αντι­λαμβάνεται ότι τον κλέβουν. Δεν μπορεί για παράδειγμα να συμβεί στον ιδιωτικό τομέα αυτό το οποίο συμβαίνει με τα δημόσια έργα. Δεν μπορεί για παράδειγμα ένας μηχανικός να "δουλεύει" έναν βιομήχανο, όπως "δουλεύει" ένας συνάδερφός του το κράτος.

Αυτό συμβαίνει σ' αυτήν την περίπτωση. Οι μηχανικοί "δουλεύουν" το κράτος, για να το κλέβουν. Αυτό δεν μπορεί να γίνει στον ιδιωτικό τομέα. Δεν μπορεί για παράδειγμα ένας μηχανικός να ξεκινήσει να κατασκευάζει ένα ιδιωτικό εργοστάσιο και να δικαιολογήσει καθυστέ­ρηση στην παράδοση, διπλασιασμό του κόστους και κακοτεχνία. Αν το κάνει αυτό, κινδυνεύει όχι απλά να πάει φυλακή, αλλά να πέσει θύμα βίαιης συμπεριφοράς.

Όμως, αυτό το οποίο είναι αδύνατον για τον ιδιωτικό τομέα είναι το σύνηθες για τον δημόσιο. Γιατί; Γιατί έχουν δώσει σε ένα ανεύθυνο και απρόσωπο τέρας τη δυνατότητα να λειτουργεί σαν φυσικό πρόσωπο. Έδωσαν τη δυνατότητα σε έναν "βλάκα" να είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Γιατί του την έδωσαν; Γιατί συμφέρει τους αστούς να έχουν δοσοληψίες με έναν "βλάκα". Τους συμφέρει, γιατί είναι εύκολο να τον κλέψεις τον "βλάκα". Γιατί τον λέμε "βλάκα"; Όχι επειδή είναι βλάκες οι δημόσιοι υπάλληλοι που το στελεχώνουν, αλλά γιατί το πλαίσιο λειτουργίας του κράτους είναι αυτό το οποίο του δίνει αυτά τα χαρακτηριστικά.

Τον βιομήχανο, για παράδειγμα, δεν μπορείς να τον "δουλεύεις", γιατί, όταν τον κλέβεις, το καταλαβαίνει και αντιδρά. Γνωρίζει την τσέπη του και δεν μπορείς να βάζεις τα χέρια σου μέσα σ' αυτήν. Αντίθετα όμως μ' αυτόν, όταν μιλάμε για το δημόσιο, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Τα συμφέροντα του απρόσωπου δημοσίου αναλαμβάνει να τα υπερασπιστεί ένας απλός υπάλληλος. Αυτό είναι όμως επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί ο υπάλληλος, ακόμα κι όταν δεν είναι διεφθαρμένος ή αδιάφορος, είναι ευάλωτος κι αδύναμος. Υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα, που μπορούν να τον τρομοκρατήσουν. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς και διάφορους τρόπους. Από την απλή απειλή μιας δυσμενούς μετάθεσης ή ακόμα και την απειλή της σωματικής βίας, μέχρι την απειλή για μη-βόλεμα των παιδιών του. Είναι λογικό δηλαδή να υποκύπτει σε πιέσεις. Είναι λογικό από ένα σημείο κι έπειτα να μην ενδιαφέρεται να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον. Αυτός θα σώσει τον κόσμο; Όπως όλοι οι συνάδερφοί του έτσι κι αυτός θα "κρυφτεί" και οι πονηροί θ' αλωνίζουν.

Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι το κράτος εύκολα αρχίζει κι αναπτύσσει —λόγω των ιδιο­μορφιών του— τα χαρακτηριστικά του βλάκα. Ενός βλάκα, που πληρώνει και δεν ελέγχει. Ενός βλάκα, που παραλαμβάνει ό,τι του παραδώσουν, χωρίς ν' αντιδρά. Ενός βλάκα, που ποτέ δεν παίρνει αυτό το οποίο θέλει στον χρόνο που προβλέπεται. Όλα αυτά όμως τα χαρακτηριστικά του δεν προέκυψαν εξαιτίας της άγνοιας των νομοθετών. Όλα αυτά προέκυψαν από επιλογή. Ήταν επιλογή αυτών που ήθελαν να το λεηλατούν. Ήταν επιλογή αυτών που ήθελαν μετά την αποφοίτησή τους από το Πολυτεχνείο να έχουν μια σίγουρη και πλούσια τσέπη, για να βάζουν τα χέρια μέσα και ν' αρπάζουν ό,τι βρίσκουν. Κατά μία τραγική "σύμπτωση" τόσο αυτοί οι οποίοι δημιούργησαν το νομοθετικό πλαίσιο, που αφορά την εργοληψία, όσο και αυτοί που κλέβουν, ανήκουν όχι μόνον στην ίδια κοινωνική τάξη, αλλά και στην ίδια συντεχνία. Ανήκουν όλοι τους στην τάξη των αστών και είναι μηχανικοί. Οι αστοί νομοθέτες —χωρίς αντιδράσεις— κάνουν αυξησούλες στους εαυτούς τους και, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις, δίνουν τη δυνατότητα στους όμοιούς τους να κλέβουν.

Αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Δεν είναι δυνατόν ο βουλευτής, που νομοθετεί υπέρ των ατομικών του συμφερόντων, να βάλει με νόμους τάξη στο κράτος. Δεν είναι δυνατόν αυτός ο οποίος γίνεται πλούσιος από τις αδυναμίες του κράτους να το κάνει πανίσχυρο σε άλλες δραστηριότητές του. Δεν μπορεί αυτός, που σε μία προβληματική οικονομία κάνει αύξηση στον εαυτό του της τάξης του 80%, να ελέγξει τον γιατρό που παίρνει φακελάκια ή τον μηχανικό που κλέβει το κράτος. Απλά είναι τα πράγματα. Όταν κλέβουν αυτοί, που έχουν ως αντικείμενο της δουλειάς τους τον έλεγχο, δεν μπορούν να ελέγξουν. Όταν αυτοί επωφελούνται από την "αταξία", δεν μπορούν να επιβάλλουν την "τάξη".

Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, είναι απόλυτα φυσιολογικό αυτό το οποίο βλέπουμε να συμβαίνει στα δημόσια έργα. Τι συμβαίνει; Το αίσχος. Οι εργολήπτες των δημοσίων έργων δεν σέβονται κανέναν και τίποτε. Δεν σέβονται τα δεδομένα, που αφορούν την εργοληψία. Τρία είναι τα δεδομένα που αφορούν ένα έργο, το οποίο πρέπει να κατασκευαστεί και να παραδοθεί σ' αυτόν που το χρηματοδοτεί. Ποιότητα, κόστος και χρόνος παράδοσης. Οι εργολήπτες δεν σέβονται τίποτε από αυτά, γιατί απλούστατα, κάθε φορά που δεν σέβονται κάποιο από αυτά τα δεδομένα, γίνονται πλουσιότεροι. Το αποτέλεσμα; Τραγικό. Τα έργα παραδίδονται όταν θέλουν οι εργολήπτες, το κόστος συνήθως υπερδιπλασιάζεται και η ποιότητα αγγίζει τα όρια της αθλιότητας. Όλα αυτά γίνονται, επειδή αυτός ο οποίος πρέπει να τους ελέγχει είναι και φέρεται ως "βλάκας".

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα. Είναι δεδομένο ότι, όταν δεν υπάρχει φυσικό πρόσωπο να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, θα έχουμε φαινόμενα αυτού του είδους. Αυτό όμως είναι εκ των προτέρων γνωστό. Δεν χρειάζεται δηλαδή κάποιος να είναι μάντης, για να ξέρει τι θ' ακολουθήσει. Δεν χρειάζεται να είναι μάντης, για να καταλάβει ότι όλοι οι "κολλητοί" της εξουσίας θ' αρχίσουν να κάνουν "μπίζνες" με τον βλάκα. Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να ξεγελάς έναν βλάκα. Είναι δεδομένο δηλαδή ότι θα γίνεις πλούσιος, όταν απέναντί σου έχεις έναν βλάκα, που είναι εξαιρετικά πλούσιος και δεν μπορεί να ελέγχει αυτούς με τους οποίους συνεργάζεται. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορεί ένας απλός δημόσιος υπάλληλος να ενσαρκώσει πραγματικά τον ρόλο του κράτους. Από αυτήν την αδυναμία προέρχεται η σπατάλη του δημοσίου χρήματος και βέβαια η διαφθορά.

Όλα αυτά θα μπορούσαν ν' αποφευχθούν με έναν σωστό σχεδιασμό. Έναν σχεδιασμό που θα σεβόταν τα δεδομένα και θα προστάτευε τα δημόσια συμφέροντα. Για να εφαρμοστεί όμως ένας σωστός σχεδιασμός, δεν αρκεί μόνον η θέληση. Πρέπει να υπάρχει και γνώση. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζουμε τη φύση αυτού που ονομάζουμε "κατασκευαστικό έργο" και βέβαια τους ρόλους των ανθρώπων που εμπλέκονται μέσα σ' αυτό. Ρόλους, όπως αυτός του χρηματοδότη, του κατασκευαστή-εργολήπτη, του μηχανικού κλπ.. Αν όλα αυτά δεν τα έχουμε σωστά τοποθετημένα στην ανάλυσή μας, είναι βέβαιον ότι θα κάνουμε λάθος. Το κύριο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές κάποια πρόσωπα φέρουν παραπάνω από μία ιδιότητα και από εκεί προκύπτουν τα λάθη στην ανάλυση.

Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Είναι δυνατόν —ανάλογα με τα δεδομένα— να υπάρχουν φορές που οι ρόλοι διαχωρίζονται με σαφήνεια και άλλες φορές να υπάρχει πλήρης ταύτιση όλων των ρόλων σε ένα πρόσωπο. Υπάρχουν φορές δηλαδή που είναι ανοιχτή η "βεντάλια" των ρόλων και αφορά πολλά και διαφορετικά πρόσωπα και υπάρχουν φορές που αυτή η "βεντάλια" είναι κλειστή και αφορά ένα και μόνο πρόσωπο. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι ακόμα και στην περίπτωση αυτήν δεν υπάρχουν ρόλοι. Θα δούμε μερικά αντιπροσωπευτικά παραδείγματα, για να καταλάβει ο αναγνώστης το τι περίπου συμβαίνει.

Θα ξεκινήσουμε από την πιο απλή περίπτωση, όπου το σύνολο των ιδιοτήτων ταυτίζεται με ένα πρόσωπο. Την περίπτωση δηλαδή όπου η "βεντάλια" είναι κλειστή. Όταν για παράδειγμα ένας μηχανικός χτίζει ο ίδιος το δικό του σπίτι, υπάρχει πλήρης ταύτιση όλων των ρόλων σε ένα πρόσωπο. Ο ίδιος είναι χρηματοδότης του έργου. Είναι κατασκευαστής και εργοδότης των εργατών που θα το κατασκευάσουν. Είναι επιστήμονας μελετητής του έργου και είναι επιστήμονας επιβλέπων του έργου. Τα πάντα δηλαδή τα ελέγχει ένα πρόσωπο και δεν υπάρχει κίνδυνος να τον ξεγελάσει κανένας. Δεν μπορεί κάποιος να ξεγελάει τον εαυτό του, εξαιτίας των διαφορετικών ρόλων που ενσαρκώνει ο ίδιος.

Το άλλο άκρο αυτής της κατάστασης είναι να έχουμε ένα κατασκευαστικό έργο, που κατασκευάζεται με στόχο την πώλησή του. Στην περίπτωση αυτήν έχουμε συνήθως πλήρη διαχωρισμό όλων των ρόλων. Χρηματοδότης του έργου —στο γενικό επίπεδο— είναι αυτός ο οποίος στο τέλος θα το αγοράσει. Κατασκευαστής του έργου είναι ο ιδιώτης επιχειρηματίας, που θα το κατασκευάσει με δικά του χρήματα με στόχο να το πουλήσει. Μηχανικοί είναι αυτοί οι οποίοι θα το μελετήσουν και θα το επιβλέψουν στην κατασκευή του. Αντιλαμβανόμαστε ότι όλοι αυτοί οι ρόλοι όχι μόνον είναι απόλυτα διαχωρισμένοι, αλλά έχουν μεταξύ τους συγκρουόμενα συμφέ­ροντα.

Συμφέρει αυτόν που ενσαρκώνει τον έναν ρόλο να είναι κουτός εκείνος που ενσαρκώνει τον άλλον, ώστε να επωφεληθεί εις βάρος του. Συμφέρει τον κατασκευαστή να είναι κουτός ο αγοραστής και το αντίστροφο. Συμφέρει τον μηχανικό να είναι κουτός ο κατασκευαστής και το αντίστροφο επίσης. Όποιος είναι κουτός αυτός θα την "πατήσει", γιατί τα δικά του χρήματα θα πάνε στην τσέπη του άλλου. Θα την πατήσει ο κουτός χρηματοδότης, αν πληρώσει ακριβά κάτι που δεν αξίζει τα χρήματά του. Θα την "πατήσει" ο κουτός κατασκευαστής, αν πληρώσει ακριβά για να κατασκευάσει κάτι, που δεν θα μπορεί στη συνέχεια να το πουλήσει. Θα την "πατήσει" ο κουτός μηχανικός, αν δουλέψει και δεν πληρωθεί.

Αυτή η περίπλοκη κατάσταση αφορά όλα τα κατασκευαστικά έργα και επομένως και τα δημόσια. Το πρόβλημα όμως στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι έντονο, γιατί απλούστατα οι ιδιώτες δεν είναι κορόιδα. Όποιον ρόλο και να ενσαρκώσουν, θα τον φέρουν σε πέρας. Ως χρηματο­δότες-αγοραστές αγοράζουν ό,τι τους συμφέρει. Ως κατασκευαστές-πωλητές επιμένουν να χρηματο­δοτούν μία κατασκευή μόνον όταν υπάρχει ορατό συμφέρον. Δεν μπορεί κάποιος κατώτερος ρόλος να τους δουλεύει, όταν είναι είτε χρηματοδότες είτε κατασκευαστές. Ελέγχουν τα πάντα και είναι σκληροί στον έλεγχο. Αν είναι χρηματοδότες-αγοραστές και τους προσφέρεται κάτι πολύ ακριβά, δεν το αγοράζουν. Αν είναι κατασκευαστές-πωλητές και τους κοστίζει κάτι πολύ ακριβά, δεν ξεκινάνε να το κατασκευάσουν, όταν δεν υπάρχει προοπτική να το πουλήσουν. Αν είναι μηχανικοί-υπάλληλοι και δεν τους πληρώσεις, δεν ξεκινάνε να κάνουν τη μελέτη. Τα πάντα δηλαδή είναι θέμα οικονομίας και αυτοί οι οποίοι πληρώνουν μπορούν να ελέγχουν τα πράγματα.

Έναν βιομήχανο δεν μπορεί να τον δουλέψει ο ιδιώτης εργολάβος-κατασκευαστής και αυτόν δεν μπορεί να τον δουλέψει ο μηχανικός μελετητής. Οι πάντες στην περίπτωση αυτήν ελέγχονται εύκολα από αυτόν που πληρώνει, γιατί απλούστατα αυτός ο οποίος πληρώνει είναι πανίσχυρος και είναι αυτός που τοποθετεί τον "πήχη" του κόστους, της ποιότητας και του χρόνου κάτω από τον οποίο θα πρέπει να περάσουν τα πάντα. Αυτός αντιδράει, όταν δεν γίνονται αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Στην περίπτωση του ιδιωτικού τομέα συνήθως ο χρηματοδότης είναι ο ίδιος και κατασκευαστής, γιατί αυτό τον συμφέρει περισσότερο. Τον συμφέρει, γιατί με τον τρόπο αυτόν αποσπά για λογαριασμό του τα κέρδη που θα εισέπραττε ο κατασκευαστής. Ο εργολάβος, που μπορεί να είναι και μηχανικός δηλαδή, στην περίπτωση αυτήν μεταφέρει τις οικονομικές υποχρεώσεις στον χρηματοδότη και στην ουσία χάνει τον ρόλο του κατασκευαστή, εφόσον δεν πληρώνει ο ίδιος το έργο.

Κάτι ανάλογο γίνεται και στα δημόσια έργα. Αυτό όμως είναι επικίνδυνο στο επίπεδο αυτό. Γιατί; Γιατί ο χρηματοδότης —και στην ουσία και κατασκευαστής του έργου— είναι μη φυσικό πρόσωπο. Δεν μπορεί να ελέγξει με το πάθος και την ακρίβεια που το κάνει ένας ιδιώτης. Πληρώνει ό,τι κι αν του χρεώσουν. Περιμένει να του παραδώσουν το έργο όταν μπορούν και όχι στο προσυμφωνηθέν χρονικό όριο. Τέλος —και αυτό είναι το χειρότερο— είναι αναγκασμένος να το παραλάβει σε όποια κατάσταση κι αν του το παραδώσουν. Ακριβώς, επειδή το έχει πληρώσει ήδη και δεν το έχει ελέγξει επαρκώς κατά τη διάρκεια της κατασκευής του, δεν μπορεί στο τέλος ν' αρνηθεί την παραλαβή του. Αυτός είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο του έργου στην πορεία του και δεν μπορεί ν' αρνηθεί να παραλάβει κάτι που ήταν στην υπευθυνότητά του να ελεγχθεί και δεν ελέγχθηκε. Δεν μπορεί ν' αρνηθεί να παραλάβει κάτι που το πλήρωσε ήδη και θα πρέπει να το ξαναπληρώσει σε περίπτωση που δεν τον ικανοποιεί.

Αυτό ακριβώς γίνεται στα δημόσια έργα και γι' αυτό γίνονται τα αίσχη. Τι ακριβώς γίνεται; Το εξής απλό. Έστω ότι το κράτος αποφασίζει να κατασκευάσει ένα έργο, που, κάνοντας το ίδιο τον προϋπολογισμό του με βάση τις τρέχουσες τιμές, το υπολογίζει σε ένα δις δραχμές. Αποφασίζει δηλαδή να διαθέσει για το συγκεκριμένο έργο ένα δις κι αυτό σημαίνει ότι εξ αρχής λαμβάνει τον ρόλο του χρηματοδότη-αγοραστή του έργου. Αν δηλαδή υπήρχε το έργο έτοιμο από κάποιον ιδιώτη, θα το αγόραζε κατ' ευθείαν και εκεί θα τελείωνε η υπόθεση. Αυτό σημαίνει ο ρόλος του χρηματοδότη. Αγοράζεις αυτό το οποίο θέλεις από την αγορά. Επειδή όμως αυτό στο επίπεδο των έργων υποδομής δεν συμβαίνει ποτέ, ακολουθείται μια πάγια διαδικασία. Το κράτος, για να προστατεύσει υποτίθεται τα συμφέροντά του, κάνει μειοδοτικό διαγωνισμό. Από εκεί αρχίζουν τα αίσχη. Οι πονηροί, που έχουν σχέση με την εξουσία, κερδίζουν άνετα αυτούς τους διαγωνισμούς, γιατί εκ των προτέρων γνωρίζουν ότι μπορούν να ξεγελάσουν τον βλάκα —αθετώντας τους όρους του διαγωνισμού— και ταυτόχρονα μπορούν ν' απαλλαγούν από τους ανταγωνιστές, που δεν έχουν πολιτικά "μέσα" και ως εκ τούτου δεν μπορούν να κάνουν εικονικές προσφορές.

Έτσι έχουμε ως αποτέλεσμα των διαγωνισμών μία τελείως πλασματική κατάσταση. Αυτό το οποίο έχει προϋπολογίσει το ίδιο το κράτος να κοστίσει ένα δις, το αναλαμβάνει κάποιος να το κατασκευάσει με διακόσια εκατομμύρια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως το κράτος έκανε λάθος στον δικό του υπολογισμό; Μήπως ο εργολήπτης έχει κάποιο τρομερό μυστικό, που μειώνει το κόστος; Μήπως ο εργολήπτης είναι βλάκας και δεν γνωρίζει να κάνει σωστούς προϋπολογισμούς και θα πληρώσει από την τσέπη του το όποιο λάθος; Όχι βέβαια. Υπάρχει απλή απάτη. Ο εργολήπτης γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν μπορεί να κατασκευαστεί το έργο με τα χρήματα που έχει κάνει ως προσφορά και έχει κερδίσει τον διαγωνισμό. Απλά αυτός ο εργολήπτης γνωρίζει ότι δεν κινδυνεύει από τυχόν υπερβάσεις και κακοτεχνίες. Έχει "άκρες" στην εξουσία κι "αρμέγει" χωρίς να φοβάται. Αποτέλεσμα; Το έργο που προβλέφθηκε αρχικά να έχει κάποιες συγκεκριμένες προδιαγραφές, να κοστίσει ένα δις και να παραδοθεί σε έναν χρόνο, παραδίδεται κακοφτιαγμένο, έχει κοστίσει τα τριπλάσια και η παράδοση γίνεται σε τρία χρόνια.

Χωρίς να είναι κάποιος επιστήμονας, μπορεί να καταλάβει τι έγινε. Η κακή κατασκευή μείωσε το κόστος του και άρα το έργο κόστισε κάτω από το ένα δις που είχε προϋπολογίσει το κράτος. Δύο και πλέον δις μπήκαν στην τσέπη του καραγκιόζη, που έκανε την εικονική προσφορά των διακοσίων εκατομμυρίων. Από τη στιγμή που δεν ελέγχεται, πρόβλημα δεν υπάρχει. Θα πάρει μερικά εκατομμύρια από αυτά τα δις και θα "ταΐσει" αυτούς που τον προστάτευσαν κι αυτούς που δεν τον έλεγξαν. Θα εισπράξουν μερικά εκατομμύρια οι πολιτικοί που μεσολάβησαν για ν' αναλάβει το έργο και να μην τιμωρηθεί για τις υπερβάσεις του και θα εισπράξουν μερικά εκατομμύρια και οι υπάλληλοι που δεν τον έλεγξαν και δεν τον σταμάτησαν όταν είδαν πλέον ότι είναι αδύνατον να παραδώσει το έργο στην τιμή, στο χρόνο και την ποιότητα που προβλέπει η σύμβαση.

Στο σημείο αυτό ξεκινάει η ανευθυνότητα του κράτους και εκεί διαφέρει από τον ιδιώτη. Το πρόβλημα δηλαδή είναι ότι το κράτος αναλαμβάνει ρόλους, που δεν μπορεί να φέρει εις πέρας. Ότι αναλαμβάνει ρόλους, που απαιτούν να παίρνει άμεσες, σκληρές, καθημερινές αποφάσεις και αυτό δεν μπορεί ή δεν τολμά να λαμβάνει τέτοιου είδους αποφάσεις. Αυτό είναι κάτι που δεν αποτελεί πρόβλημα για τον ιδιώτη, ο οποίος πάντα αποφασίζει με βάση τα συμφέροντά του. Όταν ένας ιδιώτης σε μια ανάλογη περίπτωση βλέπει ότι το έργο έχει καταναλώσει ήδη διακόσια εκατομμύρια και βρίσκεται ακόμα στα θεμέλια δεν συνεχίζει να το χρηματοδοτεί. Σταματά εκεί και κινεί τις διαδικασίες που τον προστατεύουν από τους απατεώνες.

Ακόμα και ένα μικρό παιδί αντιδρά μ' αυτόν τον τρόπο. Όταν του υποσχεθείς ότι με ένα χιλιάρικο θα του επισκευάσεις το ποδήλατο και δεν το κάνεις, αρχίζει και νευριάζει όταν του ξοδεύεις τα χρήματα και δεν κάνεις αυτά που πρέπει. Όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να επισκευαστεί το ποδήλατο με τα χρήματα που έχει προϋπολογίσει, παύει να χρηματοδοτεί την επισκευή του. Αυτό το απλό πράγμα, που κάνει ακόμα και ένα παιδί, για να διασφαλίσει τα συμφέροντά του, δεν γίνεται από το δημόσιο και γι' αυτό κλέβουν οι εργολήπτες των δημοσίων έργων.

 Η ασφάλεια δηλαδή του ιδιώτη προέρχεται από το γεγονός ότι αναλαμβάνει ρόλους τους οποίους μπορεί να φέρει εις πέρας. Είναι χρηματοδότης, αλλά, όταν αναλαμβάνει και τον ρόλο του κατασκευαστή, μπορεί να ελέγχει. Το κράτος αντίθετα δεν μπορεί να λάβει αυτόν τον ρόλο. Αυτήν την αδυναμία του την έχουν αντιληφθεί οι μηχανικοί —αυτοί άλλωστε τη "δημιούργησαν"— και το εκμεταλλεύονται. Πηγαίνει ο κάθε φτωχοπρόδρομος μηχανικός και με περιουσία το σακάκι του διεκδικεί έργα πολλών δις. Επειδή δεν είναι —λόγω οικονομικής αδυναμίας— πραγματικός κατασκευαστής, ανοίγει εξ αρχής δοσοληψίες με το κράτος. Δώσε μου χρήματα για να ξεκινήσω. Δώσε μου χρήματα για να συνεχίσω. Δώσε μου χρήματα για να τελειώσω. Το κράτος δεν ελέγχει τίποτε και πληρώνει. Όταν στο τέλος παραδίδεται το έργο, το κράτος έχει πληρώσει άπειρα χρήματα για ένα άθλιο έργο, που το παραλαμβάνει με καθυστέρηση και ο μόνος κερδισμένος είναι ο εργολήπτης μηχανικός. Αυτός έγινε πλούσιος με μία δουλειά. Δεν μπορεί να τον τιμωρήσει το κράτος, εφόσον αυτό έχει την κύρια ευθύνη. Το κράτος είναι ο κατασκευαστής και αυτό δεν έκανε όταν έπρεπε σωστά τη δουλειά του. Ο δημόσιος υπάλληλος, που θα έπρεπε να είναι κατήγορος, γίνεται εύκολα κατηγορούμενος.

Είναι δεδομένο λοιπόν ότι δεν μπορεί να κάνει το κράτος καλά τη δουλειά τού κατασκευαστή. Είναι δεδομένο ότι ο απλός δημόσιος υπάλληλος δεν έχει το άγχος, την αγωνία και την αποφασιστικότητα του ιδιώτη κατασκευαστή. Δεν τα πληρώνει από την τσέπη του. Άρα αναγκα­στικά θα πρέπει το κράτος εξ αρχής να περιορίζεται. Θα πρέπει εξ αρχής να περιορίζεται στον ρόλο που μπορεί ακόμα και ως βλάκας ν' αντεπεξέρχεται. Ποιος είναι αυτός; Ο ρόλος του απλού χρηματοδότη-αγοραστή. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Το κράτος πρέπει να εκμεταλλεύεται μόνον τους μηχανισμούς του, που είναι αξιόπιστοι και δεν απαιτούν όλα τα παραπάνω χαρακτη­ρι­στικά για να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Το κράτος έχει τους μηχανισμούς που του επιτρέπουν να προϋπολογίζει με απόλυτη αξιοπιστία την αξία ενός έργου. Το κράτος έχει τους μηχανισμούς που του επιτρέπουν να κρίνει με απόλυτη αξιοπιστία την ποιότητα ενός έργου. Το κράτος έχει ημερολόγια, για να ξέρει με απόλυτο τρόπο πότε πρέπει να του παραδοθεί ένα έργο. Αυτά όλα είναι απλά πράγματα. Δεν απαιτούν ούτε άγχος ούτε αποφασιστικότητα ούτε τίποτε άλλο προκει­μένου να έλθουν εις πέρας.

Από αυτά θα πρέπει να ξεκινάει ως δεδομένα και σ' αυτά να περιορίζεται. Θα πρέπει δηλαδή ν' αλλάξει το σύνολο της στάσης του απέναντι σ' αυτό που λέμε "κατασκευή δημοσίων έργων". Θα πρέπει να περιοριστεί στους ρόλους που αναλαμβάνει. Από εκεί και πέρα ν' αναζητά εκείνον που θα του προσφέρει αυτό που θέλει σ' αυτήν την τιμή. Να λειτουργεί όπως ένας κοινός βλάκας, που ναι μεν έχει χρήματα για να καλύψει μια ανάγκη του, αλλά είναι αδύναμος να εκμεταλλευτεί την κατάσταση περισσότερο από τα όρια που του θέτει η ικανότητα του. Τι κάνει ένας βλάκας; Το εξής απλό. Βγαίνει στην αγορά και λέει: Θέλω ένα αυτοκίνητο και διαθέτω ένα εκατομμύριο. Όποιος έχει στη διάθεσή του αυτοκίνητο προς πώληση το πάει στον βλάκα. Μπροστά στον βλάκα θα παρουσιαστούν όλα τα αυτοκίνητα που είναι διαθέσιμα στην αγορά στην τιμή που ταυτίζεται με τον προϋπολογισμό του. Αυτός θα τα εξετάζει και, αν κάποιο από αυτά πληρεί τις προϋποθέσεις που έθεσε —πράγμα εύκολο να κριθεί— τότε το αγοράζει. Αν με τα χρήματα που διαθέτει δεν καλύπτεται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του, κηρύσσεται άγονος ο διαγωνισμός και είτε αλλάζει το ποσό που διαθέτει για να καλύψει την ανάγκη του είτε παύει να ενδιαφέρεται για την κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης.

Δεν ξεκινάει ο βλάκας να γίνει κατασκευαστής αυτοκινήτου. Δεν ξεκινάει, αλλάζοντας την ιδιότητά του, ν' αποσπάσει και το κέρδος του κατασκευαστή. Δεν ξεκινάει δηλαδή να βρει μηχανολόγους, σχεδιαστές, πρώτες ύλες, μηχανήματα κλπ., για να φτιάξει μόνος του ένα αυτοκίνητο. Αυτό είναι δύσκολο και αυτός ο οποίος το επιχειρεί όχι απλά δεν πρέπει να είναι βλάκας, αλλά τρομερά ευφυής. Είναι απαραίτητο να είναι τρομερά ευφυής, γιατί στην αντίθετη περίπτωση όχι μόνον δεν θα έχει κέρδος, αλλά θα καταστραφεί από τα έξοδα που θα κάνει για να κατασκευάσει μόνος του κάτι το οποίο θα είναι αμφίβολης ποιότητας.

Αυτό ακριβώς κάνει το κράτος. Δεν φτάνει που από τη φύση του είναι αναγκασμένο να λειτουργεί ως βλάκας, αλλά έχει το θράσος κι αναλαμβάνει ακόμα και τους ανώτερους ρόλους. Είναι όμως δυνατόν αυτό το οποίο λέμε να εφαρμοστεί στο επίπεδο των δημοσίων έργων; Είναι δυνατόν αυτή η διαδικασία, που αφορά ένα προϊόν διαθέσιμο στην αγορά, όπως είναι το αυτοκίνητο, να καλύπτει και την περίπτωση ενός δρόμου; Είναι δυνατόν το κράτος να βρει έτοιμους δρόμους ή γέφυρες, για ν' αγοράσει αυτά που το βολεύουν και βέβαια στην τιμή που το συμφέρουν;

Τα πάντα είναι δυνατά, αν κάποιος γνωρίζει τι συμβαίνει και πώς να το κάνει. Οι δρόμοι και οι γέφυρες δεν υπάρχουν ετοιμοπαράδοτες στην αγορά για να τις αγοράσει, αλλά υπάρχουν τρόποι για να κάνει το ίδιο. Πώς γίνεται αυτό; Με την ανάθεση ρόλων σε τρίτα πρόσωπα. Με τη διενέργεια διαγωνισμών άλλου τύπου. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Έστω για παράδειγμα ότι έχουμε το έργο του παραπάνω παραδείγματος. Ένα έργο, που το κράτος το έχει προϋπολογίσει σε έργο της αξίας του ενός δις. Τι θα γίνει με βάση τη δική μας λογική. Το κράτος και πάλι θα κάνει μειοδοτικό διαγωνισμό. Η διαφορά όμως θα είναι η εξής: Ο διαγωνισμός θα γίνει με τέτοιον τρόπο, που δεν θα μπορεί να είναι πλασματικός. Πώς θα γίνει αυτό; Με το να περιοριστεί στον ρόλο του χρηματοδότη-αγοραστή και να περάσει τον ρόλο του κατασκευαστή-πωλητή σε κάποιον άλλον. Με το να ανοίξει το κράτος τη "βεντάλια" των ρόλων και να περιοριστεί μόνον σ' αυτόν που μπορεί ν' αντεπεξέρθει.

Αυτό σημαίνει το εξής απλό. Το κράτος στην περίπτωση αυτήν δεν θ' ανακατευτεί στο έργο σε καμία φάση του. Το κράτος θα δώσει το προσυμφωνηθέν ποσό στον προσυμφωνηθέντα χρόνο και μόνον αν το έργο πληρεί τις προσυμφωνηθείσες προδιαγραφές. Το κράτος δηλαδή θ' αγοράσει ένα "προϊόν" στον χρόνο, την τιμή και την ποιότητα που έχει συμφωνηθεί κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού. Το κράτος θα περιορίζεται μόνον σ' αυτά που δεν μπορεί εκ του Συντάγματος να κάνει ένας ιδιώτης κατασκευαστής μόνος του. Το κράτος θα απαλλοτριώνει για παράδειγμα την έκταση που απαιτεί ένας καινούριος δρόμος. Το κράτος θ' αποφασίζει για κατασκευή έργων πάνω στο δημόσιο κεφάλαιο. Ο ίδιος ο δρόμος όμως, που θα κατασκευαστεί πάνω σ' αυτήν την έκταση, θα μετατρέπεται σε ένα "προϊόν" που το κράτος θ' αγοράζει. Εδώ βρίσκεται και το όλο μυστικό. Το "προϊόν", για να υπάρξει και να διατεθεί στην αγορά, κάποιος θα πρέπει να το παράγει. Κάποιος θα πρέπει να το πληρώσει για να το κατασκευάσει.

Μπορεί ένας μηχανικός ή μία τεχνική εταιρεία να κατασκευάσει το "προϊόν" με δικά της χρήματα και σε τιμή καλύτερη των ανταγωνιστών της; Να κατασκευάσει δηλαδή το "προϊόν", που στη συνέχεια το κράτος θα κρίνει και αν το βολεύει να το αγοράσει; Αν μπορεί, ας το κατασκευάσει. Αν δεν μπορεί, τι θα κάνει; Εδώ είναι το όλο θέμα. Θα πρέπει να βρει τα χρήματα. Όμως, αυτός ο οποίος βάζει τα χρήματα είναι και αυτός ο οποίος παίρνει τα κέρδη. Αυτός ο οποίος βάζει τα περισσότερα χρήματα παίρνει τα περισσότερα κέρδη. Αυτός ο οποίος βάζει τα χρήματα όμως ελέγχει και δεν μπορείς να τον "δουλεύεις", γιατί κινδυνεύει με καταστροφή. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι σε μία τέτοια περίπτωση ανοίγει η "βεντάλια" των ρόλων που αφορά τα κατασκευαστικά έργα. Ο εφιάλτης των μηχανικών-εργοληπτών. Γιατί; Γιατί απλούστατα φεύγουν από το παιχνίδι των κερδών. Τα κέρδη μοιράζονται ανάμεσα σ' αυτούς που βάζουν χρήματα και αυτοί δεν είναι οι μηχανικοί. Οι μηχανικοί εργαζόμενοι θα περιοριστούν στην ανταμοιβή του μελετητή και επιβλέποντα του έργου.

Αυτό θα είναι το τέλος τους, γιατί απλούστατα θα πάψουν να έχουν σχέση με τα οικονομικά των δημοσίων έργων και άρα θα πάψουν να έχουν την όποια σημασία η πολιτικές ή όποιες άλλες σχέσεις τους. Θα πάψουν να είναι υπεργολάβοι ενός άσχετου αλλά αμύθητα πλούσιου χρημα­το­δότη-κατασκευαστή. Με τα οικονομικά των δημοσίων έργων θα έχουν να κάνουν οι επενδυτές και άρα κατά κύριο λόγο η πλούσια κεφαλαιοκρατία. Στην περίπτωση αυτήν όμως οι οικονομο­τεχνικές μελέτες των μηχανικών θα πρέπει να είναι πραγματικές και όχι πλασματικές, γιατί απλούστατα, εκτός του ότι δεν θα έχουν κέρδος από τα ψεύδη, θα κινδυνεύουν κιόλας. Γιατί; Γιατί, όταν αντλείς χρήματα από την αγορά για ένα έργο, αυτά τα χρήματα είναι πολύ συγκε­κριμένα και ανήκουν σε πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Αν εσύ, εξαιτίας της ασχετοσύνης σου, κάνεις μελέτη που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αυτά τα χρήματα δεν θ' αποδώσουν τα αναμενόμενα κέρδη σ' αυτούς τους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Αν δεν παραδώσεις το έργο στον χρόνο που πρέπει, μειώνεις αυτά τα κέρδη. Αν δεν παραδώσεις το έργο στην ποιότητα που πρέπει και το κράτος αρνείται να το παραλάβει, απειλείς με καταστροφή αυτούς που επένδυσαν σ' αυτό και σ' εμπιστεύτηκαν. Κινδυνεύεις δηλαδή να βρεθείς στα χέρια αυτών των πολύ συγκεκριμένων ανθρώπων, που θα θέλουν να σε φάνε ζωντανό.

Εδώ βρίσκεται το όλο μυστικό και γι' αυτό μιλήσαμε εξ αρχής για ρόλους. Το κράτος πρέπει να πάψει να έχει τον διπλό ρόλο του χρηματοδότη και του κατασκευαστή, γιατί το "δουλεύουν". Για να προστατεύσουμε λοιπόν το δημόσιο συμφέρον, θα πρέπει να θέσουμε όρια στους ρόλους. Θα πρέπει ανάμεσα στο κράτος και σ' αυτούς που αναλαμβάνουν να μελετήσουν και να κατασκευάσουν ένα έργο να βάλουμε ιδιώτες επενδυτές. Ιδιώτες, που θα έχουν ανάγκη το κράτος, αλλά που θα έχουν τη δυνατότητα μόνον τους εργολήπτες να πιέζουν και να ελέγχουν. Ιδιώτες, που ακόμα και η παραμικρή καθυστέρηση στην παραλαβή του έργου να τους απειλεί. Ιδιώτες, που, αν το έργο είναι κακοκατασκευασμένο, καθυστερεί ή υπερβαίνει τον αρχικό προϋπολογισμό, θα είναι οι πρώτοι που θα πιάσουν από τον λαιμό αυτούς οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για όλα αυτά. Που θ' αντιδρούν πολύ πριν το κράτος αποφασίσει να δει τι γίνεται και πώς γίνεται μέσα στο εργοτάξιο. Ιδιώτες, που θα τρέμουν μήπως και το κράτος-αγοραστής δεν ικανοποιηθεί και αρνηθεί να παραλάβει και κατά συνέπεια αρνηθεί να πληρώσει.

Σε μία τέτοια περίπτωση πώς θα γινόταν ο διαγωνισμός για την ανάληψη του δημόσιου έργου; Με τον εξής απλό τρόπο. Το κράτος θα όριζε κάποιο ποσό, που είναι διατεθειμένο να διαθέσει για την κατασκευή ενός έργου. Από εκεί και πέρα θα λάμβαναν στον διαγωνισμό μέρος οι διάφορες τεχνικές εταιρείες. Η εταιρεία που θα έκανε την καλύτερη οικονομοτεχνική προσφορά-μελέτη, με βάση τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, θα τον κέρδιζε. Η προσφορά θα δημοσιο­ποιούνταν και θα έμπαινε σε ένα "χρηματιστήριο" δημοσίων έργων, προκειμένου ν' αντληθούν τα κεφάλαια που θα απαιτούνταν για την κατασκευή του έργου. Εκεί θα μπορούσε να επενδύσει ο κάθε πολίτης που θα είχε διαθέσιμα χρήματα και δεν θα τον συνέφεραν τα τραπεζικά επιτόκια. Από τον πιο πλούσιο πολίτη μέχρι τον πιο φτωχό. Θα μετοχοποιούνταν κατά κάποιον τρόπο το έργο και ο καθένας θα έπαιρνε από τα τελικά κέρδη μερίδιο ανάλογο της επένδυσής του. Η μελέτη-προσφορά δηλαδή θα προέβλεπε και το κέρδος των επενδυτών, που αναγκαστικά θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από αυτό που προσφέρουν οι τράπεζες. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί αλλιώς δεν είναι δυνατόν ν' αντλήσεις κεφάλαια από την αγορά.

Η τεχνική εταιρεία θα περιοριζόταν στο κέρδος του μελετητή, που θ' αναλάμβανε τη μελέτη και την επίβλεψη του έργου. Τίποτε παραπάνω. Ό,τι θα είχε σχέση με τα χρήματα θα αφορούσε αυτούς που θα επένδυαν για το διάστημα που θα κατασκευαζόταν το έργο και θα μοιράζονταν τα κέρδη όταν το έργο θα το παραλάμβανε το δημόσιο. Πρόβλημα δεν θα υπήρχε σε καμία περίπτωση. Αν καμία μελέτη δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του κράτους με τα χρήματα που διέθετε για την κατασκευή του έργου που επιθυμούσε, ο διαγωνισμός θα χαρακτηριζόταν άγονος μέχρι το κράτος να καλύψει τις απαιτήσεις της πιο καλής προσφοράς. Να τις καλύψει στο σημείο που θα είναι πιο συμφέρουσες από τα τραπεζικά επιτόκια. Οι μελέτες δεν θα μπορούσαν να είναι πλασματικές, γιατί απλούστατα αυτοί οι οποίοι θα τις έκαναν δεν θα είχαν συμφέρον από κάτι τέτοιο. Έτσι κι αλλιώς τα κέρδη δεν θα τους αφορούσαν, ώστε να υπέθετε κάποιος ότι προσπαθούν να κλέψουν το κράτος.

Δεν είναι λογικό να υπονομεύει μια τεχνική εταιρεία την εικόνα της και την αξιοπιστία της για κέρδη που δεν την αφορούν. Δεν είναι λογικό μια εταιρεία να βλάπτει το κοινωνικό σύνολο υπέρ των συμφερόντων κάποιων πολυπληθών συνόλων επενδυτών. Το ίδιο παράλογο και ανούσιο είναι να "κλέβει" κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να τα "παίρνει" από συγκεκριμένους προμηθευτές δομικών υλικών. Γιατί; Γιατί αυτό μειώνει τα κέρδη των επενδυτών. Όταν αυτοί οι επενδυτές είναι χιλιάδες, δεν μπορείς να κάνεις εξυπνάδες. Ένας από αυτούς να είναι πονηρός και να έχει γνωριμίες, θα σε ανακαλύψει και θα βρεις τον μπελά σου. Ένας να δει αφύσικα υψηλές τιμές κάποιων υλικών και είναι θέμα χρόνου να σε "θάψει" η αγορά. Είναι θέμα χρόνου να χάσεις την εργοληπτική σου άδεια.

Το καλύτερο όμως θα είναι κατά την παραλαβή του έργου. Αυτή θα είναι μια πραγματική γιορτή για κάποιους η οποία εύκολα θα μετατρέπεται σε κόλαση για τους πονηρούς. Γιατί; Γιατί, όταν θα πάει το κράτος να παραλάβει το έργο, θα πάνε μαζί και οι επενδυτές. Θα πάει το κράτος με τα συμβόλαια που προσδιορίζουν τις προδιαγραφές του έργου και θα το εξετάζει προκειμένου να το παραλάβει. Μαζί του θα το εξετάζουν και οι επενδυτές, οι περισσότεροι εκ των οποίων θα είναι πλούσιοι κεφαλαιοκράτες και βέβαια κάποιοι απλοί εργαζόμενοι, που επένδυσαν σ' αυτό τις οικονομίες τους. Αυτοί, που θα αγωνιούν για την έκβαση της κρίσης του κράτους. Αυτοί, που, αν όλα είναι όπως πρέπει, την επόμενη ημέρα θα πάνε να εισπράξουν τα κέρδη τους.

Από την άλλη πλευρά θα στέκονται οι μηχανικοί της τεχνικής εταιρείας, που κι αυτοί θα αγωνιούν. Που θα δίνουν εξηγήσεις γι' αυτά που έκαναν στους μηχανικούς του κράτους. Αν έκαναν καλά τη δουλειά τους κι αυτοί θα έχουν γιορτή. Αν δεν την έκαναν, θα κινδυνεύουν να λυντσαριστούν από ένα μαινόμενο πλήθος, που πήγε για "μαλλί" και θα κινδυνεύει να βγει "κουρεμένο". Είναι βέβαιον ότι θα βγει "κουρεμένο", αν το κράτος διαπιστώσει κακοτεχνίες. Γιατί; Γιατί αυτές οι κακοτεχνίες έχουν κόστος για να διορθωθούν. Έχουν κόστος, που μπορεί να υπολογιστεί. Αυτό το κόστος θα το επιβαρυνθεί ο αγοραστής και άρα θα πρέπει να αφαιρεθεί από το κέρδος του επενδυτή. Αν δηλαδή ο επενδυτής έχει στόχο να εισπράξει ένα δις για το έργο που κατασκεύασε και το κράτος υπολογίζει τριακόσια εκατομμύρια κόστος για να το φέρει στις προδιαγραφές που το θέλει, ευνόητο είναι ότι ο επενδυτής θα πάρει επτακόσια εκατομμύρια. Όχι μόνον δεν θα εισπράξει κέρδος μεγαλύτερο από τα επιτόκια των εμπορικών τραπεζών, αλλά δεν θα εισπράξει ούτε το αρχικό του κεφάλαιο.

Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχει και ένας άλλος σημαντικός παράγοντας, που κάνει τα πράγματα δύσκολα για τα "λαμόγια" και δεν ευνοεί τη διαφθορά. Ο παράγοντας χρόνος δεν επιτρέπει στους επενδυτές να διαφθείρουν τους υπαλλήλους. Είναι πολύ μικρός και δεν ευνοεί. Δεν μπορούν οι επενδυτές να τρέχουν με τα χρήματα στα χέρια, για να "πείσουν" τους ελεγκτές να παραλάβουν. Επιπλέον δεν μπορούν να βρουν τα χρήματα που χρειάζονται για τη διαφθορά. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος μόνος του να πληρώσει τη διαφθορά που ευνοεί χιλιάδες επενδυτές. Από την άλλη δεν μπορεί να ζητηθούν από αυτό το σύνολο τα χρήματα που απαιτεί η διαφθορά. Θα γίνεις αντιληπτός, αν ζητήσεις χρήματα της τελευταίας στιγμής και μάλιστα στον χρόνο που το έργο έχει ολοκληρωθεί και δεν δικαιολογούνται τα χρήματα αυτά.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο αναγνώστης γιατί επιμένουμε τόσο πολύ στη σωστή τοποθέτηση των ρόλων. Αντιλαμβάνεται γιατί τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι ιδανικά και δεν είναι. Έτσι φτάνουμε στο "δια ταύτα" της όλης υπόθεσης. Τι προτείνει ο γράφων σ' ό,τι αφορά τον τομέα των δημοσίων έργων; Να δημιουργηθούν "χρηματιστήρια" δημοσίων έργων. "Χρηματιστήρια", που θα αντλούν χρήματα από την αγορά και ως εκ τούτου θα βάζουν ιδιώτες ανάμεσα στο κράτος και τις τεχνικές εταιρείες. "Χρηματιστήρια" δύο επιπέδων. Το πρώτο επίπεδο, που θα αφορά τα μεγάλα δημόσια έργα και το δεύτερο, που θα αφορά τα αντίστοιχα δημοτικά έργα. Το ζητούμενο είναι ο πολίτης να μπορεί να επενδύει στην ανάπτυξη και να κερδίζει, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τα δημόσια συμφέροντα. Να μπορεί το κράτος να πραγματοποιεί με ασφάλεια τα δημόσια έργα και ταυτόχρονα με την ίδια ασφάλεια να μπορούν οι πόλεις ν' αναπτύσσονται στον βαθμό που θα τους το επιτρέπει η οικονομική τους ευρωστία.

Η λειτουργία αυτών των "χρηματιστηρίων" θα είναι απλή. Κάθε φορά που θ' ανακοινώνεται η πρόθεση για δημιουργία ενός δημόσιου ή δημοτικού έργου, θα μπαίνει το έργο στον αντίστοιχο πίνακα του "χρηματιστηρίου". Στον πίνακα των έργων προς δημοπράτηση και αφορά τις εταιρίες μελετών. Στη συνέχεια θα δημοπρατείται το έργο και θα διαγωνίζονται οι εταιρείες μεταξύ τους. Οι επενδυτές θα επενδύουν στη "νικήτρια" εταιρεία και θα παίρνουν μερίδιο από τα έξοδα του έργου. Το κράτος ή ο δήμος θα "κλειδώνει" τα χρήματα που καλύπτουν την πιο συμφέρουσα προσφορά σε κάποιον λογαριασμό και οι επενδυτές θα περιμένουν. Όταν το έργο ολοκληρωθεί και παραδοθεί, τα χρήματα θα εκταμιεύονται και θα μοιράζονται στους επενδυτές. Ο καθένας θα παίρνει το μέρισμα που του αντιστοιχεί. Στο σημείο αυτό θα κρίνονται και οι μελετητικές εταιρείες. Αυτές που θα επιβιώσουν και αυτές που δεν θα το καταφέρουν. Όσο καλύτερες θα είναι οι μελετητικές εταιρείες, τόσο μεγαλύτερο το μέρισμα. Όσο πιο γρήγορα παραδίδουν το έργο, τόσο πιο μεγάλο το κέρδος. Όσο πιο φτηνά το κατασκευάζουν, χωρίς να απειλούν τις προ­δια­γραφές, τόσο μεγαλύτερο το κέρδος. Εταιρείες και επενδυτές θα έχουν συμπλέοντα συμφέροντα, χωρίς αυτά να είναι συγκρουόμενα με αυτά του κράτους.

Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και την αθλιότητα αυτών που μας κυβερνούν. Όλων αυτών που διαχειρίστηκαν τα τρισεκατομμύρια που εισέρευσαν στην Ελλάδα από την Ε.Ε, για την κατασκευή των λεγόμενων μεγάλων έργων. Τι έκανε το κράτος, για να εκμεταλλευτεί ο λαός αυτός τα χρήματα και ταυτόχρονα να γίνουν τα μεγάλα έργα; Το χειρότερο δυνατό. Ένα τεράστιο έγκλημα. Κατέστρεψε οικονομικά τον λαό και δημιούργησε με τα χρήματά του τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες που λεηλάτησαν τα κοινοτικά χρήματα. Αντί να βάλει τον λαό να επενδύσει τις οικονομίες του στα μεγάλα έργα, τα παρέδωσε στους "καρχαρίες", για να φάνε τα κοινοτικά χρήματα μόνοι τους. Αντί να διασφαλίσει τα χρήματα και την ποιότητα των έργων, βάζοντας και τον λαό στο παιχνίδι της "επένδυσης", άρχισε να μοιράζει τα έργα στους "κολλητούς" του. Στους "κολλητούς", που το ίδιο μεθόδευσε τα πράγματα για να τους μετατρέψει σε "μεγαλοκαρχαρίες" της κατασκευής.

Γιατί μιλάμε για μεθόδευση; Γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν στην Ελλάδα κατασκευαστές εκείνου του επιπέδου, που θα μπορούσαν ν' αρπάξουν εκείνα τα έργα. Μέχρι τότε οι κατα­σκευαστές στην Ελλάδα ήταν αστείοι μικροεργολάβοι και στις λίγες περιπτώσεις που θ' αναλάμβαναν μεγάλο έργο σχημάτιζαν εφήμερους συνεταιρισμούς. Γι' αυτόν τον λόγο μιλάμε για μεθόδευση. Επειδή αυτοί οι "καρχαρίες" ήταν αστικής προέλευσης και ως εκ τούτου "ξεδοντια­σμένοι" μπατίρηδες, ανέλαβε το ίδιο το κράτος να τους οπλίσει με τα χρήματα του λαού. Οι "καρχαρίες" δηλαδή ήταν ανίκανοι ακόμα και με απευθείας αναθέσεις να ξεκινήσουν το "φαγοπότι". Οι "καρχαρίες" ήταν ανίκανοι να "κατασπαράξουν" τα μεγάλα έργα. Γιατί; Γιατί οι καραγκιόζηδες δεν είχαν ούτε τα χρήματα για να ξεκινήσουν τις μελέτες που θα τους έδιναν σε στημένους διαγωνισμούς τα έργα. Δεν είχαν τα χρήματα να πληρώσουν υπαλλήλους μηχανικούς. Δεν είχαν γραφεία, δεν είχαν σχεδιαστήρια και υπολογιστές.

Τι έκανε το κράτος για να τους βοηθήσει εις βάρος του λαού; Έβαλε τον λαό στην περιπέτεια του χρηματιστηρίου. Έβαλε μέσα στο χρηματιστήριο τον κάθε καραγκιόζη να παριστάνει την κατασκευαστική εταιρεία, που αναζητούσε κεφάλαια. Έβαλε μέσα στο χρηματιστήριο τις εμπο­ρικές τράπεζες, που στήριζαν αυτούς τους καραγκιόζηδες. Στο σημείο αυτό την "πάτησε" ο λαός και πλήρωσε την άγνοιά του. Αγνοούσε τι ακριβώς είναι το χρηματιστήριο και για ποιον λόγο λειτουργεί. Το χρηματιστήριο είναι ο "κουμπαράς" της οικονομίας. Είναι ο χώρος όπου ο κάθε πολίτης θα επενδύσει τα λίγα ή τα πολλά χρήματα που διαθέτει. Είναι ο χώρος όπου ο κάθε κεφαλαιοκράτης θα πάρει τα χρήματα που χρειάζεται για να επεκτείνει το κεφάλαιο του. Είναι ο χώρος που εξασφαλίζει την επέκταση του κεφαλαίου και χρηματοδοτεί την απασχόληση. Αυτό ακριβώς είναι το λεπτό σημείο.

Το κεφάλαιο και τα χαρακτηριστικά του δίνουν νόημα στην επένδυση του χρηματιστηρίου. Το εργοστάσιο, που θα επεκταθεί, θα κάνει μόνιμη την επένδυση αυτού που μπαίνει στο χρηματι­στήριο. Ο επενδυτής θα πάρει μερίδιο από ένα εργοστάσιο που θα παράγει μόνιμα κέρδη. Ο εργοστασιάρχης που μπαίνει στο χρηματιστήριο δεν είναι ούτε κουτός ούτε ανεξέλεγκτος. Ζητάει χρήματα και αιτιολογεί την απαίτησή του όταν μπαίνει στο χρηματιστήριο. Κάνει στην πραγματι­κότητα αίτηση χρηματοδότησης με τη λογική που κάποιος προτείνει σε κάποιον άλλον να γίνει συνέταιρός του. Κάποιοι υποτίθεται τον ελέγχουν και βλέπουν αν πράγματι έχει προοπτικές η επένδυσή του και άρα αν είναι ασφαλή τα χρήματα των επενδυτών. Η μονιμότητα του εργοστασίου και των στόχων του βιομηχάνου δίνουν ασφάλεια στην επένδυση των "συνεταίρων" επενδυτών. Το χρηματιστήριο δεν είναι "παζάρι". Δεν "παίζεις" με τις μετοχές, αναζητώντας εμπορικό κέρδος από τις συνεχείς μεταπωλήσεις. Δεν "παίζεις" το παιχνίδι της χειροβομβίδας, που στο τέλος την πατάει αυτός που θα του μείνει στα χέρια.

Αυτό ακριβώς έγινε με το ελληνικό χρηματιστήριο και γι' αυτό ευθύνεται η κυβέρνηση, που παγίδευσε τον λαό για να του αρπάξει τα χρήματα. Γνώριζε η κυβέρνηση ότι δεν υπάρχει παραγωγή στην Ελλάδα. Το γνώριζε, γιατί η ίδια είχε ανοίξει την ελληνική αγορά στις ξένες πολυεθνικές. Το ελληνικό χρηματιστήριο ήταν ένα αστείο χρηματιστήριο μιας αστείας οικονομίας. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρχε χώρος για επένδυση στο χρηματιστήριο. Δεν μπορούσε το χρηματιστήριο να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη. Απόδειξη αυτού του γεγονότος ήταν το επίπεδο του δείκτη του χρηματιστηρίου εκείνης της εποχής. Ο λαός γνώριζε τι συμβαίνει στην ελληνική αγορά και δεν επένδυε στο χρηματιστήριο. Γνώριζε την υπολειτουργία του ελληνικού κεφαλαίου και δεν μπορούσε η κεφαλαιοκρατία να τον πείσει να μπει ως συνέταιρος σε μια αγορά εκ των δεδομένων χαμένη για τους Έλληνες παραγωγούς.

Τι έκανε λοιπόν η κυβέρνηση των αστών, για να παρασύρει τον λαό στο χρηματιστήριο; Χρησιμοποίησε τα χρήματα που εισέρεαν στην ελληνική αγορά εξαιτίας της Ε.Ε.. Έβαλε μέσα σ' αυτό τις κατασκευαστικές εταιρείες και τις εμπορικές τράπεζες. Τις πρώτες, γιατί υποτίθεται λόγω μεγέθους θα είχαν το πλεονέκτημα στην ανάληψη των μεγάλων έργων και τις δεύτερες, γιατί υποτίθεται θα χρηματοδοτούσαν επενδύσεις με διασφαλισμένη χρηματοδότηση. Γιατί αυτό ήταν εγκληματικό; Γιατί τόσο οι κατασκευαστικές εταιρείες όσο και οι εμπορικές τράπεζες ήταν από τη φύση τους "φούσκες". Γιατί; Γιατί αυτές οι εταιρείες θα είχαν αξία ως επένδυση μόνον για όσο διάστημα υπήρχαν τα μεγάλα έργα και αυτό δεν μπορούσε να έχει μονιμότητα. Κάποτε τελειώνουν οι επενδύσεις στα μεγάλα έργα και άρα κλείνουν οι "στρόφιγκες" των χρημάτων που δίνουν στις εταιρείες αυτές οικονομική απόδοση.

Στο σημείο αυτό αρχίζει το "παιχνίδι" της "χειροβομβίδας". Οι εταιρείες αυτές θα είχαν κέρδη για όσο διάστημα θα υπήρχαν έργα. Όταν αυτά θα τελείωναν, θα έχαναν οι εταιρείες την αξία τους και άρα οι μετοχές τους θ' αποτελούσαν "χειροβομβίδες" στα χέρια αυτού που τις κρατούσε. Αυτές οι εταιρείες δεν είναι όμοιες με τις βιομηχανίες, που στέκονται απέναντι σε μόνιμες αγορές με μόνιμες ανάγκες. Ο βιομήχανος της υποδηματοποιίας δεν κατασκευάζει παπούτσια μέχρι να καλύψει στιγμιαία τις ανάγκες της αγοράς. Η αγορά έχει μόνιμες ανάγκες κι αυτό δίνει μονιμότητα στο εργοστάσιο και άρα σ' αυτόν που επενδύσει σ' αυτό.

Αντίθετα με το εργοστάσιο αυτό, η τεχνική εταιρεία ή η εμπορική τράπεζα καλύπτει στιγμιαίες ανάγκες. Για παράδειγμα, μόλις η τεχνική εταιρεία τελειώσει τα έργα που αναλαμβάνει, παύει να έχει αξία ως κεφάλαιο. Παύει ν' αποδίδει κέρδη. Δεν μπορεί να καλύψει ούτε τα λειτουργικά της έξοδα. Δεν μπορεί να πληρώσει τους υπαλλήλους της, που δεν έχουν αντικείμενο δουλειάς. Είναι εταιρεία της "αρπαχτής". Αυτό το γνώριζαν όμως όλοι οι υπεύθυνοι. Από τους ανθρώπους της κυβέρνησης μέχρι τους ιδιοκτήτες αυτών των εταιρειών. Τι έκαναν όλοι αυτοί; Πήραν τα χρήματα του κοσμάκη και τα έφαγαν. Όταν οι εταιρείες μπήκαν στο χρηματιστήριο και άντλησαν χρήματα από την αγορά, τα πήραν και τα έβαλαν σε προσωπικούς τους λογαριασμούς. Τα έκαναν υψηλούς μισθούς, μπόνους παραγωγικότητας, έξοδα παράστασης, έξοδα δημοσίων σχέσεων. Με χρήματα του φτωχού λαού κάποιοι έκαναν δεξιώσεις και ταξίδια στη Μύκονο. Μέχρι και τις πόρνες πλήρωναν με τα χρήματα αυτά.

Με τα χρήματα όμως αυτά μπόρεσαν κι εξασφάλισαν τη χρηματοδότηση των μελετών τους. Με τα χρήματα αυτά πλήρωναν τους υπαλλήλους τους, που θα έκαναν τις μελέτες. Με τα χρήματα αυτά μπόρεσαν και εμφάνισαν μια στοιχειώδη εικόνα κατασκευαστικής εταιρείας. Με τα χρήματα αυτά μπόρεσαν και έπαιρναν τα μεγάλα έργα και άρα εμφάνιζαν κέρδη ως εταιρείες. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που οι εταιρείες τους και άρα οι μετοχές τους είχαν τη μέγιστη αξία, τις "ξεφορτώθηκαν". Μοσχοπούλησαν τη "χειροβομβίδα" και αυτή κατέληξε στα χέρια των φουκα­ράδων που παρίσταναν τους επενδυτές. Άσχετοι και φτωχοί άνθρωποι "μέθυσαν" από τις εικονικές αξίες των μετοχών. Δεκάδες τρισεκατομμύρια τους άρπαξαν, για να τους παραδώσουν άχρηστα χαρτιά. Σ' αυτό το σημείο βρίσκεται η εγκληματική ευθύνη της κυβέρνησης. Οι φτωχοί δεν γνώριζαν τι συμβαίνει. Η κυβέρνηση όμως γνώριζε. Αυτή, όχι μόνον δεν προστάτευσε τον κόσμο, αλλά αντίθετα άφησε τους πονηρούς να τον παρασύρουν.

Πώς τον παρέσυραν; Με την προπαγάνδα. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι μεγάλοι εργολήπτες των δημοσίων έργων είναι ταυτόχρονα και άνθρωποι των ΜΜΕ. Η κυβέρνηση άφησε αυτούς τους αλητήριους να "πείσουν" τον λαό για την "νέα" οικονομία της πλάκας. Η κυβέρνηση δεν τους έλεγξε. Αυτό δεν το έκανε από άγνοια. Ήταν συνένοχη με τους κλέφτες. Αυτοί την χρηματο­δοτούσαν, για να κερδίζει τις εκλογές. Αυτοί ήταν οι γενναιόδωροι "χορηγοί", που έκαναν πλούσια δώρα στα στελέχη της. Αυτοί έκαναν βίλες και πισίνες "δώρα" στα στελέχη της κυβέρνησης. Όλοι αυτοί γνώριζαν τι συμβαίνει. Ο άλλος δεν κάνει "δώρα", αν δεν έχει κέρδος. Εξαιτίας αυτών των "δώρων" άρχισαν οι παρεμβάσεις της εξουσίας στο χώρο της οικονομίας. Παρεμβάσεις, που σε ένα σοβαρό κράτος απαγορεύονται. Μέχρι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έκανε προβλέψεις για το ύψος που θα φτάσουν οι δείκτες του χρηματιστηρίου της "Μπανανίας". Ο λαός παρασύρθηκε και αυτό ήταν η καταστροφή του. Χάθηκαν οι κόποι μιας ζωής για τον ελληνικό λαό και κατασπαταλήθηκαν οι χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε..

 Η ειρωνεία είναι ότι όλοι αυτοί οι ελεεινοί και τρισάθλιοι καραγκιόζηδες χρησιμοποίησαν την περιουσία και τα χρήματα του ίδιου του λαού, για να τον ληστέψουν. Οι μπατίρηδες, μόνο χρησιμοποιώντας το ίδιον βάρος της οικονομίας μπορούσαν να νικήσουν τις αντιστάσεις του λαού. Τις κρατικές συχνότητες χρησιμοποίησαν, για να περάσουν την προπαγάνδα τους. Τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων και τις καταθέσεις του λαού χρησιμοποίησαν, για να δώσουν ανοδική τάση στους δείκτες του χρηματιστηρίου. Αν δεν χρησιμοποιούσαν αυτά τα μέσα, ήταν αδύναμοι να προκαλέσουν αυτά τα φαινόμενα σ' αυτήν την κλίμακα. Γι' αυτό μιλάμε για άνευ προηγουμένου έγκλημα. Γι' αυτό μιλάμε για συνυπευθυνότητα της κυβέρνησης στο έγκλημα αυτό. Ήταν υποχρέωση της κυβέρνησης να ελέγχει πώς χρησιμοποιείται η δημόσια περιουσία και με ποιον στόχο. Αν η κυβέρνηση ήταν σοβαρή και υπεύθυνη, κανένας δεν θα μπορούσε να προκαλέσει φαινόμενα αυτού του μεγέθους. Κανένας δεν είχε την οικονομική δύναμη να παρασύρει τον λαό στα κερδοσκοπικά παιχνίδια του.

Δεκάδες τρισεκατομμύρια έχασε ο λαός από την περιουσία του και ταυτόχρονα χάθηκαν άλλα τόσα από την κακή κατασκευή των έργων που χρηματοδοτούσε η Ε.Ε.. Λίγοι αλήτες συγκέντρωσαν τα χρήματα ολόκληρου του λαού στα χέρια τους. Άδειασαν τα ασφαλιστικά ταμεία, έφαγαν τα αποθεματικά των ΔΕΚΟ, εξανέμισαν τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων ιδιωτών. Αυτό ήταν το ελληνικό χρηματιστήριο της πλάκας. Σ' αυτό το σημείο μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και τη διαφορά αυτού που προτείνουμε εμείς με αυτά που έκανε το κράτος. Εμείς προτείνουμε να μπαίνουν στο "χρηματιστήριο" τα έργα και όχι οι τεχνικές εταιρείες. Αυτό είναι τελείως διαφορετικό πράγμα. Είναι άλλο πράγμα να μετοχοποιείς ένα έργο, που έχει εξασφαλισμένους τους πόρους κατασκευής του, από το να μετοχοποιείς τον "αέρα", που θα διεκδικήσει αυτό το έργο.

Αν η κυβέρνηση της χώρας έκανε αυτό που λέμε, τα πράγματα σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Ο λαός θα επένδυε τρισεκατομμύρια στα μεγάλα έργα και θα εισέπραττε τρισεκατομμύρια μετά την περάτωσή τους. Θα διατηρούσε τον πλούτο του ακμαίο και τα έργα θα παραδίδονταν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Ο λαός θα εισέπραττε κέρδος από τα μεγάλα έργα. Θα εισέπραττε κέρδος ως επενδυτής και θα εισέπραττε μεροκάματα ως εργαζόμενος. Η επένδυσή του θα ήταν της "αρπαχτής", αλλά αυτή η "αρπαχτή" θα ήταν καί νόμιμη καί ασφαλής. Τα έργα θα είχαν είδη παραδοθεί και θα ήταν άριστα κατασκευα­σμένα. Δεν θα ήταν σαν το "γεφύρι της Άρτας" στην κακοκατασκευασμένη εκδοχή του. Σήμερα, που οι δρόμοι άρχισαν να "ταξιδεύουν", κάποιοι ψάχνουν τους εργολάβους, για να τους ζητήσουν εξηγήσεις. Τώρα όμως είναι αργά. Το "πουλάκι" πέταξε. Τα χρήματα εξαφανίστηκαν σε μυστικούς λογαριασμούς στους πιο απίθανους φορο­λογικούς "παραδείσους".

Αυτό είναι το ελληνικό κράτος. Το "μπανανοκράτος", που μέσα του δεν λειτουργεί τίποτε σωστά. Τρισεκατομμύρια δραχμών χάθηκαν στο χρηματιστήριο. Άνθρωποι καταστράφηκαν και αυτοκτόνησαν. Τράπεζες κατασπάραξαν ιδιωτικές περιουσίες. Τράπεζες "επένδυαν" σε εταιρείες, που εις γνώσιν τους ήταν "φούσκες". Στελέχη της κυβέρνησης επένδυαν χρήματα του δημοσίου στις ίδιες "φούσκες". Δεν βρέθηκε ούτε ένας εισαγγελέας να κάνει μια έρευνα. Να πάρει και να εξετάσει μια τεχνική εταιρεία που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο και οι μετοχές της έχουν χάσει την αξία τους. Να δει με τι περιουσιακά στοιχεία μπήκε στο χρηματιστήριο. Να δει με τι περιουσιακά στοιχεία ξεκίνησαν οι ιδρυτές της. Να δει ποιοι, πότε και με μια αιτιολογία "ξεφορτώθηκαν" τις μετοχές της "πολύτιμης" περιουσίας τους. Να δει πώς διαχειρίστηκαν τα χρήματα που άντλησαν από την αγορά. Πέντε λεπτά φτάνουν για να καταλάβεις τι έκαναν οι ιδρυτές των τεχνικών εταιρειών. Να καταλάβεις πώς οι μπατίρηδες έγιναν σε μία νύχτα δισεκατομ­μυριούχοι.

Σε τι μπορεί να ελπίζει ο λαός; Για όσο διάστημα κάθεται και μεμψιμοιρεί στον καναπέ του, σε τίποτε. Ούτε καν στο Θεό. Αν δεν ξυπνήσει από τον λήθαργο να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, δεν έχει ελπίδες επιβίωσης. Αν δεν σηκωθεί να πιάσει από τον λαιμό τους αλήτες που τον λήστεψαν, αυτοί θα εξακολουθούν να πίνουν στην "υγεία" του πάνω στα γιοτ και στις βίλες της Μυκόνου. Αν δεν ξυπνήσει, θα εξακολουθεί να είναι ο γενναιόδωρος "χορηγός" των καραγκιόζηδων. Ο " μέγας χορηγός" του Λαμπράκη, του Αγγελόπουλου, του Μπόμπολα. Όχι απλά το "παντεσπάνι" τους, αλλά μέχρι και τις πόρνες τους θα τις πληρώνει. Για όσο διάστημα δεν το κάνει αυτό, το μόνο κέρδος που θ' απολαμβάνει είναι η οικονομία στα καύσιμα. Δεν θα ξοδεύει καύσιμα από τη στιγμή που οι δρόμοι θα "κινούνται" από μόνοι τους. Το ελληνικό κατασκευαστικό θαύμα. Οι δρόμοι "φέρρυ μπόουτ". Η παγκόσμια πατέντα της δωρεάν μετακίνησης. Θα ανεβαίνει ο Έλληνας στο αυτοκίνητό του και είτε ο δρόμος είτε το παρακείμενο ποτάμι θα τον πηγαίνει δωρεάν στον προορισμό του.

 

 

 

 

            Τραϊανού Παναγιώτης

Δημιουργός της θεωρίας του Υδροχόου

                            και

             Πολιτικός Μηχανικός