Με αφορμή τις προεδρικές εκλογές του 2005

Θ' αποκαλυφθεί

η αθλιότητα της "δημοκρατίας" της μεταπολίτευσης.

300 επίορκοι αλήτες

μετέτρεψαν τον ναό της δημοκρατίας

σε στάβλο του κομματικού φασισμού.

Το ΚΚΕ είναι η μοναδική πολιτική δύναμη

που μπορεί να λύσει

τον "γόρδιο δεσμό" της διαπλοκής των εξουσιών.

 

 

Ο ελληνικός λαός παρακολουθεί τα διάφορα σενάρια περί της προεδρικής εκλογής, χωρίς να γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει. Παρακολουθεί μια άκαιρη προεδρολογία, χωρίς να γνωρίζει από ποια κέντρα εξουσίας "διαρρέουν" τα διάφορα σενάρια και ποιους εξυπηρετούν. Αποτελεί τραγικό γεγονός η άγνοιά του, γιατί επιτρέπει στους πονηρούς να παίζουν παιχνίδια πίσω από την πλάτη του. Ένα από τα μεγαλύτερα και πιο επικίνδυνα "παιχνίδια" είναι κι αυτό που σήμερα "παίζεται" και αφορά την εκλογή του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αποδεικνύεται καθη­μερινά ότι κάποιοι απειλούν το Σύνταγμα της χώρας και ο πραγματικός θεματοφύλακας αυτού του Συντάγματος —που είναι ο λαός— τελεί σε πλήρη άγνοια.

Το σύνολο των προβλημάτων, τόσο της ελληνικής πολιτικής σκηνής όσο και της ίδιας της κοινωνίας μας, εμφανίζεται σήμερα με αφορμή την εκλογή του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα. Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί με αφορμή αυτήν την εκλογή αποκαλύπτεται ότι η ελληνική δημοκρατία δεν λειτουργεί όπως επιβάλει το Σύνταγμα. Αποκαλύπτεται ότι ο πολιτικός κόσμος —που με ευλάβεια τηρεί τα κομματικά καταστατικά— δεν σέβεται —για να μην πούμε ότι αγνοεί παντελώς— το Σύνταγμα. Αποκαλύπτεται ότι κάποιοι πολύ συγκεκριμένοι και πανίσχυροι πολιτικοί στον όνομα των ιδιοτελών τους συμφερόντων μπορούν να "παίζουν" άφοβα με το Σύνταγμα. Αποκαλύπτεται ότι το σύνολο των πολιτικών, λει­τουρ­γώντας συντεχνιακά, έχει "καπελώσει" τους πάντες μέσα στην κοινωνία. Το χειρότερο όμως απ' όλα είναι ότι αποκαλύπτεται —με τον τραγικότερο τρόπο— πως ο λαός δεν μπορεί να προστα­τεύσει το Σύνταγμα. Δεν έχει δυνάμεις για ν' αντιδράσει δυναμικά κι αφήνεται άβουλο έρμα στις διαθέσεις των πονηρών.

Αν καταλάβει ο αναγνώστης τις τραγικές συνέπειες όλων αυτών, θα καταλάβει ότι σήμερα πρέπει να βρισκόμαστε σε απόλυτο συναγερμό, γιατί κινδυνεύουμε τόσο όσο ως λαός όσο και ως άτομα. Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να δει ο αναγνώστης τι ακριβώς συμβαίνει. Κατηγορούμε τον πολιτικό κόσμο τόσο για άγνοια όσο και για προσπάθεια κατάλυσης του Συντάγματος. Κατηγορούμε τον πολιτικό κόσμο για το "μάντρωμά" του μέσα στις κομματικές "στάνες", αποτέλεσμα του οποίου είναι να μην λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα μας. Γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό; Γιατί οι πονηροί ιδιοκτήτες των "ανωνύμων εταιρειών", που ονομά­ζονται "κόμματα", έχουν "βραχυκυκλώσει" τα πάντα.

Για όλα δηλαδή τα άσχημα που συμβαίνουν στη χώρα μας φταίει ο κομματισμός. Φταίνε τα μεγάλα κόμματα της Βουλής, τα οποία αντιλαμβάνονται την ελληνική δημοκρατία σαν ιδιοκτησία τους και πολλές φορές προσπαθούν να κάνουν το ίδιο και με το υπόλοιπο κράτος. Γιατί φταίει ο κομματισμός; Γιατί απλούστατα επιτρέπει σε μερικές οικογένειες στην Ελλάδα να ελέγχουν το σύνολο της χώρας. Ο ιδιώτης, που ελέγχει την "παραγωγή" βουλευτών, μπορεί να έχει μερίδιο ελέγχου σε δύο από τις τρεις κυρίαρχες εξουσίες. Μπορεί να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία που κυβερνά και μπορεί να ελέγχει και τη νομοθετική εξουσία —η οποία είναι ο ισχυρότερος από τους ελεγκτές της εκτελεστικής—. Όταν μια τυχαία κι αστοιχείωτη Μαργαρίτα Τσαντ μπορεί κι αποφα­σίζει μόνη της για το ποιος θα είναι υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και ποιος όχι, σημαίνει αυτόματα ότι έχει ένα μεγάλο μερίδιο ελέγχου των δύο κυρίαρχων εξουσιών. Όταν ανάλογο μερίδιο έχουν και κάποιοι άλλοι ιδιώτες, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι μπορούν να συνθέσουν "συνεταιρισμό".

Όλα αυτά προκαλούνται από την παραβίαση θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος. Αρχών, που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας τόσο των κομμάτων όσο και των εξουσιών. Παριστάνοντας τα κόμματα τις ιδεολογικές παρατάξεις, μετατρέπουν τις απλές ψήφους επιλογής των Ελλήνων πολιτών σε ιδιόκτητες ψήφους-μετοχές του ελληνικού κράτους. Με αυτόν τον τρόπο αυτοί, οι οποίοι αποτελούν απλή επιλογή των πολιτών, μετατρέπονται σε ιδιοκτήτες του κράτους. Αγνοώντας παντελώς την ουσία του Συντάγματος, μετατρέπουν ένα απλό κόμμα σε ιερατείο μιας παράταξης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να "βραχυκυκλώνεται" η δημοκρατική λειτουργία. Με τον τρόπο αυτόν η "παρέα" της Μαργαρίτας, η "παρέα" του Μητσοτάκη —και κάποιων άλλων— αναλαμβάνουν εφ' όρου ζωής τη διαχείριση του ελληνικού κράτους.

Από τη στιγμή που αυτές οι "παρέες-συμμορίες" ελέγχουν την πολιτική κατάσταση στη χώρα ευνόητα είναι μερικά πράγματα. Ευνόητο είναι, για παράδειγμα, ότι σε θέματα που αφορούν τον "συμμοριτισμό" —ο οποίος έχει ως μόνιμο στόχο τη "λεία"— έχουν ταυτόσημες απόψεις. Ευνόητο είναι επίσης ότι σε θέματα που έχουν σχέση με το μοίρασμα αυτής της "λείας", θα πολεμάνε μεταξύ τους. Φίλοι μεταξύ τους, όταν έχουν ν' αντιμετωπίσουν τον λαό που στέκεται απέναντί τους και θίγεται από τις πρακτικές τους και εχθροί, όταν έχουν να μοιράσουν τα "τρόπαια" των νικών τους. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι μια καλή ευκαιρία για να καταλάβει κάποιος πώς λειτουργούν αυτές οι "συμμορίες". Είναι μια καλή ευκαιρία να καταλάβει κάποιος τις σχέσεις του συνόλου του πολιτικού κόσμου μ' αυτές.

Γιατί είναι καλή ευκαιρία; Γιατί ο ανώτατος πολιτειακός άρχων αποτελεί μια ασφα­λιστική "δικλείδα" του Συντάγματος και ως εκ τούτου από τη φύση του στέκεται εχθρικά απέναντι στα συμφέροντα των κομματικών ιδιόκτητων "συμμοριών". Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως "φύλακας" του Συντάγματος, απειλεί τη "διαπλοκή" των εξουσιών. Απειλεί την κομματικοποίηση του κράτους. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε δημιουργήθηκε και ως θεσμός. Αυτός ακριβώς ο ρόλος του είναι που τον καθιστά επικίνδυνο γι' αυτές τις "συμμορίες" και γι' αυτόν τον λόγο η εκλογή Προέδρου μπορεί να γίνει αποκαλυπτική.

Μπορεί εξαιτίας της να καταλάβει κάποιος —από τα σημεία στα οποία συμφωνούν οι "συμμορίτες"— τι τους βολεύει στο γενικό επίπεδο και μπορεί επίσης να καταλάβει πού διαφωνούν και άρα τι δεν τους βολεύει στο ειδικό επίπεδο της νομής της "λείας". Αυτόν τον κίνδυνο τον είχαν εντοπίσει από την αρχή οι ιδιοκτήτες των κομμάτων και γι' αυτόν τον λόγο φρόντισαν από πολύ νωρίς να "καπελώσουν" το προεδρικό αξίωμα. Αυτό το "καπέλωμα" έγινε από τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι, για να προστατεύσουν αρχικά και στη συνέχεια να ενισχύσουν τις ιδιοκτησίες τους, "καπέλωσαν" τον θεσμό. Έδωσαν πολιτικό "χρώμα" σ' έναν θεσμό ο οποίος δεν προβλέπεται να έχει την οποιαδήποτε "απόχρωση". Στηριζόμενοι στο οδυνηρό παρελθόν της Χούντας και στα ένστικτα των παρατάξεων, μετέτρεψαν την Προεδρεία της Δημοκρατίας σε πολι­τικό όργανο. Γιατί; Για να μην εκτελεί το συνταγματικό καθήκον της. Για να μην "συγκρίνει" τις πρακτικές των κυρίαρχων κομμάτων με τον συνταγματικό νόμο. Για να μην αποτρέπει τη διά­βρωση του κρατικού μηχανισμού από τα κομματικά "τρωκτικά". Για να μην αποτρέπει τις άνομες σχέσεις μεταξύ των εξουσιών. Για να μην αποτρέπει την παράνομη και παράλογη κρατική χρημα­το­δότηση των κομμάτων. Αυτά είναι τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας και όχι η παραγωγή πολιτικής.

Αυτό ήταν εύκολο να συμβεί εκείνη την εποχή, γιατί το επέτρεπαν οι συνθήκες. Ο κόσμος μέσα στη "νεογέννητη" ελληνική δημοκρατία φοβόταν ν' αντιδράσει και οι ηγέτες-ιδιοκτήτες των κομμάτων ήταν πολύ ισχυροί για ν' ανεχθούν την οποιαδήποτε αντίρρηση. Χώρισαν τα αξιώματα και τις θέσεις σαν να επρόκειτο για ιδιοκτησίες και έβαλαν τον αφελή κόσμο σε μια κουτοπόνηρη λογική. Το ΠΑΣΟΚ θα μονοπωλούσε την εκτελεστική εξουσία και η "δεξιά" θα το έλεγχε μέσω της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Θα το έλεγχε όμως μέσω των ιδεολογικών και κομματικών "φίλ­τρων" και όχι μέσω του Συντάγματος. Αυτό ήταν το μέγα έγκλημα της μεταπολίτευσης. Γιατί; Γιατί αρκούσε πλέον στο ΠΑΣΟΚ ό,τι έπαιρνε για τον εαυτό του να το πρόσφερε και στη ΝΔ και εκεί θα τελείωναν οι αντιδράσεις της προεδρίας. Αρκούσε στο ΠΑΣΟΚ να βγάλει τον παράνομο κρατικό "μισθό" του και να κάνει το ίδιο και για τη ΝΔ στο ποσοστό που της αντιστοιχούσε. Αρκούσε στο ΠΑΣΟΚ να διορίζει τους εγκάθετούς του και να κάνει το ίδιο και για τη ΝΔ στο ποσοστό που της αντιστοιχούσε.

Αυτό το "καπέλωμα" της δημοκρατίας δεν ήταν κάτι το πρωτοφανές. Αποτελούσε τη συνέχεια μιας "ανώμαλης" κατάστασης. Εδώ πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης, γιατί υπάρχει ένα τέχνασμα, το οποίο οδηγεί στο "καπέλωμα" της δημοκρατίας. Τα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της μεταπο­λίτευσης αποτελούν συνέχεια αυτών που προηγήθηκαν της Χούντας. Το εγχείρημα ήταν εύκολο, γιατί υπήρχε η προηγούμενη "τεχνογνωσία" και επιπλέον ο ελληνικός λαός δεν ήταν στην καλύτερη δυνατή κατάστασή του. Ήταν εύκολο λοιπόν μετά από τα "χείριστα" της Χούντας κάποιοι να επιβάλουν τα "κακά" της προηγούμενης εποχής. Ήταν σίγουροι ότι δεν θα αντιδράσει ο κόσμος, εφόσον επένδυσαν στις φοβίες του. Αυτό ήταν λογικό. Όταν έχεις δει τα χειρότερα, ανέχεσαι εύκολα τα απλώς άσχημα.

Τι θέλουμε να πούμε μ' αυτά. Το εξής απλό. Η δημοκρατία στην προ της Χούντας εποχή δεν λειτουργούσε σε βαθμό ικανοποιητικό, γιατί απλούστατα δεν το επέτρεπε το Παλάτι. Οι βασιλείς εκείνης της εποχής δεν σέβονταν το Σύνταγμα και ως εκ τούτου το "καπέλωναν". Δεν τους συνέφερε η βασιλευόμενη δημοκρατία. Δεν τους συνέφερε ο απλός ρόλος του απλού "προστάτη" της δυτικής καπιταλιστικής ιδεολογίας. Εκείνοι οι καραγκιόζηδες είχαν ως στόχο να βασιλεύσουν και δεν εννοούσαν να περιοριστούν στον ρόλο του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα. Εξαιτίας εκείνου του στόχου προσπαθούσαν και το κατάφερναν να "καπελώνουν" το Σύνταγμα.

Πώς γινόταν αυτό; Το Σύνταγμα εκείνης της εποχής προσδιόριζε το πολίτευμα της χώρας με τρόπο που δεν συνέφερε τους "άνακτες". Εκείνο το Σύνταγμα δεν διέφερε και πολύ από το σημερινό σ' ό,τι αφορά τον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος. Στην πραγματικότητα, εκτός από κάποιες διαφορές —οι οποίες στο πρακτικό επίπεδο δεν έχουν μεγάλη σημασία— στο μόνο στο οποίο διέφεραν ήταν αυτοί που θ' αναλάμβαναν τον ρόλο του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα. Το Σύνταγμα εκείνο προέβλεπε κληρονομικούς ανώτατους άρχοντες οι οποίοι θα διατηρούσαν τον βασιλικό τίτλο, αλλά όχι και τα προνόμια της βασιλείας. Τα ουσιαστικά ήταν ο διαχωρισμός των εξουσιών και ο απόλυτος προσδιορισμός του ρόλου τους.

Θα κάνουμε μια στοιχειώδη ανάλυση των δεδομένων, για να καταλάβει ο αναγνώστης πώς λειτουργούν μερικά πράγματα. Την ιδεολογία ενός συστήματος την περιγράφει και τη διασφα­λίζει το Σύνταγμα του. Είναι ο κυρίαρχος νόμος και μέσα από αυτόν "ελέγχονται" οι νόμοι τους οποίους "παράγουν" τα όποια νομοθετικά όργανα μπορεί έχει αυτό το σύστημα. Από τη στιγμή λοιπόν που υπάρχει ένα Σύνταγμα, το οποίο προβλέπει τη διενέργεια εκλογών, προκειμένου ν' αναλάβει κάποιο πολιτικό κόμμα την εκτελεστική εξουσία, ευνόητα είναι μερικά πράγματα. Το κόμμα εκ των δεδομένων πρέπει να έχει συμβατή με το Σύνταγμα ιδεολογία. Το κόμμα εκφράζει διαχειριστική άποψη πάνω σε μια κοινή ιδεολογία, η οποία η είναι η συνταγματική ιδεολογία.

Το κόμμα είναι μια ομάδα εκλεκτών πολιτών, οι οποίοι έχουν άποψη για τη διαχείριση του συστήματος και διεκδικούν την εξουσία με τη διαδικασία των εκλογών. Διεκδικούν την εκτελεστική εξουσία, η οποία θα τους επιτρέψει να κυβερνήσουν το σύστημα με βάση τη δική τους άποψη. Άποψη, η οποία προκύπτει μέσα από γνώση και είναι αυτή που τους εμφανίζει ως εκλεκτούς πολίτες και τους διαφοροποιεί από τους απλούς πολίτες. Αυτοί οι εκλεκτοί πολίτες με γνώση και διάθεση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον λαό είναι οι πολιτικοί. Κόμμα μπορεί να δημιουργήσει ανά πάσα στιγμή ο οποιοσδήποτε πολίτης με πολύ απλές διαδικασίες. Διαδικασίες, οι οποίες περιγράφονται με τον πιο απόλυτο τρόπο από τον νόμο. Το Σύνταγμα δηλαδή περι­γράφει τη νόμιμη ιδεολογία και τα κόμματα είναι αυτά τα οποία νομίμως διεκδικούν τη διαχει­ριστική εξουσία, σεβόμενα αυτήν την ιδεολογία.

Τα κόμματα στελεχώνονται από πολιτικούς, των οποίων ο στόχος είναι να διεκδικήσουν την εκτελεστική εξουσία. Τα κόμματα παράγουν πολιτική άποψη και αυτήν προσφέρουν στον λαό για να την κρίνει και άρα να την επιλέξει. Το κόμμα, το οποίο θα επιλεγεί μέσω των εκλογών, αναλαμβάνει την εξουσία και στελεχώνει την κυβέρνηση. Απέναντι από την κυβέρνηση στέκονται ελεγκτικά οι δύο άλλες εξουσίες. Η νομοθετική και η δικαστική. Η κάθε μία από αυτές τις εξουσίες ελέγχει με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους την εκτελεστική εξουσία. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Η νομοθετική εξουσία ελέγχει την εκτελεστική εξουσία με βάση τα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων. Η δικαστική εξουσία ελέγχει την εκτελεστική εξουσία με βάση το "γράμμα" του νόμου. Εδώ πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης, γιατί τα δεδομένα είναι ιδιαίτερα λεπτά. Ο τρόπος και ο λόγος που γίνεται ο έλεγχος αυτός από την κάθε εξουσία είναι ο μόνος που διασφαλίζει τη δημοκρατία.

Θα ξεκινήσουμε την ανάλυση από τη δικαστική εξουσία, εφόσον στην περίπτωσή της τα πράγματα είναι πιο απλά απ' ό,τι είναι με τη νομοθετική εξουσία. Η δικαστική εξουσία ελέγχει την εκτελεστική εξουσία με βάση τον υπάρχοντα νόμο. Με κύριο άξονα τον συνταγματικό νόμο κρίνει τα όποια νομοθετήματα "κατασκευάζει" η εκτελεστική εξουσία και τα "περνάει" μέσα από τη Βουλή. Δεν νομοθετεί η ίδια και άρα δεν παράγει με ενεργητικό τρόπο πολιτική. Κρίνει τα πάντα με βάση τον υπάρχοντα νόμο. Ελέγχει την εκτελεστική εξουσία σε δύο επίπεδα. Ελέγχει τη συνταγματι­κότητά των νόμων που αυτή "παράγει", αλλά την ελέγχει και στο πρακτικό επίπεδο, αν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής της σέβεται τον νόμο ή παρανομεί. Με τον απλό αυτόν τρόπο η δικαστική εξουσία ασκεί το πολύτιμο για τη δημοκρατία έργο της.

Τα πράγματα γίνονται σύνθετα στην περίπτωση του ελέγχου της κυβέρνησης από την πλευρά της νομοθετικής εξουσίας. Μέσα στη Βουλή αναπτύσσονται στο σύνολό τους τα επιμέρους κοινωνικά συμφέροντα. Μέσα στην Βουλή των αντιπροσώπων αναπτύσσονται πλήρως τα κοινω­νικά συμφέροντα. Θεωρητικά μέσα στη Βουλή αποτυπώνεται το κοινωνικό μωσαϊκό. Το ποσοστό για παράδειγμα των εργατών μέσα σε μια κοινωνία πρέπει να βρίσκεται και στη Βουλή της. Το ανάλογο συμβαίνει και με το ποσοστό των αστών, των αγροτών, των κεφαλαιοκρατών κλπ.. Ποιος ο λόγος που συμβαίνει αυτό; Τα επιμέρους κοινωνικά συμφέροντα λειτουργούν ως "φίλτρα", που δεν επιτρέπουν στην εκτελεστική εξουσία να ευνοεί ή να αδικεί τα επιμέρους κοινωνικά συμφέ­ροντα ανάλογα με τις "συμπάθειες" ή τις "αντιπάθειές" της.

Μια κυβέρνηση, δηλαδή, που "συμπαθεί" την κεφαλαιοκρατία, δεν μπορεί να την ευνοήσει με το νομοθετικό της έργο, γιατί αναγκαστικά θα πρέπει να το "περάσει" μέσα από μια Βουλή, της οποίας η πλειοψηφία μπορεί να στέκεται εχθρικά απέναντι σ' αυτά τα συμφέροντα. Αυτό θα πει "φίλτρο". Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι απαραίτητο για μια κυβέρνηση να ελέγχει τη Βουλή για να κυβερνά. Μπορεί να κυβερνά με βάση τους ήδη υπάρχοντες νόμους και χωρίς να χρειάζεται να παράγει νομοθετικό έργο. Η Βουλή δηλαδή παράγει εμμέσως νομοθετικό έργο. Λειτουργεί κυρίως παθητικά, εφόσον νόμος γίνεται ό,τι "περνάει" από αυτήν και όχι απαραίτητα ό,τι παράγει η ίδια, πράγμα που μπορεί να μην συμβαίνει ποτέ.

Αντιλαμβανόμαστε ότι οι βουλευτές οι οποίοι στελεχώνουν τη Βουλή στην πραγματικότητα δεν βρίσκονται εκεί ως πολιτικοί. Δεν ψηφίζονται από τον κόσμο για να παράγουν πολιτική. Συνει­σφέρουν με το έργο τους στην πολιτική ζωή της χώρας, αλλά δεν είναι πολιτικοί. Ψηφίζονται για ν' αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των ψηφοφόρων τους. Βρίσκονται εκεί, αντιπροσωπεύοντας τις ταξικές τους ιδιότητες. Βρίσκονται εκεί ως απλοί πολίτες. Δεν είναι πολιτικοί. Ο ρόλος της Bουλής μέσα σ' ένα σύστημα, όπου κυρίαρχος είναι ο λαός, είναι πολύ συγκεκριμένος. Ελέγχει τα νομοθετήματα, που θα γίνουν νόμοι. Αυτή παίρνει, μέσω των αντιπροσώπων του λαού, την ευθύνη να μετατρέψει τα νομοσχέδια της κυβέρνησης σε νόμους του κράτους. Να μετατρέψει τους νόμους που "παράγονται" από τους πολιτικούς σε νόμους που "πηγάζουν" από τον λαό.

Εδώ εύλογα θ' αναρωτηθεί ο αναγνώστης για την ορθότητα αυτού του οποίου ισχυριζόμαστε. Είναι δυνατόν μια Βουλή, μέσω της οποίας "παράγεται" το σύνολο της πολιτικής, να μην στελε­χώνεται από πολιτικούς; Είναι δυνατόν και αυτό είναι κάτι το οποίο δεν συμβαίνει μόνον στη Βουλή. Τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια, για παράδειγμα, παράγουν δικαιοσύνη, αλλά αυτοί οι οποίοι αποφασίζουν δεν είναι δικαστικοί ή νομικοί. Απλοί πολίτες είναι, των οποίων η απόφαση είναι η κυρίαρχη.

Το ανάλογο γίνεται και με τη Βουλή. Μέσα στη Βουλή παράγουν πολιτική τα κόμματα των πολιτικών. Το κόμμα που κυβερνάει παράγει πολιτική και έρχεται σε σύγκρουση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία επίσης παράγουν πολιτική. Το σώμα των βουλευτών παρακολουθεί τις συγκρούσεις τους όπως παρακολουθούν οι ένορκοι πολίτες τις συγκρούσεις των διαδίκων μέσα στη δικαστική αίθουσα. Όπως κάποιοι από τους ενόρκους πείθονται από τους δικηγόρους της υπεράσπισης και κάποιοι άλλοι πείθονται από τους κατηγόρους, έτσι συμβαίνει και στη Βουλή. Οι βουλευτές παρακολουθούν μια διαδικασία και ανάλογα με τα συμφέροντά τους πείθονται από αυτούς που τους συμφέρουν. Ακούνε, κρίνουν κι αποφασίζουν τι θα ψηφίσουν και τι όχι. Αυτό άλλωστε σημαίνει και η λέξη βουλευτής. Βουλευτής είναι αυτός που, είτε μόνος του είτε μαζί με άλλους, σκέπτεται κι αποφασίζει.

Ενώ όμως στα δικαστήρια τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα στο σύνολό τους, στην πολιτική δεν συμβαίνουν τα ανάλογα. Στα δικαστήρια, για παράδειγμα, απαγορεύεται να "στήνεται" το σώμα των ενόρκων. Απαγορεύεται να έχουν την οποιαδήποτε σχέση οι διάδικοι με τους ενόρ­κους. Μπορεί να φανταστεί κάποιος ένα δικαστήριο όπου η υπεράσπιση θα ελέγχει την πλειο­ψηφία των ενόρκων; Τι δικαιοσύνη μπορεί να παράγει ένα τέτοιο δικαστήριο; Όποιος και να πηγαίνει στο δικαστήριο θα αθωώνεται, γιατί αυτό θα συμφέρει την υπεράσπιση και την πλειο­ψηφία των ενόρκων.

Το δικαστήριο δηλαδή μοιάζει με μια ηλεκτροκίνητη μηχανή, η οποία παράγει το έργο της δικαιοσύνης. Το παράγει μόνον για όσο διάστημα οι "πόλοι" που υπάρχουν μέσα σ' αυτό λειτουργούν ανεξάρτητα. Αν αυτοί επικοινωνούν μεταξύ τους, παύει να παράγει έργο. Αν οι διάδικοι επικοινωνούν με τους ενόρκους και τους ελέγχουν, είναι σαν να ενώνει κάποιος τους πόλους της μπαταρίας με ένα σύρμα. Είναι δυνατόν αυτή η βραχυκυκλωμένη μπαταρία να δώσει στη μηχανή τη δυνατότητα να παράγει έργο; Τα απολύτως ανάλογα ισχύουν και για τη Βουλή. Όσο ανατριχιαστικό κι αποτρόπαιο είναι να κάθεται ο εισαγγελέας ανάμεσα στους ενόρκους, παριστάνοντας τον ένορκο, άλλο τόσο είναι να κάθεται ο αρχηγός της αντιπολίτευσης ανάμεσα στους βουλευτές και να παριστάνει τον βουλευτή.

Καταλαβαίνει ο αναγνώστης τι λέμε; Ο ρόλος των βουλευτών είναι καθοριστικός και σημαντι­κός ως σύνολο και όχι ως άτομα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί από αυτόν τον ρόλο προκύπτουν ορισμένα πράγματα. Όπως για παράδειγμα οι ένορκοι δεν πληρώνονται αδρά για το έργο τους, παρ' όλη τη σημαντικότητά του, έτσι δεν δικαιολογούν προνόμια και οι βουλευτές. Υψηλούς μισθούς και ασυλίες δικαιολογούν αυτοί οι οποίοι παράγουν πολιτική και αυτοί είναι οι πολιτικοί. Αυτοί οι οποίοι εκ του ρόλου τους ενεργούν και έχουν ανάγκη προστασίας. Αυτοί οι οποίοι εκ του ρόλου τους δημιουργούν και έχουν ανάγκη ανταμοιβής. Αυτοί οι οποίοι, αν δεν τους προστατεύσεις, θα φοβηθούν να σε υπηρετήσουν και άρα θα ζημιωθείς. Αυτοί οι οποίοι, αν δεν τους ανταμείψεις, θα σε εγκαταλείψουν και άρα θα ζημιωθείς.

Όλα αυτά δεν ισχύουν για τους βουλευτές. Αν σου ζητήσουν προστασία ή υψηλή ανταμοιβή και δεν τους τα προσφέρεις, δεν μπορούν να σε εκβιάσουν, γιατί απλούστατα δεν είναι αναντι­κατά­στατοι. Απλοί πολίτες είναι. Εκατομμύρια πολιτών μπορούν να εκτελέσουν τον ρόλο τους. Αντίθετα μ' αυτούς οι πολιτικοί είναι πολύτιμοι και αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν να σε εκβιάσουν, γιατί δεν είναι πάντα αντικαταστάσιμοι. Αντιλαμβανόμαστε ότι η άποψη του να ψηφί­σουμε τον άξιο πολιτικό να μπει στη Βουλή ως βουλευτής είναι λάθος. Ο άξιος πολιτικός αξίζει την ψήφο μας, αλλά είτε ως ιδρυτής κόμματος, το οποίο θα διεκδικήσει την εξουσία, είτε ως στέλεχος κόμματος, το οποίο θα διεκδικήσει θέση στην εκτελεστική εξουσία. Στο επίπεδο της πολιτικής ψηφίζουμε πάντα την πολιτική άποψη.

Ο βουλευτής δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα να έχει έναν τέτοιο ρόλο. Ο βουλευτής είναι τέλειος, όταν είναι ένας απλός πολίτης. Όταν δεν διαφέρει από τον μέσο πολίτη, που καλείται νόμιμα ν' αντιπροσωπεύσει. Τον μέσο εργάτη, τον μέσο αστό, τον μέσο βιομήχανο κλπ.. Οτι­δήποτε τον "διαφοροποιεί" και μπορεί να τον συνδέσει με "ειδικά" συμφέροντα είναι ανεπιθύμητο. Όταν αποκτά προνόμια, παύει να είναι όμοιος με τον μέσο πολίτη και γίνεται επικίνδυνος. Ακόμα κι ένας προνο­μιακός μισθός τον διαφοροποιεί από τον μέσο πολίτη και τον καθιστά ανίκανο να υπηρετήσει τον ρόλο του. Ακόμα και το να εκφράζει πολιτική άποψη τον "διαφοροποιεί" από τον απλό πολίτη και αυτό τον κάνει επίσης επικίνδυνο. Δεν είναι αυτός ο ρόλος που τον κάνει πολύτιμο για το Σύνταγμα. Στη Βουλή δεν πηγαίνει για να κάνει πολιτική. Στη Βουλή πηγαίνει για ν' ακούσει να διαλέξει και να ψηφίσει. Να κάνει αυτό το οποίο δεν μπορεί να κάνει σε καθημερινή βάση ένας απλός πολίτης. Πηγαίνει εκεί για να σταθεί απέναντι στην εκτελεστική εξουσία ως εργάτης, ως αγρότης κλπ..

Από αυτά τα απλά καθήκοντα προκύπτουν και ορισμένα ερωτήματα. Ένας άνθρωπος, που απλά ψηφίζει και μάλιστα τις περισσότερες φορές ανώνυμα, γιατί ν' απολαμβάνει της βουλευτικής ασυλίας; Ασυλία χρειάζεται αυτός ο οποίος ενεργεί και άρα αυτός ο οποίος θα πρέπει να προστατευτεί για να εκτελέσει τον ρόλο του. Ένας άνθρωπος. που απλά επιλέγει ανάμεσα σε προτάσεις, γιατί θα έπρεπε να λαμβάνει προνομιακό μισθό; Προνομιακό μισθό δικαιούται αυτός ο οποίος δημιουργεί αυτές τις προτάσεις. Προνομιακό μισθό δικαιούται αυτός ο οποίος δημιουργεί ένα Ferrari και όχι αυτός ο οποίος απλά το διαλέγει ανάμεσα στα άλλα; Ποιος δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό; Δικαιούται αυτός ο άνθρωπος την ίδια μεταχείριση με αυτόν που δημιουργεί; Βουλεύεται κάποιος για το τι αυτοκίνητο θα διαλέξει, είτε είναι αγράμματος είτε μορφωμένος. Το να κατασκευάσεις όμως το αυτοκίνητο απαιτεί επιστημονική γνώση και όχι βούληση.

Από αυτήν την τεράστια διαφορά προκύπτουν οι διαφορές στους ρόλους και βέβαια στις απαιτήσεις που υπάρχουν σ' ό,τι αφορά τα πρόσωπα που θα τους ενσαρκώσουν. Οι πολιτικοί "κατασκευάζουν" πολιτική και κρίνονται από τον λαό γι' αυτήν την "κατασκευή". Ψηφίζονται κι αναλαμβάνουν την εκτελεστική εξουσία. Από εκεί και πέρα ελέγχονται από τους βουλευτές. Οι βουλευτές απλά επιλέγουν ανάμεσα σε προτάσεις. Οι βουλευτές, ως πρόσωπα, δεν "παράγουν" πολιτική. Η Βουλή ως σύνολο "παράγει" πολιτική και όχι οι βουλευτές. Οι βουλευτές είναι απόλυτα όμοιοι με τους πολίτες. Από αυτό τους το χαρακτηριστικό προκύπτει το εξής: Γιατί θα έπρεπε ο λαός να ψηφίζει και άρα να διαλέγει ανθρώπους να τον αντιπροσωπεύουν, όταν αυτοί θα ήταν τέλειοι στον ρόλο τους, αν δεν ήταν ξεχωριστοί;

Όταν βάζεις δηλαδή κάποιον να "πείσει" τον λαό να τον ψηφίσει, τον αναγκάζεις στην ουσία να πολιτικολογήσει και αυτό όχι μόνον δεν είναι απαραίτητο για έναν βουλευτή, αλλά είναι επικίνδυνο. Όταν δηλαδή τον βάζεις να "πείσει" τον κόσμο πως είναι "καλύτερος" από έναν άλλο συνυποψήφιό του ή τον βάζεις να "πείσει" τον κόσμο ότι "αξίζει" να μπει στη Βουλή, τον αναγκάζεις να τοποθετηθεί πολιτικά και αυτό δεν πρέπει να το κάνει ένας απλός αντιπρόσωπος του λαού. Ένας αντιπρόσωπος, που είναι χρήσιμος κι αποτελεσματικός στο ρόλο του μόνον εξαι­τίας της ταξικής ιδιότητας που φέρει. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι ο λαός στην πραγματικότητα δεν θα έπρεπε να ψηφίζει τους βουλευτές. Όταν αναζητάς απλά "δείγματα" πολίτη, μπορείς να το κάνεις και με κλήρωση. Να γίνεται κάτι ανάλογο με την κλήρωση των ενόρκων δικαστών στα δικαστήρια.

Η μόνη ιδιομορφία εδώ είναι ο εξής περιορισμός. Το βουλευτικό σώμα πρέπει να αποτυπώνει απόλυτα το κοινωνικό "μωσαϊκό" μιας χώρας. Δεν μπορεί δηλαδή, εξαιτίας της "τύχης" των κληρώσεων, να επιτραπεί σε μια μειονότητα να "καπελώσει" τους υπόλοιπους. Άρα θα πρέπει να γίνεται ποσόστωση. Μια λύση εδώ θα μπορούσε να είναι η εξής: Να εκμεταλλευτεί κάποιος τα στοιχεία της απογραφής του πληθυσμού και να βρει τα ποσοστά της κάθε ξεχωριστής κοινωνικής τάξης. Αυτά τα ποσοστά να καθόριζαν και την αντίστοιχη σύνθεση της Βουλής. Η εργατική τάξη θα έπαιρνε για παράδειγμα το 40% της Βουλής και το όργανό της, όπως είναι η ΓΣΕΕ, θα έκανε κλήρωση ανάμεσα στους τυχαίους πολίτες οι οποίοι θα δήλωναν τη θέλησή τους να συμμετάσχουν στην βουλή. Το ανάλογο θα μπορούσε να κάνει ο ΣΕΒ κλπ.. Μόνον με τον τρόπο αυτόν μπορεί μια Βουλή να είναι "καθαρή" και ν' αντιπροσωπεύει τον λαό.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πώς περίπου το Σύνταγμα επιθυμεί να λειτουργούν οι εξουσίες και βέβαια τα πρόσωπα που τις στελεχώνουν. Για να λειτουργήσουν όμως όλα αυτά, προϋποθέτουν τον σεβασμό του Συντάγματος απ' όλες τις πλευρές. Προϋποθέτουν τον σεβασμό της ιδεολογίας την οποία πρεσβεύει. Όταν υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογίες και δεν έχει ξεκαθαρίσει απόλυτα το ιδεολογικό "τοπίο", αναπτύσσονται ιδιομορφίες μέσα στο πολιτικό σκηνικό. Ιδιομορφίες, οι οποίες γεννούν συγκεκριμένα φαινόμενα. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Όταν υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογικές επιλογές ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας, υπάρχουν παρατάξεις. Παράταξη, για παράδειγμα, είναι η άκρα δεξιά, η οποία δεν δέχεται βασικές διατάξεις του υπάρχοντος Συντάγματος. Παράταξη, για παράδειγμα, είναι ο κομμουνισμός, ο οποίος το αμφισβητεί πλήρως.

Οι παρατάξεις διαφέρουν από τα κόμματα, εφόσον έχουν διαφορετικούς στόχους. Στόχους, που επικεντρώνονται στο ιδεολογικό και άρα στην επιβολή ενός Συντάγματος της αρεσκείας τους. Ένα Σύνταγμα, που σέβεται τον εαυτό του και βέβαια την πραγματικότητα, ποτέ δεν μπερδεύει τα κόμματα με τις παρατάξεις. Ποτέ δεν συγκαταλέγει ανάμεσα στα κόμματα τις πολιτικές παρατάξεις. Ποτέ δεν επιτρέπει σε μια παράταξη να παριστάνει το κόμμα και να διεκδικεί την εξουσία. Αυτό είναι λογικό. Είναι δυνατόν ένα σύστημα να προσφέρει την εξουσία σε έναν δηλωμένο αντίπαλό του; Πώς μπορεί να γνωρίζει για τον τρόπο που αυτός θ' αντιδράσει σε περίπτωση που θα πάρει την εξουσία στα χέρια του;

Μια κυβέρνηση έχει εξουσία στο σύνολο των μηχανισμών του κράτους. Είναι δυνατόν το Σύνταγμα να προσφέρει αυτήν την εξουσία σε έναν που το εχθρεύεται; Είναι δυνατόν να του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί μια σχετική πλειοψηφία, η οποία απλά δίνει τη διαχειριστική εξουσία σε ένα κοινό κόμμα; Κυβέρνηση μπορεί να γίνει ένα κόμμα, συγκεντρώνοντας ακόμα και ένα ποσοστό της τάξεως του 10%. Αρκεί ένα κόμμα να συγκεντρώσει μεγαλύτερο ποσοστό από τους αντιπάλους του και του δίνεται η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Είναι δυνατόν να δοθεί η δυνα­τό­τητα σ' αυτό το ποσοστό να παραβιάσει την εκφρασμένη θέληση της συντριπτικής πλειο­ψηφίας των πολιτών;

Αυτό είναι πολύ βασικό, γιατί σε άλλη περίπτωση αλλοιώνεται η λειτουργία του συστήματος. Γιατί; Γιατί αλλάζει το πνεύμα της έννοιας των εκλογών. Οι εκλογές γίνονται, για να επιλέξουν οι πολίτες τη διαχειριστική άποψη που τη δεδομένη στιγμή τους φαίνεται η συμφερότερη. Επιλέγουν ανάμεσα σε ομοειδή κόμματα, τα οποία εκφράζουν τη δική τους άποψη για τη διαχείριση του συστήματος. Όταν μπαίνουν οι παρατάξεις στις εκλογές, αλλοιώνουν την εκλογική διαδικασία, εφόσον οι εκλογές παίρνουν τη μορφή δημοψηφίσματος. Δεν είναι δυνατόν ένα Σύνταγμα να ανέχεται να μπαίνει στη διαδικασία του δημοψηφίσματος κάθε λίγα χρόνια. Τα Συντάγματα επι­βάλ­λονται με αίμα και θυσίες και δεν είναι τόσο "αφελή", ώστε να παγιδεύονται μέσα από τις δικές τους διαδικασίες.

Η παγίδευση είναι δυνατή, εφόσον δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός των πολιτών μεταξύ τους και ν' αφαιρεθούν τα πολιτικά δικαιώματα κάποιων από αυτούς. Δεν μπορεί το Σύνταγμα να "καταλάβει" ποιος με την ψήφο του απλά επιλέγει ένα κόμμα και ποιος υποστηρίζει μια παράταξη. Δεν μπορεί να "καταλάβει" ποιος με την ψήφο του συμμετέχει στις διαδικασίες του όπως προβλέπεται και ποιος προσπαθεί με την ίδια ψήφο να το "υποσκάψει". Ακριβώς, επειδή δεν μπορεί να το κάνει αυτό, ακολουθεί μια πρακτική απόλυτα λογική. Τις παρατάξεις τις αφήνει εκτός της Βουλής.

Στο όνομα του πολιτισμού και της δημοκρατίας τούς αναγνωρίζει το δικαίωμα να υπάρχουν και να λειτουργούν μέσα στην κοινωνία —με βάση τους νόμους του κράτους— αλλά όχι το δικαίωμα να δημιουργήσουν κόμμα, το οποίο θα διεκδικήσει την εξουσία. Τους επιτρέπει να λειτουργούν με βάση μία λογική όμοια μ' εκείνη που διέπει τους νόμους περί ανεξιθρησκίας. Δεν σου στερεί το δικαίωμα ύπαρξης και ενδεχομένως και ανάπτυξης, αλλά δεν σου δίνει και τα μέσα για να το καταστρέψεις. Το γεγονός ότι για παράδειγμα η μουσουλμανική πίστη είναι νόμιμη, δεν σημαίνει ότι ο Μουφτής της Ξάνθης μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για μια θέση στην Ιερά Σύνοδο. Δεν σημαίνει ότι δικαιούται μια θέση στα όργανα μιας θρησκείας την οποία αμφισβητεί και είναι βέβαιον ότι, αν συμμετάσχει στις διαδικασίες της, θα προσπαθήσει να της κάνει ζημιά, προσβλέποντας σε κέρδος για τη δική του θρησκεία.

Άρα, για να ξεχωρίσουν τα κόμματα από τις παρατάξεις, πρέπει να υπάρχει η δεδηλωμένη συνταγματική νομιμοφροσύνη. Αυτό διαφοροποιεί τα κόμματα από τις παρατάξεις. Ένα κόμμα, δηλαδή, για να είναι τέτοιο, πρέπει να καταθέσει την ιδεολογική του "ιδιοσυχνότητα", προκειμένου να ενταχθεί στο δυναμικό των νόμιμων κομμάτων. Πρέπει να δηλώσει την "πίστη" του στο Σύν­ταγμα, προκειμένου να διεκδικήσει θέση υποψηφιότητας στις εκλογές. Πρέπει προεκλογικά να τη δηλώσει άμεσα και να την επιβεβαιώνει με το μετεκλογικό του έργο έμμεσα. Αυτή η δήλωση είναι δεσμευτική, ώστε ο νόμος να μπορεί να το παύει σε περίπτωση που κινηθεί αντι­συνταγ­ματικά. Να μπορεί ο νόμος να το εντοπίζει, όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ των δηλωθέντων και των πράξεών του. Αντιλαμβανόμαστε ότι ένα κόμμα βασιλοφρόνων ή ένα κομμουνιστικό κόμμα δεν δικαιούνται την είσοδό τους στη Βουλή. Οι οπαδοί τους μπορούν να ψηφίζουν όποιο κόμμα θέλουν από αυτά που δικαιούνται θέση στην εκλογική μάχη, αλλά δεν μπορούν να ψηφίζουν το δικό τους "κόμμα".

Αν καταλάβει ο αναγνώστης τις ιδιομορφίες που προκύπτουν από τα δεδομένα αυτά, μπορεί να καταλάβει πώς "καπελώνεται" η δημοκρατία και το Σύνταγμα. Μπορεί να καταλάβει πώς "βραχυ­κυκλώνονται" τα όργανα της δημοκρατίας. Θα δούμε λοιπόν τι γινόταν στην προ της Χούντας εποχή και μετά θα δούμε τι γίνεται σήμερα. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί υπήρχε "δανεισμός" τεχνογνωσίας, για να φτάσουμε στη σημερινή αθλιότητα.

Το πρόβλημα μ' εκείνη την εποχή ήταν πως το Παλάτι δεν εννοούσε να καταλάβει ότι δεν μπορούσε πλέον να βασιλεύσει. "Σεβόταν" το Σύνταγμα, για να μην έχει προβλήματα με τον λαό, αλλά το "βραχυκύκλωνε". "Σεβόταν" ένα Σύνταγμα —το οποίο προσδιόριζε το πολίτευμα της χώρας ως βασιλευόμενη δημοκρατία— για να το χρησιμοποιεί ως ασπίδα εναντίον όσων αμφι­σβητούσαν την ύπαρξή του, αλλά από εκεί και πέρα το αλλοίωνε υπέρ των συμφερόντων του. Όσο κι αν αυτό το οποίο θα πούμε φανεί παράξενο, εκείνη την εποχή συνέβαινε το εξής παράδοξο: Στην εποχή της βασιλευόμενης δημοκρατίας, η βασιλική παράταξη βρισκόταν εκτός Συντάγματος.

Γιατί συνέβαινε αυτό; Γιατί η βασιλική παράταξη επιθυμούσε να λειτουργεί το σύστημα με τρόπο που ήταν ανεπιθύμητος για το Σύνταγμα. Η βασιλική παράταξη επιθυμούσε να βασιλεύει ο βασιλιάς και όχι να βρίσκεται αυτός απλά στη θέση του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα μέσα σ' ένα σύστημα όπου κυρίαρχος είναι ο λαός. Έχοντας το παλάτι την υποστήριξη αυτής της παράταξης, τι έκανε; Εκμεταλλεύτηκε την έννοια του κόμματος, για να "αλώσει" το Σύνταγμα. Έδωσε σ' αυτήν την παράταξη τη δυνατότητα να εμφανιστεί σαν κόμμα, το οποίο σεβόταν το υπάρχον Σύνταγμα. Η βασιλική νομιμοφροσύνη της παράταξης έγινε απόδειξη της νομιμοφροσύνης της απέναντι στο Σύνταγμα, ενώ αυτό δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα.

Εκμεταλλευόμενο το παλάτι το δεξιό παρελθόν του συστήματος, μεθόδευσε τα πράγματα με τον τρόπο που το βόλευαν. Τι έκανε; Δημιούργησε ένα ιδιόκτητο κόμμα, το οποίο χρηματο­δοτούταν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Πόσο ιδιόκτητο; Τόσο, ώστε να επιτρέπει στο βασιλιά ν' αποφασίζει γι' αυτά που το αφορούσαν χωρίς καμία αντίδραση. Τόσο, ώστε να επιτρέπει στο βασιλιά να παίρνει έναν χωρικό από την Πρώτη Σερρών και να τον κάνει αρχηγό του κόμματος και πρωθυπουργό της χώρας. Αυτό ακριβώς ήταν η ΕΡΕ. Ένα κόμμα, που, για να γίνεις στέλεχός του, θα έπρεπε πρώτα να φιλήσεις τα χέρια του άνακτα. Ένα ιδιόκτητο κόμμα, που το παλάτι, λόγω θέσης και ισχύος, μπορούσε να το χρηματοδοτεί από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αυτό το κόμμα, αφού ιδρύθηκε από το βασιλιά στη συνέχεια μπήκε στη διαδικασία των "δημο­κρατικών" εκλογών, για να διεκδικήσει την εξουσία. Η επικράτησή του ήταν εύκολη, εφόσον παλάτι, κόμμα, κρατικός μηχανισμός και στρατός ανήκαν στο ίδιο μπλοκ συμφερόντων, που ελεγχόταν από τον βασιλιά. Μία κυβέρνηση λοιπόν, η οποία ελεγχόταν από τον βασιλιά, πού θα αντιμετώπιζε πρόβλημα; Ο "γαλαζοαίματος" σφετεριστής της κυριαρχίας του συστήματος, πού θα αντιμετώπιζε πρόβλημα; Στη Βουλή …η οποία αν λειτουργούσε με βάση τη λογική του Συντάγ­ματος θα ήταν απόλυτα εχθρική γι' αυτόν. Στη Βουλή εκείνων, που αντιπροσώπευαν τον λαό, ο οποίος με βάση το Σύνταγμα ήταν ο κυρίαρχος. Άρα τι έπρεπε να γίνει; Να παραδοθεί η Βουλή παρανόμως στους πολιτικούς.

Το "κόμμα" δηλαδή δεν κατέβαινε υποψήφιο μόνον για να διεκδικήσει την εκτελεστική εξουσία, αλλά και τη Βουλή. Τη σχετική πλειοψηφία στις εκλογές με κάποιες "αλχημείες" τη μετέτρεπαν σε πλειοψηφία και στη Βουλή και αυτό "βραχυκύκλωνε" το όλο σύστημα. Η βασιλική παράταξη —που υποτασσόταν απόλυτα στο βασιλιά— παρίστανε το κόμμα και ταυτόχρονα έλεγχε τη Βουλή. Έλεγχε τον ελεγκτή της και αυτό της επέτρεπε να ταυτίζεται παράνομα με το ίδιο το κράτος. Μέσα στη Βουλή έμπαιναν πολιτικοί βασιλικής "ιδιοκτησίας" και όχι οι αντιπρόσωποι των κοινωνικών τάξεων. Όλα αυτά αντιλαμβα­νόμαστε ότι ήταν παράνομα. Παράνομα η βασιλική παράταξη παρίστανε το κόμμα. Παράνομα έλεγχε τη Βουλή και παράνομα έλεγχε το κράτος, το οποίο το αντιλαμβανόταν σαν κομματική της περιουσία. Αυτή ήταν η μισητή "Δεξιά", που όλοι θυμούνται. Αυτή ήταν η "Δεξιά", η οποία, όταν της έλλειπαν ψήφοι, επιστράτευε και τα δέντρα.

Τι έκανε όμως ο υπόλοιπος λαός απέναντι σ' αυτήν τη συνταγματική εκτροπή από την ακροδεξιά πλευρά; Ό,τι βόλευε το Παλάτι. Έκανε ακριβώς τα ίδια. Κάποιοι πονηροί συνέθεσαν "κόμματα", τα οποία όμως δανειζόταν την παραταξιακή λογική. Ως πολιτικοί δεν κατήγγειλαν την συνταγματική εκτροπή, αλλά προσπαθούσαν να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Προσπαθούσαν να γίνουν "χαλίφηδες" στη θέση του "χαλίφη" και δεν κατήγγειλαν τον "χαλιφισμό". Το Παλάτι τους αντιλήφθηκε και τους διέφθειρε. Τι έκανε; Ενίσχυσε την προσπάθειά τους. Ενίσχυσε τα δεδομένα που τους επέτρεπαν να επωφελούνται έναντι και των δικών τους αντιπάλων.

Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συνέβαινε το εξής: Το Παλάτι, αντιλαμβανόμενο ότι το συνέφερε η παραταξιακή σύγκρουση, επέτρεψε στους "αντιπάλους" του να μιμηθούν τις πρακτικές των "εκλε­κτών" του. Χρηματοδότησε τα "κόμματά" τους, για να δημιουργήσει θέσεις βολεμάτων. Θέσεις βολεμάτων τόσο στα ημικρατικά "κόμματα" όσο και στη Βουλή. Επέτρεψε στους πολιτικούς εκείνης της πολυκομματικής αντιδεξιάς παράταξης να μπουν στη Βουλή σαν βουλευτές, για να "βραχυκυκλώσει" πλήρως τον ρόλο της. Μέσα στη Βουλή δεν υπήρχαν πλέον πολίτες, που προστάτευαν τα ταξικά τους συμφέροντα. Υπήρχαν πολιτικοί, που υπερασπίζονταν τα ιδεολογικά τους συμφέροντα, πράγμα παράνομο μέσα σ' ένα σύστημα, του οποίου η ιδεολογία ήταν απόλυτα ορισμένη από το Σύνταγμα.

Αυτοί οι πολιτικοί, που τότε παρίσταναν τους βουλευτές, ήταν οι πιο επικίνδυνοι απ' όλους. Γιατί; Γιατί ακύρωναν το σύνολο του σχεδιασμού του Συντάγματος και εξουδετέρωναν τη Βουλή. Ανήκαν όλοι σχεδόν στην αστική τάξη και εκτός των υποτιθέμενων διαφορετικών ιδεολογικών συμφερόντων τους, σε όλα τα άλλα ήταν όμοιοι μεταξύ τους. Αστοί γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κλπ. κατέλαβαν θέσεις οι οποίες προβλέπονταν για αντιπροσώπους των κοινωνικών τάξεων. Εξαιτίας αυτής της κοινής ταξικής καταγωγής των βουλευτών με τους πολιτικούς των κομμάτων άρχισε να μπλέκεται το "κουβάρι" της διαπλοκής μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας.

Οι ελεγχόμενοι άρχισαν να ευνοούν τους ελέγχοντες και ο έλεγχος άρχισε να χαλαρώνει. Φτάσαμε στο σημείο οι ελέγχοντες να γίνουν τόσο προνομιούχοι, που άπαντες είχαν ως κοινή ιδιότητα αυτή του βουλευτή. Φτάσαμε στο σημείο να "φορτωθεί" η ταπεινή ιδιότητα του βουλευτή με το σύνολο των προνομίων. Η πλέον ταπεινή ιδιότητα, ανάμεσα στις ιδιότητες που στελεχώνουν τις τρεις κυρίαρχες εξουσίες, έγινε η πιο προνομιούχος. Οι άνευ απαιτούμενων προσόντων βουλευτές έγιναν ίσα κι όμοια με τους κυβερνητικούς και ανώτεροι από τους δικαστικούς. Αυτοί οι οποίοι θεωρητικά θα έπρεπε να είναι τυχαίοι άνθρωποι, έγιναν ίσοι μ' αυτούς στους οποίους "επενδύει" ο λαός το μέλλον του και ανώτεροι από αυτούς οι οποίοι εκπαιδεύονται σκληρά για ν' αποδώσουν δικαιοσύνη.

Αυτά όλα δεν έγιναν από λάθος εκτιμήσεις. Έγιναν ακριβώς, για να μην λειτουργεί το Σύνταγμα. Έγιναν για να μην λειτουργεί η Βουλή. Το Παλάτι ήταν αυτό, που, εκτός από τα "αντί­παλα" κόμματα, αποφάσισε να ευνοήσει παρανόμως και τους βουλευτές στο σύνολό τους. Αλλάζοντας η φύση των βουλευτών, άλλαξε και η αντιμετώπισή τους. Από τη στιγμή που ήταν όλοι τους πολιτικοί, έπρεπε ν' αρχίσουν ν' απο­λαμβάνουν τα προνόμια. Ήταν λογικοί οι μισθοί τους. Ήταν λογική η ασυλία τους. Δεν ήταν πλέον οι απλοί πολίτες, που απλά ψήφιζαν ανάμεσα σε προτάσεις νόμιμων κομμάτων. Ήταν πολιτικοί, οι οποίοι "υπερασπίζονταν" μέσα στη Βουλή τα ιδεολογικά συμφέροντα μερίδων του λαού απέναντι στις παρανομίες άλλων μερίδων. Οι πονηροί αστοί αντιλήφθηκαν τα κέρδη και βολεύτηκαν στο "παιχνίδι" αυτό.

Ταυτόχρονα, για να ενισχυθεί αυτή η κατάσταση, το Παλάτι μεθόδευσε όλες τις καταστάσεις υπέρ των συμφερόντων των πονηρών. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Σκέφτηκε ποτέ κανείς γιατί εκείνη την εποχή δεν νομιμοποιούνταν το ΚΚΕ; Μήπως επειδή απειλούσε τη δημοκρατία; Τι να απειλήσει, όταν απέναντί του είχε τους πάντες; Απέναντι του είχε τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού και ένα κράτος με όλους τους μηχανισμούς του και όλους τους εξωτερικούς συμμάχους του. Το ΚΚΕ ποτέ δεν ξέφυγε πάνω από ένα ποσοστό της τάξεως του 15%. Στα καλύτερά του αγωνιζόταν για ένα 17%, για να διεκδικήσει θέση στη δεύτερη κατανομή. Γιατί δεν νομιμο­ποιούνταν; Για να "παίζεται" το παιχνίδι του Παλατιού. Για να μένει "ανοικτή" η αριστερή πλευρά της αντίπαλης παράταξης και να λειτουργούν όλα εις βάρος του Συντάγματος. Για να μπορούν οι ακροδεξιοί να εμφανίζονται σαν "προστάτες" του Συντάγματος από την κομμουνιστική απειλή. Για να εμφανίζονται οι καταλύοντες το Σύνταγμα σαν υπερασπιστές του.

Το αφηρημένο της κατάστασης τους έδινε τη δυνατότητα να παρουσιάζουν τους αντιπάλους τους όπως τους βόλευε. Όταν η δεξιά ήθελε μεγάλη συσπείρωση, εμφάνιζε τους κομμουνιστές προ των πυλών. Τους εμφάνιζε με μεγάλα ποσοστά, ώστε να τρομοκρατεί τους αφελείς και τους αγράμματους που φοβούνταν τον κομμουνισμό. Τους εμφάνιζε με μεγάλη ισχύ, για να μπορεί να δικαιολογεί την κρατική βία όπου και όποτε του χρειαζόταν. Η λογική τους ήταν απλή και ήταν η πάγια παραταξιακή λογική. Όποιος δεν ήταν μαζί τους, ήταν εναντίον τους. Όποιος δεν ήταν δεξιός, δεν ήταν δημοκράτης και άρα ήταν κομμουνιστής.

Αυτή η προπαγάνδα ήταν το κύριο έργο του κρατικού μηχανισμού. Αυτή η προπαγάνδα ήταν το ζητούμενο από τις διώξεις των "κρυπτοκομμουνιστών", οι οποίοι πάντα "συνωμοτούσαν" και πάντα συλλαμβάνονταν την τελευταία στιγμή. Με τις συνεχείς διώξεις και τη συνεχή συνομωσιο­λογία τρομοκρατούσαν τους πρώην κολίγους ή τους πρόσφυγες, οι οποίοι είχαν πάρει ένα κομμάτι γης και έτρεμαν τους κομμουνιστές. Αυτός ήταν κι ο λόγος που η δύναμη της δεξιάς ήταν πάντα στην αγράμματη επαρχία. Στην επαρχία, που έφτασε στο σημείο να νομίζει ότι οι κομμουνιστές συντηρούνται με αίμα και τρώνε τα παιδιά τους.

Αυτό ήταν το όλο μυστικό του σχεδιασμού και σ' αυτό εξυπηρετούσε η μη αναγνώριση της νομιμότητας του ΚΚΕ. Το αφηρημένο της δύναμής του έδινε στο Παλάτι τη δυνατότητα να διχάζει τον λαό και να τον μοιράζεται με τους "αντιπάλους" του. Δημιούργησαν ένα δίπολο, που βόλευε τους πάντες. Ένα δίπολο έντασης και μίσους. Για κάποιον που έχει γνώσεις, δεν είναι δύσκολο να το επιτύχει αυτό. Εδώ για το ποδόσφαιρο μπορούν να δημιουργηθούν δίπολα, που μπορούν να οδηγήσουν στην αιματοχυσία και το μίσος. Τα οικονομικά προβλήματα μιας ΑΕΚ έβγαλαν πολίτες στους δρόμους και δεν θα έβγαζε κόσμο στο δρόμο η κηδεία ενός μεγαλοπαράγοντα της εξουσίας, όπως ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου;

Με τον τρόπο αυτόν κυβερνούσε η βασιλική δεξιά, η οποία στήριζε πάντα τη δύναμή της στην κρατική βία και σε τέτοιου είδους τεχνάσματα. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να βασιλεύει το Παλάτι με το ιδιόκτητο κόμμα του. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. Η εκλογική δύναμη της βασιλικής δεξιάς πάντα βρισκόταν από πλευράς δύναμης σε ένα ανάλογο επίπεδο με το ΚΚΕ. Αυτό το ελάχιστο ποσοστό των βολεμένων και των γλειφτών του παλατιού ήταν εκείνο που κυβερνούσε με αυτού του είδους τα τεχνάσματα. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργούνταν ταύτιση μεταξύ των φασι­στών και των φουκαράδων, οι οποίοι απλά δεν ήθελαν τον κομμουνισμό. Δεξιός ήταν ο φασίστας που κατέκλεβε το κράτος και δεξιός ήταν και ο φουκαράς, που τον δούλευαν οι πάντες.

Αυτός ήταν ο ένας "πόλος". Ο άλλος "πόλος" ήταν αυτός της αφηρημένης "κρυπτο­κομμου­νιστικής" αριστεράς. Εκεί τα πράγματα ήταν ακόμα πιο φαιδρά. Ποιοι ήταν οι αντίπαλοι; Αυτοί οι οποίοι κατηγορούσαν το Παλάτι πως ήταν "ξενοκίνητο". Αυτοί οι οποίοι κατηγορούσαν τους δεξιούς ως φασίστες και "λακέδες" των ιμπεριαλιστών. Και μόνον να σκεφτεί κάποιος ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές αυτού του "πόλου" στην πιο ισχυρή του στιγμή και θα γελάσει. Κυρίαρχοι ήταν ο "γέρος", ο Μητσοτάκης και ο Ανδρέας. Αυτοί δεν ήταν πολιτικοί. Αυτοί ήταν πραγματική συμμορία.

Ο "γέρος της δημοκρατίας" ήταν εκείνος που "διέπρεπε" στα πιο σκοτεινά χρόνια της δεξιάς. Δεν υπήρχε περίοδος της δεξιάς, που να μην καταλάμβανε κρατικό αξίωμα. Ήταν ανώτατος κρατικός υπάλληλος σε μια περίοδο που, για να βρεις ακόμα και την πιο ταπεινή δουλειά, έπρεπε να καταθέσεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Όσες φορές καταδιώχτηκε από τη δεξιά, ήταν γιατί υπερέβαινε τα όρια ακόμα και της ίδιας της δεξιάς. Ήταν ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πολυπραξικοπηματία και "δημοκράτη" ελέω Εγγλέζων Βενιζέλου. Ήταν αυτός ο οποίος διορίστηκε από τους Άγγλους πρωθυπουργός της χώρας αμέσως μετά τον πόλεμο. Αυτός που εμπιστεύτηκαν οι Άγγλοι την πιο κρίσιμη ώρα και με οπλισμένο το ΚΚΕ. Αυτός που μας οδήγησε στον εμφύλιο. Αυτός, που στην κρίσιμη περίοδο του εμφυλίου, διετέλεσε υπουργός εσωτερικών της δεξιάς.

Μαζί του "υπαρχηγοί" στο δημοκρατικό "όραμα" ήταν ο Μητσοτάκης και ο γιος του ο Ανδρέας. Άλλοι γνωστοί "δημοκράτες" και "πατριώτες". Ο Μητσοτάκης, ανιψιός του "δημοκράτη" και "πα­τριώτη" Βενιζέλου και ο οποίος ήταν διαπιστωμένα πράκτορας των Άγγλων και των Αμερι­κανών. Ο αποστάτης, που δεν μας έχει εξηγήσει ακόμα ποιος τον τάιζε στα χρόνια της πολυτελούς "εξορίας" του.  Ο άλλος ήταν ο Ανδρέας. Ο Ανδρέας, ο γιος του "γέρου", ο οποίος ποτέ δεν μας εξήγησε ποιος μεσολάβησε για τη φυγάδευσή του από το καθεστώς Μεταξά. Ο Ανδρέας, που ποτέ δεν μας εξήγησε γιατί τον στήριξαν και τον χρηματοδότησαν οι Εβραίοι στο σύνολο της πολιτικής καριέρας του. Αυτοί ήταν οι αντίπαλοι του παλατιού και της δεξιάς, που τους κατηγορούσαν για το "ξενοκίνητο" της ύπαρξής τους. Τρομερά πράγματα.

Από τη στιγμή που συντέθηκε το δίπολο, ήταν εύκολο για κάποιους να μονοπωλούν την εξουσία. Να τη μεταβιβάζουν στα παιδιά τους και να ζουν εις βάρος του κορόιδου. Τις ανάγκες αυτού του δίπολου εξυπηρετούσε ο "ανένδοτος" αγώνας του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο Παπαν­δρέ­ου μέσω του "ανένδοτου" δεν αγωνίστηκε για τη δημοκρατία και για το Σύνταγμα. Ο Παπανδρέου έβαλε τον λαό στη λογική της ιδεολογικής σύγκρουσης. Γιατί; Γιατί τον συνέφερε η συσπείρωση των πολιτικών δυνάμεων. Με τον τρόπο αυτόν εξουδετέρωσε τους ενδοπαραταξια­κούς ανταγωνιστές του και έκανε το "κόμμα" του μονοπώλιο στο χώρο του κέντρου. Αυτό ήταν το τέλος της δημο­κρατίας. Γιατί; Γιατί έβαζε το Παλάτι μόνιμο και πανίσχυρο ρυθμιστή των πολιτικών πραγ­μάτων.

Οι συγκρούσεις μεταξύ αυτών των κολοσσιαίων παρατάξεων έδιναν στις εκλογές τη μορφή δημοψηφίσματος και εκεί βρισκόταν ο βασιλιάς, για να "ρυθμίσει" αυτά τα οποία προβλεπόταν από τον ρόλο του να ρυθμίζει ως "προστάτης" της δημοκρατίας. Τα "ρύθμιζε" πάντα υπέρ του ιδιόκτητου κόμματός του και αυτό ουδόλως ενοχλούσε τους αντιπάλους του, που στο μεταξύ είχαν βολευτεί. Έτρωγαν "παντεσπάνι" αυτοί οι οποίοι "έκλαιγαν" τη δημοκρατία, κάθε φορά που έχαναν τις εκλογές από τα δέντρα. Η κατάσταση ήταν τόσο σύνθετη, που ο λαός δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Αρκούνταν στα στοιχειώδη. Οι φουκαράδες δεξιοί ήταν ικανοποιημένοι από τη "νίκη" τους και οι φουκαράδες του αντίπαλου χώρου "παρηγορούνταν" από τους κλάψες.

Τότε βέβαια έγινε και το μέγα λάθος στο χειρισμό, που τους κατέστρεψε όλους. Τι συνέβη; Το εξής απλό. Ο σχεδιασμός λειτουργούσε τέλεια, όταν απέναντι στην πανίσχυρη δεξιά στεκόταν ένας κατακερ­μα­τι­σμένος κεντρώος χώρος, που δεν την απειλούσε. Όταν η αντίπαλη παράταξη ήταν "πολυκομ­μα­τι­κή" και το παλάτι μπορούσε να τη διχάζει ή να την απειλεί όποτε ήθελε. Με τον "ανένδοτο" ο Παπανδρέου δημιούργησε μια δυναμική πανίσχυρη. Τα μικρά "ρυάκια" του αριστερού χώρου τα ένωσε και τα έκανε "ποτάμι". Εξουδετε­ρώνοντας τους πάντες στο χώρο του, έγινε στην πραγματικότητα πόλος δύναμης ανάλογης ισχύος μ' αυτήν του Παλατιού. Ήταν ο άλλος μεγάλος ιδιοκτήτης "κόμματος" μετά τον βασιλιά. Όπως ήταν φυσικό αυτός ο πόλος, σε συνδυασμό με την κόπωση της δεξιάς, έφερε σε κάποια στιγμή τη "νίκη" στις εκλογές.

Όταν συνέβη αυτό, βασιλιάς ήταν ο άσχετος νεαρός Κωνσταντίνος, ο οποίος, όταν πήγε να "ρυθμίσει" βασιλικά την κατάσταση, τα έκανε όλα λάθος. Ήταν άπειρος και δεν "έβλεπε" ότι οι καιροί δεν ήταν ευνοϊκοί γι' αυτόν. Δεν καταλάβαινε ότι δεν μπορείς με ένα "παραβάν" να σταματήσεις ένα "ποτάμι". Με τις απαιτήσεις του για κάποια στρατηγικής φύσεως υπουργεία επιβάρυνε την κατάσταση οριακά και αυτό ενεργοποίησε τα ένστικτα της δικής του παράταξης, η οποία έβλεπε τον εχθρό προ των πυλών να την απειλεί. Μέρος της δεξιάς είχε "φάει" το δικό της παραμύθι και νόμιζε ότι πραγματικά οι κομμουνιστές βρίσκονταν έξω από την πόρτα της. Νόμιζε πραγματικά ότι ο Παπανδρέου ήταν "κόκκινος".

Το αποτέλεσμα; Η Χούντα. Οι δύο ιδιοκτήτες "καταστράφηκαν" από την ισχύ που συγκέντρω­σαν στα χέρια τους και δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Όσο κι αν αυτό το οποίο θα πούμε φαίνεται παράδοξο και μπορεί να στεναχωρήσει τους "αγωνιστές" της δημοκρατίας, αυτός ο οποίος πρόσφερε τη μεγαλύτερη υπηρεσία στη δημοκρατία μας ήταν η Χούντα. Γιατί; Γιατί η Χούντα έδιωξε τον βασιλιά. Χωρίς τη Χούντα ακόμα θα υπήρχε η βασιλεία. Ακόμα και σήμερα μπορεί να είχαμε βασιλεία τύπου Δανίας ή Ολλανδίας, αλλά θα είχαμε βασιλεία. Τον βασιλιά τον κατέστρεψε η απουσία του από τη χώρα. Ο λαός, είτε από φόβο είτε από συνήθεια είτε από εσφαλμένη εντύπωση για τον ιστορικό ρόλο της βασιλείας, δεν θα μπορούσε να τον διώξει από μόνος του. Εξαιτίας εκείνης της απουσίας ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να νικήσει στο δημοψήφισμα για το πολίτευμα και αυτό οφείλεται στη Χούντα.

Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο σχεδιασμός που λειτουργούσε στην προ της Χούντας εποχή. Αυτόν τον σχεδιασμό κάποιοι "θυμήθηκαν" κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Αυτό δεν είναι παράξενο. Κυρίαρχοι της μεταπολίτευσης ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που δέσποζαν πριν τη Χούντα. Ο Καραμανλής, ο υιός Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης. Τι έκαναν όλοι αυτοί; Είδαν ότι είχαν την ευκαιρία της ζωής τους. Είδαν ότι μπορούσαν να ιδρύσουν ιδιωτικά κόμματα και να τα διαχει­ρίζονται σαν προσωπικές τους περιουσίες. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε το μεγάλο γαλαζοαίματο "αφεντικό", μπορούσαν να το μιμηθούν. Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο. Ο βασιλιάς, για να καταφέρει να γίνει ιδιοκτήτης "κόμματος", εκμεταλλεύτηκε κάποια δεδομένα. Δεδομένα, που εκείνη την στιγμή δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν υπέρ των νέων ιδιοκτητών.

Η ακροδεξιά ήταν "καμένη" και δεν μπορούσε να υπηρετήσει τον Καραμανλή. Δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ώστε να δημιουργήσει τα δεδομένα που θα μετέτρεπαν την καραμανλική ΝΔ σε παράταξη και μετά όλους τους άλλους. Δεν μπορούσε δηλαδή η ακροδεξιά να μπει στη Βουλή, ώστε να λειτουργήσει ως "οδηγός" και να παρασύρει και τον χώρο του Κέντρου σε μια ανάλογη κατάσταση και άρα να δημιουργηθεί εκ νέου το δίπολο της προηγούμενης εποχής. Ποιο ήταν δηλαδή το πρόβλημα; Το πρόβλημα ήταν ότι δεν υπήρχε εκείνη την εποχή "νόμιμη" πολιτική δύναμη, που να έχει φυσικά χαρακτηριστικά παρατάξεως, ώστε, μπαίνοντας στη Βουλή, να παρασύρει και τους υπόλοιπους σε μια ανάλογη κατάσταση και να "καπελωθεί" το Σύνταγμα.

Τι έκαναν τότε; Επίδειξη πολιτικής "ευαισθησίας". Αναγνώρισαν τη νομιμότητα του ΚΚΕ. Γιατί; Για να το βάλουν μέσα στη Βουλή και να γίνει το αίτιο να μετατραπεί το ιδιόκτητο κόμμα του Καραμανλή σε δεξιά παράταξη. Έβαλαν σε μορφή κόμματος μια αυθεντική παράταξη, για να τη μιμηθούν. Πού τους ωφελούσε το ΚΚΕ; Το ΚΚΕ, ως παράταξη, είχε ορισμένα χαρακτηριστικά, που ήταν φυσικά γι' αυτό το οποίο ήταν. Είχε δικό του ταμείο, είχε δογματική ηγεσία, είχε επαγγελμα­τίες στελέχη, είχε μόνιμους οπαδούς και είχε ως στόχο την κομματικοποίηση του κράτους. Ακόμα και όταν βρισκόταν στην παρανομία, διατηρούσε τη φυσική δομή μιας παράταξης. Εκείνη η παράταξη είχε ως στόχο τη διάβρωση του κρατικού μηχανισμού, για να υπηρετεί τα ιδεολογικά συμφέροντα της. Είχε δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά που θα επιθυμούσαν τα ιδιόκτητα κόμματα, αλλά δεν το επέτρεπε το Σύνταγμα.

Με την είσοδο του ΚΚΕ στη Βουλή όλα αυτά τα κόμματα εξασφάλισαν το άλλοθι για να το μιμηθούν. Γιατί επιθυμούσαν το άλλοθι; Γιατί απλούστατα ένας δεδηλωμένος εχθρός του Συν­τάγματος διεκδικούσε θεωρητικά την εξουσία και αυτό το έκανε με πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Γιατί είχε πλεονέκτημα; Γιατί απλούστατα ήταν παράταξη. Είχε όλα όσα είπαμε παραπάνω. Σταθερή ηγεσία, επαγγελματίες ως στελέχη και μόνιμους οπαδούς. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι είχε δικό του προϋπολογισμό. Στο όνομα λοιπόν της "δημοκρατίας" αποφάσισαν οι "δημοκράτες" να ενισχύσουν τα κόμματα. Από τη στιγμή που δεν μπορούσαν ν' αποτρέψουν το ΚΚΕ από τους στόχους του, έπρεπε τουλάχιστον να βοηθήσουν τους ανταγωνιστές του.

Με αυτό ως άλλοθι άρχισε η παράνομη και παράλογη χρηματοδότηση των κομμάτων. Τα ιδιόκτητα "μαγαζιά" των πονηρών άρχισαν ν' αρπάζουν εκατομμύρια από τον κρατικό προϋπο­λογισμό. Με χρήματα του κράτους άρχισε η ιδιοκτησία του Καραμανλή να πληρώνει κομματικά στελέχη. Να πληρώνει υποδομές για την επέκτασή του. Να πληρώνει αφισοκολλητές. Να πληρώνει προπαγάνδα εις βάρος του ανταγωνισμού του. Να αποκτά μόνιμους οπαδούς μέσω βολεμάτων. Το αποτέλεσμα; Εξαφανίστηκαν οι ανταγωνιστές του και έγινε μονοπώλιο στο χώρο της δεξιάς. Η ΝΔ με τον τρόπο αυτόν εμφανίστηκε σαν η σταθερή δύναμη η οποία θα εμπόδιζε το ΚΚΕ να "κλέψει" την εξουσία και να απειλήσει τη δημοκρατία.

Για να το εμπεδώσει αυτό ο κόσμος, ενίσχυσαν το ΚΚΕ, ώστε να τον τρομάξουν. Τι έκαναν; Του έδωσαν μερίδιο από την κομματικοποίηση του κράτους. Του έδωσαν τη δυνατότητα να κατα­λάβει με ορατό και όχι συνωμοτικό τρόπο το σύνολο των πόστων του συνδικαλισμού. Το ΚΚΕ κατάφερε τότε "μυστηριωδώς" να κατακτήσει θέσεις ισχύος, που δεν δικαιολογούνταν από την εκλογική του δύναμη. Το πώς επετεύχθη αυτό το "μυστήριο", είναι κάτι που το γνωρίζουν τα στελέχη της ΝΔ. Αυτοί δημιούργησαν τον πανίσχυρο "εχθρό", για ν' αποκτήσουν το άλλοθι να το μιμηθούν. Το αποτέλεσμα ήταν το ζητούμενο. Μιμούμενη η ΝΔ το ΚΚΕ, έγινε όμοιά του. Όπως το ΚΚΕ αποφάσιζε ποιος είναι κομμουνιστής και ποιος όχι, έτσι και η ΝΔ αποφάσιζε ποιος είναι δεξιός και ποιος όχι. Αυτό ήταν το ζητούμενο. Να μετατραπεί η ΝΔ σε παράταξη και ο Καρα­μανλής ο απόλυτος αρχηγός της.

Το μόνο το οποίο απέμενε πλέον —για να ολοκληρωθεί το σκηνικό— ήταν να βρεθεί ένας ενδιάμεσος, για να γίνεται το "παιχνίδι" του δίπολου. Ο ενδιάμεσος ήταν απαραίτητος, γιατί δεν μπορούσε το ΚΚΕ να παίξει τον τελικό ρόλο απέναντι στη ΝΔ. Η δύναμη του ΚΚΕ, που ήταν μικρή και λόγω χαρακτηριστικών σταθερή, καθώς και η προφανής αντισυνταγματική ιδεολογία του, δεν μπορούσαν να το καταστήσουν ως τον κύριο αντιδεξιό πόλο. Ο ρόλος του δηλαδή εξαντλήθηκε στο να δώσει στη ΝΔ τα χαρακτηριστικά της παράταξης. Από εκεί και πέρα δεν μπορούσε να παρα­κο­λουθήσει. Άρα τι απέμενε; Να δημιουργηθεί ο ενδιάμεσος νόμιμος πόλος, ο οποίος θα μοιραζόταν ψήφους και εξουσία με τη ΝΔ. Ο πόλος, ο οποίος θα ακύρωνε τη λειτουργία της Βουλής και θα οδηγούσε στο μονοπώλιο της εξουσίας.

Τότε εμφανίστηκε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα. Ο Ανδρέας αντιλήφθηκε αμέσως τη φάμπρικα και "έπαιξε" το παιχνίδι που βόλευε τους πάντες. Τι έκανε; Απέναντι στην παράταξη της ΝΔ στάθηκε σαν παράταξη. Όταν έλεγε το σύνθημα "ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά" μιμούνταν τον πατέρα του στον "ανένδοτο". Δημιουργούσε παρανόμως παράταξη. Οδηγούσε τον κόσμο σε ιδεολογική μάχη, πράγμα που ήταν παράνομο. Οδηγούσε τους σοσιαλιστές σε μάχη υπέρ του σοσιαλισμού και κατά του καπιταλισμού, την ώρα που υπήρχε Σύνταγμα και άρα ήταν ξεκαθαρισμένο το ιδεολογικό τοπίο. Όταν έδινε τις αστείες παραστάσεις του μέσα στη Βουλή, αυτόν τον στόχο είχε. Το "γυφτο­μπαρόκ" τού ζιβάγκο και της πίπας αυτόν τον στόχο υπηρετούσε. Ξεκινώντας από συμβολικές διαφορές στην αισθητική, "έδειχνε" το "χάσμα" που υπήρχε μεταξύ των παρατάξεων. Με τον τρόπο αυτόν οριοθετούσε τις διαφορές, οι οποίες υποτίθεται υπήρχαν μεταξύ των Ελλήνων. Διαφορές, οι οποίες ξεκινούσαν από τα ασήμαντα, όπως είναι η αισθητική και έφταναν μέχρι τα σημαντικά, όπως είναι η ιδεολογία. Γι' αυτόν τον λόγο έκανε τον ιδεολόγο καραγκιόζη μέσα στη Βουλή των αντιπροσώπων. Γι' αυτόν τον λόγο, αυτός ο οποίος έφυγε κλαίγοντας επί Χούντας, επέστρεψε για να την "νικήσει", όταν πλέον αυτή είχε πέσει.

Επειδή οι συγκρούσεις των παρατάξεων είναι ιδιαίτερα έντονες και απαιτούν μάρτυρες και αίμα, τότε αποφασίστηκε να "υιοθετηθεί" από το ΠΑΣΟΚ και το "Πολυτεχνείο". Οι "ήρωες" του Πολυτεχνείου έγιναν οι "μάρτυρες" της σοσιαλιστικής παράταξης και ήταν αυτοί οι οποίοι θ' αποτελούσαν τα "θεμέλια" της νέας κατάστασης. Ήταν αυτοί που με το "αίμα" τους θα κατήγ­γελλαν τους "άλλους" Έλληνες. Τους Έλληνες, που προτιμούσαν τα κουστούμια και υποτίθεται υπηρετούσαν τον δεξιό φασισμό. Με τον τρόπο αυτόν ο Παπανδρέου μετέτρεψε και τον μεσαίο χώρο σε παράταξη, την οποία μονοπωλούσε το "κόμμα" του.

Αυτό ήταν το ζητούμενο για τους πονηρούς. Γιατί; Γιατί με τον τρόπο αυτόν μερικές οικο­γένειες έλεγχαν τις δύο από τις τρεις εξουσίες. Μετατρέποντας τα "κόμματά" τους σε παρατάξεις, μπορούσαν να "στήσουν" τη Βουλή. Υπήρχε πλέον δικαιολογία για το "στήσιμο". Δεν μπορούσε υποτίθεται ο "καπιταλιστής" να κυβερνήσει με τους νόμους του "σοσιαλιστή" προκατόχου του και το αντίστροφο. Όποιος επιχειρούσε να κυβερνήσει, θα έπρεπε να ελέγχει εξ αρχής την πλειοψηφία της Βουλής. Ο ένας υποτίθεται θα νομοθετούσε εις βάρος της ιδεολογίας του άλλου και για να γίνει αυτό θα έπρεπε να ελέγχεται η Βουλή. Εκ των δεδομένων δηλαδή η Βουλή δεν "χωρούσε" πλέον τους αντιπροσώπους του έθνους, αλλά τους αντιπροσώπους των ιδεολογιών. Δεν "χωρού­σε" τους εργάτες ή τους αγρότες, αλλά είχε "χώρο" μόνον για τους αστούς.

Οι "εισαγγελείς" και οι "υπερασπιστές" είχαν κατορθώσει να "τρυπώσουν" ανάμεσα στους "ενόρκους". Η συνταγματική ιδεολογία της "δικαιοσύνης" είχε πάει περίπατο. Γιατί; Γιατί οι πρώτοι έκαναν την "τιμωρία" ιδεολογία και οι δεύτεροι έκαναν το ίδιο με την έννοια της "αθωότητας". Τι είδους δικαιοσύνη μπορεί ν' αποδώσει ένα τέτοιο "δικαστήριο"; Ένα "δικαστήριο", το οποίο, ανάλογα με το ποιος θα ελέγχει το σώμα των ενόρκων, είτε θα "αθωώνει" μόνιμα είτε θα "τιμωρεί" μόνιμα. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη, όταν το δικαστήριο, ανάλογα με τη σύνθεση του σώματος των ενόρκων, άλλες φορές λειτουργεί μόνιμα ως "αθωοτήριο" και άλλες φορές επίσης μόνιμα ως "κολαστήριο".

Όταν ο νόμος προβλέπει να υπάρχει δικαστήριο, είναι βέβαιον ότι αυτός παραβιάζεται σε περίπτωση που στη θέση του δημιουργούνται άλλου είδους μηχανισμοί, οι οποίοι λειτουργούν με διαφορετικά κριτήρια. Αν θεωρείς πως κάτι είναι άδικο στη λειτουργία του δικαστηρίου, επιχειρείς ν' αλλάξεις τον νόμο και όχι να το "στήσεις". Όταν λοιπόν πας να "στήσεις" το δικαστήριο, στην πραγματικότητα το αντικαθιστάς με κάτι άλλο. Στην περίπτωση αυτήν το πιο πιθανό είναι να μην ενδιαφέρεσαι για το δίκιο, αλλά να έχεις στόχο να φας ψωμάκι από το άδικο που σε βολεύει. Ένας κλέφτης, για παράδειγμα, θα είχε σοβαρούς λόγους να γίνει μόνιμος υποστηρικτής της "ιδεολογίας " της a priori "αθωότητας".

Αυτό ακριβώς έγινε μέσα στη Βουλή. Όπως μέσα στην έννοια της δικαιοσύνης υπάρχουν ταυτόχρονα οι έννοιες της "αθώωσης" και της "τιμωρίας", έτσι υπάρχουν και μέσα στο Σύνταγμα οι έννοιες του "καπιταλισμού" και του "σοσιαλισμού". Όταν αναλαμβάνεις εργολαβικά να υπερασπί­ζεσαι αυτές τις έννοιες ξεχωριστά, το κάνεις εις βάρος της ουσίας του Συντάγματος. Όταν μετα­τρέπεις σε ξεχωριστές ιδεολογίες τις διάφορες "πτυχές" του Συντάγματος, το κάνεις εις βάρος της κύριας ιδεολογίας. Όταν μετατρέπεις τη Βουλή σε "σοσιαλιστήριο" ή σε "καπιταλιστήριο", το κάνεις εις βάρος της δημοκρατίας. Ισχύει και εδώ αυτό το οποίο είπαμε πιο πάνω για το δικα­στήριο.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Αν, ως σοσιαλιστής, δεν ικανοποιείσαι με τη σοσιαλιστική "δόση" του Συντάγματος, αγωνίζεσαι για αλλαγές στις διατάξεις του Συντάγματος, τις οποίες θεωρείς άδικες και δεν "στήνεις" τη Βουλή. Ως σοσιαλιστής —και άρα στιγμιαία ως "διαφο­ρετικός"— αλλάζεις το Σύνταγμα και στη συνέχεια επιστρέφεις στη μόνιμη ιδιότητα του πολίτη, όπου ισχύουν για όλους τα ίδια. Όταν όμως πηγαίνεις ως σοσιαλιστής να "στήσεις" τη Βουλή, παριστάνοντας μονίμως τον σοσιαλιστή, το πιο πιθανό είναι να θέλεις να φας σοσιαλιστικό "παντεσπάνι", το οποίο δεν προβλέπεται για τους υπόλοιπους πολίτες. Το πιο πιθανό είναι να είσαι "σοσιαληστής" και όχι σοσιαλιστής.

Αντιλαμβανόμαστε ότι το σύνολο των πρακτικών που ακολουθείται στις εκλογικές διαδικασίες είναι όχι μόνον παράνομο, αλλά και παράλογο. Για παράδειγμα οι "turbo" εκλογικοί νόμοι είναι παράλογοι. Είναι παράλογοι οι νόμοι της ενισχυμένης αναλογικής. Θεωρητικά έχουν ως στόχο να δώσουν σταθερές κυβερνήσεις, ενώ πρακτικά στοχεύουν στο "στήσιμο" της Βουλής. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Το Σύνταγμα επιτρέπει στον νικητή των εκλογών να συνθέσει κυβέρνηση. Ακόμα και για μία ψήφο διαφορά, ο πρώτος παίρνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ακόμα και με 10% των ψήφων, ο πρώτος σχηματίζει κυβέρνηση.

Από αυτήν την ιδιαιτερότητα του συνταγματικού νόμου βέβαια προέκυψε και η χρησιμότητα του ταπεινού ΚΚΕ. Οι πονηροί φόβιζαν τον κόσμο ότι μπορεί το ΚΚΕ με μια ανάλογη δύναμη και με μερικούς "κρυπτοκομμουνιστές" βουλευτές ν' αλλάξει πολίτευμα. Τι έπρεπε να κάνουν; Να μην αφήσουν τα "ερασιτεχνικά" κόμματα να διασπάσουν τη δύναμη της πλειοψηφίας και δώσουν το δικαίωμα στο ΚΚΕ —που "καιροφυλακτούσε"— να καταλάβει την εξουσία. Να το προλάβουν, κάνοντας τα ίδια. Να μετατρέψουν τα κόμματα σε ημικρατικούς οργανισμούς και να βάλουν δικούς τους ανθρώπους στη Βουλή. Αστεία πράγματα, που όμως μας βύθισαν στον κομματικό φασισμό.

Το θέμα είναι —για να συνεχίσουμε την ανάλυση— ότι οι εκλογές δίνουν πάντα έναν καθαρό νικητή και αυτό σημαίνει ότι δίνουν πάντα κυβέρνηση. Από εκεί και πέρα το πώς θα στελεχωθεί η Βουλή δεν είναι θέμα της κυβέρνησης. Δεν είναι αρμοδιότητα του ελεγχόμενου ν' αποφασίζει για τον ελέγχοντα. Αυτό σημαίνει πως όποιοι και να εκλεγούν, όπως και να εκλεγούν, δεν έχει σημασία για την κυβέρνηση. Σημασία έχει ότι αυτοί οι οποίοι θα εκλεγούν έχουν να εκτελέσουν κάποια καθήκοντα, που προβλέπονται με σαφήνεια από το Σύνταγμα. Η Βουλή, δηλαδή, έχει ένα καθήκον να επιτελέσει και θα πρέπει να το κάνει ανεξάρτητα από την ταυτότητα αυτού που έχει απέναντί της. Γιατί θα έπρεπε δηλαδή να είναι "στημένη" υπέρ του πρώτου; Γιατί θα έπρεπε να ξεκινάει "προκατειλημμένη" και να μην κάνει αυτό το οποίο προβλέπεται να κάνει και είναι να κρίνει την κυβέρνηση; Σταθερή κυβέρνηση υπάρχει μόνον όταν ελέγχοντες και ελεγχόμενοι ανήκουν στην ίδια κομματική "στάνη"; Σταθερή κυβέρνηση δεν μπορεί να υπάρξει, αν οι κυβερνητικοί κάνουν καλά τη δουλειά τους και σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους;

Στην πραγματικότητα θα έπρεπε, αν διαπιστωνόταν ότι κάποιοι βουλευτές είναι "προκατειλημ­μένοι" για ιδεολογικούς ή κομματικούς λόγους, να πηγαίνουν φυλακή. Αν δηλαδή μια κυβέρνηση αποδείκνυε ότι στερήθηκε μια ψήφο, επειδή κάποιος βουλευτής που την καταψήφισε ανήκε σε κάποιο κόμμα, πρέπει να τον στέλνει φυλακή. Τα πράγματα με τη βουλευτική ψήφο δεν είναι τόσο αφηρημένα όσο φαίνονται. Η βουλευτική ψήφος δεν έχει σχέση με το υποκειμενικό που χαρακτη­ρίζει την ιδεολογία. Η βουλευτική ψήφος έχει σχέση με την έννοια της αντικειμενικότητας, εφόσον έχει σχέση με την έννοια του "συμφέροντος". Το βουλευτικό "ναι" ή "όχι" θα πρέπει ν' απαντά πάντα στο αν "συμφέρει" ή όχι αυτούς που αντιπροσωπεύει. Αν συμφέρει εθνικά, κοινωνικά ή ταξικά, ανάλογα με το πού εστιάζει το ενδιαφέρον του το όποιο νομοσχέδιο κατατίθεται από την κυβέρνηση.

Δεν μπορεί δηλαδή κάποιος να αρνείται την ψήφο του, αν δεν απαντά στο "γιατί" και αυτό είναι μετρήσιμο. Δικαίωμα του βουλευτή είναι η άρνηση, αλλά, αν η σημασία της δεν αποδει­κνύεται από την πραγματικότητα των δεδομένων, εγείρει υποψίες. Όπως κρίνονται αντικειμενικά οι κυβερνήσεις για την συνταγματικότητα των νόμων που προτείνουν, έτσι κρίνεται και η Βουλή για τις επιλογές της. Η "στημένη" Βουλή φαίνεται. Γιατί; Γιατί η Βουλή είναι πάντα υποχρεωμένη να αιτιολογεί την κρίση της. Να αιτιολογεί τα "γιατί" στην όποια ψηφοφορία. Είναι υποχρεωτικό να δημοσιοποιείται το αιτιολογικό της επιλογής, τόσο της πλειοψηφούσας μερίδας όσο και αυτό της μειοψηφούσας μερίδας. Η διαδικασία δηλαδή είναι απλή. Οι πολιτικοί αγορεύουν και οι βουλευ­τές επιλέγουν. Η κυβέρνηση προτείνει, η αντιπολίτευση αντιπροτείνει και η Βουλή πρέπει ν' αποφασίσει. Οι αντιπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων προτείνουν από το βήμα της Βουλής και οι αντιπρόσωποι των βουλευτών από το ίδιο βήμα εξηγούν τις επιλογές τους.

Όπως υποχρεωτικά αιτιολογούν οι ένορκοι την απόφασή τους στο σύνολό της, έτσι προβλέπεται να συμβαίνει και με τους βουλευτές. Εκεί αποκαλύπτονται τα πάντα. Γιατί; Γιατί δεν μπορεί το "ναι" να προέρχεται για διαφορετικούς λόγους και από διαφορετικά δεδομένα απ' ό,τι προέρχεται το "όχι". Δεν μπορεί το "ναι" να προκύπτει από καλή "χρήση" της έννοιας του συμφέ­ροντος και το "όχι" από πολιτικολογίες. Ο βουλευτής, που επιχειρεί το δεύτερο, είναι καθαρά παράνομος. Είναι παράνομος όσο παράνομος είναι κι ένας ένορκος, ο οποίος αγνοεί τα στοιχεία της δικογραφίας και επιθυμεί αθώωση ή ενοχοποίηση του κατηγορούμενου για πολιτικούς λόγους.

Το "στήσιμο" της Βουλής είναι περισσότερο πιθανό να δημιουργήσει πιο πολλά προβλήματα στην ίδια τη Βουλή παρά στην κυβέρνηση. Πρώτα θα ξεσηκωθούν αυτοί οι οποίοι εκτίθενται από το "στήσιμο" —και αυτοί είναι οι βουλευτές— και μετά η κυβέρνηση. Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί απλούστατα πρέπει να υπάρχει αιτιολογικό της όποιας απόφασής της. Αιτιολογικό επί του "στενού" πλαισίου του νόμου που προτείνεται και όχι επί του συνόλου της κοσμοαντίληψης, που μπορεί να έχει κάποιος βουλευτής. Σήμερα η Βουλή δεν μπορεί να κάνει την "αυτοκάθαρσή" της, γιατί οι πάντες είναι πολιτικοί και είναι στο σύνολό της "στημένη". Η αιτιολογία των αποφάσεών της βρί­σκε­ται σε ατονία, γιατί απλούστατα την αναλαμβάνουν οι πολιτικοί. Οι "μπαμπακούληδες" των κομμάτων. Αυτοί βάζουν το υποκειμενικό της πολιτικής στις αποφάσεις τους και ακυρώνουν τον ρόλο της Βουλής. Οι ίδιοι άνθρωποι που προτείνουν και αντιπροτείνουν είναι αυτοί οι οποίοι ψηφίζουν. Η Βουλή δεν λειτουργεί, όταν από τις αρχικές αγορεύσεις των πολιτικών μπορείς να γνωρίζεις την τελική επιλογή των βουλευτών.

Αν δηλαδή μια κυβέρνηση βρει απέναντί της μια "στημένη" Βουλή, έχει τα μέσα να την αντιμετωπίσει. Υπάρχει η δικαστική εξουσία, που μπορεί να διερευνήσει άνομες σχέσεις. Υπάρχει μερίδα της Βουλής, που μπορεί να την στηρίξει. Δεν μπορεί μια κυβέρνηση να αδικεί τους πάντες. Από τη στιγμή που αδικεί κάποιους, αυτόματα κάποιους άλλους θα τους ευνοεί. Αυτοί θα την στηρίξουν. Αν ούτε με τον τρόπο αυτόν μπορεί να λειτουργήσει, ο νόμος προβλέπει το τι πρέπει να κάνει. Στα όρια τη "διαλύει", την καταγγέλλει και ο κόσμος αποφασίζει ποιους και με ποιον τρόπο θα ξαναστείλει στη Βουλή και ποιους όχι. Ο κόσμος θα κρίνει ποιος στη σύγκρουση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας έχει δίκιο. Μπορεί να έχει δίκιο η κυβέρνηση, που βρήκε απέναντί της μια "ανεξήγητα" μόνιμη άρνηση, όπως μπορεί να έχει δίκιο και η Βουλή, που βρήκε απέναντί της μια "ανεξήγητα" μόνιμη μεροληπτική πολιτική.

Όλο το παραμύθι δηλαδή γύρω από τους ενισχυμένους εκλογικούς νόμους είχε ως στόχο το "στήσιμο" της Βουλής. Αυτό είναι το ζητούμενο από αυτούς τους νόμους. Να δίνουν τη δυνατότητα στις μειοψηφίες να παραβαίνουν τους νόμους και να κυβερνούν φασιστικά. Να δίνουν τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες των κομμάτων να γίνονται ιδιοκτήτες του ίδιου του κράτους. Να δίνουν τη δυνατότητα στο "κόμμα" που νικά ν' "αλωνίζει" και να μην αμφισβητείται από κανέναν. Να δίνουν τη δυνατότητα στα "κόμματα" να αλληλοβοηθούνται και να "καπελώνουν" τη δημο­κρατία.

Με το εγκληματικό αυτό τέχνασμα τα "κόμματα" έλεγχαν τις κυβερνήσεις και ταυτόχρονα έλεγχαν κι αυτούς που ελέγχουν τις κυβερνήσεις. Το λέμε εγκληματικό, γιατί τέτοιο είναι. Όπως για παράδειγμα είναι κακούργημα για τα δικαστήρια να "πιάνονται" οι ένορκοι από τους διαδί­κους, έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει και με τους βουλευτές στην ανάλογη περίπτωση. Βουλευτής, που θα αποδεικνυόταν ότι έχει σχέση με συγκεκριμένη παράταξη ή συγκεκριμένο κόμμα, θα έπρεπε όχι απλά να χάνει τη θέση του, αλλά να πηγαίνει φυλακή για κακουργηματική πράξη. Θα έπρεπε πολιτικοί και βουλευτές να μην ανταλλάσσουν ούτε "καλημέρα", για να μην παρεξηγηθεί η σχέση τους. Θα έπρεπε πολιτικοί και βουλευτές να μπαίνουν από διαφορετικές πόρτες στη βουλή, για να μην συγχρωτίζονται. Για να μην αποκτούν προσωπικές σχέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να παρεξηγηθούν. Από τη στιγμή που δεν έγινε αυτό, ήταν θέμα χρόνου τα "κόμματα" να επιχει­ρήσουν —μετά τον έλεγχο της Βουλής— και τον έλεγχο του κράτους και βέβαια των ταμείων του.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν απλά. Από τη στιγμή που κόμματα και βουλευτές μπήκαν "αγκαλιά" στη Βουλή, ήταν εύκολο να "στηθεί" η δημοκρατία της μεταπολίτευσης. Ό,τι παρανόμως εισέπραξε η ΝΔ, χρησιμοποιώντας σαν πρόφαση την ύπαρξη του ΚΚΕ, το εισέπραξε και το ΠΑΣΟΚ, χρησιμοποιώντας σαν πρόφαση τη ΝΔ. Έγινε κι αυτό ένας κρατικοδίαιτος μηχανισμός, που κόστιζε στον ελληνικό λαό εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως. Ένας μηχανισμός, που διαφη­μι­ζόταν δωρεάν από τα κρατικά κανάλια, στελεχωνόταν από επαγγελματίες και βόλευε οπαδούς σε όλα τα επίπεδα. Πήρε το μερίδιο του στην κομματικοποίηση του κράτους και σταθεροποίησε το εκλογικό του ποσοστό μέσα στην κοινωνία.

Με τον τρόπο αυτόν ο κρατικός μηχανισμός παραδόθηκε στα "κόμματα" και άρχισαν να μοιράζονται μεταξύ τους τα πάντα. Με κρατικά χρήματα "ταΐζονταν" τα κομματικά στελέχη και με κρατικές θέσεις βολεύονταν οι "φανατικοί" οπαδοί. Με μέσον τα κρατικά κανάλια έφτιαχναν τα "φωτοστέφανα" των ιδιοκτητών τους, που παρίσταναν τους "σωτήρες". Με μέσον τα κρατικά κανάλια εξαφάνισαν τους ανταγωνιστές των κομματικών "δεινοσαύρων". Χρειάστηκαν εκατομ­μύρια παράνομες τηλεοπτικές εμφανίσεις κομματικών κηφήνων, για να εμπεδώσει ο λαός ότι πέρα από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Να εμπεδώσει ότι μετά το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ υπάρχουν μόνον οι Βεργήδες, οι Λεβέντηδες και όλα τα "νούμερα" της κοινωνίας. Με τερά­στια και παράνομη "γκρίζα" διαφήμιση καταστράφηκε ο πολιτικός ανταγωνισμός και πήγαμε στο μονοπώλιο των δύο μεγάλων κομμάτων. Μετά από μια άνευ προηγουμένου πλύση εγκεφάλου, έφτασε ο κόσμος να μην μπορεί να καταλάβει τις διαφορές μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας και τις σχέσεις τους με την έννοια του κόμματος.

Κατάλαβε ο αναγνώστης τι έγινε; Κατάλαβε γιατί μιλάμε για μίμηση της προ της Χούντας εποχής; Το μόνο διαφορετικό που υπήρχε ήταν η ιδιομορφία που περιγράψαμε. Το Σύνταγμα στην πρώτη περίοδο το κατέλυσαν από την πλευρά της ακροδεξιάς, ενώ στη δεύτερη περίοδο το κατέλυσαν από την πλευρά του κομμουνισμού. Στην πρώτη περίοδο καταλύθηκε το Σύνταγμα από την παράνομη είσοδο στη Βουλή των βασιλικών βουλευτών, ενώ στη δεύτερη περίοδο καταλύθηκε επειδή μπήκαν μέσα σ' αυτό οι κομμουνιστές. Στην πρώτη περίοδο κυρίαρχοι ιδιοκτήτες "κομμάτων" ήταν ο βασιλιάς και ο Παπανδρέου, ενώ στη δεύτερη περίοδο έγιναν κυρίαρχοι ιδιοκτήτες ο Καραμανλής και ο υιός Παπανδρέου.

Οι ίδιες ιδιομορφίες υπήρχαν και στον τρόπο που έπαιζαν οι ισχυροί τα "παιχνίδια" της ισχύος. Στην πρώτη περίοδο ο ανώτατος πολιτειακός άρχων "έπαιζε" το παιχνίδι της ισχύος, χρησιμο­ποιώντας παράνομα τα "κόμματα". Στη δεύτερη περίοδο συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Τα "κόμματα" έπαιζαν το παιχνίδι της ισχύος, χρησιμοποιώντας παράνομα τον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα. Ο στόχος ήταν πάντα σταθερός. Να πηγαίνει η εξουσία στα χέρια του ισχυρού, χωρίς να υπάρχει φόβος από αυτούς οι οποίοι θα μπορούσαν να τον εμποδίσουν. Στην πρώτη περίπτωση ο πανίσχυρος ανώτατος πολιτειακός άρχων έλεγχε τα αδύναμα κόμματα για να μην τον ενοχλούν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση τα πανίσχυρα κόμματα έλεγχαν τον αδύναμο ανώτατο πολιτειακό άρχοντα για να μην τα ενοχλεί. Στην προ της Χούντας εποχή ο βασιλιάς είχε πρόβλημα με τα κόμματα, ενώ στην εποχή της μεταπολίτευσης τα κόμματα έχουν πρόβλημα με τον Πρόεδρο.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πλήρως πώς λειτουργούσε αυτή η "φάμπρικα" σε όλες τις περιπτώσεις. Όλοι αυτοί, από τη στιγμή που δεν αντιμετώπιζαν αντίδραση, έκαναν μόνιμα αυτά τα οποία τους συνέφεραν. Τι έκαναν; Διατηρούσαν μόνιμα την πολιτική κατάσταση σε σημείο που να φέρνει την κατάσταση "πάνω" τους. "Παρήγαγαν" πολιτική με παράνομο τρόπο, εκμεταλλευόμενοι διατάξεις του συνταγματικού νόμου, οι οποίες προβλεπόταν για άλλες καταστάσεις. "Παρήγαγαν" πολιτική με παράνομο τρόπο. Ο βασιλιάς εκμεταλλευόταν συνταγματικές διατάξεις και "ρύθμιζε" την κατάσταση υπέρ του δικού του κόμματος, ελέγχοντας ταυτόχρονα και τη Βουλή. Τα σημερινά ιδιόκτητα κόμματα, με βάση ανάλογες διατάξεις, "εκλέγουν" Πρόεδρο έναν άνθρωπο, που δεν θα απειλεί τις ιδιοκτησίες τους και επίσης ελέγχουν τη Βουλή.

Αυτό ήταν το ζητούμενο για τους ιδιοκτήτες των δύο μεγάλων κομμάτων. Να καταπατείται το Σύνταγμα, αλλά να μην "ρίχνονται" τα κόμματα στη μοιρασιά. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολι­τικής προεδρίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Από τη στιγμή που σε μια από τις πιο δύσκολες πολιτικά περιόδους βρέθηκε μια "ισορροπία" μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων στην κατανομή των πόστων, ήταν εύκολο να στηθεί η "φάμπρικα". Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα η Προεδρία της Δημοκρατίας θα δινόταν ως αποζημίωση-αντιπαροχή στον ηττημένο των εκλογών. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ θα πρότειναν δεξιάς "καταγωγής" πρόεδρο και το αντίστοιχο θα γινόταν και για τη ΝΔ. Υποτίθεται όλα αυτά γίνονταν στο όνομα της εύρυθμης δημοκρατικής λειτουργίας και χάρη της συναίνεσης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένα "παιχνίδι" των κομμάτων υπέρ των δικών τους ιδιοτελών συμφερόντων και υπέρ των συμφερόντων του πολιτικού κόσμου.

Με τον τρόπο αυτόν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ έγιναν ανεξέλεγκτα "καρκινώματα" της ελληνικής δημο­κρατίας. Έγιναν πανίσχυροι και κρατικοδίαιτοι μηχανισμοί, που έλεγχαν τα πάντα. Μπήκαν μέσα στον κρατικό μηχανισμό και από εκεί και πέρα δεν απειλούνταν από κανέναν. Διέλυαν τον αντα­γω­νισμό και "κατάπιναν" εχθρούς και φίλους. Σάρωσαν τα πάντα εφόσον μπορούσαν να ταΐζουν τα κομματόσκυλα με κρατικούς μισθούς και να εξαλείφουν τις απειλές. Με χρήματα του κράτους έβαζαν οι Καραμαν­λήδες και οι Παπανδρέου τις φωτεινές "ρεκλάμες" στα "μαγαζάκια" τους. Με χρήματα του κράτους έγιναν μονοπώλια στην πολιτική σκηνή του τόπου. Αυτό το κατάφεραν εύκολα, γιατί μπόρεσαν και παρέσυραν στη λογική τους και τους ψηφοφόρους τους.

Οι πασόκοι, σκεπτόμενοι πονηρά, δεν αντέδρασαν, γιατί ήλπιζαν σε βόλεμα για όσο διάστημα διατηρούσαν την εξουσία. Νόμιζαν ότι τους συνέφερε να μην λειτουργεί η Προεδρία της Δημο­κρατίας με βάση το Σύνταγμα, έστω κι αν το τίμημα ήταν ένας δεξιός Πρόεδρος. Οι δεξιοί, σκεπτόμενοι επίσης πονηρά, νόμισαν ότι κι αυτούς τους συνέφερε μια τέτοια κατάσταση. Νόμισαν ότι τους συνέφερε η "νοθεία" του ρόλου της προεδρίας. Γιατί; Γιατί εξασφάλιζαν έναν νέο πόλο παραγωγής πολιτικής, που, έστω και παράνομα, θα προστάτευε τα ιδεολογικά τους συμφέροντα. Οι πιο φιλόδοξοι μάλιστα από αυτούς νόμιζαν ότι, αν επανέλθουν στην εξουσία, θα έχουν και τη βοήθεια της προεδρίας να τους κάνει "πλάτες".

Βγήκε πρόσφατα η γνωστή "συμμορίτισσα" Ντόρα και μας είπε —χωρίς καθόλου ντροπή— ότι ο μελλο­ντικός Πρόεδρος θα πρέπει να έχει "άποψη" και "θέση". Αυτό, αν το έλεγε ένας άσχετος πολίτης, θα ήταν μέγα ατόπημα. Όταν όμως αυτό το δηλώνει —και μάλιστα δημοσίως— ένα πολιτικό πρόσωπο, έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό έγκλημα. Γιατί; Γιατί αυτός ο οποίος το δηλώνει δεν σέβεται το Σύνταγμα. Το ίδιο το Σύνταγμα που τον "ταΐζει". Με βάση αυτό το Σύνταγμα ο Πρό­εδρος όχι απλά δεν έχει δικαίωμα, αλλά απαγορεύεται να έχει "θέση" και "άποψη". Ο Πρόεδρος έχει υποχρέωση να εκτελεί τα καθήκοντά του. Καθήκοντα, που περιγράφονται με απόλυτη σαφή­νεια στον συνταγματικό νόμο.

Η σημαντικότητα της θέσεως του Προέδρου είναι μεγάλη, γιατί είναι ο μόνος παράγοντας ο οποίος μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη της διαπλοκής μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της νομοθετικής. Είναι σημαντικός ο ρόλος του, γιατί απλούστατα η υπογραφή τού Προέδρου είναι η "τελευταία" υπογραφή. Είναι η τελευταία υπογραφή προτού ένα νομοσχέδιο της Βουλής γίνει νόμος του κράτους και επιβληθεί στους Έλληνες. Από τη στιγμή που τα κόμματα ελέγχουν τόσο την κυβέρ­νηση όσο και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ευνόητο είναι ότι πρέπει να ελέγχονται στην περίπτωση που θα θελήσουν να υπερβούν τα όρια που προσδιορίζονται από το Σύνταγμα.

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η ισχύς του Προέδρου. Ο Πρόεδρος, όταν αντιληφθεί πως κάτι ύποπτο ή περίεργο συμβαίνει με έναν νόμο, δεν τον προσυπογράφει. Όταν αντιληφθεί ότι ένας νόμος είναι "διάτρητος" και οδηγεί στην ασυδοσία των "ημετέρων", δεν υπογράφει. Δεν έχει σημασία πώς θα το αντιληφθεί. Δεν έχει σημασία αν αφουγκραστεί την κοινή γνώμη ή δώσει σημασία σε δημο­σιεύματα ή ενημερωθεί από κάποιους πολίτες. Σημασία έχει ότι, αν αντιληφθεί πως κάτι δεν "συνάδει" με τον συνταγματικό νόμο, μπορεί ν' αρνηθεί την υπογραφή του. Αυτή η άρνηση είναι το υπέρτατο "όπλο" του.

Ο Πρόεδρος δεν είναι αυτός ο οποίος θα κρίνει τον υποψήφιο νόμο. Δεν είναι αυτός ο οποίος θ' αποφανθεί για τη συνταγματικότητά του. Ο Πρόεδρος είναι αυτός που σε μια τέτοια περίπτωση θα τον παραπέμψει στον "ειδικό" και αυτός είναι η δικαστική εξουσία. Με τον τρόπο αυτόν και εντελώς ομαλά εμπλέκεται και η τρίτη κυρίαρχη εξουσία στον έλεγχο των κρατούντων. Από εκεί και πέρα φεύγει η ευθύνη από τον Πρόεδρο και πηγαίνει στη δικαστική εξουσία. Αν αυτή αποφανθεί για τη συνταγματική ορθότητα του νόμου, "καλύπτει" τον Πρόεδρο και στην ουσία παίρνει την ευθύνη. Γι' αυτόν τον λόγο ο Πρόεδρος απαγορεύεται να έχει "θέση" και "άποψη". Απαγορεύεται, γιατί είναι δυνατόν, εξαιτίας της "θέσης" ή της "άποψής" του, να κάνει τα στραβά "μάτια" και αυτό είναι εγκληματικό για τη θέση του.

"Θέση" και "άποψη" μπορούν να έχουν αυτοί οι οποίοι κρίνονται για τις "θέσεις" και τις "απόψεις" τους από τον λαό. Αυτοί οι οποίοι παράγουν πολιτική και είναι οι πολιτικοί. Ο Πρό­εδρος δεν παράγει πολιτική. Απαγορεύεται να παράγει πολιτική, γιατί δεν ψηφίζεται από τον λαό γι' αυτήν τη δουλειά. Ο Πρόεδρος ψηφίζεται από τους βουλευτές, για να προστατεύει το Σύνταγμα από τις εξουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να το παραβιάζουν. Αυτός ο οποίος παράγει πολιτική "ταξιδεύει". Μέσα στο "ταξίδι" του πειραματίζεται και δοκιμάζει. Ο Πρόεδρος είναι "φύλακας" και οι φύλακες δεν ταξιδεύουν. Οι φύλακες ούτε πειραματίζονται ούτε δοκιμάζουν. Τους προσφέρεται κάτι να το φυλάσσουν και αυτό είναι το καθήκον τους. Ούτε κρίνουν ούτε προσπαθούν να βελτιώσουν αυτό το οποίο τους παραδίδεται προς φύλαξη. Αυτά όλα είναι πράξεις πολιτικές και ως τέτοιες αφορούν τους πολιτικούς.

Έχει αναρωτηθεί κανένας γιατί οι πάντες εκθειάζουν τον σημερινό Πρόεδρο; Γιατί τόσο τα κόμματα όσο και τα ΜΜΕ συμφωνούν για την "ποιότητά" του; Και μόνον πονηρά να σκεφτεί κάποιος, μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του. Από τη στιγμή που είναι "καλός" για τα κόμματα ή τα ΜΜΕ, είναι "κακός" για τον κόσμο που λεηλατείται από αυτά. Απλά πράγματα. Ο Στεφα­νόπουλος ήταν ένας κακός Πρόεδρος των Ελλήνων και γι' αυτόν τον λόγο είναι αγαπητός τόσο στα κόμματα όσο και στα ΜΜΕ. Επί των ημερών του έγιναν συνταγματικά εγκλήματα και αυτός, που έπρεπε να είναι "ξύπνιος" στις "πύλες" του Συντάγματος, "κοιμόταν". Όταν άνοιγαν οι "κερκόπορτες" του ελληνικού κράτους, αυτός έβγαζε πατριωτικά λογύδρια στις γριές και στους ανάπηρους πολέμου.

Επί των ημερών του καταλύθηκε το Σύνταγμα με τους "τρομονόμους" και τις παράνομες δίκες των "τρομοκρατών". Επί των ημερών του έγινε το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Επί των ημερών του τα κομματικά "τρωκτικά" άνοιξαν διάπλατα τα δημόσια ταμεία. Επί των ημερών του είχαμε παρεμβάσεις της εξουσίας στην οικονομία και οδηγηθήκαμε στο έγκλημα του χρηματιστηρίου. Επί των ημερών του δεν ελέγχθηκαν τα ΜΜΕ και δημιούργησαν το σημερινό άθλιο μονοπώλιο εταιρειών και προσώπων, που λυμαίνεται τα πάντα. Επί των ημερών του φτάσαμε στο σημείο να μην καταλαβαίνουμε πότε τα δελτία ειδήσεων είναι τέτοια και πότε είναι απλά διαφημιστικά σποτ. Επί των ημερών του δημιουργήθηκε η "διαπλοκή", που μονοπωλεί τα πάντα. Γι' αυτόν τον λόγο είναι "αγαπητός" τόσο στα κόμματα όσο και στα ΜΜΕ. Μπορούμε να συντάξουμε μια ολόκληρη λίστα συνταγματικών εγκλημάτων τα οποία διαπράχθηκαν στη θητεία του. Εγκλήματα, τα οποία διαπράχθηκαν την ώρα που αυτός έκανε προπόσεις στις λέσχες αξιωματικών ανά την επικράτεια.

"Αγαπητός" όμως είναι και για μια άλλη ιδιότητά του. Είναι παλαιός πολιτικός γνωστού κομματικού "μαγαζιού". Αυτό από μόνο του είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο συμφέρει. Συμ­φέρει το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Συμφέρει τόσο τους ιδιοκτήτες των κομμάτων όσο και τους κοινούς πολιτικούς. Γιατί; Γιατί γίνεται αυτό το οποίο είπαμε στην αρχή. Οι πολιτικοί, ενεργώντας ως "συντεχνία", μπορούν να "καπελώνουν" τους πάντες. Η θέση της Προεδρίας της Δημοκρατίας μπαίνει στην "περιουσία" αυτού του ιδιαίτερου "χώρου" και αυτό είναι παράνομο.

Ο "χώρος" της πολιτικής είναι ένας από τους πολλούς "χώρους" στους οποίους μπορούν να δραστηριοποιούνται οι Έλληνες πολίτες. Ένας "χώρος" ανάλογος του επιστημονικού, του καλλιτεχνικού ή του οικονομικού "χώρου". Γιατί θα έπρεπε ένα αξίωμα, το οποίο προβλέπει καθαρά "καθήκοντα", να μονοπωλείται από τους πολιτικούς; Μόνον σ' αυτόν τον "χώρο" δραστη­ριοποιούνται οι "άριστοι"; Ένας καλός επιστήμονας δεν μπορεί να εκτελέσει αυτά τα απλά καθήκοντα; Μπορεί να διαπρέπει στην επιστήμη του και δεν μπορεί να μάθει τα απλά προεδρικά καθήκοντα;

Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε για συντεχνιακά συμφέροντα των πολιτικών. Ο πολιτικός "χώρος" είναι ένας χώρος όπως πολλοί άλλοι. Έχει τους άριστούς του, όπως έχει και τους τενεκέδες του. Είναι μάλιστα εύκολος χώρος. Σχεδόν ο πιο εύκολος χώρος απ' όλους τους υπόλοιπους για μια εκ του ασφαλούς επιτυχία. Αυτό είναι απόλυτα λογικό. Ένας χώρος, όπου "διαπρέπουν" οι Ντόρες, οι Γιωργάκηδες, οι Κυριάκοι και οι Νάσοι "ελέω" πατέρων, είναι εύκολος χώρος. Μέχρι και η τηλεοπτική "Σελήνη" διέπρεψε σ' αυτόν τον χώρο. Είναι εύκολος ο χώρος, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι αρκεί να είσαι γλείφτης ή κομματόσκυλο για να "πετύχεις". Δύσκολο είναι να γίνεις "άριστος" στους χώρους όπου ο πατέρας σου ή ο τοπικός κομματάρχης δεν μπορεί να σε βοηθήσει.

Καταλαβαίνει ο αναγνώστης τι λέμε; Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι πολιτική θέση. Είναι μια θέση που απλά απαιτεί από τον κάτοχό της μια στοιχειώδη ανθρώπινη ευφυΐα και μια τεράστια ακεραιότητα. Αυτό το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι το ζητούμενο για έναν καλό Πρόεδρο. Αυτό είναι το δύσκολο να βρεθεί και γι' αυτό υπάρχουν μέθοδοι για να εξασφαλιστεί. Τι είδους μέθοδοι; Αυτή η θέση λειτουργεί τέλεια, όταν αυτός ο οποίος την κατέχει είναι "άριστος" ως πολίτης. Όταν αυτός ο πολίτης έχει διακριθεί στο χώρο όπου έχει δώσει τον αγώνα της ζωής του. Γιατί; Γιατί, όταν έχεις ένα μεγάλο όνομα, εξαιτίας της προηγούμενης δραστηριότητάς σου, δεν βλέπεις με δέος τους κρατικούς αξιωματούχους και βέβαια το σημαντικότερο δεν "παίζεις" με τα κόμματα. Δεν τα έχεις ανάγκη. Δεν εκβιάζεσαι. Έχεις να προστατεύσεις τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής και δεν κάθεσαι ν' ασχολείσαι με τα "νούμερα" της πολιτικής.

Φαντάζεται κάποιος Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας έναν "τεράστιο" επιστήμονα και άνθρωπο, όπως ήταν ο γιατρός Παπανικολάου; Θα "έπαιζε" αυτός με τα κόμματα, διακινδυ­νεύοντας την παγκόσμια φήμη του; Θα έμπαινε στα "παζάρια" των τυχάρπαστων, οι οποίοι μπορεί να εκλέχθηκαν είτε παριστάνοντας τα "νούμερα" στα καφενεία είτε επειδή είναι "γόνοι" διασήμων είτε επειδή μοίραζαν τενεκέδες με "τυρί" —κι αυτό έχει γίνει— σε αντάλλαγμα ψήφων; Θα έβλεπε με δέος τους επώνυμους της πολιτικής, οι περισσότεροι εκ των οποίων ξεκίνησαν την καριέρα τους ως κομματικά "τρωκτικά"; Θα μπο­ρούσε ο κάθε "Κούλης" να τον πιέζει ή να τον εκβιάζει, κάθε φορά που θα ήθελε δημόσια περιουσία για να κάνει τζάμπα ιδιωτικό ίδρυμα στον πατέρα του; Με τι στοιχεία θα μπορούσε να τον εκβιάσει; Θα μπορούσε να τον απειλεί με αποκαλύψεις για το προηγούμενο κομματικό "παρελθόν" του;

Ένας τέτοιος τεράστιος άνθρωπος θα εκτελούσε στον απόλυτο βαθμό τα καθήκοντά του. Θα σεβόταν το "γράμμα" του νόμου, για να μην βρεθεί ποτέ αντιμέτωπος με τη φθορά. Αν δια­πίστωνε ότι "πιεζόταν" σε σημείο ώστε να "τρωθεί" το προσωπικό και το επιστημονικό του κύρος, θα απειλούσε με παραίτηση και εκλογές. Θα αποκάλυπτε τα άνομα συμφέροντα και τους φορείς τους και θα τους οδηγούσε "βρόμικους" στην κάλπη. Αυτή είναι η χρησιμότητα του θεσμού της Προεδρίας. Γι' αυτόν τον λόγο ως θέση αφορά τους άριστους και όχι τους τυχαίους. Γι' αυτόν τον λόγο αναζητάμε τον υποψήφιο ανάμεσα στους πετυχημένους πολίτες της κοινωνίας και δεν κάνουμε κλήρωση ανάμεσα στους τυχαίους.

Αυτή η θέση αφορά μόνον αυτούς οι οποίοι έχουν να προστατεύσουν μεγαλύτερα προσωπικά συμφέροντα από αυτά τα οποία μπορούν ν' αποκτήσουν εξαιτίας της μικροπολιτικής. Αφορά αυτούς οι οποίοι έχουν να προστατεύσουν μεγαλύτερη φήμη από αυτήν που προσφέρει εφήμερα ένας απλός κρατικός θώκος. Γι' αυτόν τον λόγο υπάρχουν και οι προδιαγραφές για τον Πρόεδρο. Απαιτείται να είναι "φτασμένος" και όχι απλά "φέρελπις". Γι' αυτόν τον λόγο ορίζεται και ένα ελάχιστο ηλικιακό όριο, προκειμένου να καταλάβει κάποιος το αξίωμα. Απαιτείται να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών και άρα να έχει ήδη καταθέσει δείγματα της "γραφής" του στο χώρο όπου διακρίθηκε.

Ο "καλός" Καραμανλής τι σχέση είχε με όλα αυτά; Ο επίσης "καλός" Στεφανόπουλος τι σχέση μπορεί να έχει με όλα αυτά; Ως πολιτικοί και πρώην βουλευτές και οι δύο πόσο καλά μπορούσαν να υπηρετήσουν τον ρόλο τους; Στοιχειωδώς να επιχειρήσει κάποιος να τους κρίνει μπορεί να τους "καταδικάσει" με συνοπτικές διαδικασίες. Μπορεί να τους καταδικάσει σε "θάνατο", εφόσον επέτρεψαν την κατάλυση του Συντάγματος. Επέτρεψαν την κατάλυση θεμελιωδών διατάξεών του. Οι άνθρωποι αυτοί εγκλημάτησαν πολλάκις και πλειστάκις κατά του ελληνικού λαού. Ο πρώτος για να υπερασπιστεί εις βάρος του λαού και του Συντάγματος την ιδιωτική του περιουσία και ο δεύτερος για να υπερασπιστεί τη συντεχνία του. Πώς αποδεικνύονται όλα αυτά; Με τον πιο απλό τρόπο. Καί οι δύο "έλειπαν" από τη θέση τους όταν ο λαός τους χρειαζόταν, για να σταματήσει η διαπλοκή μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας.

Πού βρισκόταν ο Καραμανλής, όταν τα μεγάλα κόμματα που μονοπωλούν την εξουσία παραβίαζαν το Σύνταγμα, εξασφαλίζοντας τεράστιες χρηματοδοτήσεις από τον κρατικό προϋπο­λογισμό; Βουλευτές δεν ήταν τα στελέχη της εκτελεστικής εξουσίας, που το πρότειναν στη Βουλή προς ψήφιση; Βουλευτές δεν ήταν τα μέλη της Βουλής, που θα έπρεπε να τους ελέγξουν; Όταν βουλευτές είναι οι ενεργούντες και βουλευτές είναι οι ελέγχοντες, ευνόητο είναι ότι θα περάσει ο προνομιακός νόμος από τη Βουλή. Πού μπορούσε να σταματήσει αυτός ο άθλιος και κατάπτυστος νόμος; Στην προεδρία της δημοκρατίας. Ποιος θα τον σταματούσε; Ο ιδιοκτήτης της ΝΔ και βουλευτής και ο ίδιος; Αυτός ο οποίος έβλεπε ότι με τον νόμο αυτόν θα διασφάλιζε την περιουσία του για πάντα; Αυτός ο οποίος έβλεπε ότι με τον νόμο αυτόν θα ευνοούσε την συντεχνία του μέσα στην οποία υπήρχαν και φυσικοί συγγενείς του;

Τα ανάλογα συμβαίνουν και με την περίπτωση του "καλού" Στεφανόπουλου. Που βρισκόταν ο Στεφανόπουλος, όταν οι βουλευτές αποφάσιζαν για το συνταξιοδοτικό τους ζήτημα; Όταν παρα­βία­ζαν κατάφορα το σύνολο σχεδόν των συνταγματικών διατάξεων περί ισονομίας και ισοπολι­τείας; Όλοι οι Έλληνες πολίτες, για να εξασφαλίσουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα, θα πρέπει να ενασχολούνται με το αντικείμενό τους για τριάντα πέντε χρόνια, ενώ για τους βουλευτές αρκεί μια πενταετία. Όλοι οι Έλληνες πολίτες θα συνταξιοδοτούνται μετά τα εξήντα πέντε τους χρόνια, ενώ οι βουλευτές το ίδιο δικαίωμα θα το εξασφαλίζουν στα εξήντα τους χρόνια.

Αυτόν τον προνομιακό και παράνομο νόμο υπέρ των βουλευτικών συμφερόντων ποιος θα τον σταματούσε; Βουλευτές τον πρότειναν ως μέλη της κυβέρνησης και βουλευτές τον "έλεγξαν" μέσα στη Βουλή. Γιάννης πίνει και Γιάννης κερνάει. Ποιος θα σταματούσε αυτούς που έκαναν κατά­χρηση της εξουσίας, για να ευνοήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα; Ο "καλός" Στεφανό­πουλος; Ο πρώην βουλευτής; Αυτός που, όταν "περνούσαν" αυτά τα νομοσχέδια από το γραφείο του, μας έκανε ηθικοπλαστικά και πατριωτικά κηρύγματα σαν γυμνασιάρχης της Χούντας; Αυτός είναι ο καλός πρόεδρος;

Καλός είναι ο πρόεδρος που κάνει το καθήκον του, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα ή αυτός ο οποίος μας διδάσκει εκ του ασφαλούς γεωγραφία και ιστορία; Ο πλούσιος, ο οποίος με χρήματα του κράτους κάνει τον έξυπνο στους φτωχούς που τον πληρώνουν; Πού βρισκόταν αυτός ο καλός πρόεδρος, όταν καταλύονταν τα πάντα; Αυτός θα σταματούσε τη διαπλοκή των εξουσιών και την κομματικοποίηση του κράτους; Πού βρισκόταν ο καλός πρόεδρος, όταν η διαβόητη Ντόρα διόριζε τους προσωπικούς της υπηρέτες από την πίσω "πόρτα" του ελληνικού δημοσίου; Όταν θεωρούσε δεδομένο ότι τα κομματόσκυλα που την υπηρετούσαν θα έπρεπε να διοριστούν στο δημόσιο, πέρα και έξω από την όποια διαδικασία αφορά τον κοινό πολίτη;

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται σήμερα τι περίπου γίνεται γύρω από το πρόσωπο αυτού του οποίου θα καταλάβει τον προεδρικό θώκο. Οι πολιτικοί, οι οποίοι είναι στο σύνολό τους βουλευ­τές και μέσα στα πλαίσια της συντεχνιακής συνομωσίας, δεν αντιδρούν σε ό,τι συμβαίνει. Όταν δεν αντιδρούν αυτοί, ποιοι θ' αντιδράσουν; Οι ιδιοκτήτες ή οι σφετεριστές των κομμάτων, οι οποίοι, στηριζόμενοι σ' αυτήν τη συνωμοτική συμπεριφορά, "παίζουν" για τα δικά τους ειδικά συμφέ­ρο­ντα; Γι' αυτόν τον λόγο καλλιεργούν στον κόσμο την άποψη ότι είναι δεδομένο πως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα είναι πολιτικό πρόσωπο. Γι' αυτόν τον λόγο ξεκινάνε τα "παιχνίδια", θεωρώντας σαν δεδομένο αυτό το χαρακτηριστικό του μελλοντικού προέδρου.

Αν καταφέρουν οι πολιτικοί και επιβάλουν ως Πρόεδρο ένα πολιτικό πρόσωπο, η δημοκρατία μας θα υποστεί άλλη μια μεγάλη ήττα. Γιατί; Γιατί θα διαιωνιστεί μια κατάσταση που βασάνισε τους Έλληνες για παραπάνω από μισό αιώνα και θα τη "φορτωθεί" και η επόμενη γενιά. Σήμερα η ιδιοκτησία των δύο μεγάλων "κομμάτων" έχει περάσει στους φυσικούς κληρονόμους των ιδιοκτητών. Η εξουσία μονοπωλείται με την ίδια πιστότητα και αποτελεσματικότητα που τη μονο­πωλούσε κάποτε και το Παλάτι. Η ιδιότυπη "βασιλεία" των Παπανδρέου, των Καραμανλήδων και των Μητσοτάκηδων καλά κρατεί. Η "συμμορίες" μπήκαν φουριόζες και στη νέα χιλιετία.

Ο μόνος ο οποίος μπορεί να σταματήσει αυτήν την εφιαλτική κατάσταση είναι το ΚΚΕ. Η παράταξη, που έδωσε το δικαίωμα στα δύο μεγάλα "κόμματα" να μονοπωλούν την εξουσία. Πώς μπορεί να το κάνει; Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία. Τι πρέπει να κάνει; Να εγκαταλείψει τη Βουλή. Να αρνηθεί την κρατική επιχορήγηση. Σεβόμενο την ιδεολογία του, να δηλώσει ότι δεν συμφωνεί με το υπάρχον Σύνταγμα και ότι θα συνεχίσει τον αγώνα του για την ιδεολογία στον χώρο όπου γίνεται η μάχη των ιδεολογιών και είναι η κοινωνία. Δεν έχει λόγο να βρίσκεται στη Βουλή. Δεν έχει λόγο έναντι των κρατικών επιχορηγήσεων να "ξεπουλάει" τις βασικές αρχές της ιδεολογίας του και να συναγελάζεται με την υποτίθεται μισητή γι' αυτό "μπουρζουαζία". Λέμε υποτίθεται, γιατί από καιρό οι ΚΚΕδες μοιάζουν πολύ περισσότερο απ' όσο θα ήθελαν με τους "μπουρζουάδες". Αν πραγματικά θέλουν να τους νικήσουν, υπάρχει τρόπος. Υπάρχει τρόπος να τους χαλάσουν τη "φάμπρικα".

Ο απλός τρόπος που περιγράψαμε. Να εγκαταλείψει ως παράταξη τη Βουλή και να καταγ­γείλει τα κόμματα, τα οποία παρανόμως παριστάνουν τις παρατάξεις. Να αρνηθεί ως παράταξη τα καταχρηστικά προνόμια των κομμάτων και να ζητήσει να αφαιρεθούν αυτά τα προνόμια και από τα υπόλοιπα κόμματα. Για όσο διάστημα το ΚΚΕ δεν το κάνει αυτό, θα είναι υπόλογο στην ελληνική κοινωνία. Τα μεγάλα αντιιμπεριαλι­στικά και φιλανθρωπικά λόγια δεν θα του προσφέρουν "συγχωροχάρτι". Για όσο διάστημα δεν σέβεται ούτε την ιδεολογία του ούτε τον λαό που υποτίθεται θέλει να υπηρετήσει, δεν έχει δικαίωμα ούτε για χιούμορ και πολύ περισσότερο για διδακτικές "παραβολές". Το χιούμορ του θα αποκαλύπτει πονηρές προθέσεις και οι "παραβολές" θα αποκαλύπτουν άγνοια. Όλα αυτά είναι προκλητικά, όταν προέρχονται από το ΚΚΕ του "χρεοκο­πημένου" κομμουνισμού.

Τι εννοούμε μ' αυτά. Πρόσφατα ο Ριζοσπάστης πήρε θέση στο θέμα της προεδρικής εκλογής και επειδή προφανώς του περίσσευε η γνώση, κατέφυγε στο χιούμορ. Επιχείρησε να σχολιάσει την προοπτική της εκλογής ενός αριστερού προέδρου επί δεξιάς διακυβέρνησης. Θεώρησε τον αριστερό Πρόεδρο στη σημερινή δημοκρατία κάτι σαν κουραμπιέ με τυρί. Το ότι το ίδιο το ΚΚΕ είναι ένα κομμάτι "παστουρμάς" μέσα στο κοινοβουλευτικό μας "κανταΐφι", προφανώς το αγνοεί. Γι' αυτό μιλάμε για αποκάλυψη των πονηρών προθέσεων του ΚΚΕ. Για ό,τι δεν το αφορά, το ΚΚΕ είναι πάντα πονηρό και καταλαβαίνει τι συμβαίνει.

Καταλαβαίνει, για παράδειγμα, ότι δεν θ' αλλάξει τίποτε με ένα "παράφωνο" αριστερό πρόσωπο στην πολιτική ζωή της χώρας. Την "παραφωνία" όμως του ΚΚΕ μέσα στη Βουλή δεν την καταλαβαίνει. Εκεί το ΚΚΕ αγωνίζεται για ν' αλλάξει την κοινωνία και θεωρεί δίκαιο τον κρατικό "μισθό" του. Εκεί κατά τη γνώμη του έχει ουσιαστικό ρόλο και δεν είναι το "τυρί", που αλμυρίζει τη Βουλή. Αυτή ήταν κι εξακολουθεί να είναι πάντα η "αναπηρία" του ΚΚΕ. Καταλαβαίνει τα πάντα, εκτός από αυτά που αφορούν το ίδιο.

Όπως κάποτε καταλάβαινε απόλυτα τον ιμπεριαλισμό της Δύσης, αλλά "αγνοούσε" τον ιμπεριαλισμό των Σοβιετικών, έτσι κάνει και σήμερα. Όπως κάποτε καταλάβαινε το έγκλημα του Βιετνάμ, αλλά "αγνοούσε" το έγκλημα του Αφγανιστάν, έτσι κάνει και σήμερα. Όπως κάποτε κατήγγελλε τους "πράκτορες" της Δύσης, που κυβερνούσαν την Ελλάδα, αλλά "αγνοούσε" τα "ραβασάκια" που έφταναν στο ιερατείο του κατ' ευθείαν από τη Μόσχα, έτσι κάνει και σήμερα. Όπως κάποτε όλη η Ελλάδα καταλάβαινε γιατί ιδρύθηκε το ΚΚΕ εσωτερικού, αλλά το "αγνοούσε" το ΚΚΕ, έτσι κάνει και σήμερα. Όπως κάποτε κατήγγελλε τους πάντες για χαφιεδισμό, αλλά "αγνοούσε" ότι η ηγεσία του απολάμβανε ασυλίας —όταν οι φουκαράδες ομοϊδεάτες σέρνονταν στα ξερονήσια—, έτσι κάνει και σήμερα. Όπως κάποτε κατήγγελλε τη λογική των "δικών" μας παιδιών, αλλά "αγνοούσε" ότι τα στελέχη του μέχρι και τα ελεεινά δωμάτια στις φοιτητικές εστίες τα μοιράζονταν μεταξύ τους με κομματικά κριτήρια, έτσι κάνει και σήμερα. Απλά σήμερα αυτά είναι προκλητικά να λέγονται από την πλευρά των "χρεοκοπημένων".

Τα ανάλογα συμβαίνουν και με την "παραβολική" διδασκαλία του ΚΚΕ. Πρόσφατα η κυρία Παπα­ρήγα μας είπε πως με τις πρόσφατες εκλογές δεν άλλαξε τίποτε άλλο παρά μόνον ο καπετάνιος. Τι ήθελε να πει η "ποιήτρια"; Ότι είναι περίπου αφελής ο ελληνικός λαός, που περιμένει ουσιαστική απόδοση στην ψήφο του. Τι περίμενε δηλαδή η κυρία Παπαρήγα; Να γίνει το καράβι αεροπλάνο; Δυστυχώς γι' αυτήν αυτό είναι το Σύνταγμά μας και αυτή είναι η "εντολή" του. Να εναλλάσσονται με τις εκλογές οι καπετάνιοι και όχι ν' αλλάζει το καράβι με κάτι άλλο. Αν δεν αρέσει σε κάποιους η συνταγματική "θέληση", ας πάψουν να βρίσκονται στη "ναυτική" Βουλή, όπου δραστηριο­ποι­ούνται μόνον "καπεταναίοι". Αν το ΚΚΕ εκπαιδεύει "πιλότους", γιατί βρίσκεται στη Βουλή; Ας βγει στο δρόμο και ας πείσει τον κόσμο —τον μόνο που έχει την εξουσία— ν' αλλάξει το "πλοίο" και να το κάνει "αεροπλάνο". Ας πείσει τον κόσμο ν' αλλάξει τη σημερινή συνταγματική ιδεολογία και ας τη μετατρέψει σε κομμουνιστική.

Οι παραβολικές "διδαχές" σ' αυτήν την περίπτωση αποδεικνύουν άγνοια και όχι το αντίθετο. Αυτό είναι φυσικό. Εφόσον η "ιπτάμενη" Παπαρήγα έχει τις γνώσεις να μας "αποκαλύπτει" τα απόκρυφα του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί δεν επιχειρεί να το νικήσει; Γιατί δεν βγαίνει στους δρόμους να το κάνει; Για να μην χάσει τα δισεκατομμύρια που εισπράττει παρανόμως από τα ναύλα του "πλοίου"; Για να μην χάσει τους λίγους οπαδούς, που εξασφαλίζει με μέσον τα κρατικά πόστα; Για να μην ξεβολευτούν οι άνευ αντικειμένου κομμουνιστές "πιλότοι", που κάνουν κρατικές καριέρες στις καπιταλιστικές "καμπίνες"; Μια και τα ξέρει όλα η κυρία Παπαρήγα, γιατί δεν μας λέει τι απέγινε αλήθεια εκείνο το τρομερό σοβιετικό "τζετ"; Το "τζετ", που κυβερνούσαν οι ιδεολογικοί "πατέρες" του ΚΚΕ; "Πετάει" ακόμα ή "τσακίστηκε"; Μαθαίνουμε ότι κόρες "πιλότων" είναι οι περισσότερες από τις χορεύτριες στα μπαρ της καπιταλιστικής Δύσης. Μαθαίνουμε ότι πρώην "πιλότος" είναι ο χαφιές, που σήμερα προσπαθεί να κάνει τον "καπετάνιο" στη μητέρα Ρωσία.

Τι θέλουμε να πούμε με όλα αυτά; Ότι το ΚΚΕ όχι απλά δεν έχει πλέον τίποτε να προσφέρει στον ελληνικό λαό μέσα από τη Βουλή, αλλά του κάνει ζημιά. Δεν κατάλαβαν ακόμα οι έξυπνοι εκεί στον Περισσό γιατί στα τριάντα χρόνια "νόμιμης" παρουσίας όχι μόνον δεν αύξησαν τους οπαδούς τους, αλλά τους μείωσαν; Δεν κατάλαβαν, γιατί εξακολουθούν να τους συντηρούν οι πονηροί με κρατικά χρήματα; Δεν κατάλαβαν ότι τους δίνουν τον λόγο μόνο και μόνο για να "ακυρώνουν" την αλήθεια; Γιατί; Γιατί το ΚΚΕ εκφράζει πραγματικές αγωνίες του λαού, αλλά, και μόνο που αναλαμβάνει να τις εκφράσει το ίδιο, τις "καίει". Τις "καίει", γιατί μέσα στην κοινο­βουλευτική δημοκρατία δεν μπορεί ν' αποτελέσει επιλογή. Δεν μπορεί να το ψηφίσει ο λαός, όσο κι αν συμφωνεί μαζί του. Το αποτέλεσμα είναι να ακούγονται αυτά που πρέπει να ακούγονται, αλλά από λάθος στόμα. Αυτό λειτουργεί ακυρωτικά. Τα παράνομα "κόμματα" εξακολουθούν να κάνουν αυτά που πάντα κάνουν και οι καταγγελίες του ΚΚΕ πέφτουν πάνω στο Σύνταγμα και ακυρώνονται.

Από τη στιγμή λοιπόν που έπρεπε να γνωρίζει πως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε απολύτως μέσα από τη Βουλή, θα έπρεπε να έχει την ταπεινότητα και να μην προκαλεί. Προφανώς δεν γνωρίζει πως, όταν επιβιώνεις παρασιτικά πάνω στο κατάστρωμα ενός ξένου πλοίου, καλό είναι να "μετράς" τα λόγια σου. Όταν δεν έχεις πού αλλού να επιβιώσεις, καλά είναι να μην κάνεις τον έξυπνο σ' αυτόν που σε ανέχεται και σε ταΐζει. Όταν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να προτείνεις, μην παριστάνεις τον θεό. Όταν τέλος εσύ είσαι η αιτία όλων των κακών, καλό είναι να προσπαθείς να περνάς απαρατήρητος.

Δεν είναι αφελείς οι Έλληνες σε ποσοστό περίπου 90% και έξυπνοι μόνον οι εκλεκτοί του Περισσού. Οι κρατικοδίαιτοι "φωστήρες" του Περισσού. Εξαιτίας της αφέλειάς τους οι Έλληνες πράγματι μπορεί να συντηρούν όλα τα κοπρόσκυλα της πολιτικής. Εξαιτίας όμως της ίδιας αφέλειας τρώει το "παντεσπάνι" του και ο Περισσός. Εξαιτίας της ίδιας αφέλειας κάποιοι αποτυχημένοι "πιλότοι" επιμένουν να παριστάνουν τους σωτήρες. Επιμένουν να προσπαθούν να μας πείσουν ότι μπορούν να μετατρέψουν το υπαρκτό "πλοίο" σε ένα φανταστικό "υδροπλάνο", που όμως δεν θα μπορεί να πετά. Επιμένουν ανεπιτυχώς να μας πείσουν, την ώρα που πλη­ρώνονται "επιτυχώς".

Αν το ΚΚΕ διαθέτει το πολιτικό ένστικτο της παράταξης, θα καταλάβει τι ακριβώς του προτεί­νουμε. Θ' αντιπαρέρθει της σκληρής αλλά δίκαιης κριτικής μας και θα λάβει το μήνυμα. Αν στοιχειωδώς θέλει να νικήσει αυτούς που θεωρεί ορκισμένους εχθρούς του, τώρα έχει την ευκαιρία. Μπορεί να μην έχει πιθανότητες να καρπωθεί τα κέρδη της νίκης, αλλά θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας που θα τους οδηγήσει σ' αυτήν. Οι καιροί είναι "ύποπτοι" και αυτό το καταλαβαίνουν αυτοί οι οποίοι έχουν γνώσεις. Έτσι κι αλλιώς δεν θα πάει μακριά η "βαλίτσα". Είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλο, η σημερινή κατάσταση θ' ανατραπεί. Είτε εξαιτίας των φοβερών οικονομικών αδιεξόδων είτε εξαιτίας κάποιας νέας πολιτικής δύναμης που θα "γεννηθεί" μέσα από τα προβλήματα, η αλλαγή θα γίνει.

Το ΚΚΕ δεν θα έχει πολλές ευκαιρίες να προσφέρει στον ελληνικό λαό. Με την εθελούσια έξοδό του από τη Βουλή, θα του προσφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή υπηρεσία. Γιατί; Γιατί θα φέρει τα δύο μεγάλα κόμματα και τους πολιτικούς αντιμέτωπους με τη δικαιοσύνη και τον κόσμο. Θ' αποκαλύψει τον ρόλο τους. Τώρα είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία, γιατί επαναλήφθηκε το μεγάλο λάθος του παρελθόντος. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, πάνω στον λυσσώδη αγώνα τους για την εξουσία, "ξέχασαν" τα δεδομένα που τα προστάτευαν ως κόμματα. Απέκτησαν δύναμη μεγαλύτερη από αυτήν, που θα μπορούσαν να διαχειριστούν.

Επανέλαβαν δηλαδή το λάθος του βασιλιά και του Παπανδρέου. Δημιούργησαν δίπολο και εξαφάνισαν τους ενδιάμεσους, οι οποίοι δημιουργούσαν την ψευδοεικόνα του πλουραλισμού της δημοκρατίας. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η ιστορία επαναλήφθηκε κατά γράμμα. Το λάθος, που έκανε κάποτε ο Γεώργιος Παπανδρέου, το επανέλαβε ο συνονόματος εγγονός του. Γιατί; Γιατί δεν κατάλαβε τα μηνύματα των καιρών. Η απληστία του ΠΑΣΟΚ δεν τον άφησε να δει την πραγματι­κότητα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το ΠΑΣΟΚ έπρεπε ν' αποδεχθεί το ενδεχόμενο της ήττας στις εκλογές. Έπρεπε ν' αποδεχθεί το γεγονός ότι με τη μακρόχρονη παραμονή του στην εξουσία υπέστη φθορά και ότι θα έπρεπε να συμβιβαστεί με την ήττα.

Αυτό δεν το έκανε και γι' αυτό σήμερα κινδυνεύουν όλες μαζί οι συμμορίες. Γιατί; Για τον εξής απλό λόγο. Η ΝΔ είχε ήδη αρχίσει να παίρνει μερίδιο από τον χώρο του Κέντρου και αυτό ήταν πλέον προφανές. Από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να παίξει το "χαρτί" της αντιδεξιάς παράταξης, ήταν βέβαιον ότι θα μετακινούταν προς τα αριστερά. Ήταν βέβαιο ότι θα συρρίκνωνε έναν χώρο, τον οποίο ήδη διατηρούσε συρρικνωμένο. Το αποτέλεσμα ήταν το "ξεγύμνωμα" του ψευδοπλουραλισμού της πολιτικής μας σκηνής. Το αποτέλεσμα ήταν η αποκάλυψη των άνισων και άνομων σχέσεων μεταξύ των υποτίθεται ισότιμων και αντιπάλων κομμάτων της Βουλής. Το ΔΗΚΚΙ δεν μπόρεσε να μπει στη Βουλή και ο Συνασπισμός, "πανηγυρίζοντας" την απλή επιβίωσή του, απέδειξε ότι συμμετέχει στη Βουλή μόνο και μόνο για τη συμμετοχή και βέβαια για το κρατικό χρήμα. Ακόμα θυμόμαστε τη χαρά του Κωνσταντόπουλου για τον "θρίαμβο" του 3%.

Από τη στιγμή που συνέβη αυτό, ήταν θέμα χρόνου ν' ακολουθήσουν ραγδαίες εξελίξεις. Εξελίξεις αποκαλυπτικές για το ποιόν του πλουραλισμού και βέβαια του "βάθους" της δημοκρατίας μας. Στελέχη, που ηγούνταν "αριστερών" κομμάτων, όπως η Δαμανάκη, ο Τσοβόλας ή ο Κωνστα­ντό­πουλος, ανέλαβαν και φανερά πλέον τον ρόλο που πάντα είχαν. Τον ρόλο των υπαλλήλων του ΠΑΣΟΚ. Στελέχη, όπως ο Μπίστης, ο Δημαράς κλπ., προσπάθησαν ν' ανέβουν στη "μητέρα" πλατφόρμα, προκειμένου να επιβιώσουν από το τρομερό "ναυάγιο" της αριστεράς. Αποκαλύφθηκε πλέον ότι το σύνολο του "πολυκομματικού" σχεδιασμού του χώρου της Αριστεράς ήταν ένα τέχνασμα για τη μόνιμη επαφή της με την εξουσία μέσω του ΠΑΣΟΚ. Αποδείχθηκε ότι όλα αυτά τα "κόμματα" ήταν συγκοινωνούντα δοχεία, τα οποία τροφοδοτούσαν τη "δεξαμενή" του ΠΑΣΟΚ, κάθε φορά που αυτή το είχε ανάγκη.

Ο χώρος αυτός, εξαιτίας της αγωνίας του ΠΑΣΟΚ να κρατηθεί στην εξουσία, αποκαλύφθηκε και ξεγυμνώθηκε. Έπαθε ό,τι έπαθε η Δεξιά, η οποία, μη θέλοντας ν' αποδεχθεί τη νίκη τής Ένωσης Κέντρου στην προ της Χούντας εποχή, πραγματοποίησε στρατηγικά λάθη. Η Δεξιά δεν κατάλαβε τότε ότι η Ένωση Κέντρου της απέσπασε μερίδιο από τον χώρο του Κέντρου και ως εκ τούτου ήταν φυσικό αποτέλεσμα η ήττα. Δεν κατάλαβε ότι η φθορά η οποία υπέστη με τη μακροχρόνια παραμονή της στην εξουσία την καταδίκαζε σε ήττα. Τι έκανε; Έπαιξε κι αυτή με λανθασμένο τρόπο το αντικομμουνιστικό "χαρτί". Χρησιμοποίησε όλα τα μέσα, για να ματαιώσει έναν αναπόφευκτο "θάνατο". Το αποτέλεσμα; Μετακινήθηκε ακόμα πιο δεξιά απ' ό,τι ήταν και αυτό την κατέστρεψε, εφόσον αυτή η μετακίνηση "γέννησε" τη Χούντα. Η ακροδεξιά, μόλις δια­πίστωσε ότι εξουσία και μηχανισμοί μετακινήθηκαν στο χώρο της, το εκμεταλλεύτηκε εις βάρος αυτών που έκαναν τη μετακίνηση. Ήταν φυσικό ν' "αδειάσει" τη Δεξιά και να καταστρέψει τους ισχυρούς παράγοντές της. Ο βασιλιάς καταστράφηκε και η δεξιά παράταξη έμεινε εκτός εξουσίας για πολλές δεκαετίες.

Το ανάλογο κινδυνεύει να πάθει τώρα ο αριστερός χώρος. Το ΠΑΣΟΚ δεν αποδέχθηκε τη φυσική πορεία των πραγμάτων και χρησιμοποίησε όλα τα μέσα. Χρησιμοποίησε τα τρομερά ΜΜΕ, προκειμένου ν' αποφύγει το αναπόφευκτο. Άντλησε δυνάμεις από χώρους οι οποίοι δεν έπρεπε ν' αποδυναμωθούν και αυτό ήταν λάθος. Γιατί; Γιατί η μετακίνηση του ΠΑΣΟΚ εξαφανίζει την αριστερή πτέρυγα του Κέντρου. Η μόνη ασφάλειά του πλέον είναι το άκρο της αριστεράς, που είναι το ΚΚΕ. Το αμετακίνητο ΚΚΕ, που με την ύπαρξή του εμφανίζει ψευδώς το ΠΑΣΟΚ σαν κόμμα του Κέντρου. Ψευδώς, γιατί εκ των δεδομένων το ΚΚΕ δεν ανήκει στο νόμιμο "φάσμα" του Συντάγματος. Αν το ΚΚΕ εγκαταλείψει τη Βουλή, το "αδειάζει" κι αποκαλύπτεται η αθλιότητα. Το ΠΑΣΟΚ θα καταλάβει το σύνολο του χώρου της αριστεράς. Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα παραμείνουν στη Βουλή οι δύο ιδιόκτητοι "μονομάχοι". Θα απομείνουν στη Βουλή μόνον η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και βέβαια η ασήμαντη "παρανυχίδα" του ο Συνασπισμός. Οι περιουσίες των Καραμανλήδων, των Μητσοτάκηδων και των Παπανδρέου.

Με τον θεαματικό αυτόν τρόπο θ' αποκαλυφθεί ότι το σύνολο της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας βρίσκεται στα χέρια συγκεκριμένων ιδιωτών, που χειρίζονται τη χώρα σαν προσωπική τους περιουσία. Θ' αποκαλυφθεί ότι στην πατρίδα μας υπάρχει μια Χούντα, που λυμαίνεται τα πάντα. Μια Χούντα, πολύ χειρότερη από την αυθεντική και βέβαια πολύ χυδαιότερη. Μια Χούντα, της οποίας η διαφθορά και ο νεποτισμός κάνουν τη Χούντα να ωχριά μπροστά της. Κανένας Παπαδόπουλος και κανένας Ιωαννίδης δεν απέκτησε ποτέ τον πλούτο του Μητσοτάκη. Κανένας συνταγματάρχης δεν βόλεψε τα παιδιά του στο δημόσιο στο βαθμό που το επιχείρησε ο Μητσοτάκης. Μόνον σε καθεστώτα τύπου Πινοσέτ έχουν γίνει αυτά.

Θα αποκαλυφθεί ότι όλοι αυτοί επί δεκαετίες "δούλευαν" τον ελληνικό λαό. Θα αποκαλυφθεί ότι εξευτέλισαν το σύνολο του Συντάγματος και το σύνολο των θεσμών του κράτους. Αυτό θα είναι το τέλος τους. Αυτή η αποκάλυψη θα σημάνει την ήττα τους. Θα αποκαλυφθούν οι παρανομίες τους. Θα αποκαλυφθούν οι άνομες σχέσεις τους με τα ξένα κέντρα εξουσίας. Θα αποκαλυφθούν οι άνομες σχέσεις με τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, που λυμαίνονται τα πάντα στην Ελλάδα. Θα αποκαλυφθούν οι τεράστιες περιουσίες των ιδιοκτητών τους.

Αυτό σήμερα είναι ο εφιάλτης τους. Θα αποδειχθεί ότι, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ, έχουν τους ίδιους συνεταίρους. Όταν ακούς για σκάνδαλα, ακούς για συγκεκριμένες εταιρείες, που κάνουν "δουλειές" με όλες τις κυβερνήσεις. Το "συγκρότημα", ο "Άξων", ο "Άκτωρ" κλπ., δεν προέκυψαν ως εκ θαύματος κι εξαιτίας του επιχειρηματικού δαιμονίου των ιδιοκτητών τους. Δημιουργήθηκαν από τα μεγάλα κόμματα, για ν' αποτελέσουν "πλατφόρμες", οι οποίες θα τους επέτρεπαν ν' αρπάξουν περιουσία και πλούτο από το κράτος. Δημιουργήθηκαν ως "δούρειοι ίπποι", για να αλωθεί το κράτος. Για να μπορέσουν οι μεγαλοϊδιοκτήτες των "κομμάτων" να επωφεληθούν από τη μεγάλη λεηλασία.

Το ίδιο άσχημα θα εκτεθεί και το σημερινό βουλευτικό σώμα στο σύνολό του. Γιατί; Γιατί θ' αποδειχθεί ότι δεν αντιπροσωπεύει κανέναν. Δεν μπορεί αυτή η Βουλή ν' αποδείξει ότι αντιπροσωπεύει τον ελληνικό λαό. Αν αυτός ο λαός ήταν ένας λαός πλουσίων υψηλόμισθων και προνομιούχων συνταξιούχων και ταυτόχρονα στο σύνολό τους οι πάντες ήταν συγγενείς και φίλοι των "ιδιοκτητών", τότε και μόνον η σημερινή Βουλή με την παρούσα σύνθεση θα τον αντιπρο­σώπευε. Από τη στιγμή που δεν συμβαίνει αυτό, ευνόητο είναι ότι όλοι αυτοί δεν αντιπροσω­πεύουν τον λαό. Αντιπροσωπεύουν τα "αφεντικά" τους και στην καλύτερη γι' αυτούς περίπτωση αντιπροσωπεύουν μόνον τους ομοίους τους, που είναι μια μικρή μειονότητα στην κοινωνία.

Είναι εύκολο δηλαδή ν' αποδειχθεί ότι η σημερινή Βουλή έχει καταληφθεί από καιροσκόπους αλήτες της πολιτικής. Έχει καταληφθεί από τυχάρπαστα ανθρωπάκια της δεκάρας. Ανθρωπάκια, που —μέσα στον γενικότερο "χαμό"— το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ν' αρπάξουν ό,τι περισσότερο μπορούν …κανένα αδασμολόγητο αυτοκίνητο, κανέναν προνομιακό μισθό και εύκολη και μεγάλη σύνταξη. Ανθρω­πά­κια, που λειτουργούν ως συντεχνία. Που αλληλο­προστα­τεύονται, όταν καλούνται να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη. Που ενώνονται "ιδεολογικά", κάθε φορά που είναι κάτι ν' αρπάξουν. Αυτοί θα "χτυπήσουν" τα διαπλεκόμενα συμφέροντα; Αυτοί θα "χτυπήσουν" τους ανθρώπους των ΜΜΕ; Τους ανθρώπους, τους οποίους παρακαλάνε για μια εμφάνιση στα κανάλια τους; Εμφανίσεις, που θα τους επιτρέψουν την εύκολη επανεκλογή τους και άρα θα τους εξασφαλίσουν τον προνομιακό μισθό και τη σίγουρη σύνταξη.

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης τι συμβαίνει σήμερα; Αντιλαμβάνεται πόσο πολύ έχουν εκτεθεί οι καραγκιόζηδες στην κοινή θέα; Αντιλαμβάνεται πόσο μεγάλη ευκαιρία είναι για εμάς τους πολίτες να τους στείλουμε όλους μαζί στο διάολο; Τους Μητσοτάκηδες, τις Μαργαρίτες και όλο τους το σόι. Τώρα είναι η μεγάλη ευκαιρία να τους νικήσουμε και οι πιθανότητες αυξάνονται με τη συμμετοχή του ΚΚΕ στη μεγάλη μάχη για τη σωτηρία της πατρίδας μας. Τώρα είναι η μεγάλη ευκαιρία να μπει στο "παιχνίδι" και η δικαστική εξουσία και να τους κλείσει όλους μαζί στη φυλακή. Να τους κλείσει στη φυλακή με τις κατηγορίες της σύστασης συμμορίας, διαφθοράς, κατάχρησης δημοσίου κεφαλαίου και για συνταγματικά εγκλήματα. Μόνον με αυτόν τον τρόπο υπάρχει πιθανότητα να επανιδρυθεί η δημοκρατία μας πάνω σε σωστές βάσεις.

 

 

 

                    Παναγιώτης Τραϊανού

Δημιουργός της θεωρίας του "ΥΔΡΟΧΟΟΥ"