Ο αθλητισμός των Ελλήνων

και τα αθλητικά παιχνίδια των Βαρβάρων.

Μουντιάλ 2002 & Αθήνα 2004

�ο "θρίαμβος" των βαρβάρων

και η αρχή του τέλους τους.

 

 

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός στη μακραίωνη πορεία της ανθρωπότητας ότι τα περισσότερα "κακά", που βασανίζουν τους ανθρώπους, προέρχονται από την κακή χρήση των "καλών". Ανάμεσα στα πολλά "καλά" που έχει επινοήσει ο άνθρωπος, για να "ευφραίνει" την ψυχή του και να καλλιεργεί το πνεύμα του, είναι και ο αθλητισμός. Ο αθλητισμός, που, όπως έχουμε μάθει ν' ακούμε από τους διάφορους "επαΐοντες", προάγει τον πολιτισμό και ενώνει τους ανθρώπους. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά υπάρχει μια τρομερή διαφορά. Άλλο πράγμα είναι ο αθλητισμός και άλλο πράγμα το αθλητικό παιχνίδι.

Σήμερα, που η Νέα Τάξη Πραγμάτων προσπαθεί να επιβληθεί παγκοσμίως, "επενδύει" στα αθλητικά και αγωνιστικά δρώμενα, για να μπορέσει να χειραγωγήσει τις μάζες. Φιλοδοξεί να τις παρασύρει στη λογική του "πολέμου" και των συγκρούσεων, ώστε να τις βάλει στο "παιχνίδι" της. Φιλοδοξεί να προσφέρει "θριάμβους" και νίκες σε ανθρώπους που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας και οι οποίοι δεν την συμφέρει ν' αντιδρούν και προπαντώς να σκέφτονται. Η ανθρωπότητα κινδυνεύει να πέσει σε μια παγίδα τρομερή, που όμως δεν της είναι άγνωστη. Δεν "θυμάται" ότι αιώνες πριν και οι φτωχοί Ρωμαίοι γεύονταν "θριάμβους", κάθε φορά που η πείνα τους απειλούσε το σύστημα. Δεν "θυμάται" ότι υπήρξε και στο παρελθόν "οπιομανής", που η εξουσία την έλεγχε με τον πιο απόλυτο τρόπο.

Θα εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς ισχυριζόμαστε. Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του αθλητισμού και του αθλητικού παιχνιδιού. Το σύστημα αυτήν τη διαφορά τη γνωρίζει, αλλά ποτέ δεν την διευκρινίζει, γιατί δεν το συμφέρει. Είναι σίγουρο ότι την γνωρίζει, γιατί επί αιώνες "παίζει" κι αυτό τα "παιχνίδια" του με τα αθλητικά παιχνίδια. Από την αρχαία Βαβυλώνα και τη Ρώμη μέχρι και τους Μάγιας ή τους Ίνκας γνώριζαν οι πάντες στην εξουσία τη χρηστικότητα �για την εξουσία� της έννοιας του "αθλητικού παιχνιδιού". Από τους νομάδες Αφγανούς, που παίζουν ένα περίεργο "πόλο" με "μπάλα" ένα πρόβατο, μέχρι το σημερινό πολυδιαφημισμένο "μουντιάλ" του ποδοσφαίρου, τα δεδομένα είναι ίδια. Με μέσον τα αθλητικά παιχνίδια η εξουσία εξυπηρετεί τις ανάγκες της. Με μέσον τα αθλητικά παιχνίδια χειραγωγεί τις μάζες και τις διατηρεί στη "διάθεση" που την βολεύει.

Η διαφορά μεταξύ του αθλητισμού και του αθλητικού παιχνιδιού είναι τεράστια. Τόσο τεράστια, που θα μπορούσε κάποιος ανενδοίαστα να πει ότι δεν έχουν την παραμικρή σχέση μεταξύ τους. Ο αθλητισμός απευθύνεται στην ευφυΐα του ανθρώπου, ενώ το αθλητικό παιχνίδι απευθύνεται στο ένστικτο του ανθρώπου. Ως εκ τούτου ο αθλητισμός είναι ελάχιστα εκμεταλλεύσιμος για την εξουσία, ενώ με τα αθλητικά παιχνίδια συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Το αθλητικό παιχνίδι δεν έχει καμία σχέση με τον πολιτισμό και την ειρήνη. Το αθλητικό παιχνίδι είναι μια σύγκρουση αντιπάλων και έχει "συγγένεια" με την έννοια του "πολέμου". Δεν ενώνει τους ανθρώπους. Τους διχάζει και μπορεί να τους φέρει στα πρόθυρα της σύγκρουσης. Τους "φορτίζει", μέχρι του σημείου να τους οχλοποιεί και να τους παραδίδει στην εξουσία προς εκμετάλλευση.

Είναι σε θέση και έχει αποδειχθεί άπειρες φορές στο παρελθόν ότι εξαιτίας ενός αθλητικού παιχνιδιού μπορεί να προκληθεί μέχρι και πόλεμος. Μπορεί να μαλώσουν αδέρφια μεταξύ τους ή να μαλώσουν άνθρωποι που είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Από ένα ασήμαντο αθλητικό γεγονός, που γίνεται για την ειρήνη και την ομόνοια, μπορεί να γεννηθούν άσβεστα μίση. Από τις κερκίδες των γηπέδων του Ζάγκρεμπ και του Βελιγραδίου ξεκίνησε ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος. Όταν θέλεις να μονιάσεις δύο ανθρώπους ή δύο λαούς, το τελευταίο το οποίο κάνεις, αν θέλεις πραγματικά να πετύχεις τον στόχο σου, είναι να διοργανώσεις ένα αθλητικό παιχνίδι προς τιμήν τους. Ακόμα και το πιο ακίνδυνο και βαρετό παιχνίδι μπορεί να έχει τραγικά αποτελέσματα.

Όλα αυτά το σύστημα τα γνωρίζει. Γνωρίζει πώς να εκμεταλλευτεί την έννοια του "παιχνιδιού", για να παθιάζει και να "χειραγωγεί" τις μάζες. Γνωρίζει πώς να "ξύνει" κοινωνικές ή άλλες "πληγές" με τα "παιχνίδια" και πώς στη συνέχεια να επωφελείται από τις συγκρούσεις. Γνωρίζει πώς την ασήμαντη "αιμορραγία" του γηπέδου να την μετατρέπει σε πραγματική κοινωνική "αιμορραγία". Από τον αυτοκράτορα της Ρώμης, ο οποίος έλεγχε τους πληβείους της Ρώμης με τα πάθη του Κολοσσαίου, έως τους σημερινούς "σπόρτσμεν" πολιτικούς, τα πάντα είναι ίδια. Οι ίδιες επιδιώξεις, οι ίδιες υστεροβουλίες και τα ίδια ψέματα. Με "όχημα" τον αθλητισμό του πολιτισμού το σύστημα περνάει μέσα στην κοινωνία και τα αθλητικά παιχνίδια της βαρβαρότητας.

Αυτό το οποίο εφεύραν οι άνθρωποι, για να προάγουν τον πολιτισμό και την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, η εξουσία το "νοθεύει" για να προάγει τη βαρβαρότητα και να προκαλέσει ελεγχόμενους διχασμούς. Με "όχημα" ένα πολιτισμικό "καλό" μεταφέρεται μέσα στην κοινωνία ένα "κακό" της βαρβαρότητας. Το "καλό" του αθλητισμού ως έννοια είναι εφεύρημα των αρχαίων Ελλήνων. Ως έννοια συνδέεται με την έννοια του "άθλου". Του άθλου, που πραγματοποιεί ο άνθρωπος και που γι' αυτό τον θαυμάζουν οι συνάνθρωποί του.

Για να καταλάβει όμως κάποιος τι ακριβώς είναι ο άθλος, θα πρέπει να γνωρίζει την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Τι είναι ο άνθρωπος; Ένα ζώο στο βιολογικό επίπεδο, που έχει θεϊκά χαρακτηριστικά σ' ό,τι αφορά το αντίστοιχο πνευματικό επίπεδο. Είναι ένα όν δηλαδή με διπλή φύση. Οι δύο αυτές διαφορετικές φύσεις έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και τα οποία έχουν διαφορετικά όρια. Όταν αυτά τα όρια ξεπερνιούνται, έχουμε το φαινόμενο του άθλου για τον άνθρωπο ο οποίος τα ξεπερνά. Αθλητής δηλαδή είναι αυτός που ανάμεσα στους υπόλοιπους ανθρώπους βρίσκεται �λόγω εκπαίδευσης ή ταλέντου� κοντά στα ανθρώπινα όρια και συχνά-πυκνά δοκιμάζει να τα ξεπεράσει.

Αυτά τα όρια, επειδή η κάθε φύση του ανθρώπου είναι διαφορετική, απαιτούν διαφορετικά προσόντα για να ξεπεραστούν. Όπως απαιτούνται για έναν δρομέα διαφορετικά σωματικά προσόντα �για να ξεπεράσει τα ανθρώπινα όρια της ταχύτητας� από έναν αρσιβαρίστα �για να ξεπεράσει επίσης τα ανθρώπινα όρια της δύναμης�, έτσι απαιτούνται και διαφορετικά προσόντα μεταξύ των "αθλητών" των διαφορετικών ανθρωπίνων φύσεων. Διαφορετικά προσόντα απαιτούνται για έναν φυσικό άθλο από αυτά τα οποία απαιτούνται για έναν πνευματικό.

Αθλητής είναι ένας δρομέας και αθλητής είναι και ένας ερευνητής-επιστήμονας. Το κοινό στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι ο κόπος που καταβάλει κάποιος για να καταφέρει τον στόχο του, καθώς και η νοοτροπία του. Οι αθλητές κοπιάζουν τρομερά, για να προετοιμαστούν για την πραγματοποίηση του άθλου τους. Είναι επίμονοι, φιλόπονοι, ανταγωνιστικοί και έτοιμοι να υποστούν την οποιαδήποτε θυσία, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τον στόχο τους. Αθλητές και ερευνητές δηλαδή είναι απόλυτα όμοιοι στη νοοτροπία τους.

Ενώ όμως οι αθλητές των δύο αυτών φύσεων είναι απόλυτα ίδιοι μεταξύ τους, υπάρχει διαφορά στα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα αθλήματα των δύο αυτών διαφορετικών φύσεων. Η διαφορά αυτή είναι η εξής: Είναι μια διαφορά η οποία έχει σχέση με τον "στίβο" όπου αγωνίζεται ο κάθε αθλητής της κάθε φύσης. Ο "στίβος" του σώματος είναι εξ αρχής ορισμένος και πεπερασμένος, ενώ ο "στίβος" του πνεύματος είναι "μεταβλητός" και σχεδόν άπειρος, καθώς παρακολουθεί τις ανάγκες του ανθρώπου. "Στίβος" για το πνεύμα μπορεί για παράδειγμα να είναι ένα απόκρυφο κείμενο ή μια επικίνδυνη αρρώστια που μαστίζει την ανθρωπότητα.

Αθλητές του πνεύματος είναι οι μελετητές, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να αποκωδικο­ποιήσουν ένα απόκρυφο κείμενο και αθλητές είναι επίσης και οι επιστήμονες, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να βρουν τη θεραπεία μιας αρρώστιας. Αθλητές δηλαδή είναι αυτοί οι οποίοι θα προσπαθήσουν να δοκιμάσουν τις δυνατότητές τους εκεί όπου ο μέσος άνθρωπος �ενώ ο "στίβος" τον αφορά� δεν μπορεί να παρακολουθήσει. Εκεί όπου ο μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να διακριθεί, γιατί δεν διαθέτει το απαραίτητο ταλέντο και βέβαια δεν έχει υποστεί την κατάλληλη προετοιμασία. Αθλητές δηλαδή είναι αυτοί οι οποίοι έχουν τα προσόντα να δοκιμάσουν να πετύχουν τον άθλο.

Θα ξεκινήσουμε την ανάλυση μας από τα πιο εύκολα, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς συμβαίνει. Στο επίπεδο του σώματος τα πράγματα είναι περιορισμένα και σαφώς πιο εύκολα στην ανάλυσή τους. Ο άνθρωπος, όπως όλα τα ζώα, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία δεν αλλάζουν όσο και να προσπαθήσει. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγει από τα όρια που καθορίζουν το "είδος" του ως "ζώο". Δεν θα μπορέσει ποτέ να πετάξει στους ουρανούς όμοια με τους αετούς κι ούτε θα μπορέσει ποτέ να καταδυθεί στους ωκεανούς όμοια με τα κήτη. Είναι ένα ζώο χερσαίο και ως εκ τούτου τα μετρήσιμα σωματικά χαρακτηριστικά του είναι όμοια μ' αυτά που αφορούν και τα υπόλοιπα χερσαία ζώα. Μπορεί να μετρηθεί η ταχύτητά του, η δύναμή του, η αλτικότητά του κλπ..

Όμως, ως "είδος" έχει κάποιες απόλυτες τιμές σ' ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά αυτά. Τιμές, που έχουν υπολογιστεί για το ανθρώπινο είδος, όπως έχουν υπολογιστεί και για τα άλλα χερσαία είδη. Αν ανοίξει κάποιος μια εγκυκλοπαίδεια, θα δει τι ακριβώς είναι αυτές οι τιμές. Θα μάθει για παράδειγμα ότι το γρηγορότερο χερσαίο είδος είναι το τσιτάχ και μάλιστα θα δει και μια τιμή αυτής της ταχύτητάς του. Τέτοιου είδους μέγιστες τιμές έχουν όλα τα ζωικά είδη για κάποια επιμέρους χαρακτηριστικά τους και αυτές είναι οι τιμές οι οποίες διαφοροποιούν τα "είδη" μεταξύ τους.

Ανάμεσα σ' αυτά τα "είδη" είναι και το ανθρώπινο. Ένα "είδος", που είναι πιο αργό από το τσιτάχ ή τη γαζέλα, αλλά πολύ πιο γρήγορο από τη χελώνα ή το πρόβατο. Ένα είδος, που έχει μεγαλύτερη δύναμη έλξης από την αλεπού, αλλά λιγότερη δύναμη από έναν ελέφαντα. Γιατί τα λέμε όλα αυτά τα προφανή; Για να καταλάβει ο αναγνώστης τι ακριβώς είναι ο άθλος. ’θλος είναι να τρέξει ένας άνθρωπος πιο γρήγορα από ένα τσιτάχ. ’θλος είναι να τραβήξει πιο πολλά κιλά από έναν ελέφαντα. ’θλος είναι δηλαδή να ξεπεράσεις τις δυνατότητες του "είδους" σου.

Είναι αυτό δυνατόν; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί δεν μπορείς να νικήσεις τη φύση σου. Δεν μπορείς να ξεπεράσεις τα όρια που έχει θέσει η φύση. ’ρα τι συμβαίνει στην περίπτωση αυτήν; Περιοριζόμαστε στη βάση της έννοιας του "άθλου", που είναι το να είσαι ο καλύτερος του είδους σου. Ο ταχύτερος ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο ισχυρότερος ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο αλτικότερος ανάμεσα στους ανθρώπους. Αυτός ο οποίος με τις προσωπικές του επιδόσεις θα καθορίζει τις απόλυτες τιμές του είδους στο οποίο ανήκει. Ο άνθρωπος, που, για όσο διάστημα παραμένει ο καλύτερος σ' ό,τι αφορά το επίτευγμά του, θα είναι αθάνατος.

Βασικό επίπεδο δηλαδή του άθλου είναι να είναι κάποιος ο "καλύτερος" της γενιάς του και το ανώτατο επίπεδο του άθλου είναι να είναι ο "καλύτερος" όλων των γενιών. Ο βασικός στόχος δηλαδή του αθλητή είναι να γίνει πρωταθλητής και από εκεί και πέρα το όνειρό του είναι να κάνει ένα ακατάρριπτο παγκόσμιο ρεκόρ. Με την έννοια του "παγκοσμίου ρεκόρ" στην πραγματικότητα καθορίζουμε την οριακή τιμή σε κάποιο χαρακτηριστικό του χερσαίου ζώου που ονομάζεται άνθρωπος.

Εδώ βρίσκεται και το λεπτό σημείο του αθλητισμού. Ο άνθρωπος στον αθλητισμό έρχεται αντιμέτωπος με ένα φυσικό μέγεθος. Αν "νικήσει" το μέγεθος αυτό, "σπρώχνει" τα όρια. Στη συνέχεια ταυτίζεται με το μέγεθος αυτό �που συνδέεται με τις προσωπικές του δυνατότητες� κι αυτό του δίνει τη δόξα και την αθανασία. Για όσο διάστημα το όνομά του συνδέεται με το καλύτερο μέγεθος, θα είναι αθάνατος. Τόσο οι σύγχρονοί του αθλητές όσο και οι επόμενοι αυτόν θα έχουν μπροστά τους να συναγωνιστούν και όχι αυτούς οι οποίοι έτυχε να είναι αντίπαλοί τους σε έναν αγώνα. Αυτόν θ' ανταγωνίζονται και μ' αυτόν θα συγκρίνονται. Όχι για να νικήσουν τον ίδιο σε έναν αγώνα, αλλά για να ξεπεράσουν το φυσικό μέγεθος που αυτός αντιπροσωπεύει.

Μπορεί δηλαδή ένας άνθρωπος να έχει νικήσει όλους τους συγχρόνούς του και να μην γίνει ποτέ αθάνατος. Μπορεί να είναι μόνιμος πρωταθλητής, αλλά δεν θα έχει καταφέρει να πραγματοποιήσει τον ανώτατο στόχο του αθλητή. Γιατί; Γιατί στον αθλητισμό σημασία δεν έχει η νίκη, αλλά ο άθλος. Για να καταλάβει κάποιος το πόσο σημαντικό είναι αυτό το οποίο λέμε, ας σκεφτεί το εξής απλό. Μπορεί μια γενιά ανθρώπων να είναι αδιάφορη για τον αθλητισμό ή να έχει περάσει από μια δύσκολη κατάσταση επιβίωσης και να μην έχει καλά σωματικά χαρακτηριστικά. Να είναι οι περισσότεροι από αυτούς καχεκτικοί κι αδύναμοι.

Ο αθλητισμός ακόμα και γι' αυτούς τους ανθρώπους είναι δυνατός. Μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να συναγωνίζονται μεταξύ τους και κάποιοι από αυτούς να βγαίνουν νικητές στα αθλήματα. Πρωταθλητές των 100 μέτρων, που θα χρειάζονται 30 δευτερόλεπτα για να καλύψουν την απόσταση. Πρωταθλητές της άρσης βαρών με άρση είκοσι κιλών. Αυτοί, όπως αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι αθάνατοι. Γιατί; Γιατί είναι απλά οι καλύτεροι των καχεκτικών. Η επόμενη γενιά με καλύτερα χαρακτηριστικά θα τους ξεπεράσει εύκολα και από τα δικά της τα μέλη θα προκύψουν οι αθάνατοι. Αθάνατοι, οι οποίοι θα συνδέσουν το όνομά τους με το φυσικό μέγεθος που αντιπροσωπεύει ο άθλος. ’θλος είναι να κάνεις τα 100 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα. ’θλος είναι να σηκώσεις τριακόσια πενήντα κιλά.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στον "στίβο" του πνεύματος. Και σ' αυτόν τον στίβο ο άθλος συνδέεται με ένα μέγεθος. Δεν αρκεί να είσαι ο καλύτερος φιλόσοφος η κοινωνιολόγος του καιρού σου. Αθάνατος θα γίνει αυτός ο οποίος θα εφεύρει το καλύτερο κοινωνικό σύστημα. Θα παραμένει αθάνατος μέχρι να νικηθεί όχι ο ίδιος ως πρόσωπο, αλλά το πνευματικό μέγεθος που αυτός δημιούργησε και άρα αντιπροσωπεύει. Δεν αρκεί να είσαι ο καλύτερος γιατρός μεταξύ των μετρίων γιατρών του καιρού σου. Αθάνατος θα γίνει αυτός ο οποίος θα νικήσει τον καρκίνο. Αθάνατος για παράδειγμα είναι ο Παπανικολάου, ο οποίος εφεύρε το "τεστ παπ" και όχι οι χιλιάδες γιατροί, που το εκτελούν καθημερινά ανά τον κόσμο.

Το κείμενο της "Αποκάλυψης", το μυστήριο της Μεγάλης Πυραμίδας, η ελονοσία, ο καρκίνος, το AIDS κλπ., είναι τα "αθλήματα" που προσφέρουν άθλους στον "στίβο" του πνεύματος. Αυτά είναι τα μεγέθη με τα οποία θέλουν να συνδεθούν οι "αθλητές" του πνεύματος, για να κερδίσουν την αθανασία τους. Ό,τι είναι το μέγεθος του χρόνου για έναν σπρίντερ, είναι για έναν γιατρό μια αρρώστια. Ό,τι είναι το μέγεθος του μήκους για έναν άλτη, είναι για έναν ερευνητή ένα απόκρυφο κείμενο.

Αυτό μάχεται και αυτός είναι ο "εχθρός" του. Δεν είναι "εχθρός" του ο αντίπαλος αθλητής. Ο αντίπαλος είναι απλά "συνοδοιπόρος" σε μια σκληρή πορεία που οδηγεί στη δόξα. Στην άφθαρτη δόξα όμως, που έχει χώρο μόνον για τον πρώτο, του οποίου η νίκη απέναντι στο φυσικό μέγεθος θα τον κάνει και τον ίδιο μοναδικό. Το μέγεθος διαχωρίζει τον πρώτο από όλους τους υπόλοιπους. Δεν χρειάζεται δηλαδή ο πρώτος να νικήσει τους πάντες σε συγκεκριμένους αγώνες. Τα μεγέθη του πρώτου αποκλείουν τους υπόλοιπους. Μπορεί κάποιος να μπαίνει σε ένα στάδιο, ν' αγωνίζεται μόνος του και να είναι αθάνατος αθλητής. Να μην γεύεται τη νίκη σε αγώνα, αλλά, κάθε φορά που αγωνίζεται, να πραγματοποιεί άθλο.

Αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του αθλητισμού, που τον διαφοροποιεί από την έννοια του απλού "συναγωνισμού". Δεν χρειάζεται δηλαδή κάποιος από εμάς να νικηθεί σε αγώνα από έναν παγκόσμιο πρωταθλητή. Ο αγώνας δεν αφορά εμάς. Ο αγώνας αφορά τους ομοίους του αθλητές, που απειλούν να τον "ανατρέψουν" και όχι εμάς τους καθημερινούς ανθρώπους. Όποιος από εμάς έχει αμφιβολίες, δεν χρειάζεται να προβάλει ενστάσεις για αποκλεισμό του από τους αγώνες και να ζητάει ν' αγωνιστεί εναντίον των διάσημων αθλητών. Ο καθένας από εμάς μπορεί να πάει στο στάδιο της γειτονιάς του και να "μετρηθεί". Από αυτό το "μέτρημα" θα γελάσει ή θα κλάψει για τον εαυτό του. Από αυτό το "μέτρημα" θ' αποφασίσει αν τον συμφέρει να συνεχίσει την προσπάθειά του ή αν τον συμφέρει ν' αράζει στις καφετέριες.

Αντιλαμβανόμαστε ότι ο ανταγωνισμός των αθλητών μεταξύ τους δεν είναι το ζητούμενο για τον αθλητισμό. Δεν είναι το ζητούμενο η νίκη έναντι των συναθλητών. Το ζητούμενο είναι ο άθλος. Ο συναγωνισμός απλά βοηθάει τον καλύτερο να πραγματοποιήσει τον στόχο του, που είναι ο άθλος. Ο συναγωνισμός "σπρώχνει" τον "υπεράνθρωπο" αθλητή προς τον άθλο. Ο συναγωνισμός ισχυρών αθλητών συμφέρει τους πάντες, γιατί θα οδηγήσει αυτόν που έχει τις δυνατότητες στον άθλο και την αθανασία.

Το πόσο ασήμαντος για την έννοια του "άθλου" και άρα και του "αθλητισμού" είναι ο ρόλος του συναγωνισμού και της νίκης έναντι των αντιπάλων μπορεί να το καταλάβει ο αναγνώστης, κάνοντας την εξής απλή σκέψη. Έστω ότι ένας αθλητής μιας αθλητικά ασήμαντης γενιάς είναι τόσο ταλαντούχος και τόσο ξεχωριστός, που όλοι θέλουν να τον δουν να πραγματοποιεί τον άθλο. Πώς θα τον "βοηθήσουν" να πετύχει τον στόχο του; Ο συναγωνισμός είναι ελάχιστος και δεν τον βοηθάει να ξεπεράσει τον εαυτό του. Τι θα κάνουν; Θα τον βοηθήσουν τεχνητά.

Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Θα τον βάλουν να συναγωνιστεί με ένα άλλο είδος. Ένα είδος, που τα χαρακτηριστικά του θα είναι στο επίπεδο εκείνο, που να μην τον θέτουν εκτός του συναγωνισμού και ταυτόχρονα για τον άνθρωπο που θα τα πετύχει να είναι άθλος. Αυτό είναι ένα είδος τεχνητής βοήθειας. Αυτό είναι μια "βοήθεια", που συμβαίνει συχνά ακόμα και στις μέρες μας. Όταν οι διοργανωτές μιας αθλητικής εκδήλωσης θέλουν να προσφέρουν στους θεατές τους παγκόσμιο ρεκόρ �και άρα άθλο�, χρησιμοποιούν "λαγούς" στα αθλήματα όπου αυτό είναι δυνατό. "Λαγοί" είναι αθλητές οι οποίοι τρέχουν στο μάξιμουμ τον δυνατοτήτων τους για συμπληρωματικά διαστήματα, με στόχο να παρασύρουν σε εξωφρενικούς ρυθμούς τον υπεραθλητή που αναζητά τον άθλο.

Τον αθλητή που δεν διχάζει το στάδιο. Τον αθλητή που ενώνει το στάδιο υπέρ του. Τον αθλητή που θα κάνει ευτυχείς τους θεατές, αν τους δώσει την ευκαιρία να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες ενός άθλου. Ενός ιστορικού αθλητικού γεγονότος, που μπορεί να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά. Αυτός είναι ο αθλητισμός, που ενώνει τους ανθρώπους. Που τους κάνει να αισθάνονται ευτυχείς γι' αυτό που βλέπουν. Που θα φύγουν χαρούμενοι από το στάδιο.

Σ' αυτό το σημείο συνδέεται ακόμα και ο "ταπεινός" αθλητισμός του σώματος με την ευφυΐα. Γιατί; Γιατί ο άνθρωπος, επειδή είναι ευφυής, εφεύρε τον σωματικό αθλητισμό. Ο άνθρωπος έχει πνεύμα και ενδιαφέρεται για πράγματα που δεν ενδιαφέρουν τα άλλα ζώα. Δεν ενδιαφέρει για παράδειγμα ένα ζώο να δει ποιες είναι οι προσωπικές του δυνατότητες σε σχέση μ' αυτές των ομοίων του. Δεν ενδιαφέρει ένα κοπάδι ζώων να δει τις δυνατότητες των μελών του σε σχέση μ' αυτές των μελών άλλων ομοίων κοπαδιών.

Όμως, αυτό το οποίο δεν ενδιαφέρει τα ζώα ενδιαφέρει τους ανθρώπους. Ενδιαφέρει τον άνθρωπο να δει τις προσωπικές του δυνατότητες σε σχέση μ' αυτές των ομοίων του. Ενδιαφέρει τον άνθρωπο να γευθεί τη δόξα αυτού του οποίου θα καθορίζει τα σωματικά "όρια" του ανθρώπινου είδους. Ενδιαφέρει όμως και την κοινωνία να δει τα όρια αυτά, γιατί βγάζει κάποια συμπεράσματα. Την ενδιαφέρει να βρίσκονται τα μέλη της ως σύνολο κοντά στα "όρια", γιατί από αυτό βγάζει κάποια συμπεράσματα.

Τι συμπεράσματα μπορεί να βγάλει η κοινωνία από τον αθλητισμό και τα οποία της είναι χρήσιμα; Ο άνθρωπος, για να είναι τέλειος ως ζώο και να πλησιάζει τα "όρια" του είδους του, θα πρέπει να ζει καλά και να είναι υγιής. Μια κοινωνία, που υπερέχει σε όλους τους τομείς από άλλες όμοιές της, σημαίνει ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο και άρα ότι τα μέλη της "ζουν" καλά. Τρέφονται όπως πρέπει να τρέφονται οι άνθρωποι, για να είναι υγιείς και εκπαιδεύονται όπως πρέπει, για να είναι φιλόπονοι και να προσπαθούν για κάποιον υψηλό σκοπό. Τρέφονται καλά, για να είναι υγιή ζώα και εκπαιδεύονται καλά, για να είναι όμοιοι με θεούς, που σε κάποια στιγμή θα βοηθήσουν το κοινωνικό σύνολο με τα επιτεύγματά τους.

Αντιλαμβανόμαστε ότι η σύγκριση των αθλητών στον αθλητικό στίβο επιτρέπει την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων, που αφορούν τα ίδια τα συστήματα και άρα τα πνευματικά επιτεύγματα των μελών τους. Τα επιτεύγματα, που δίνουν στο ανθρώπινο όν το μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. Τα επιτεύγματα, που δίνουν στα κοινωνικά συστήματα το μάξιμουμ των δυνατοτήτων τους. Συγκρίνουν τα μέλη των συστημάτων τις επιδόσεις των αθλητών τους με αυτές των μελών των άλλων συστημάτων και επιβεβαιώνουν την ορθότητα κάποιων επιλογών τους ή αμφισβητούν την ορθότητα κάποιων άλλων.

Οι αρχαίοι Έλληνες, που μελετούσαν συστηματικά τον άνθρωπο και την κοινωνία του, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν αυτό το γεγονός. Τους ενδιέφερε ο Έλληνας ως άνθρωπος, αλλά τους ενδιέφερε και ο ελληνικός κόσμος. Για την εξαγωγή των συμπερασμάτων αυτών εφεύραν τον "αθλητισμό" και τον "ολυμπισμό". Αυτές οι δύο έννοιες προσδιορίζουν συγκεκριμένα πράγματα και υπηρετούν συγκεκριμένους στόχους, που είναι διαφορετικοί μεταξύ τους.

Τι σημαίνει αυτό το οποίο λέμε και ποια η σημασία του; Οι αρχαίοι Έλληνες ως "αθλητισμό" όρισαν ακριβώς τι εννοούσαν και το ίδιο έκαναν και στον "ολυμπισμό". Ως "αθλητισμό" όρισαν με βάση τη ζωική φύση του ανθρώπου το τι ακριβώς θα μετράνε ως μέγεθος. Θα μετρούσαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του. Συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που αφορούσαν καθαρά το σώμα και δεν θα νοθεύονταν από την "ευφυΐα".

Διαχώρισαν �ή τουλάχιστον ήθελαν να διαχωρίσουν� απόλυτα το φυσικό μέγεθος από το πνευματικό. Δεν ήθελαν δηλαδή να υπάρχουν αθλήματα στα οποία η δεξιοτεχνία, η πονηριά κλπ. �και άρα η ευφυΐα� θα "νόθευαν" το τελικό αποτέλεσμα. Αρκούσε όμως αυτό; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί έπρεπε να προστατευτεί ο κύριος λόγος για τον οποίο εφεύραν τον αθλητισμό. Έπρεπε να προστατεύσουν τους λόγους για τους οποίους εφεύραν τον αθλητισμό και ήταν η εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για την κοινωνία.

Αυτός ο στόχος ήταν η αποστολή του ολυμπισμού. Ο ολυμπισμός θα καθόριζε ποιοι θα συναγωνίζονταν μεταξύ τους. Γιατί; Γιατί υπάρχει πρόβλημα, όταν συναγωνίζονται ανόμοιοι άνθρωποι μεταξύ τους. Υπάρχει πρόβλημα, όταν συναγωνίζονται ανόμοια "είδη" μεταξύ τους. Δεν μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα για την υγεία μιας χελώνας, όταν τη βάζεις να συναγωνίζεται με ένα τσιτάχ. Είτε υγιής είτε άρρωστη, πάντα θα χάνει από αυτό. Την υγεία μιας χελώνας την κρίνεις, όταν τη βάζεις να συναγωνίζεται με μια άλλη χελώνα.

Οι Έλληνες γρήγορα αντιλήφθηκαν το πρόβλημα των βαρβάρων. Απέκλεισαν τους βάρβαρους από τους ολυμπιακούς αγώνες, όχι γιατί ήταν ρατσιστές, αλλά γιατί με τη συμμετοχή τους στους αγώνες θα "ακύρωναν" τη χρηστικότητα του αθλητισμού. Τι σημαίνει αυτό; Οι Έλληνες εφεύραν τον αθλητισμό, για να συγκρίνουν μέσω των επιδόσεων των αθλητών τα ίδια τα κοινωνικά μοντέλα των οποίων εκείνοι οι αθλητές ήταν μέλη. Ο αθλητισμός αφορούσε τους πολίτες εκείνων των μοντέλων.

Πολίτης όμως σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα. Πολίτης, που είναι αθλητής, σημαίνει επίσης συγκεκριμένα πράγματα. Οι Έλληνες στις Ολυμπιάδες τους ήθελαν να συγκρίνουν τα επιτεύγματα των πολιτών των διαφόρων ελληνικών συστημάτων. Ήθελαν να δουν και να κρίνουν τις δυνατότητες των σωματικών τους ιδιομορφιών και το σύνολο των επιλογών τους, που επηρέαζαν τις ιδιομορφίες αυτές. Ήθελαν να συγκρίνουν τις ελληνικές "υποράτσες", που συνέθεταν την ελληνική "ράτσα". Η σωματική ιδιομορφία μπορεί για παράδειγμα να έδινε στους Σπαρτιάτες υπεροχή στην ταχύτητα και στους Θηβαίους να έδινε υπεροχή στην αλτικότητα.

Αυτές οι ιδιομορφίες όμως, επειδή επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες, δημιουργούν "στίβο" και για το πνεύμα. Δοκιμάζεις αλλαγές στη διατροφή, για να εξαλείψεις μια φυσική αδυναμία, που χαρακτηρίζει μια μεγάλη πληθυσμιακή μερίδα. Δοκιμάζεις αλλαγές στην προπόνηση, για να εξαλείψεις την ίδια φυσική αδυναμία. Το ίδιο κάνει όμως κι αυτός ο οποίος έχει φυσική υπεροχή και θέλει να τη διατηρήσει. Ό,τι ανακαλύπτεις σε πρώτη φάση για τους αθλητές εύκολα το μεταφέρεις ως κέρδος και για την υπόλοιπη κοινωνία.

Όλα αυτά, όπως αντιλαμβανόμαστε, μετατρέπουν τον αθλητισμό σε ένα τεράστιο "εργαστήριο" επιστημονικής έρευνας. Ένα "εργαστήριο", που προσφέρει γνώσεις σ' ό,τι αφορά τη διατροφή, την άσκηση ή τη θεραπεία. Γιατί; Γιατί από αυτά τα οποία δοκίμασαν οι αθλητές, για να νικήσουν σε έναν αγώνα, μπορεί να ωφεληθεί και ένας άρρωστος πολίτης, που είχε κάποιο πρόβλημα. Όταν γνωρίζεις πώς να γυμνάζεις τα πόδια ενός αθλητή, γνωρίζεις και πώς να γυμνάσεις τα πόδια ενός ανθρώπου με κινητικά προβλήματα. Όταν γνωρίζεις να φτιάχνεις ένα διεγερτικό αφέψημα, που βοηθάει τον αθλητή να διατηρεί τη φόρμα του, γνωρίζεις να το φτιάχνεις και για τους αρρώστους, που απλά προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο αναγνώστης γιατί ο αθλητισμός συνδέεται με την έννοια της "ευφυΐας" και του "πνεύματος". Μελετώντας κάποιος τις Ολυμπιάδες, μπορούσε να μελετάει τον ελληνικό κόσμο. Παρακολουθώντας κάποιος τις Ολυμπιάδες των Ελλήνων, μπορούσε να παρακολουθεί τον ελληνικό κόσμο. Μπορούσε να παρακολουθεί την πρόοδο ή την καθυστέ­ρηση των ελληνικών συστημάτων. Γιατί; Γιατί η πρόοδος και η ισχύς ενός συστήματος "προβάλ­λεται" πάνω στους πολίτες του. Ο κάθε Έλληνας ή βάρβαρος μπορούσε να κρίνει την κάθε ελληνική πόλη από τις επιδόσεις της στην Ολυμπιάδα.

Από αυτές τις επιδόσεις μπορούσε να βγάλει συμπεράσματα για τη γενικότερη κατάστασή της^ οικονομική και πνευματική. Κρίνονταν στους ολυμπιακούς αγώνες τόσο οι παλιές πόλεις όσο και οι καινούργιες. Όταν μια νέα "παραγκούπολη" άρχιζε να ακμάζει και άρα να έχουν αποτέλεσμα οι πολιτικές και οι οικονομικές επιλογές της, αυτό "φαινόταν" στους ολυμπιακούς αγώνες. Όταν μια παλαιά κραταιά πόλη άρχιζε να παρακμάζει ή να "κουράζεται", αυτό φαινόταν στους ολυμπιακούς αγώνες. Κάθε νέα ακμή ή παρακμή βοηθούσε τον ελληνικό κόσμο στην "πορεία" του, γιατί του έδινε πληροφορίες. Του "έδειχνε" ποια επιλογή οικονομική ή πολιτική είχε θετικά αποτελέσματα στους πολίτες της και ποια όχι. Η επιτυχία στους ολυμπιακούς "έδειχνε" στις πόλεις ποιες επιλογές συμφέρουν μια πόλη.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που οι ολυμπιακοί αγώνες γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια. Γιατί; Γιατί τους Έλληνες δεν τους ενδιέφερε τόσο το ίδιο το θέαμα της αθλητικής μάχης, όσο το να προετοιμάζονται γι' αυτήν. Δεν πήγαιναν στους αγώνες με τη λογική που πηγαίνει κάποιος στο ιπποδρόμιο. Δεν τους ενδιέφερε να χειροκροτούν διαρκώς τους ίδιους νικητές και να "μεθάνε" με τις νίκες. Τους ενδιέφερε αυτό το ενδιάμεσο διάστημα, για να "δουλέψουν" στον πνευματικό τομέα, ώστε το αποτέλεσμα να φανεί στον στίβο.

Αυτό το διάστημα των τεσσάρων χρόνων ήταν ιδανικό για πολλούς λόγους. Ήταν ιδανικό για τους ίδιους τους αγώνες και τις ανάγκες του αθλητισμού. Γιατί; Γιατί τεχνολογία δεν υπήρχε και φυσικό μέγεθος γινόταν ο ίδιος ο ολυμπιονίκης. Δεν υπήρχαν τα χρονόμετρα ακριβείας, ώστε να υπάρχει άμεση σύνδεση του αθλητή με ένα μέγεθος. Τα τέσσερα χρόνια ήταν καλό διάστημα, γιατί μέσα στο διάστημα αυτό μπορούσε ο ολυμπιονίκης να διατηρηθεί σε ένα σταθερό επίπεδο, για να υπερασπιστεί τον τίτλο του και άρα να δημιουργήσει τη "συνέχεια" στη διαδοχή.

"Συνέχεια" σημαίνει ο παλιός καλός αθλητής να χάσει από τον νέο, που είναι καλύτερος. "Συνέχεια" δεν υπάρχει, όταν ο καλός αθλητής χάνει μόνον από το γήρας του. "Συνέχεια" δεν υπήρχε, όταν κάποιος με τα μέσα της εποχής εκείνης ήταν ολυμπιονίκης για τρεις ή τέσσερις Ολυμπιάδες. Αυτό σήμαινε όχι ότι αυτός ήταν κάτι το τρομερό, αλλά ότι οι επόμενοι ήταν εξαιρετικά αδύναμοι ή αδιάφοροι, πράγματα, που, αν συνέβαιναν, αποτελούσαν αντικείμενα διερεύνησης. Αυτό βέβαια ήταν κάτι το οποίο δεν συνέβαινε σχεδόν ποτέ κι απλά το αναφέρουμε, για να καταλάβει ο αναγνώστης την επιλογή των Ελλήνων σ' ό,τι αφορά τον χρόνο διεξαγωγής των αγώνων.

Τα τέσσερα χρόνια ήταν ένα διάστημα, που βοηθούσε να υπάρχει η "συνέχεια", ώστε να υπάρχει σύγκριση των επιδόσεων μεταξύ των γενεών. Αν κάποιος ολυμπιονίκης νικιόταν μόνον από το γήρας του, τότε "έσπαζε" η "συνέχεια" και ξανάρχιζε το "μέτρημα" των φυσικών μεγεθών από την αλληλοδιαδοχή των νέων πρωταθλητών. Τα τέσσερα χρόνια ήταν ένα διάστημα, το οποίο βοηθούσε τους Έλληνες να μελετούν τα κοινωνικά φαινόμενα που αφορούν τον αθλητισμό και τις αντιλήψεις των πολιτών γύρω από αυτόν και ό,τι αυτός αντιπροσώπευε.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που οι Έλληνες περιέβαλαν με μεγάλη τιμή τους νικητές των ολυμπιακών αγώνων. Ο ολυμπιονίκης δηλαδή την εποχή εκείνη απολάμβανε τιμές, όχι γιατί ήταν ο νικητής των συναθλητών του, αλλά γιατί αντιπροσώπευε μέγεθος. Ήταν τίτλος τιμής να είναι κάποιος ολυμπιονίκης. Ήταν τίτλος τιμής, γιατί εκείνα τα τέσσερα χρόνια ήταν ο γρηγορότερος ή ο αλτικότερος κλπ. άνθρωπος του ελληνικού κόσμου. Ο ολυμπιονίκης ήταν το "ζωντανό" ρεκόρ, εφόσον δεν μπορούσε να μετρηθεί αλλιώς. Ήταν σαν να λέμε το "ζωντανό" 8,9 sec για τα σημερινά 100 μέτρα.

Αυτό το διάστημα όμως των τεσσάρων χρόνων μεταξύ των Ολυμπιάδων ήταν ιδανικό και για άλλους λόγους. Ήταν αρκετό, για να μπορέσει το κάθε σύστημα να "περάσει" τη γενικότερη πρόοδό του στους πολίτες του και κατ� επέκταση στους αθλητές του. Ήταν αρκετό, για να δώσει απόδοση στον πλούτο του ή την ισχύ του και να κάνει ορατή την "επιτυχία" του. Ήταν αρκετό, για να μετατρέψει ένα σύστημα την κοινωνική ή οικονομική "επιτυχία" του σε αθλητική τεχνογνωσία ή ιατρική γνώση.

Αντιλαμβανόμαστε ότι για τους λόγους αυτούς έπρεπε να υπάρχουν "κανονισμοί" και αυτός ήταν ο ρόλος του ολυμπισμού. Οι Έλληνες απέκλειαν τους βάρβαρους, γιατί απλούστατα στα βαρβαρικά συστήματα δεν υπάρχουν πολίτες. Μέσα στα συστήματα αυτά υπάρχουν κύριοι, που κατέχουν τα πάντα και δούλοι, που ζουν κι αντιμετωπίζονται σαν ζώα. Η ακμή και ο πλούτος των συστημάτων αυτών δεν "προβάλλεται" στις κοινωνικές τους βάσεις. Τα βαρβαρικά συστήματα ακμάζουν και παρακμάζουν ερήμην των λαών τους. Η συμμετοχή δηλαδή των βαρβάρων στους Ολυμπιακούς θα ακύρωνε όλους τους λόγους για τους οποίους οι Έλληνες "εφεύραν" τον αθλητισμό.

Επιπλέον, η συμμετοχή των βαρβάρων δεν θα πρόσφερε στον αθλητισμό ούτε καν τη δυνατότητα να επιβιώσει ως θέαμα. Γιατί; Γιατί θα έπαυε να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Γιατί; Γιατί οι βάρβαροι θα ήταν ασυναγώνιστοι. Ο συναγωνισμός, που κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον του κόσμου, υπάρχει μόνον όταν ανταγωνίζονται όμοιοι μεταξύ τους. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον, όταν ανταγωνίζονται μεταξύ τους ανόμοια όντα, είτε αυτά είναι άνθρωποι είτε ζώα.

Όπως δεν υπάρχει ενδιαφέρον να βάλεις ως αντιπάλους σε έναν στίβο ένα τσιτάχ και μια χελώνα, έτσι δεν υπάρχει ενδιαφέρον να βάλεις και ανόμοιους ανθρώπους μεταξύ τους. Ποιος θα πήγαινε να δει έναν αγώνα μεταξύ ενός υγιούς αθλητή και ενός αναπήρου; Γιατί δεν πηγαίνει; Γιατί γνωρίζει εκ των προτέρων το αποτέλεσμα. Γιατί η νίκη, όταν συγκρούονται διαφορετικά είδη, όχι απλά δεν είναι άθλος, αλλά υποχρέωση του "ανώτερου" είδους.

Αυτός ήταν κι ο λόγος του αποκλεισμού των βαρβάρων από τους Ολυμπιακούς. Υπάρχει συναγωνισμός �και άρα ενδιαφέρον στους αγώνες� όταν πολίτες ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Πολίτες, που έχουν μια φυσιολογική ζωή πολίτη. Που δαπανούν χρόνο για τη μόρφωσή τους, για την εργασία τους, για τη διασκέδασή τους ή για την ενασχόλησή τους με τα "κοινά". Πολίτες, που τους ενδιαφέρει η ζωή τους και δεν "καταπίνουν" ό,τι τους δίνουν, για να μετατραπούν στιγμιαία σε "ρουκέτες". Αυτών των πολιτών ο ανταγωνισμός έχει ενδιαφέρον και βέβαια προσφέρει τα συμπεράσματα που αναζητούσαν οι Έλληνες.

Πώς θ' ανταγωνίζονταν αυτοί οι πολίτες τα "θηρία" των βαρβάρων; "Θηρία" αγράμματα, βίαια και που η μόνη ενασχόλησή τους θα ήταν η άθλησή τους. "Θηρία" σταβλισμένα στους "στάβλους" των ισχυρών; "Θηρία", που θα έτρωγαν και θα ζούσαν παντελώς διαφορετικά από τους συνανθρώπους τους μέσα στις κοινωνίες όπου ζούσαν; "Θηρία", που θα εξαναγκάζονταν από τους κυρίους τους να "καταπιούν" ό,τι τους δώσουν χωρίς αντίδραση; "Θηρία", που, αν δεν πέθαιναν στα "πειράματα", θα ήταν ασυναγώνιστα; Πώς για παράδειγμα θα επέτρεπαν οι Έλληνες στους Πέρσες να συμμετάσχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες; Θα πήγαινε ο πλούσιος Πέρσης και θ' αγόραζε τα καλύτερα "ανθρωποζώα" για τους "στάβλους" του. Θα αγόραζε έναν δούλο από τη Σιβηρία, που θα ήταν τέρας δύναμης. Θα αγόραζε έναν δούλο από την Αιθιοπία, που θα ήταν τέρας αντοχής στους αγώνες δρόμου.

Ποιος πολίτης των ελληνικών πόλεων θα μπορούσε να συναγωνιστεί αυτά τα "θηρία"; Σε τι θα διέφερε αυτός ο πλούσιος Πέρσης χορηγός-φίλαθλος από έναν ιδιώτη ιδιοκτήτη ιπποφορβείου, ο οποίος είχε άλογα που έτρεχαν σε ιπποδρομίες; Αργά η γρήγορα δηλαδή οι βάρβαροι θα σάρωναν τα πάντα και θα κατέστρεφαν το πνευματικό μέρος του αθλητισμού. Θα μετέτρεπαν τους στίβους των ανθρώπων σε "αρένες" ζώων. Αργά ή γρήγορα θα παρέσυραν και τους Έλληνες σ' αυτήν την πρακτική. Τους Έλληνες, που είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους να μην χρησιμοποιούν δούλους στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Γι' αυτόν τον λόγο οι Έλληνες τους απέκλεισαν από τους αγώνες. Τους απέκλεισαν για καθαρά πρακτικούς λόγους και όχι εξαιτίας του ρατσισμού. Εξαιτίας όμως αυτού του αποκλεισμού, αναγκαστικά περιορίστηκαν στο να μετρούν τις επιδόσεις του ελληνικού "υποείδους" και όχι του ανθρώπινου. Ο ολυμπιονίκης δεν θα ήταν ο ταχύτερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά ο ταχύτερος πολίτης του ελληνικού κόσμου. Περιόρισαν το μέγεθος του άθλου υπέρ του αθλητισμού και της κοινωνίας. Μεγάλο το τίμημα, αλλά ήταν το μόνο που διασφάλιζε τις προϋποθέσεις για υγιή αθλητισμό. Μεγάλο τίμημα, που θα εξαλειφόταν μόνον με την παγκοσμιοποίηση του ελληνικού πνεύματος.

Αυτήν τη λογική των Ελλήνων και την τάση τους να εντάξουν στον ελληνικό κόσμο και όλους τους υπόλοιπους λαούς την αντιλαμβάνεται κάποιος, αν θυμηθεί την περίπτωση του βασιλιά της Μακεδονίας, που ήθελε και τελικά κατάφερε να συμμετάσχει στους ολυμπιακούς αγώνες. Ο βασιλιάς εκείνος απέδειξε μεν ότι η παιδεία του ήταν ελληνική, αλλά αυτό δεν ήταν το καθοριστικό, που του επέτρεψε να συμμετάσχει στους αγώνες. Το καθοριστικό ήταν άλλο.

Το καθοριστικό ήταν ότι ο ίδιος ως πρόσωπο ήθελε να συμμετάσχει στους αγώνες. Οι αγωνοδίκες έκριναν μόνον την περίπτωσή του και όχι την περίπτωση της Μακεδονίας, που ήταν ένα βαρβαρικό βασίλειο. Έκριναν ότι ως πρόσωπο, λόγω των καθηκόντων του, είχε τους περιορισμούς του πολίτη και άρα επιβαρυνόταν και ο ίδιος με τα όσα επιβάρυναν τον πολίτη. Συμμετείχε ο ίδιος στους αγώνες, αλλά αυτό δεν παρέσυρε και τους υπόλοιπους Μακεδόνες. Δεν άφησαν οι αγωνοδίκες να κατέβουν στους αγώνες οι δούλοι των Μακεδόνων.

Αυτά όλα θα διασφάλιζαν στους Έλληνες την προστασία της έννοιας του "αθλητισμού". Κατά τη γνώμη του γράφοντος αυτό το πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα. Απέτυχαν σε δύο πράγματα. Πρώτον δεν απέφυγαν πλήρως τη βαρβαρική παθολογία και δεύτερον μόνοι τους δημιούργησαν τον "καρκίνο" του αθλητισμού, που τον οδηγεί στη βαρβαρότητα. Τον "καρκίνο", που ανάμεσα στα αθλήματα της ειρήνης βάζει τα αθλητικά παιχνίδια του πολέμου.

Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συνέβη το εξής: Η αίγλη και η δόξα που περιέβαλε τους Ολυμπιακούς ως αγώνες και τους ολυμπιονίκες ως πρόσωπα δημιούργησε μια αγχωτική κατάσταση στον ελληνικό κόσμο. Οι ελληνικές πόλεις και οι πολίτες τους ήθελαν να κερδίσουν αυτήν τη δόξα πάση θυσία και αυτό ήταν καθοριστικό στη συμπεριφορά τους. Η διάκριση στους αγώνες έβαζε μια πόλη στον ελληνικό "χάρτη" και όλοι ήθελαν να πάρουν μια καλή θέση σ' αυτόν.  ’ρχισαν λοιπόν ν' αλλάζουν συμπεριφορές και να "νοθεύουν" τα δεδομένα. Με στόχο τη νίκη δημιούργησαν βαρβαρικές συνθήκες.

’ρχισαν οι πλούσιοι αυτών των πόλεων, είτε από αγάπη προς την πόλη τους είτε από πολιτική υστεροβουλία, να γίνονται χορηγοί των αθλητών πολιτών. Αυτό ήταν καθοριστικό, γιατί με τον τρόπο αυτόν απομονώνονταν οι αθλητές από τον υπόλοιπο λαό. Οι αθλητές, εξαιτίας των χορηγών, έπαψαν να έχουν τη φυσιολογική ζωή ενός μέσου εργαζόμενου πολίτη. ’ρχισαν να γίνονται "νεοβάρβαροι" δούλοι των χορηγών, που μόνον θεωρητικά ήταν ελεύθεροι πολίτες. Αυτό ήταν κάτι που "εκτροχίασε" το αθλητικό πνεύμα και ακύρωσε τον ρόλο του και τους στόχους του.

Οι αθλητές, από ένα σημείο κι έπειτα, έπαψαν να είναι η ζωντανή διαφήμιση του ελληνισμού και της πόλης που αντιπροσώπευαν και έγιναν μια πραγματική κοινωνική "μάστιγα", που τη μισούσε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Την μισούσε για τα προνόμιά της, που ήταν ανεπίτρεπτα για ελεύθερους πολίτες και την μισούσε, γιατί έτεινε προς την αποκτήνωση. Αν διαβάσει κάποιος την αρχαία βιβλιογραφία, θα καταλάβει τι εννοούμε. Όσα κείμενα υπάρχουν, που εκθειάζουν τον αθλητισμό και τους αθλητές, άλλα τόσα τους κατηγορούν για αθλιότητα.

Οι ενεργοί πολίτες και οι φιλόσοφοι των ανεπτυγμένων ελληνικών πόλεων τους μισούσαν στην κυριολεξία. Μιλούσαν χωρίς καμία αναστολή για πραγματικά ζώα. Για αμόρφωτα ζώα, που ήταν έτοιμα να κάνουν το οτιδήποτε προκειμένου να νικήσουν. Για αμόρφωτα και άπληστα ζώα, που φέρονταν σαν δούλοι απέναντι στους χορηγούς τους. Για αμόρφωτα ζώα και αδίστακτα, που δοκίμαζαν όλη τη "χημεία" της εποχής εκείνης, προκειμένου να μπορέσουν να νικήσουν. Για ζώα, που έμοιαζαν απόλυτα με τα σημερινά αγράμματα και ντοπαρισμένα ζώα των "στάβλων" της Nike ή της Adidas.

Το ακόμα χειρότερο όμως ήταν άλλο. Με τις χορηγίες και τη "νοθεία" των δημοκρατικών πόλεων της Ελλάδας, δινόταν η ευκαιρία να "επιβιώνουν" και να μην κρίνονται και οι φασιστικές και άρα βαρβαρικές πόλεις του ελληνικού κόσμου. Οι πόλεις, που δεν δικαιούνταν να παρουσιάζονται ως μέλη του ελληνικού κόσμου. Γιατί δεν δικαιούνταν; Γιατί απλούστατα ο ελληνικός κόσμος δεν ήταν κάτι το αφηρημένο. Ήταν το αποτέλεσμα της "παραγωγής" των Ομηρικών Επών. Όταν μια πόλη και μια κοινωνία δεν σέβεται τις αρχές των Επών, δεν δικαιούται να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις.

Πόλεις, όπως η στρατοκρατική και φασιστική Σπάρτη, που καμία σχέση δεν είχε με το ελληνικό πνεύμα. Τι σχέση είχε η τυπική σπαρτιατική οικογένεια, που προβαλλόταν σαν πρότυπο, με την οικογένεια όπως την αντιλαμβανόταν ο Οδυσσέας; Τι σχέση είχε η κοινωνική λειτουργία, όπως την αντιλαμβανόταν ο μέσος Σπαρτιάτης, με τις αντιλήψεις του Οδυσσέα για τα ίδια θέματα; Το γεγονός ότι τα Έπη περιγράφουν έναν πόλεμο της κοινωνίας της οποίας ήταν μέλος ο Οδυσσέας, δεν σημαίνει ότι μέσα σ' αυτά εξιδανικεύεται η έννοια του "πολέμου".

Ο πόλεμος που περιγράφουν τα Έπη δεν δίνει αυτόματα άλλοθι σε στρατοκρατικά καθεστώτα να συνεχίσουν την άθλια κοινωνική τους πολιτική. Τι θα πει �"ή ταν ή επί τας"; Φαντάζεται κάποιος την Πηνελόπη να έλεγε κάτι τέτοιο στον λατρεμένο της Τηλέμαχο; Έκλαιγαν και κρύβονταν για ν' αποφύγουν τον πόλεμο τα μέλη εκείνης της οικογένειας. Έπρεπε να ψάξουν να βρουν τον κρυμμένο Οδυσσέα, προκειμένου να τον πείσουν να πάρει μέρος στον πόλεμο. Όταν η συμπεριφορά αυτής της επικής οικογένειας αποτελεί το πρότυπο του ελληνισμού, δεν δικαιούται να αυτοχαρακτηρίζεται ως Έλληνας κάποιος ο οποίος δεν σέβεται τις αρχές της.

Όλες αυτές οι παρανοήσεις δεν ξεκαθάριζαν την κατάσταση στον ελληνικό κόσμο. Όλες αυτές οι βαρβαρικές πόλεις, ανάμεσα στα άλλα στα οποία επηρέαζαν με τις συμπεριφορές τους, ήταν και ο ολυμπισμός. Γιατί; Γιατί τον "νόθευαν". Γιατί άλλαζαν αυτά τα οποία πιο πάνω θεωρήσαμε ως θεμελιώδη δεδομένα για τον αθλητισμό των πολιτών. Έθεταν υπό την "ομπρέλα" της κρατικής εξουσίας τους αθλητές, για να επιτύχουν τη διάκριση-διαφήμιση. Έκαναν δηλαδή ό,τι θα έκαναν οι βάρβαροι κι απλά διέφεραν στο γεγονός ότι δεν αγόραζαν δούλους, παρά χρησιμοποιούσαν τα δικά τους παιδιά ως δούλους των κρατικών συμφερόντων τους. Οι αθλητές δεν αγωνίζονταν για τη δόξα των βάρβαρων ιδιοκτητών τους, αλλά για τη δόξα του εξίσου βάρβαρου συστήματός τους. Όλα αυτά τα κατάφερναν χωρίς αντίδραση, εξαιτίας της νοθείας των "χορηγών" των υπολοίπων πόλεων.

Αυτοί οι "χορηγοί" βέβαια δεν τα έκαναν όλα αυτά, επειδή αγαπούσαν τον αθλητισμό. Αυτά τα έκαναν, γιατί η συνολική οικονομική και πολιτική παρουσία τους ήταν αρνητική για το κοινωνικό σύνολο. "Επιβάρυναν" το κοινωνικό σύνολο με την παρουσία τους και "επένδυαν" στον αθλητισμό, για να "εκτονώνεται" η αντιδραστικότητα του κόσμου. Βάζοντας στο "παιχνίδι" τη βαρβαρική Σπάρτη, μετέτρεπαν την αθλητική δραστηριότητα σε "παιχνίδι", που στην πραγματικότητα ακύρωνε το αθλητικό πνεύμα. Εξαιτίας αυτής της συνθήκης έπαυε να έχει σημασία ο άθλος και πρωτεύων στόχος γινόταν η νίκη έναντι του αντιπάλου. Η νίκη έναντι αυτού του οποίου είχε κάνει διαφορετική πολιτισμική επιλογή. Αυτό ήταν λάθος, γιατί οι ίδιοι οι Ολυμπιακοί Αγώνες αφορούσαν μόνον εκείνους οι οποίοι έκαναν την ελληνική πολιτισμική επιλογή.

Αυτό ήταν επιλογή των πονηρών εξουσιαστών, που ήθελαν να ελέγχουν τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Οι ισχυροί της κάθε πόλης προκαλούσαν τα πάθη της κοινωνίας κι εμφανίζονταν σαν οι "ευεργέτες", που θα την δικαίωναν στους ολυμπιακούς στίβους. Με τον τρόπο αυτόν αλλοιώθηκε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα των Ολυμπιακών Αγώνων και ταυτόχρονα επιβίωσε η βαρβαρική Σπάρτη. Η απόλυτη δηλαδή οικονομική και πολιτική ακμή του ελληνικού ιμπεριαλιστικού κόσμου συνδυαζόταν με την απόλυτη παρακμή του ολυμπιακού πνεύματος. Κανένας δεν έλεγχε κανέναν, γιατί όλοι βολεύονταν.

Οι αγωνοδίκες έπαιρναν όποια απόφαση βόλευε τους μεγάλους "δωρητές" της Ολυμπίας. Οι πανίσχυροι οικονομικά Έλληνες έγιναν πραγματικοί τύραννοι της ελληνικής κοινωνίας και δεν έβρισκαν αντίδραση από κανέναν, γιατί "εκτόνωναν" τα πάθη του λαού στους Ολυμπιακούς Αγώνες, που τους είχαν μετατρέψει σε πολιτισμικό "παιχνίδι". Οι βάρβαροι Σπαρτιάτες δεν αποβάλλονταν από τον ελληνικό κόσμο, γιατί βόλευαν τα μέγιστα στον σχεδιασμό της έντασης και των παθών. Ο ελληνικός κόσμος υπολειτουργούσε συστηματικά και δεν μπορούσε ν' ακολουθήσει την "πορεία" που ήταν μέσα στις δυνατότητές του ν' ακολουθήσει. Αναλωνόταν στη σύγκρουση για τα "μικρά" και δεν στόχευε στα "μεγάλα", όπως ήταν το καθήκον του για τα προσόντα του.

Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο λάθος των Ελλήνων, οι οποίοι δεν μπόρεσαν ν' αποφύγουν τον βαρβαρισμό, που αναγκαστικά θα δημιουργούσε ο θεσμός της χορηγίας. Έναν θεσμό τον οποίο έκανε απαραίτητο η ύπαρξη ασυναγώνιστων βαρβαρικών συστημάτων ανάμεσα στα ελληνικά συστήματα. Εκείνος ο θεσμός ήταν που θα μετέτρεπε την ολυμπιακή διάκριση σε "κόκαλο" για αγωνιστικούς σκύλους. Ενώ στο τυπικό επίπεδο με το δάφνινο στεφάνι μπόρεσαν να δώσουν το στίγμα των προθέσεών τους, η χορηγία αυτό το ακύρωσε. Απέφυγαν το χρηματικό έπαθλο για τον νικητή, αλλά δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τον πακτωλό των χρημάτων που δίνονταν σ' αυτούς μακριά από το βάρθρο του νικητή.

Το δεύτερο μεγάλο σφάλμα τους ήταν ότι μόνοι τους δημιούργησαν την "κερκόπορτα" του βαρβαρισμού στον αθλητισμό. Αυτοί δημιούργησαν τις συνθήκες, για να μπουν στη συνέχεια μέσα στον αθλητισμό και τα βαρβαρικά παιχνίδια. Ποια ήταν αυτήν η "πόρτα"; Η πάλη. Ήταν μέγα σφάλμα τους που συμπεριέλαβαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες την πάλη, η οποία είναι παιχνίδι και όχι άθλημα. Η πάλη απαιτεί συνδυασμό σωματικών και πνευματικών προσόντων και άρα δεν είναι καθαρό σωματικό άθλημα. Δεν είναι άθλημα, γιατί δεν μπορεί να συνδεθεί με ένα μετρήσιμο φυσικό μέγεθος.

Δεν είναι άθλημα, γιατί δεν μπορεί να δώσει την αθανασία στον πρωταθλητή του. Δεν μπορούν να συγκριθούν με τον αθάνατο πρωταθλητή, ούτε οι παλαιότεροι πρωταθλητές ούτε οι νεώτεροι σφετεριστές της δόξας του. Οι υποθέσεις δεν αποτελούν σύγκριση. Δεν αποτελεί σύγκριση να υποθέσεις ότι, αν ζούσε τώρα ο τάδε πρωταθλητής, θα ήταν καλύτερος από τον νυν. Στην πραγματικότητα, όπως συμβαίνει με όλα τα παιχνίδια, δεν επιτρέπει την απόλυτη σύγκριση ούτε καν μεταξύ των σύγχρονων ανταγωνιστών. Είναι ένα παιχνίδι το οποίο μπορεί, κάθε φορά που συμβαίνει, να βγάζει διαφορετικό νικητή.

Η πάλη είναι ένα απλό παιχνίδι, που αφορά μια συγκεκριμένη σύγκρουση δύο αθλητών υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες είναι τόσο ευμετάβολες και ταυτόχρονα τόσο καθοριστικές, που, κάτι ν' αλλάξει, αλλάζει μαζί του και το τελικό αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Το να είναι δηλαδή ολυμπιονίκης ένας παλαιστής, δεν σημαίνει τίποτε απολύτως. Σημαίνει απλά ότι νίκησε κάποιους πολύ συγκεκριμένους αντιπάλους και τίποτε παραπάνω. Δεν αποτελεί "ζωντανό" μέγεθος και ο τίτλος του παγκόσμιου πρωταθλητή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορεί να υπάρχουν εκτός του "ταπιού" χιλιάδες παλαιστές, που να μπορούν να τον νικήσουν ή τουλάχιστον αυτό να ισχυρίζονται.

Για να καταλάβει ο αναγνώστης τι εννοούμε με όλα αυτά, θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια ν' αποδείξουμε ότι τα αθλητικά παιχνίδια δεν είναι αθλητισμός. Τα αθλητικά παιχνίδια θα έπρεπε να συνθέτουν μια ξεχωριστή κατηγορία δραστηριοτήτων, που θα μπορούσε να ονομάζεται "αγωνισμός" και όχι "αθλητισμός". Γιατί; Γιατί σ' αυτά κυρίαρχος στόχος είναι η νίκη στον αγώνα και όχι η επίτευξη του άθλου. Οι συμμετέχοντες σ' αυτά θα έπρεπε να ονομάζονται "αγωνιστές" και όχι "αθλητές".

Κατ� αρχήν σ' ό,τι αφορά τη φαινομενική ομοιότητά τους, λόγω των αθλητικών προσόντων που έχουν οι συμμετέχοντες σ' αυτά, θα πούμε το εξής: Παιχνίδι μπορεί να είναι η οποιαδήποτε διαδικασία, που βάζει δύο αντιπάλους να διεκδικούν τη νίκη σε μια μεταξύ τους σύγκρουση. Τα αθλητικά προσόντα απλά βοηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση και δεν αποτελούν τη βασική προϋπόθεση για τη νίκη.

Αν για παράδειγμα ήταν όλοι οι άνθρωποι αδιάφοροι για το ποδόσφαιρο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπήρχε ποδόσφαιρο. Απλά οι λίγοι οι οποίοι θα ασχολούνταν μ' αυτό, θα είχαν μηδαμινά σωματικά προσόντα αθλητικής φύσεως. Θα μπορούσαν αγύμναστοι, ανάπηροι κλπ., να παίζουν ποδόσφαιρο και άρα ν' αγωνίζονται για τη νίκη με το ίδιο πάθος που το κάνουν και οι γυμνασμένοι. Οι θεατές θα πανηγύριζαν τη νίκη με την ίδια ένταση που θα την πανηγύριζαν και υπό άλλες συνθήκες.

Παιχνίδι δηλαδή μπορεί να γίνει το οτιδήποτε κι απλά η μεγάλη συμμετοχή ανεβάζει τον "πήχη" των προσόντων των συμμετεχόντων. Ακόμα και η κλοπή είναι μια μορφή "παιχνιδιού". Υπάρχουν και σ' αυτήν την περίπτωση αντίπαλοι που συγκρούονται. Ο ένας προσπαθεί να φυλάξει την περιουσία του και ο άλλος να την κλέψει. Ο καθένας από αυτούς, για να επιτύχει τον στόχο του, επενδύει στα προσόντα του. Έχει δει κανένας διαρρήκτη υπέρβαρο; Γιατί δεν έχει δει; Γιατί απλούστατα στο "παιχνίδι" της κλοπής �για να νικήσεις�, θα πρέπει το σώμα να μπορεί στοιχειωδώς να "παρακολουθεί" το μυαλό. Να έχει τις δυνατότητες να εφαρμόζει αυτά τα οποία το μυαλό σκέφτεται.

Αν ένας διαρρήκτης έχει πονηρό μυαλό και το σώμα του έχει δυνατότητες να περνάει μόνον από ανοικτές πόρτες, δεν μπορεί να "νικήσει". Θα "νικήσει" μόνον αυτός ο οποίος έχει τον καλύτερο συνδυασμό προσόντων. Αυτός ο συνδυασμός δίνει το καλύτερο αποτέλεσμα, που είναι η νίκη. Δεν μπορείς να νικήσεις, αν δεν έχεις καλό συνδυασμό. Δεν μπορείς να "νικήσεις" ως διαρρήκτης αν είσαι βλάκας, ακόμα κι αν έχεις προσόντα ακροβάτη. Δεν μπορείς να "νικήσεις" ως διαρρήκτης αν είσαι ανάπηρος, ακόμα κι αν έχεις μυαλό ιδιοφυΐας. Βλέπουμε δηλαδή ότι ακόμα και η κλοπή, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να γίνει αγώνισμα.

Αυτά σ' ό,τι αφορά τη σωματική ομοιότητα των αθλητών του αθλητισμού και των "αθλητών" των παιχνιδιών. Την ομοιότητα μεταξύ αθλητών και αγωνιστών. Σ' ό,τι αφορά την πραγματική ουσία των διαφορών μεταξύ του αθλητισμού και του παιχνιδιού, συμβαίνει το εξής: Το παιχνίδι δεν έχει σχέση με τον άθλο. Ο νικητής ενός παιχνιδιού δεν μπορεί ν' αποδείξει ούτε ότι είναι ο καλύτερος της γενιάς του ούτε ο καλύτερος όλων των γενεών. Είναι καλύτερος απλά από τον αντίπαλό του στον συγκεκριμένο αγώνα και αυτό πάλι όχι απόλυτα, γιατί στα παιχνίδια υπάρχει και η αμφισβήτηση του νικητή.

Ο μόνος στόχος που υπάρχει για τον "αγωνιστή" είναι η νίκη και τίποτε άλλο. Αυτό δηλαδή που στον αθλητισμό είναι δευτερεύων στόχος, για το παιχνίδι είναι ο μοναδικός. Αυτή η ιδιομορφία του είναι που το κάνει εκμεταλλεύσιμο για την εξουσία. Γιατί; Γιατί η νίκη δίνει χαρά και η ήττα λύπη. Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα άσχημα. Το παιχνίδι απευθύνεται καθαρά στα ζωικά ένστικτα του ανθρώπου. Για τους ίδιους λόγους που, όταν ένας σκύλος κυνηγάει μια γάτα, στο πέρασμά του παρασέρνει όλους τους σκύλους στη "μάχη" του, την οποία μετατρέπει σε μάχη του "είδους" του, έτσι συμβαίνει και στο παιχνίδι.

Το ένστικτο αυτοσυντήρησης των "ειδών" παρασέρνει τους πάντες στη μάχη. Παρασέρνει τους πάντες στην υποστήριξη αυτών που θεωρούν όμοιούς τους. Παρασέρνει αυτούς που τα ένστικτα του "είδους" τους τούς ωθούν στο να υποστηρίξουν τον όμοιό τους. Είναι καθαρά ενστικτώδης η αντίδραση. Επειδή πρόκειται περί σύγκρουσης, τα πάντα βρίσκονται στη λογική της δράσης και της αντίδρασης. Όταν χαίρεσαι με τη νίκη του ομοίου σου, κάποιοι λυπούνται αναγκαστικά με την ήττα του δικού τους ομοίου.

Από εκείνο το σημείο τα πάντα είναι εύκολα και "ρυθμίζονται". Το οποιοδήποτε μίσος που υπάρχει στην κοινωνία μπορεί να γίνει εκμεταλλεύσιμο, γιατί μπορεί να "μαντρώσει" αυτούς τους οποίους μισούν κάποιους άλλους. Αυτά τα οποία λένε οι αφελείς ότι τα παιχνίδια ενώνουν τον κόσμο είναι αηδίες. Το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι για παράδειγμα αγαπούν το ποδόσφαιρο, δεν σημαίνει ότι το ποδόσφαιρο ενώνει τον κόσμο. Σημαίνει ότι οι άνθρωποι αγαπούν το συγκεκριμένο παιχνίδι, γιατί θέλουν να υπάρχουν οι συνθήκες που τους δίνουν χαρά εις βάρος κάποιων άλλων. Αν δεν υπάρχει το ποδόσφαιρο, πού θα βρουν την ευκαιρία να στεναχωρήσουν αυτούς τους οποίους μισούν; Αν δεν υπήρχε το ποδόσφαιρο, οι φτωχοί, που είναι τα αιώνια θύματα των ισχυρών, πού θα έβρισκαν "στίβο" για να τους "πληγώσουν"; Πού θα έβρισκαν χώρο, όπου θα μπορούσαν αυτοί να γελούν και οι μόνιμα κυρίαρχοι της κοινωνίας να είναι στεναχωρημένοι; Αυτή είναι η λογική του παιχνιδιού και αυτό εκμεταλ­λεύεται η εξουσία. Στο παιχνίδι δεν υποστηρίζεις μόνον αυτόν που μπορεί να σου δώσει χαρά με τη νίκη του. Υποστηρίζεις αυτόν που μπορεί με τη νίκη του να δώσει λύπη σ' αυτόν που μισείς.

Τα πάντα στα παιχνίδια έχουν τη λογική του πολέμου. Στον πόλεμο ο καλύτερος φίλος σου είναι ο εχθρός του εχθρού σου. Ένας άνθρωπος μπορεί να φανατιστεί με το πιο αδιάφορο παιχνίδι της πιο αδιάφορης ομάδας, μόνον και μόνον αν δει αυτόν που μισεί να κάνει επιλογή υπέρ κάποιου από τους αντιπάλους. Του αρκεί να εκδηλώσει τη συμπάθειά του υπέρ του ενός και αυτός θα υποστηρίξει τον άλλο.

Μπορείς δηλαδή να μετατρέψεις σε φανατισμένη "κόλαση" ακόμα και ένα παιχνίδι σχολικού πινγκ-πονγκ. Αρκεί να γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις και πώς. Αρκεί ένας προβοκάτορας και είναι θέμα χρόνου να σκοτωθούν άνθρωποι για έναν σχολικό αγώνα πινγκ-πονγκ. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με τον εξής απλό τρόπο. Αρκεί κάποιος πονηρός να βρει ένα κοινό σημείο μεταξύ του ενός από τους αντιπάλους με τον εαυτό του και με μια μερίδα της κερκίδας και να το κάνει "σημαία". Αυτό είναι κάτι το εύκολο, γιατί ο κάθε "αγωνιστής" μπορεί να διαφέρει από τον άλλο σε εκατομμύρια πράγματα, που διαφοροποιούν τους ανθρώπους μεταξύ τους.

Αν κάποιος "παίξει" με τα πράγματα αυτά, μπορεί να οδηγήσει στον φανατισμό. Μπορεί για παράδειγμα το ένα παιδί που αγωνίζεται να είναι πλούσιο και το άλλο φτωχό. Μπορεί το ένα να είναι λευκό και το άλλο μαύρο. Μπορεί το ένα να είναι από τον "πάνω μαχαλά" και το άλλο από τον "κάτω μαχαλά". Εκατομμύρια "μπορεί" μπορεί να διαφοροποιούν το ένα παιδί από το άλλο. Από εκεί και πέρα είναι εύκολο να διχαστούν οι πάντες και οι αντίπαλοι να γίνουν μονομάχοι-αντιπρόσωποι της κερκίδας. Αρκεί να φωνάξει κάποιος "παίξε" γι' αυτόν ή για τον άλλο λόγο και θα δημιουργηθεί η απαραίτητη ένταση.

"Παίξε" για τον μαχαλά σου, για την κοινωνική σου τάξη, για τη φυλή σου, για την ιδεολογία σου κλπ.. "Παίξε" για ν' αποδείξεις όχι μόνον την "ανωτερότητά" σου, αλλά και την "ανωτερότητά" των ομοίων σου, που παρακολουθούν από την κερκίδα και "επενδύουν" σ' εσένα. Ο ένας βλάκας προβοκάτορας, που θα εκδηλώσει την υποστήριξή του για βλακώδεις λόγους υπέρ του ενός αγωνιζόμενου, αμέσως θα συσπειρώσει τους "άλλους" υπέρ του άλλου. Η συσπείρωση των πρώτων θα οδηγήσει σε αντισυσπείρωση των υπολοίπων και το γήπεδο θα γίνει κόλαση. Με τον πιο απλό τρόπο μπορεί κάποιος να προκαλέσει τα ένστικτα του ανθρώπου και να τον παρασύρει σε αθλιότητες.

Οπουδήποτε στη σύγχρονη και υποτίθεται πολιτισμένη Ελλάδα μπορεί ένας σχολικός αγώνας να οδηγήσει σε εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις. Αρκεί να φωνάξει κάποιος "παίξε" για τους Πόντιους, για τους Πομάκους, για τους κομμουνιστές, για τους βορειοελλαδίτες, για τους Θεσσαλούς κλπ.. Όπου υπάρχει δηλαδή μια βάση, που να δημιουργεί ένταση, μπορεί με τον κατάλληλο χειρισμό της να μετατραπεί σε μίσος και ακρότητες με τη χρήση της έννοιας του "αγώνα". Αυτό είναι μια διαδικασία, που δεν αφορά την ευφυΐα, ώστε να θεωρήσει κάποιος ότι οι κουτοί άνθρωποι είναι αυτοί οι οποίοι τους αφορά. Είναι καθαρά ζωώδης αντίδραση, που αφορά τους πάντες μηδενός εξαιρουμένου.

Ακόμα και ο γράφων, που υποτίθεται γνωρίζει τι συμβαίνει, δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν τη λογική. Μπορεί να το αποφύγει μόνον εάν δεν συμμετάσχει στο "αγωνιστικό" δρώμενο. Αν δεν συμβεί αυτό, δεν υπάρχει περίπτωση ν' αποφύγει τα ζωικά του ένστικτα. Όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι κι αυτός έχει χαρεί με την νίκη της επιλογής του και έχει χαρεί με την λύπη εκείνων, που ήταν συσπειρωμένοι γύρω από τη "διαφορετικότητά" τους.

Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό. Ακόμα και να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει, δεν μπορείς να ξεφύγεις από τη ζωική σου φύση. Ακόμα κι αν γνωρίζεις ότι κάποιος επίτηδες σε προκαλεί και σε "κουρδίζει", είναι αδύνατον να μην υποστηρίξεις �έστω και υποσυνείδητα� αυτόν τον οποίο με την νίκη του θα "τιμωρήσει" με στεναχώρια τον προβοκάτορα. Αυτό είναι φυσικό φαινόμενο, όπως είναι η βαρύτητα. Είτε έξυπνος είναι κάποιος είτε βλάκας, όταν πέσει από μια πολυκατοικία, προς τα κάτω θα πάει και όχι προς τα επάνω.

Γιατί συμβαίνουν αυτά με τα παιχνίδια; Γιατί απλούστατα το επιτρέπουν τα χαρακτηριστικά της έννοιας του "παιχνιδιού" και βέβαια τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ανθρώπου. Τι σημαίνουν αυτά τα οποία λέμε; Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συμβαίνει το έξής απλό. Στο παιχνίδι στόχος είναι η νίκη και η έκβαση του είναι εκ των προτέρων αβέβαιη, γιατί κανένας δεν γνωρίζει σε τι κατάσταση θα βρεθούν οι άνθρωποι οι οποίοι θ' αγωνιστούν. Μάλιστα, όσο πιο αβέβαιη είναι η έκβασή του, τόσο πιο αγαπητό είναι ως παιχνίδι.

Γι' αυτόν τον λόγο, για παράδειγμα, είναι πιο αγαπητό το ποδόσφαιρο από το μπάσκετ. Γιατί; Γιατί στο μπάσκετ ο καλύτερος σχεδόν πάντα κερδίζει. Αυτό συμβαίνει, γιατί στο μπάσκετ το "σώμα" παίζει καθοριστικό ρόλο, που δίνει το απόλυτο σχεδόν πλεονέκτημα στον "καλύτερο". Ακριβώς, επειδή το "σώμα" παίζει τόσο σημαντικό ρόλο, δεν μπορεί να δημιουργηθεί η απόλυτη ταύτιση μεταξύ οπαδών και παικτών, γιατί οι δεύτεροι έχουν σωματικά χαρακτηριστικά "υπεράνθρωπων". Σπάνια υπάρχουν εκπλήξεις, όταν οι αντίπαλοι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους και άρα δεν υπάρχει χώρος για όνειρα. Σπάνια υπάρχει απόλυτη ταύτιση, εφόσον οι αθλητές δεν είναι όμοιοι με τους θεατές.

Αντίθετα το ποδόσφαιρο είναι το πιο αγαπητό άθλημα στο κόσμο, γιατί δίνει χώρο για όνειρα. Ο βαθμός αβεβαιότητας, που το χαρακτηρίζει ως παιχνίδι, είναι εξαιρετικά μεγάλος. Μέσα σ' έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μπορούν να συμβούν τα πάντα. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια το αποτέλεσμά του. Μπορεί μια ομάδα ενός χωριού να κερδίσει την παγκόσμια πρωταθλήτρια. Μπορεί μια αφύσικη τύχη από την μία πλευρά και μια αφύσικη ατυχία από την άλλη να δώσουν το πιο απρόβλεπτο αποτέλεσμα.

Επιπλέον η ταύτιση μεταξύ "αγωνιστών" και θεατών είναι η μέγιστη δυνατή. Οι ποδοσφαιριστές δεν είναι οι σπάνιοι "υπεράνθρωποι". Δεν είναι οι σπάνιοι γίγαντες, όπως οι μπασκετμπολίστες. Οι ποδοσφαιριστές είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Οι άνθρωποι, που, αν τους διασταυρώσεις στον δρόμο, δεν θα καταλάβεις με τι ασχολούνται. Όλα αυτά συντελούν στην απόλυτη ταύτιση μεταξύ ποδοσφαιριστών και θεατών. Αν σ' αυτό προσθέσεις και τον μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει το ποδόσφαιρο, μπορείς να καταλάβεις γιατί είναι λαοφιλές παιχνίδι. Είναι λαοφιλή όλα τα παιχνίδια αυτού του τύπου, γιατί έτσι είναι και ο "αδερφός" τους ο πόλεμος. Ο καλύτερος στρατός του κόσμου μπορεί να χάσει έναν πόλεμο από τον πιο ασήμαντο αντίπαλο. Ποιος πίστευε ότι ο στρατός της σοβιετικής αυτοκρατορίας θα νικιόταν από τους νομάδες του Αφγανιστάν;

Πριν δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με το πιο δημοφιλές των παιχνιδιών, θα δούμε μερικά πράγματα που αφορούν τα παιχνίδια στο γενικό επίπεδο και είναι αυτά τα οποία δημιουργούν τον μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας σ' ό,τι αφορά το τελικό αποτέλεσμά τους. Η τελική έκβαση ενός παιχνιδιού επηρεάζεται από ένα μεγάλο πλήθος παραγόντων. Παραγόντων τόσο ενδογενών όσο και εξωγενών. Είναι τόσο μεγάλο το πλήθος αυτό των παραγόντων το οποίο οδηγεί στην επιτυχία ή την αποτυχία, που κανένας δεν μπορεί να προκαθορίσει με ασφάλεια το τελικό αποτέλεσμα.

Για να καταλάβει ο αναγνώστης τι σημαίνει ενδογενής παράγοντας και τι εξωγενής θα πούμε το εξής: Ο ενδογενής παράγοντας έχει σχέση με τον ιδιαίτερο τρόπο που αγωνίζεται κάποιος, προκειμένου να νικήσει. Στο παιχνίδι, όπου στόχος είναι η νίκη, υπάρχει "μείξη" χαρακτηριστικών στο επίπεδο των αντιπάλων. Κάποιος από τους αντιπάλους βάζει περισσότερο "μυαλό" και λιγότερο "σώμα", προκειμένου να νικήσει. Κάποιος άλλος κάνει το ακριβώς αντίθετο. Αυτό δίνει κάποια "ιδιοσυγκρασία" σε μια ομάδα. Αυτός ο ιδιαίτερος "χαρακτήρας" μιας ομάδας παρασέρνει τους ανθρώπους στο να υποστηρίξουν τη δική τους ιδιοσυγκρασία σ' ό,τι αφορά την άποψή τους περί σύγκρουσης.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο κάθε άνθρωπος, η κάθε κοινωνική τάξη ή ο κάθε λαός λαμβάνει μια ιδιοσυγκρασία ανάλογη της παιδείας του. Οι αγράμματοι, για παράδειγμα, επειδή υστερούν στον πνευματικό τομέα, συνήθως διεκδικούν τις νίκες τους με κύριο μοχλό το "σώμα" και όχι το "πνεύμα". Οι μορφωμένοι κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Αυτά τα χαρακτηριστικά όμως τα μεταφέρουν και στις συλλογικές τους συμπεριφορές. Η σκληροτράχηλη εργατική τάξη, που είναι η πιο αγράμματη τάξη μιας κοινωνίας, έχει την ίδια συλλογική ιδιοσυγκρασία με τους εργάτες, που την συνθέτουν ως πρόσωπα. Η "μη μου άπτου" αστική τάξη έχει ακριβώς την αντίθετη ιδιοσυγκρασία.

Όταν λοιπόν κάποιος άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε μια κατάσταση σύγκρουσης, όπου πρέπει να "επιλέξει" τον "αντιπρόσωπό" του, διαλέγει αυτόν που σκέφτεται με τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και ο ίδιος. Ταυτίζεται μ' αυτόν που θα διεκδικήσει την νίκη με τον τρόπο με τον οποίο θα την διεκδικούσε και ο ίδιος. Το ίδιο συμβαίνει και στο συλλογικό επίπεδο. Όταν μια κοινωνική τάξη επιλέγει μια ομάδα να την "αντιπροσωπεύει", διαλέγει αυτήν που "σκέφτεται" με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν "σκέφτεται" με τον τρόπο αυτόν, είτε την εγκαταλείπει είτε την εξαναγκάζει να "ευθυγραμμισθεί" μ' αυτήν. Επειδή η εγκατάλειψη δεν συμφέρει κανέναν, συνήθως η ομάδα ευθυγραμμίζεται μ' αυτούς που αντιπροσωπεύει και δεν συμβαίνει το αντίθετο.

Δεν είναι περίεργο δηλαδή που οι ομάδες που υποστηρίζουν οι μορφωμένοι είναι συνήθως πιο τεχνικές και έξυπνες στον τρόπο παιχνιδιού τους και άρα με περισσότερο "πνεύμα", ενώ οι ομάδες που υποστηρίζουν οι αγράμματοι είναι πιο βίαιες και σκληρές και άρα με περισσότερο "σώμα". Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο θεατής πηγαίνει στον αγώνα, για να δει να "δικαιώνεται" η δική του άποψη για το πώς πρέπει ν' αγωνίζεται κάποιος.

Μια ομάδα τεχνική και έξυπνη δεν είναι αγαπητή σε ανθρώπους, που στην προσωπική τους ζωή και άρα στον δικό τους αγώνα για την επιβίωση δεν ακολουθούν την ίδια τακτική. Σε ανθρώπους, που τους αρέσει η κατά μέτωπο σύγκρουση με τους αντιπάλους τους και άρα και η βία. Στους ανθρώπους αυτούς δεν αρέσει να παρακολουθούν μια τέτοια ομάδα, γιατί απλούστατα δεν τους αντιπροσωπεύει. Σε τέτοιους οπαδούς τον καλύτερο "αγωνιστή" ν' αγοράσεις, αυτοί θα θυμούνται με νοσταλγία τον άσχετο, που έκανε φασαρίες στο γήπεδο. Τον σκληρό, που μπορεί να μην ήξερε να παίζει καλά, αλλά έδινε φάπες στους "φλώρους", που αντιπροσώπευαν τους "άλλους".

Στον αθλητισμό δεν υπάρχει αυτός ο ενδογενής παράγοντας, που επηρεάζει την τελική έκβαση της σύγκρουσης και ο οποίος μπορεί να διχάσει τους θεατές. Στον αθλητισμό υπάρχει μόνον το "σώμα". Δεν τρέχεις γρηγορότερα, ούτε πηδάς ψηλότερα ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία σου. Νικάς μόνον με το "σώμα". Δεν διχάζεις τους θεατές ανάμεσα σ' αυτούς που "μοιάζουν" μ' εσένα και σ' αυτούς που δεν "μοιάζουν" και ταυτίζονται με τον αντίπαλο. Στον αθλητισμό αντίπαλος είναι ένα φυσικό μέγεθος. Τα δευτερόλεπτα και τα μέτρα είναι φυσικά μεγέθη και έχουν την ίδια σημασία για όλους. Είτε είσαι αγράμματος εργάτης είτε είσαι ο πιο μορφωμένος αστός, το ένα μέτρο έχει εκατό εκατοστά.

Μια άλλη σημαντική διαφορά μεταξύ αθλητισμού και παιχνιδιού είναι η σημασία των εξωγενών παραγόντων στο τελικό αποτέλεσμα. Εξωγενής παράγοντας, που μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά το αποτέλεσμα ενός παιχνιδιού, είναι η διαιτησία. Η σημασία της διαιτησίας είναι πάντα σημαντική για όλα ανεξαιρέτως τα παιχνίδια. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα παιχνίδια από τη φύση τους έχουν πολύπλοκους κανονισμούς. Έχουν δημιουργηθεί γύρω από τους κανονισμούς, εφόσον δεν συνδέονται με φυσικό μέγεθος, παρά εκφράζουν μια διαδικασία. Κανονισμούς, που όποιος δεν τους σέβεται τιμωρείται μέσα στο παιχνίδι και άρα αυξάνει τις πιθανότητες να χάσει.

Δεν είναι σαν τον αθλητισμό, όπου οι κανονισμοί είναι οι πλέον βασικοί και δεν μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Στον αθλητισμό τα πάντα είναι απλά. Μπροστά σου είναι η πίστα και τρέχεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μπροστά σου είναι ο πήχης και προσπαθείς να περάσεις από πάνω του. Και μυαλό κουναβιού να έχεις, δεν κάνεις λάθος. Όταν ακούς το σήμα του αφέτη τρέχεις και σταματάς μόνον όταν περάσεις την γραμμή του τερματισμού. Τι θα κάνεις για να κλέψεις και να εκμεταλλευτείς την ευφυΐα σου, προκειμένου να νικήσεις; Θα βγεις από την πίστα για να "κόψεις" δρόμο; Θα περάσεις κάτω από τον πήχη για να "κλέψεις"; Θα λες ανέκδοτα σους αντιπάλους σου, για να τους καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια της κούρσας και άρα για να τους "κλέψεις"; Αν δεν μπορείς εσύ να "κλέψεις", πώς θα μπορέσει να "κλέψει" ο αντίπαλός σου; Το αποτέλεσμα δηλαδή είναι  πάντα "καθαρό".

Αυτό όμως το οποίο δεν μπορεί να γίνει στον αθλητισμό, μπορεί να γίνει στο παιχνίδι. Στο παιχνίδι μπορείς να "κλέψεις" την νίκη, αν επηρεάζεις εξωγενείς παράγοντες. Αν σ' αυτό προσθέσεις και το γεγονός ότι δεν υπάρχει εκ των προτέρων ασφαλής πρόβλεψη του αποτελέσματος, αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει χώρος για τη δημιουργία έντασης. Αυτό σημαίνει ότι το παιχνίδι εκ των δεδομένων επιτρέπει τη δημιουργία έντασης τόσο πριν όσο και μετά το τελικό αποτέλεσμα. Πριν από το παιχνίδι δημιουργούνται εντάσεις εξαιτίας της αβεβαιότητας του αποτελέσματος και μετά το παιχνίδι δημιουργούνται εντάσεις εξαιτίας της εκτίμησης ότι εξωγενείς παράγοντες μπορεί να επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα.

Την ένταση δηλαδή την δημιουργεί το παιχνίδι από την ίδια του τη φύση. Γιατί; Γιατί δεν συνδέεται με κάτι το σταθερό κι επιπλέον επιτρέπει την έξωθεν παρέμβαση. Η αβεβαιότητα του αποτελέσματος επιτρέπει πριν τον αγώνα ν' αναπτυχθούν ελπίδες, να διατυπωθούν εκτιμήσεις κλπ.. Επιτρέπει σε μερίδες ανθρώπων να υποστηρίξουν τους "δικούς" τους ανθρώπους. Επιτρέπει σε μερίδες ανθρώπων ν' αναπτύξουν ακόμα και ρατσιστικές απόψεις. Η σχετικότητα του τελικού αποτελέσματος, που μπορεί να επηρεαστεί από "έξω", επιτρέπει επίσης την ανάπτυξη έντασης. Αυτά όλα όμως οδηγούν στο πάθος και βέβαια στο μίσος.

Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να συμβεί στον αθλητισμό. Γιατί; Γιατί εκεί υπάρχει το φυσικό μέγεθος, που προσδιορίζει εξ αρχής το ποιόν του αθλητή. Πριν τον αγώνα υπάρχει το προσωπικό ρεκόρ και μετά τον αγώνα υπάρχει το αποτέλεσμα. Δεν μπορείς πριν τον αγώνα να υποστηρίξεις ότι κάποιος είναι καλύτερος από κάποιον άλλο, όταν δεν συμφωνούν με την εκτίμησή σου τα μεγέθη. Δεν μπορείς μετά τον αγώνα ν' αμφισβητήσεις το αποτέλεσμα, γιατί και πάλι υπάρχει φυσικό μέγεθος, που χωρίζει τον νικητή από τον νικημένο. Υπάρχει δηλαδή αντικειμενικότητα στην κρίση κι αυτό δεν επιτρέπει την υποκειμενική εκτίμηση.

Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν μπορεί η προηγούμενη υποκειμενική εκτίμηση για το αποτέλεσμα �που δημιουργεί μίση και εντάσεις� να γίνει αίτιο παθών, αν για την οποιαδήποτε περίπτωση δεν επιβεβαιωθεί στον αγώνα. Δεν μπορεί να προηγηθεί μια περίοδος εκτιμήσεων και αναλύσεων, που η υποκειμενικότητά τους θα προκαλεί συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις. Που θα φανατίσει το κοινό και το οποίο, όταν θα πάει στο γήπεδο, θα είναι έτοιμο να προστατεύσει τον "αντιπρόσωπό" του, όχι μόνον από τον αντίπαλό του, αλλά και από τον διαιτητή. Που θα προσπαθήσει με τις φωνές να υποστηρίξει τους ενδοαγωνιστικούς παράγοντες να νικήσουν, αλλά και να περιορίσει τους εξωαγωνιστικούς παράγοντες, για να μην "κλέψουν" τη νίκη.

Στον αθλητισμό όλα αυτά τα οποία φανατίζουν το κοινό δεν υπάρχουν. Αντίπαλος είναι το φυσικό μέγεθος και ο αθλητής "αντιπροσωπεύει" τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο ως όν και όχι τον άνθρωπο ο οποίος έχει κάποια ιδιόμορφη καταγωγή ή έχει ακολουθήσει κάποια ιδιόμορφη θρησκευτική ή ιδεολογική επιλογή. Δεν υπάρχουν άνθρωποι, που θα ταυτιστούν με το φυσικό μέγεθος και θα εύχονται να μην νικηθεί αυτό, ώστε να μην "νικηθούν" και οι ίδιοι. Ο άνθρωπος νικάει και όλοι οι θεατές είναι άνθρωποι. Κανένας δηλαδή δεν θα φύγει από το στάδιο ως "ηττημένος" επειδή "ηττήθηκε" ένα μέγεθος.

Επιπλέον ο αθλητισμός, εν αντιθέσει με τα παιχνίδια, ελάχιστα επηρεάζεται κατά τη διάρκεια του αγώνα από εξωγενείς παράγοντες. Δεν μπορεί να επηρεασθεί η έκβαση ενός αγώνα από τους κριτές για παράδειγμα. Αν τρέχεις γρήγορα ή πηδάς ψηλά, κανένας κριτής δεν μπορεί να σε κάνει να χάσεις.

Αντίθετα μ' αυτήν την κατάσταση, στα παιχνίδια υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Όταν υπάρχει μια σύγκρουση, που πρέπει να γίνει μέσα από κάποιους κανόνες κι επιπλέον είναι αμφίρροπη, πιο καθοριστικός παράγοντας για την τελική νίκη είναι ο διαιτητής που επιβλέπει την τήρηση των κανόνων, παρά η διαφορά δυναμικότητας μεταξύ των αντιπάλων. Η ύπαρξη όμως του διαιτητή �και άρα της υποκειμενικής εκτίμησης� δημιουργεί εντάσεις και άρα την έννοια της αμφισβήτησης του αποτελέσματος του αγώνα. Η ύπαρξη του διαιτητή βάζει και "άλλους" μέσα στον αγωνιστικό χώρο και μεταξύ αυτών και την ίδια την εξουσία.

Το αποτέλεσμα δηλαδή του παιχνιδιού δεν έχει την απολυτότητα του αθλητικού αποτελέσματος. Όταν τελειώνει ο αθλητικός αγώνας, δεν υπάρχει λόγος να δημιουργηθούν εντάσεις και πάθη. Η κατάσταση δηλαδή στον αθλητισμό είναι "καθαρή" και απόλυτη τόσο πριν όσο και μετά τον αγώνα. Το υποκειμενικό, που διχάζει τους ανθρώπους, δεν παίζει ρόλο ούτε πριν ούτε μετά από τον αγώνα. Δεν μπορεί δηλαδή να πάει κάποια μερίδα ανθρώπων �ακόμα και να το θέλει� να υποστηρίξει τον δικό της άνθρωπο σαν τον καλύτερο, όταν το ρεκόρ του τον παρουσιάζει ως "κουτσάλογο". Αν νικήσει ο αντίπαλος, δεν μπορεί και πάλι ν' αντιδράσει, γιατί αυτό δεν έχει νόημα. Το φυσικό μέγεθος δεν είναι ποτέ ούτε δίκαιο ούτε άδικο. Το φυσικό μέγεθος είναι απόλυτο.

Για όλους αυτούς τους λόγους η εξουσία επενδύει στα παιχνίδια, γιατί μπορεί να ελέγχει τους λαούς. Διαθέτει τη δύναμη να επηρεάζει την έκβαση των αποτελεσμάτων των παιχνιδιών και άρα διαθέτει τη δύναμη να "κουρδίζει" τον κόσμο. Διαθέτει τη δύναμη να τον "οχλοποιεί" κατά βούληση κι αυτό είναι εκμεταλλεύσιμο. Οχλοποιείται μια κοινωνία, όταν οι "ισχυροί" της καταφέρνουν και γίνονται παράνομα "ισχυροί" και εντός γηπέδου. Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι άνθρωποι, αλλά δεν αντιστέκονται. Αφήνονται στα παραμύθια του συστήματος. Αφήνονται στην επιχειρηματολογία του συστήματος σ' ό,τι αφορά την αξία και την αναγκαιότητα των υποτίθεται αθλητικών παιχνιδιών.

Εδώ βρίσκεται και το λεπτό σημείο σε ό,τι αναφέρουμε. Η εξουσία εκ του πονηρού εκμεταλλεύεται την έννοια του "αθλητισμού", για να δικαιολογεί την παράνομη κι επικίνδυνη χρηματοδότηση των αθλητικών παιχνιδιών. Χρησιμοποιεί τον αθλητισμό του πολιτισμού, για να "επενδύει" χωρίς αντιδράσεις στα παιχνίδια της βαρβαρότητας. Με τα παιχνίδια αυτά μπορεί να διχάζει τους ανθρώπους και να τους "μαντρώνει". Μπορεί να χειραγωγεί τις μάζες και την αντίδρασή τους απέναντι στις δικές της ασχήμιες και κλοπές να την "εκτονώνει" μέσα στα στάδια. Με τον τρόπο αυτόν οι κλέφτες όχι μόνον δεν κινδυνεύουν από την εσωτερική κοινωνική αντίδραση, αλλά αντίθετα παριστάνουν για αστειότητες τους "σωτήρες" μεγάλων μερίδων της κοινωνίας.

Γι' αυτόν τον λόγο η μεγαλύτερη επένδυση της εξουσίας γίνεται στο παιχνίδι του ποδοσφαίρου. Το ποδόσφαιρο είναι το ιδανικό παιχνίδι για τις επιδιώξεις της εξουσίας. Γιατί; Γιατί επιτρέπει την απόλυτη ταύτιση των οπαδών με τους "αγωνιστές" και ταυτόχρονα οι κανονισμοί του και οι ιδιομορφίες του ως παιχνίδι επιτρέπουν το μέγιστο της εκμετάλλευσης. Οι ποδοσφαιριστές δεν είναι "υπεράνθρωποι" στον σωματικό τομέα, όπως είναι οι μπασκετμπολίστες ή οι βολεϊμπολίστες ή οι παίκτες του αμερικανικού ποδοσφαίρου. Είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν διαφέρουν από τον καθημερινό άνθρωπο. Πολλές φορές μάλιστα σωματικά είναι πιο ταπεινοί από τον μέσο άνθρωπο. Ένας διάσημος ποδοσφαιριστής μπορεί να είναι ένας καχεκτικός ανθρωπάκος. Αυτό το στοιχείο των αγωνιστών δίνει στους οπαδούς τη δυνατότητα πλήρους ταύτισης με τα "είδωλά" τους. Επιπλέον, τα ίδια τα χαρακτηριστικά του ποδοσφαίρου δίνουν σ' αυτό την απαραίτητη εκμεταλλευσιμότητα. Γιατί; Γιατί είναι ένα αγώνισμα ομαδικό, που μοιάζει πολύ με μαζική μάχη, όπου το άτομο δεν παίζει καθοριστικό ρόλο.

Το σύνολο δηλαδή των όσων χαρακτηρίζουν το ποδόσφαιρο ως παιχνίδι είναι επιλογή της εξουσίας. Η εξουσία το επεξεργάστηκε και του έδωσε την τελική του μορφή. Αυτή η μορφή το κάνει εκμεταλλεύσιμο, γιατί αυξάνει τον βαθμό αβεβαιότητας του τελικού αποτελέσματος. Αυτό, για κάποιον που έχει γνώσεις, είναι εύκολο να γίνει. Είναι εύκολο να του δώσεις εκείνα τα χαρακτηριστικά, που θα βάζουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο μόνον τους ανθρώπους που επιθυμείς κι επιπλέον σου επιτρέπουν να "ρυθμίζεις" τα συμβαίνοντα μέσα σ' αυτόν.

Τι σημαίνουν πρακτικά αυτά; Το εξής απλό. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αγωνιστικός χώρος και πιο πολλοί οι παίκτες οι οποίοι αγωνίζονται, τόσο μειώνεται η αξία του ατόμου υπέρ της αξίας της ομάδας. Όσο πιο πολύ εξαρτάται η έκβαση του αγώνα από την αξία της ομάδας, τόσο πιο πολλοί αστάθμητοι παράγοντες επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Όσο πιο δύσκολο τεχνικά είναι στη διεξαγωγή του ένα παιχνίδι, τόσο πιο ισχυρό γίνεται το "φίλτρο" που σταματάει την πορεία αυτών που θεωρείς ανεπιθύμητους.

Αν για παράδειγμα θεωρείς ανεπιθύμητους τους υπεράνθρωπους του "σώματος", μπορείς να τους εμποδίσεις να εισέλθουν στον αγωνιστικό χώρο. Γιατί; Γιατί όσο πιο δύσκολο είναι το σκοράρισμα, τόσο αυξάνεται η αξία του ταλέντου του ποδοσφαιριστή εις βάρος του "σώματος". Όσο πιο δύσκολο και συλλογικό αποτέλεσμα είναι το σκοράρισμα, τόσο αυξάνεται η αξία του παράγοντα της τύχης. Ακόμα και τα χαρακτηριστικά της ίδιας της μπάλας μπορεί να ωθήσουν τα πράγματα προς τα εκεί όπου θέλεις. Μια βαριά και καλά "ζυγισμένη" μπάλα ευνοεί τους τεχνίτες, που "σημαδεύουν". Μια ελαφριά μπάλα ευνοεί τους "ξυλοκόπους", που απλά κλωτσάνε, χωρίς να "σημαδεύουν". "Ξυλοκόπους", που θα ελπίζουν στη "στατιστική" και στο λάθος, επενδύοντας στις πολλές προσπάθειες. Όταν διοργανώνεις δηλαδή ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά, μπορείς και μόνον με την επιλογή της μπάλας να ευνοήσεις τους "εκλεκτούς" σου εις βάρος κάποιων άλλων.

Αυτά όλα είναι πολύτιμα για την εξουσία, γιατί προστατεύουν τον ποδοσφαιρικό χώρο από την επέλαση των "υπεράνθρωπων". Των "υπεράνθρωπων", που ανήκουν σε ξεχωριστό "είδος" και δεν "κουρδίζουν" τα "είδη" της κερκίδας. Για παράδειγμα το αμερικανικό ποδόσφαιρο δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το κλασικό ποδόσφαιρο και γι' αυτό δεν είναι το ίδιο εκμεταλλεύσιμο. Ελάχιστα επηρεάζει τις φτωχές μάζες, εφόσον δεν υπάρχει κανένα χαρακτηριστικό του που να τους "κουρδίζει".

Εκεί οι παίκτες "παίζουν" με τα χέρια κι αυτό σημαίνει αυτόματα ότι η δύναμη υπερτερεί της τεχνικής. Το "σώμα" υπερτερεί του "πνεύματος". Αυτό σημαίνει ότι το πλεονέκτημα το έχει αυτός ο οποίος "πληρώνει" κι "αγοράζει" τον θρίαμβό του. Το πλεονέκτημα το έχουν οι πλούσιοι, που αγοράζουν "υπεράνθρωπους", οι οποίοι είναι σπάνιοι. Αυτό όμως δεν αρέσει στους φτωχούς, που θέλουν να διατηρούν ελπίδες, για να γευθούν θριάμβους.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο αναγνώστης γιατί το ποδόσφαιρο έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε. Με τα χαρακτηριστικά αυτά προστατεύεται ο επιθυμητός βαθμός της αβεβαιότητας του παιχνιδιού και βέβαια αποφεύγεται το μονοπώλιο των υπεράνθρωπων του "σώματος" και άρα και το μονοπώλιο αυτών που μπορούν να τους "αγοράσουν".

Εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών του ποδοσφαίρου η κάθε ποδοσφαιρική σύγκρουση έχει εντελώς απρόβλεπτη κατάληξη και μοιάζει με πόλεμο, όπου οι εμπλεκόμενοι δίνουν τον υπέρ πάντων αγώνα. Η δυσκολία επίτευξης του σκορ, που δίνει την νίκη, το κάνει εξαιρετικά ευάλωτο στην επέμβαση της διαιτησίας. Το μπάσκετ, για παράδειγμα, όπου το σκορ αλλάζει μετά από κάθε επίθεση, καθιστά τον ρόλο της διαιτησίας δευτερεύοντα. Της δίνει δυνατότητα επέμβασης μόνον μεταξύ απόλυτα ισοδύναμων ομάδων και σε σπάνιες περιπτώσεις, όπου από τις πενήντα επιτυχείς επιθέσεις η πεντηκοστή πρώτη θα είναι αυτήν η οποία θα δώσει την νίκη ή θα είναι αυτήν που θα γίνει το αίτιο της ήττας.

Το ποδόσφαιρο είναι ευάλωτο απέναντι στη διαιτησία, γιατί ακόμα και το ένα σφάλμα μπορεί να διαμορφώσει το τελικό αποτέλεσμα. Μπορεί δηλαδή ένας "πληρωμένος" διαιτητής να κάνει ένα σφάλμα, που θα διαμορφώσει το αποτέλεσμα του αγώνα και σ' όλον τον αγώνα να είναι άψογος. Μπορεί ένας αμερόληπτος διαιτητής να κάνει σωρεία λαθών και να μην διαμορφώσει το τελικό αποτέλεσμα. Ακόμα δηλαδή και η διαιτησία στο ποδόσφαιρο δεν επιδέχεται αντικειμενική κρίση, γιατί ποτέ δεν μπορεί να γνωρίζει κάποιος πότε υπάρχει ανθρώπινο σφάλμα και πότε διαιτητικό έγκλημα.

Η διαιτησία και η επιρροή της δηλαδή είναι καθοριστικός παράγοντας για την εκμεταλλευσιμότητα του ποδοσφαίρου. Γιατί; Γιατί και ο διαιτητής "παίζει" μέσα στο γήπεδο. Όταν λοιπόν ένα παιχνίδι μοιάζει με πόλεμο μεταξύ δύο αντιπάλων και στη μέση βρίσκεται και ένας τρίτος παράγοντας, που παίζει και είναι εξίσου ισχυρός, τα πάντα είναι επικίνδυνα. Γιατί; Γιατί τα πάντα λειτουργούν με τη λογική του πολέμου. Οι πόλεμοι κερδίζονται ή χάνονται από τη συμβολή ή όχι συμμάχων.

Αρκεί η συμπάθεια του διαιτητή και το αποτέλεσμα θα είναι το επιθυμητό. Επειδή όμως ο διαιτητής είναι ένα φυσικό πρόσωπο, εύκολα επηρεάζεται όταν είναι ευάλωτο. Από ποιους όμως θα επηρεασθεί; Από εξωγενείς παράγοντες, που μπορούν να τον εκβιάζουν ή να τον διαφθείρουν. Ο διαιτητής δηλαδή "βγάζει" έξω από τον αγωνιστικό χώρο τη μάχη. Αν η εξουσία θέλει να "κουρδίσει" μεγάλες μάζες του λαού, μπορεί να το κάνει μέσω του διαιτητή που η ίδια ελέγχει.

Αντιλαμβανόμαστε ότι το ποδόσφαιρο είναι τέλειο για την εξουσία, γιατί μπορεί να "παίζει" με τα πάθη των οπαδών. Ποτέ κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι γίνεται μέσα στο γήπεδο και ποιος πραγματικά κινεί τα "νήματα". Ακόμα και να καταλαβαίνεις τι περίπου συμβαίνει, δεν μπορείς να το αποδείξεις. Την τελειότητα του ποδοσφαίρου για τους σκοπούς της εξουσίας μπορεί να την καταλάβει κάποιος και μόνον αν σκεφτεί το ποιος το έκανε παγκόσμιο παιχνίδι.

Ποιοι είναι αυτοί; Οι Αγγλοσάξονες. Αυτοί το πρόβαλαν σαν το τέλειο παιχνίδι. Οι απόλυτα ειδικοί στον έλεγχο των μαζών και στη διαχείριση της εξουσίας. Λέμε το πρόβαλαν και όχι το δημιούργησαν, γιατί αυτή είναι η αλήθεια. Οι Αγγλοσάξονες είναι παντελώς ανίκανοι να δημιουργήσουν το παραμικρό. Ως λαός δεν έχουν προσφέρει στο παγκόσμιο πολιτισμικό οικοδόμημα ούτε μια αξιοπρεπή συνταγή μαγειρικής. Είναι άριστοι μόνον στο να εκμεταλ­λεύονται και να διαχειρίζονται αυτά τα οποία δημιουργούν οι άλλοι.

Είναι άριστοι στο να κλέβουν δημιουργήματα και στη συνέχεια να τα εκμεταλλεύονται με τον πιο ιδανικό τρόπο. Αυτό έκαναν και με το ποδόσφαιρο. Το έκλεψαν, το μελέτησαν και �ως οι ειδικοί της εξουσίας� το τροποποίησαν σε σημείο που να το κάνουν εκμεταλλεύσιμο. Στη συνέχεια το πρόσφεραν στους λαούς με εκείνη τη μορφή, που υπηρετεί καθαρά την εξουσία. Την ειδικότητα των Αγγλοσαξόνων στην εκμετάλλευση των ταυτίσεων στις προβαλ­λόμενες συγκρούσεις μπορεί να την καταλάβει κάποιος και σε τομείς όπου δεν υπάρχει θεωρητικά τέτοια δυνατότητα.

Ας σκεφτεί κάποιος την επιτυχία του αμερικανικού κινηματογράφου. Πού οφείλει αυτός την παγκόσμια επιτυχία του; Σ' αυτά που λέει και προσφέρει στον κόσμο, προσπαθώντας να τον "καλλιεργήσει" και να τον "εκπολιτίσει"; Όχι βέβαια. Η επιτυχία του οφείλεται σε ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο μοτίβο σύγκρουσης. Μέσα στα κινηματογραφικά τους έργα πάντα υπάρχει σύγκρουση μεταξύ "καλού" και "κακού". Οι Αγγλοσάξονες των ΗΠΑ, προσβλέποντας στα πολλά εισιτήρια και άρα στις αγράμματες μάζες, έδωσαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στους "ήρωές" τους. Οι Αμερικανοί "ήρωες" είναι περισσότερο "σώμα" παρά "πνεύμα".

Γιατί; Για να ταυτίζονται οι φτωχές κι αγράμματες μάζες μ' αυτούς. Να ταυτίζονται αυτοί οι οποίοι με τις γροθιές τους νικούν τους "κακούς" αντιπάλους τους και λύνουν τα προβλήματά τους. Όσο πιο έξυπνοι δηλαδή γίνονται οι "ήρωες" των Αμερικανών, τόσο λιγότερα είναι τα εισιτήριά τους. Αυτό μάλλον δεν το γνώριζαν οι Γάλλοι κινηματογραφικοί παραγωγοί και η γαλλική εξουσία, που επί αιώνες αποτελεί τον αγγλοσαξονικό αντίποδα στην εξουσιαστική σκέψη. Αυτοί "επένδυσαν" στο άλλο άκρο. Επένδυσαν σε έξυπνους "ήρωες", που τα έκαναν όλα με το "πνεύμα", αγνοώντας επιδεικτικά το "σώμα" και τη σημασία του. Ακόμα και οι "ήρωες" εραστές τους ήταν γέροι, που επιτύγχαναν τους οργασμούς των συντρόφων τους με το "πνεύμα". Το αποτέλεσμα; Κάθε γαλλική παραγωγή μπορεί να έρθει σε "επαφή" με το κοινό της ακόμα και μέσα σε ένα ταξί.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι αυτή η αγγλοσαξονική επένδυση ήταν εκείνη που πρόβαλε το ποδόσφαιρο ως το ιδανικό παιχνίδι. Τα πάντα στο ποδόσφαιρο λειτουργούν με τη λογική της σύγκρουσης του "καλού" και του "κακού". Ο θεατής πηγαίνει στο γήπεδο για να υποστηρίξει το "καλό" της επιλογής του και να πανηγυρίσει τη νίκη του. Ο καθένας επιλέγει το "καλό" με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια, τα οποία έχουν σχέση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Οι εργάτες θα πάνε να δούνε το εργατικό "καλό" να θριαμβεύει. Το ίδιο θα κάνουν οι αστοί, οι κεφαλαιοκράτες, οι προτεστάντες, οι ορθόδοξοι ή οι καθολικοί. Ό,τι χαρακτηριστικό έχουν οι κοινωνίες μπορεί να "περάσει" μέσα στο γήπεδο και να δημιουργήσει τις απαραίτητες ταυτίσεις.

 Αυτό το οποίο θα δούμε τώρα είναι το πώς ακριβώς εκμεταλλεύεται η εξουσία τις ιδιομορφίες του ποδοσφαίρου, για να "παίξει" τα δικά της παιχνίδια εις βάρος των λαών. Τι κάνει η εξουσία; Εκμεταλλεύεται την ισχύ της και τον πλούτο της και "δρα" πρώτη προς την κατεύθυνση που την ευνοεί. "Επενδύει" εκεί όπου γνωρίζει ότι θα έχει αντίδραση, την οποία στη συνέχεια θα εκμεταλλευτεί. Αυτή η δράση δημιουργεί την αντίδραση κι αυτό είναι που επιδιώκεται. Από αυτήν τη δράση και την αντίδραση προέρχονται όλα τα άσχημα φαινόμενα, που βλέπουμε στο επίπεδο των παιχνιδιών.

Η εξουσία δηλαδή "παίζει" με τα ένστικτα των ανθρωπίνων "ειδών", που αγωνιούν για την επιβίωση τους, όποια κι αν είναι αυτή. Παίζει με τα ταξικά, τα εθνικά, τα ιδεολογικά ή τα θρησκευτικά ένστικτα. Μπορεί να εκμεταλλευτεί τα πάντα για τον οποιοδήποτε λόγο. Βάζει τους δικούς της ανθρώπους να "δρουν" πρώτοι και στη συνέχεια χρηματοδοτεί η ίδια και την "αντίδραση" των θυμάτων τους. Το σύνολο δηλαδή των παιχνιδιών που επιθυμεί η εξουσία να επιβάλλει ξεκινάνε ως παιχνίδια των πλουσίων.

Στο σημείο αυτό βρίσκεται η υπεροχή της εξουσίας και η δυνατότητά της να ελέγχει τις εξελίξεις. Αυτά τα προεπιλεγμένα από την εξουσία παιχνίδια προκαλούν τους φτωχούς στους αγωνιστικούς στίβους τους. Οι φτωχοί ή οι "διαφορετικοί" παρασέρνονται από το πάθος τους να νικήσουν τους εχθρούς τους και παγιδεύονται. Με τον πονηρό αυτόν τρόπο "μαντρώνει" τους φίλους της και "μαντρώνει" και τους εχθρούς της, πράγμα βέβαια που είναι και ο πρωταρχικός της στόχος. Τα πάντα είναι εκμεταλλεύσιμα, γιατί οι πάντες μπορούν να "μαντρωθούν" για τον οποιονδήποτε λόγο. Μπορεί να "μαντρωθούν" για θρησκευτικούς, εθνικούς, ταξικούς ή ιδεολογικούς λόγους.

Η εξουσία δηλαδή είναι αυτή η οποία δημιούργησε όλα αυτά τα δίδυμα του μίσους και του φανατισμού όλων των "διαφορών" που χωρίζουν τους ανθρώπους. Η μέθοδός της ήταν απλή. Αυτή δημιούργησε πρώτη τη δική της "ομάδα" και μετά, για λόγους κοινωνικής "δικαιοσύνης", χρηματοδότησε και την "ομάδα" των "άλλων". Αυτή δημιούργησε την πρόκληση των κυρίαρχων και πλουσίων, που θα παρέσερνε τους φτωχούς. Αυτή έδωσε τη "χαρά" στους δικούς της ανθρώπους, για να παρασύρει τους φτωχούς ν' αντιδράσουν, ώστε να τους "λυπήσουν" υποτίθεται.

Αυτή δημιούργησε την προτεσταντική "Ρέιντζερς" και η ίδια "έστησε" απέναντί της την καθολική "Σέλτικς". Αυτή δημιούργησε την εθνικιστική "Ρεάλ" και η ίδια "έστησε" απέναντί της την αντεθνική "Μπαρτσελόνα". Αυτή δημιούργησε την αριστοκρατική "Γιουβέντους" και η ίδια "έστησε" απέναντί της την εργατική "Τορίνο". Αυτή δημιούργησε την κομμουνιστική "Παρτιζάν" και η ίδια "έστησε" απέναντί της τον αντικομμουνιστικό "Ερυθρό αστέρα".

Γιατί τα κάνει όλα αυτά; Γιατί τα εκμεταλλεύεται. Εκμεταλλεύεται καί τους μεν καί τους δε. "Μαντρώνει" τους οπαδούς και τους παραδίδει σ' αυτούς που η ίδια η εξουσία ελέγχει. Πιο πολύ βέβαια ενδιαφέρεται για τους εχθρούς της και όχι για τους φίλους της. Οι φίλοι της αυτοελέγχονται και δεν την απειλούν, εφόσον έχουν τα ίδια συμφέροντα μ' αυτήν. Πιο πολύ την εξουσία την ενδιαφέρει να ελέγχει τους "άλλους" και όχι αυτούς που η ίδια υποτίθεται υποστηρίζει.

Ελέγχει τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους της κοινωνίας αυτής. Αυτούς που είναι δυνάμει εχθροί της. Στις κερκίδες δηλαδή γίνεται διαχείριση της κοινωνικής δυστυχίας και προβληματικότητας. Η εξουσία έχει απόλυτη ανάγκη να ελέγξει τους ανθρώπους αυτούς. Έχει ανάγκη να στρέψει τα πάθη τους εναντίον των οπαδών των άλλων ομάδων. Έχει ανάγκη να τους προσανατολίσει προς τα "προβλήματα" της ομάδας και όχι προς τα κοινωνικά προβλή­ματα. Έχει ανάγκη να δημιουργήσει συνθήκες "έξης" των φτωχών προς το ποδόσφαιρο.

Γι' αυτόν τον λόγο κάποιοι φιλόσοφοι σήμερα, όταν μιλούν για το ποδόσφαιρο, μιλούν για ένα νέο "όπιο" του λαού. Ό,τι ήταν η θρησκεία για τους αγράμματους των προηγούμενων αιώνων, έτσι έγινε για την σύγχρονη κοινωνία το ποδόσφαιρο. Όπως κάποτε οι "εκλεκτοί" του συστήματος αγωνίζονταν εναντίον του "διαβόλου", για να "λυτρώσουν" τη μάζα, έτσι η σύγχρονοι "εκλεκτοί" αγωνίζονται εναντίον των "εχθρών", για να "λυτρώσουν" επίσης τη μάζα.

Είναι "όπιο" το ποδόσφαιρο για τη μάζα. Όπως το "όπιο" αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο, έτσι κάνει και το ποδόσφαιρο. Όπως το "όπιο" στρέφει τον άνθρωπο μακριά από τα πραγματικά προβλήματά του και τον κάνει να σκέφτεται μόνον πώς θα το εξασφαλίσει έτσι κάνει και το ποδόσφαιρο. Είναι μεγάλη υπόθεση για το σύστημα να κάνει φτωχούς ανθρώπους να ενδιαφέρονται μόνον για το ποδόσφαιρο. Είναι μεγάλη υπόθεση να δημιουργήσεις ανθρώπους που αγχώνονται περισσότερο για την πορεία της ομάδας τους, παρά για το "ψωμί" των παιδιών τους.

Ανθρώπους, που θα συμβιβάζονται με τη φτώχεια τους και θα ικανοποιούνται με τη "δόξα" της ομάδας τους. Ανθρώπους, που θα γεμίζουν μια κενή ζωή με περιοδικούς ποδοσφαιρικούς "θριάμβους". Που θα γεμίζουν το "άδειο" κεφάλι τους με αθλητικές πληροφορίες. Ανθρώπους, που δεν ονειρεύονται τη δική τους πρόοδο, αλλά την πρόοδο της ομάδας. Ανθρώπους, που θα αγνοούν τη γεμάτη ταπεινώσεις προσωπική τους ζωή, για μια επιτυχία ανά δύο Κυριακές. Ανθρώπους, που, όπως οι θρησκόληπτοι του Μεσαίωνα, μπορούν να ζουν τα χειρότερα, ονειρευόμενοι "παραδείσους", οι οποίοι δεν τους αφορούν.

Η εξουσία ελέγχει τον κόσμο για όσο διάστημα "εκτονώνει" τα πάθη των φτωχών μέσα στα γήπεδα. Δεν είναι παράξενο δηλαδή που το ποδόσφαιρο "ανθεί" στις πιο φτωχές, τις πιο αγράμματες και τις πιο άδικες κοινωνίες. Δεν είναι παράξενο που εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη δυστυχία υπάρχουν και οι πιο ισχυρές "λαϊκές" ομάδες. Δεν είναι παράξενο που εκεί όπου οι λαοί έπρεπε να κυνηγούν τους εξουσιαστές με τα μαχαίρια, τους "προσκυνούν", επειδή συμβάλουν στη δόξα της ομάδας τους. Τέλος, δεν είναι παράξενο ότι εκεί όπου έπρεπε ν' "ανθούν" οι κοινωνικοί αγώνες "ανθούν" οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών.

Όλα αυτά γίνονται, γιατί απλούστατα η εξουσία γνωρίζει πώς να "κουρδίζει" του φτωχούς. Η εξουσία αναπαράγει διαρκώς τις ίδιες πρακτικές. Ποτέ και κανένας στον Μεσαίωνα δεν στράφηκε εναντίον του παχύσαρκου κι ανώμαλου ιερέα. Γιατί; Γιατί θεωρούσαν ότι αυτός ο ιερέας τους προστάτευε από μια "ανώτερη" απειλή. Έβλεπαν την αθλιότητά του, αλλά τη θεωρούσαν αναγκαίο κακό, όταν προέχει η "σωτηρία" τους. Μια "σωτηρία", που την "απειλούσαν" κάποιοι όμοιοί τους, με τους οποίους συχνά-πυκνά αλληλοσφάζονταν. Αλληλοσφάζονταν οι φτωχοί μεταξύ τους και διασκέδαζαν οι "ηγέτες" τους μέσα στα παλάτια τους. Κάτι ανάλογο κάνει και σήμερα η εξουσία με το ποδόσφαιρο. "Κουρδίζει" τους φτωχούς, ώστε να θεωρούν τους κλέφτες αναγκαίο κακό.

Γνωρίζει πώς να δημιουργεί τους "διαβόλους", που απειλούν μαζικά τους φτωχούς. Δημιουργεί τα δικά της αντίπαλα ποδοσφαιρικά "δέη", για να τους βάλει να κυνηγούν σκιές μακριά από τα παλάτια των ανθρώπων της. Όλα αυτά όμως η εξουσία δεν θα τα κατάφερνε μόνη της χωρίς εξωτερική βοήθεια. Χωρίς εσωτερικές ταξικές προδοσίες. Χωρίς τους "χαμαιλέοντες" της κοινωνικής ζωής. Τους δισεκατομμυριούχους "πατερούληδες" και ευεργέτες των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Αυτούς που παριστάνουν τους ισχυρούς φίλους των φτωχών, που θέλουν σαν "Μωυσήδες" να τους οδηγήσουν στον ποδοσφαιρικό "παράδεισο" της απόλυτης ευδαιμονίας.

Όλα αυτά δηλαδή τα καταφέρνει η εξουσία, γιατί ελέγχει τους παράγοντες των ομάδων. Τους παράγοντες καί των ομάδων των πλουσίων καί αυτούς των φτωχών. Όλους τους παράγοντες της κάθε ομάδας. Από τον πρόεδρο μέχρι το τελευταίο οργανωμένο φανατικό οπαδό. Από τον "Μωυσή" μέχρι και τον τελευταίο "παπά" της κάθε ομάδας. Ο πρόεδρος ή οι μεγαλοπαράγοντες μιας ομάδας πλουσίων είναι όμοιοι μ' αυτούς μιας ομάδας εργατών. ’σχετα δηλαδή με το τι υποτίθεται αντιπροσωπεύουν ταξικά οι ομάδες, αυτοί οι οποίοι επωφελούνται από αυτές ανήκουν στον χώρο ελέγχου της εξουσίας. Από τους πλούσιους ποδοσφαιριστές μέχρι τους πλούσιους μεγαλοπαράγοντες της ομάδας, οι πάντες είναι άνθρωποι της εξουσίας. Ακόμα και το φανατικό "σκουπίδι" της εξέδρας, που είναι έτοιμο να σκοτώσει για την ομάδα του, είναι παράγοντας της εξουσίας και ελέγχεται από αυτήν.

Πώς γίνεται πρακτικά αυτός ο έλεγχος; Με τη λογική των ομοίων. Από τη στιγμή που η έκβαση ενός αποτελέσματος επηρεάζεται καθοριστικά τόσο από ενδοαγωνιστικούς όσο και από εξωγενείς παράγοντες, η έννοια της "μάχης" βγαίνει από τον αγωνιστικό χώρο και κατακλύζει τόσο τις κερκίδες όσο και τα γραφεία των πονηρών. Από τη στιγμή που όλοι αυτοί �ο καθένας με τον δικό του τρόπο και από τον δικό του χώρο� συμβάλουν στο θετικό αποτέλεσμα, ευνόητο είναι ότι η "μάχη" είναι γενικευμένη.

Όμως, αυτή η γενικευμένη μάχη, που εκτείνεται σε διαφορετικούς χώρους, ευνόητο είναι ότι δημιουργεί σε όλους τους χώρους "ήρωες" και "αντιήρωες". Δημιουργεί πρότυπα και αντιπρότυπα σε όλους τους χώρους, τα οποία πρέπει να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και παράλληλα, ώστε να υπάρξει το θετικό αποτέλεσμα. "Ήρωας" δηλαδή δεν είναι μόνον αυτός ο οποίος αγωνίζεται στο γήπεδο. "Ήρωες" υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα που επηρεάζουν τα αποτελέσματα.

"Ήρωας" της κερκίδας, που επηρεάζει το αποτέλεσμα, είναι ο οπαδός, ο οποίος ακολουθεί παντού την ομάδα και φωνάζει πιο δυνατά απ' όλους. "Ήρωας" της διοίκησης, που επηρεάζει το αποτέλεσμα, είναι ο πρόεδρος, ο οποίος θα κάνει καλές μεταγραφές και θα εξασφαλίσει καλή "πορεία" στην ομάδα. "Ήρωας" του παραγοντισμού, που επηρεάζει το αποτέλεσμα, είναι ο σκοτεινός παράγοντας, ο οποίος θα εξασφαλίσει διαιτητική "εύνοια", για να κερδίσει η ομάδα. "Ήρωας" της δικαιοσύνης, που επηρεάζει το αποτέλεσμα, είναι ο εκδότης-οπαδός, ο οποίος θα καταγγείλει δημόσια την αδικία που υπέστη η ομάδα. "Ήρωας" της εξασφάλισης της ύπαρξης της ίδιας της ομάδας είναι ο πολιτικός-οπαδός, ο οποίος θα εξασφαλίσει κρατικά κονδύλια, για να επιβιώσει η ομάδα σε μια δύσκολη στιγμή.

Όλοι αυτοί οι "ήρωες" πρέπει ν' "αγωνιστούν" μαζί με τους ποδοσφαιριστές, για την επίτευξη του θετικού αποτελέσματος. Όπως όμως όλοι οι "ήρωες" έτσι κι αυτοί θέλουν την ανταμοιβή τους. Αυτό το γνωρίζει το σύστημα και στους "ήρωες" επενδύει για να "μαντρώνει" τον κόσμο. Όλοι αυτοί έχουν κέρδος από το παιχνίδι και τους συμφέρει η αθλιότητα, γιατί μόνον έτσι μπορούν να παριστάνουν τους "ήρωες" και άρα ν' ανταμείβονται. Μπορεί να γίνει κάποιος "μεσσίας", αν δεν υπάρχουν προβλήματα;

Είναι λοιπόν λογικό ότι όλοι αυτοί οι οποίοι γίνονται "ήρωες" για να εξαλειφθεί η αδικία, είναι αυτοί οι οποίοι κερδίζουν από την αδικία. Αυτοί διαιωνίζουν την αδικία, γιατί βγάζουν το "μεροκάματό" τους, το οποίο βέβαια είναι ανάλογο με τη συμβολή του καθενός στην επιτυχία. ’λλο "μεροκάματο" βγάζει ο "ήρωας" παίκτης και άλλο ο "ήρωας" πρόεδρος. ’λλο "μεροκάματο" βγάζει ο "ήρωας" ανώνυμος οπαδός της εξέδρας και άλλο ο "ήρωας" επώνυμος οπαδός, που είναι ταυτόχρονα και πολιτικός. Όλοι αυτοί οι "ήρωες", τόσο της βάσης όσο και της κορυφής, συνθέτουν ένα πραγματικά "ατσάλινο" πλαίσιο, που παγιδεύει μέσα του και τελικά κάνει εκμεταλλεύσιμο το σύνολο των οπαδών μιας ομάδας.

Όλοι αυτοί οι "ήρωες" είναι ίδιοι και ταυτόχρονα διαφορετικοί από τους υπόλοιπους οπαδούς της ομάδας. Είναι ίδιοι, γιατί υποστηρίζουν για τους ίδιους λόγους την ομάδα τους. Είναι όμως ταυτόχρονα και διαφορετικοί, γιατί, ενώ όλοι οι οπαδοί πληρώνουν για την ομάδα, αυτοί κερδίζουν από την ομάδα. Όλοι οι οπαδοί είναι φανατικοί και χειροκροτούν, αλλά οι "ήρωες" της εξέδρας βγάζουν πραγματικό μεροκάματο φωνάζοντας.

Αυτοί μάλιστα είναι οι χειρότεροι, γιατί αποτελούν καθαρά εκτελεστικά όργανα της εξουσίας. Είναι αυτοί οι οποίοι κάνουν τα πιο πολλά και κοστίζουν τα πιο λίγα. Είναι αυτοί οι οποίοι κάνουν τη "βρώμικη" δουλειά, για να "κονομάνε" οι καθωσπρέπει "σωτήρες" του ποδοσφαίρου. Αν δεν υπάρχουν αυτοί, τίποτε δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της εξουσίας, γιατί δεν δημιουργούνται τα αλυσιδωτά φαινόμενα, τα οποία οδηγούν στη μαζική αντίδραση που επιδιώκει η εξουσία. Αυτοί είναι που παίζουν μαζικά τον ρόλο του προβοκάτορα, που περιγράψαμε παραπάνω.

Αυτοί είναι που θ' αποκαλέσουν "Βούλγαρους" τους οπαδούς του ΠΑΟΚ. Αυτοί θα πετάξουν φωτοβολίδα, με πρόθεση να χτυπήσουν κάποιον οπαδό της αντίπαλης ομάδας. Αυτοί θα σπάσουν και θα ρημάξουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Γιατί; Για να συσπειρώσουν τους αντίπαλους οπαδούς εναντίον όλων των οπαδών της δικής τους ομάδας. Το μαζικό μίσος θα οδηγήσει σε μαζικό αντιμίσος. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργούνται τα δίπολα του μίσους, τα οποία δημιουργούν μεγάλα και άσχημα κοινωνικά φαινόμενα από ασήμαντη αιτία. Εξαιτίας κάποιων μισθοφορικών "σκουπιδιών", εκατομμύρια οπαδών θα "παραδοθούν" στους παρά­γοντες, για να τους "σώσουν". Να τους "λυτρώσουν" από το μίσος, προσφέροντας λύπη σ' αυτούς τους οποίος μισούν.

Κάθε "μεγάλη" ομάδα έχει μέσα στις τάξεις των οπαδών της τέτοια "σκουπίδια". "Σκουπίδια", που συνθέτουν έναν σκληρό πυρήνα και είναι αυτά τα οποία δίνουν τη "γραμμή" που θ' ακολουθήσει η εξέδρα. Αγράμματα τεμπελόσκυλα, που έχουν βρει τον τρόπο να εξασφαλίζουν την άνετη ζωή του "παρασίτου" και να κερδίζουν μια ανέλπιστη για τις δυνα­τότητές τους επωνυμία. Οι "φίρμες" των γηπέδων. Οι άνευ αντικειμένου και απροσδιορίστου γνώσης "επαΐοντες" των αγώνων. Αυτοί οι οποίοι συνήθως δεν βλέπουν αγώνα, γιατί προέχει το "καθήκον" τους να οργανώσουν την κερκίδα και βέβαια να εμπνευστούν τα συνθήματά της. Σοβαροί άνθρωποι κάθονται κι ακούνε τους "τενεκέδες" να σκορπούν τις εμετικές και ρατσιστικές τους απόψεις στην κοινωνία.

Όχι τίποτε άλλο, αλλά μας "δουλεύουν" κιόλας τα κουτορνίθια. Με την πάροδο του χρόνου και την εμπειρία στα ΜΜΕ έχουν εκπαιδευτεί να χρησιμοποιούν μια "ξύλινη" γλώσσα, όμοια μ' αυτήν των πολιτικών. Μιλάνε σαν λαϊκοί αντιπρόσωποι μεγάλων μερίδων της κοινωνίας. "Αγωνίζονται" κι αυτοί από το δικό τους "μετερίζι" για το δίκιο των φτωχών. Κοντά σ' αυτούς και μια "αυλή" ανθρώπων χαμένων στο "διάστημα". Αξιολύπητων ναρκομανών ανθρώπων, που, για να εξασφαλίσουν τη "δόση" τους, είναι σε θέση να κάνουν τα πάντα. Φουκαράδες, που, για να εξασφαλίσουν ένα χαρτζιλίκι ή μια δόση ναρκωτικών, είναι έτοιμοι να κάνουν εγκλήματα. Φουκαράδες, που στην ασήμαντη και άδεια ζωή τους παίρνει κολοσσιαίο νόημα ο "ηρωισμός" τους στην αθλιότητα.

Η πολυτιμότητά αυτών των "πυρήνων" και των ηγετών τους είναι τόσο μεγάλη, που αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι αυτοί θα είναι οι πρώτοι οι οποίοι θα κάνουν επαφές με τον κάθε νέο πρόεδρο της ομάδας. Η πολυτιμότητά τους είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και η εξουσία τούς βοηθάει στο "έργο" τους. Εκτός από το προνόμιο της δημόσιας προβολής, τούς προσφέρει και το προνόμιο της ατιμωρησίας. Η εξουσία, που θα τιμωρήσει ακόμα κι έναν πρόεδρο για μια βίαιη συμπεριφορά μέσα στο γήπεδο, θα κάνει τα "στραβά" μάτια απέναντι στους γνωστούς αγνώστους. Αυτούς, που όλοι τους γνωρίζουν, όλοι τους καταγγέλλουν και κανένας δεν τους τιμωρεί. Όχι μόνον δεν τους φυλακίζουν, αλλά ούτε καν τους απαγορεύουν την είσοδό τους στους αγωνιστικούς χώρους, τους οποίους τους μετατρέπουν σε βόθρους.

Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης και γιατί δεν ενδιαφέρεται κανένας για τις ορατές και άμεσες συνέπειες αυτών των αθλιοτήτων. Δεν τους ενδιαφέρει για παράδειγμα ότι αδειάζουν τα γήπεδα και άρα δεν τους ενδιαφέρουν τα διαφυγόντα κέρδη από τα εισιτήρια. Δεν τους ενδιαφέρει, γιατί απλούστατα τα συμφέροντα τους κινούνται σε άλλα επίπεδα πιο υψηλά, που εξυπηρετούνται καλύτερα από την αθλιότητα. Για όσο διάστημα τα συμφέροντά τους περιορίζονταν μέσα στο γήπεδο, τους ενδιέφεραν τα εισιτήρια. Σήμερα αυτά τα συμφέροντα εκτείνονται παντού εκτός από το γήπεδο. Το γήπεδο έγινε το "εργαλείο" τους και όχι το κεφάλαιό τους.

Πώς το κατάφεραν αυτό; Μέσω της τηλεόρασης και μέσω του τύπου. Δεν χρειάζεται πλέον να πηγαίνουν οι οπαδοί στο γήπεδο, για να είναι εκμεταλλεύσιμοι. Δεν χρειάζεται, για τους ίδιους λόγους που δεν χρειαζόταν να είναι παρών ο ελληνικός λαός στο αλβανικό μέτωπο, ώστε να υποστηρίξει με φανατισμό τον ελληνικό στρατό. Η επιλογή είναι αυτή η οποία σε φανατίζει και όχι απαραίτητα η συμμετοχή ή το θέαμα. Το αποτέλεσμα σου δίνει χαρά ή λύπη και αυτά μπορείς να τα "εισπράξεις" ακόμα και μέσα στο σπίτι σου.

Εδώ είναι και το μυστικό της σύγχρονης εποχής των αθλητικών παιχνιδιών. Κάνοντας όλοι αυτοί χρήση των ΜΜΕ, καταφέρνουν και μεγιστοποιούν τα φαινόμενα. Η επιτυχία τους έγκειται στο γεγονός ότι κατάφεραν και δημιούργησαν συνθήκες ταύτισης μεταξύ των λίγων μισθοφόρων αλητών της εξέδρας με τα εκατομμύρια των οπαδών, που απλά δεν μπορούν να νικήσουν τα ζωικά τους ένστικτα. Τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που, και μόνον το ότι δεν αντιδρούν στην αθλιότητα των οπαδών, κάποιοι "κηφήνες" της εξέδρας �και όχι μόνον� το εκλαμβάνουν σαν συμμαχία.

Όμως, αυτό έχει κι άλλα αποτελέσματα, ακόμα πιο τραγικά για την κοινωνία. Η μεγάλη ένταση των ποδοσφαιρικών συγκρούσεων και τα ΜΜΕ σταδιακά "εξαλείφουν" τους αδύναμους. Τους αδύναμους, που δεν μπορούν να προσφέρουν τη χαρά της νίκης και "αιμορραγούν" στον τομέα των οπαδών. Αυτό το οποίο τελικά μένει είναι το πιο ισχυρό δίπολο αντιπάλων. Συμβαίνει αυτό το οποίο συμβαίνει και στην πολιτική με τον δικομματισμό των "δεινοσαύρων". Οι πιο ισχυρές ομάδες γίνονται με τον τρόπο αυτόν "πλατφόρμες", που μεταφέρουν συμπλέοντα συμφέροντα και συμπλέοντες νοοτροπίες.

Με τον τρόπο αυτόν φτάνουμε στο σημείο να έχουμε πραγματική απειλή για την ίδια τη δημοκρατία. Υπάρχει απειλή, όταν έχουμε προέδρους ποδοσφαιρικών ομάδων, οι οποίοι μιλάνε εν ονόματι ανθρώπων, που είναι περισσότεροι από αυτούς τους οποίους αντιπρο­σωπεύει ένας πρωθυπουργός. Υπάρχει απειλή, όταν οι αθλητικές εφημερίδες έχουν περισσότερο κοινό από τις πολιτικές εφημερίδες. Γιατί; Γιατί κανένας δεν γνωρίζει ποιανού τα ιδιωτικά συμφέροντα προπαγανδίζουν αυτές οι ανεύθυνες "φυλλάδες". Οι "φυλλάδες", που θ' αναρωτιούνται γιατί, για παράδειγμα, η δικαιοσύνη κυνηγάει έναν τόσο "καλό" άνθρωπο όσο ο πρόεδρος. Έναν άνθρωπο που από αγάπη και ανιδιοτέλεια πρόσφερε τόσα πολλά στην "καλή" ομάδα.

Γι' αυτόν τον λόγο κάναμε πιο πάνω μία αναφορά για τον κινηματογράφο, που φαινομενικά ήταν εκτός θέματος. Όλοι αυτοί εκμεταλλεύονται τις ίδιες σταθερές μ' αυτές που εκμεταλλεύονται οι άνθρωποι του κινηματογράφου και της προπαγάνδας. Δεν χρειάζεται σήμερα να πάει κάποιος στο γήπεδο, για να φανατιστεί. Κάθεται σπίτι του και ο αγώνας τού παρουσιάζεται ως ένα κινηματογραφικό έργο. Ένα έργο, που έχει ως "πυρήνα" �κεντρικό θέμα� το ματς και πλαισιώνεται από μια κριτική εντελώς υποκειμενική, η οποία φανατίζει. Ο κάθε οπαδός της κάθε ομάδας βλέπει το έργο που του αρέσει, επιλέγοντας το κανάλι που θα πει αυτά τα οποία του αρέσουν.

Γι' αυτόν τον λόγο έχουμε το φαινόμενο του γιγαντισμού των ομάδων και τα άδεια γήπεδα. Έχουμε το φαινόμενο να έχει μια ομάδα δύο εκατομμύρια οπαδούς και να "παίζει" συστηματικά μπροστά σε ένα κοινό πέντε χιλιάδων θεατών. Αυτό είναι εύκολα εξηγήσιμο. Γιατί; Γιατί το γήπεδο γίνεται πλέον το σκηνικό μιας σύγκρουσης, που μέσω της τηλεόρασης σκορπίζεται στην υπόλοιπη κοινωνία.

Έπαψε πλέον το γήπεδο ν' αντιπροσωπεύει το "όλον" για μια ομάδα. Αντιπροσωπεύει το "μερικό" του αγωνιστικού χώρου, εφόσον το "όλον" έγινε ολόκληρη η κοινωνία. Το γήπεδο πλέον στο σύνολό του είναι ο αγωνιστικός "χώρος" και την ίδια στιγμή, μέσω της τηλεόρασης, έχει μετατραπεί η κοινωνία σε "κερκίδα". Απλά άλλοι "παίκτες" ιδρώνουν στο χορτάρι για τη νίκη και άλλοι "παίκτες" ματώνουν στις εξέδρες, επίσης με στόχο τη νίκη. Οι θεατές όμως βρίσκονται σε όλη την επικράτεια και παρακολουθούν όλα τα επίπεδα της μάχης. Παρακο­λουθούν από τα σπίτια τους, από τις καφετέριες κλπ.. Εκεί κάθονται με τους φίλους τους και βρίζουν τους εχθρούς τους.

Γι' αυτό μιλήσαμε για το "μερικό", που σήμερα αντιπροσωπεύει το γήπεδο. Απλά, όπως μια ομάδα, είτε μικρή είτε μεγάλη, χρησιμοποιεί έντεκα παίκτες για να κερδίσει τον αγώνα, έτσι γίνεται και στις κερκίδες. Οι φανατικοί οπαδοί έγιναν κι αυτοί μισθωτοί "παίκτες", που αγωνίζονται για τη νίκη. Είτε είναι μικρή είτε μεγάλη μια ομάδα, με τους ίδιους πέντε χιλιάδες "παίκτες" θ' αγωνιστεί, για να κερδίσει τη μάχη της εξέδρας.

Όλα αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συμμετοχή των αλητών της εξέδρας. Αυτοί δίνουν αξία και νόημα στις ιδιότητες των μεγαλοπαραγόντων του ποδοσφαίρου, που αντλούν τα τεράστια κέρδη από αυτό και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εξουσία. Αυτών τα συμφέροντα εξυπηρετούνται από τις κοινωνικές συσπειρώσεις, που προκαλούν οι αθλιότητες των "χούλιγκαν". Τους ενδιαφέρει το κέρδος το οποίο προκαλείται από τον "βόθρο" των γηπέδων. ’ρα, άσχετα με τα κέρδη τα οποία χάνουν από τα εισιτήρια, είναι υποχρεωμένοι ν' ανταμείψουν αυτούς που αδειάζουν τα γήπεδα.

Αυτοί οι αλήτες είναι οι πρώτοι που "ανταμείβονται" για τις πράξεις τους και από εκεί και πέρα ξεκινούν οι "ανταμοιβές" των υπολοίπων. "Ανταμοιβές", που δεν θα υπήρχαν, αν δεν προηγούνταν τα εγκλήματα των οπαδών της εξέδρας. Ποιες είναι αυτές οι "ανταμοιβές"; Για έναν πρόεδρο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας η μικρότερη ανταμοιβή είναι το να γίνει επώνυμος και άρα παράγοντας της δημόσιας ζωής και η μεγαλύτερη το να "ρημάζει" τα δημόσια ταμεία, έχοντας ως ασπίδα τη "λαοθάλασσα" των οπαδών της ομάδας του.

Δεν είναι λίγο πράγμα να εξασφαλίζει κάποιος πλούσιος "τενεκές" την επωνυμία με λίγες μεταγραφές, τις οποίες τις περισσότερες φορές τις κάνει με χρήματα του δημοσίου. Γιατί λέμε με χρήματα του δημοσίου και το γενικεύουμε; Γιατί όλες σχεδόν οι ποδοσφαιρικές ομάδες επιβιώνουν με κρατικές επιχορηγήσεις. Με χρήματα του κοσμάκη κάποιοι γίνονται "ευεργέτες" των οπαδών τους. Απλά, κοντά σ' αυτούς περιφέρονται και οι μεγαλοκλέφτες του δημοσίου. Δεν είναι λίγο πράγμα να εξασφαλίζει κάποιος μεγαλοκλέφτης των κρατικών προμηθειών την ατιμωρησία, καταβάλλοντας στην ομάδα του ένα μικρό ποσοστό της "λείας" του. Δεν είναι λίγο πράγμα να εξασφαλίζεις με χρήματα αυτά τα οποία, είτε δεν αγοράζονται με χρήματα είτε δεν αποφεύγονται μ' αυτά.

Όμως, "ανταμοιβή" υπάρχει και για τους υπόλοιπους παράγοντες της κάθε ομάδας. "Ανταμοιβή" για έναν μικροπαράγοντα είναι να γίνει πλούσιος. Να "μπλέξει" στα συμφέροντα των πλουσίων και, επειδή τους εξυπηρετεί, να εισπράττει εκατομμύρια. Δεν είναι μικρό πράγμα να είσαι ένα "τίποτε" και από τα χείλη σου να "κρέμονται" μεγιστάνες, που περιμένουν να τους "σώσεις" με τους "κολλητούς" σου διαιτητές. "Ανταμοιβή" για τον οπαδό εκδότη είναι να εξασφαλίσει ένα μεγάλο κοινό για τη "φυλλάδα" του. Δεν είναι μικρό πράγμα να βαστάς μια εφημερίδα με μερικούς αγράμματους και φτηνούς δημοσιογράφους-οπαδούς και να πουλάς εκατομμύρια αντίτυπα.

Τέλος υπάρχουν και οι υψηλά ιστάμενοι οπαδοί. "Ανταμοιβή" για τον πολιτικό, που είναι οπαδός, είναι να βρει ανθρώπινο δυναμικό έτοιμο να τον ψηφίσει για την ποδοσφαιρική του "πίστη". Δεν είναι λίγο πράγμα με λίγες αερολογίες και πολλές υποσχέσεις να εξασφαλίσεις μια βουλευτική έδρα. Όλοι αυτοί αντιλαμβανόμαστε ότι είναι άνθρωποι της εξουσίας. Της ίδιας εξουσίας που με την αδικία της δημιουργεί τους φτωχούς και άρα τη βάση των οπαδών μιας "λαϊκής" ομάδας.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πόσο εύκολα η εξουσία χειραγωγεί τη μάζα με τη χρήση του ποδοσφαίρου. Με το "ατσάλινο" πλαίσιο των παραγόντων μπορεί και ελέγχει αυτούς τους οποίους φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι οι ορκισμένοι εχθροί της. Αντιλαμβάνεται ότι πάντα το ζητούμενο είναι να ελεγχθούν οι μεγάλες λαϊκές μάζες. Ο κυρίαρχος στόχος είναι να "εκτονώνεται" η αντιδραστικότητά τους μακριά από τους κλέφτες.

Αυτός ο στόχος είναι που κάνει το ποδόσφαιρο ένα πραγματικό "εργαλείο" για την εξουσία. Μέσω του ποδοσφαίρου ελέγχει κυρίως τους φτωχούς, που είναι τα μεγαλύτερα θύματά της. Γιατί; Γιατί οι πλούσιοι συνήθως έχουν προσωπική ζωή, που είναι πολύτιμη και έχει αξία. Δεν περιμένουν μόνον από το ποδόσφαιρο ν' αντλήσουν χαρά. Αυτό το κάνουν μόνον οι φτωχοί, εφόσον το γήπεδο είναι γι' αυτούς η μοναδική "όαση" χαράς μέσα στην "έρημο" της μίζερης και φτωχής ζωής τους. Όταν ο πλούσιος σκέφτεται πού και με ποια φίλη του θα πάει διακοπές, ο φτωχός, με ένα εκατοστάρικο �που κοστίζει μια αθλητική εφημερίδα�, "ονειρεύεται" στα παγκάκια τις νέες μεταγραφές.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το σύστημα κάνει το εξής μοναδικό με το ποδόσφαιρο. Εκμεταλ­λεύεται το ίδιον βάρος της κοινωνίας, για να την καταπιέζει. Τα δικά της πάθη ευνοούν την αθλιότητα. Τα πάθη και τα ένστικτα των φτωχών γίνονται η "ασπίδα" των εξουσιαστών. Οι ασήμαντες "κλοπές" νικών της φτωχής μάζας δίνουν άλλοθι στην εξουσία να κλέβει χωρίς αντίδραση. Η διαφθορά, που δίνει τη νίκη στη λαϊκή ομάδα είναι αυτή η οποία νομιμοποιεί τη γενική διαφθορά. Υποστηρίζουμε τον διαφθορέα πρόεδρο, γιατί αυτός μας εξασφαλίζει τη χαρά. Υποθηκεύουμε το μέλλον μας για μια στιγμιαία χαρά.

Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι περισσότερο επικίνδυνη για το κοινωνικό σύνολο και για τη δημοκρατία είναι μια ομάδα των φτωχών, παρά μια ομάδα πλουσίων, οι οποίοι κάνουν την "πλάκα" τους. Πιο επικίνδυνη είναι η "εργατική" Μάντσεστερ, παρά η "καθεστωτική" QPR. Πιο επικίνδυνη είναι η "εργατική" Ρόμα, παρά η "καθεστωτική" Λάτσιο. Είναι επικίνδυνες αυτές οι ομάδες, γιατί "μαντρώνουν" αυτούς οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ελεύθεροι ν' αντιδράσουν στην κοινωνική αδικία. Είναι επικίνδυνη η πάμπλουτη Μάντσεστερ των δισεκατομμυριούχων προέδρων, προπονητών και ποδοσφαιριστών, που πάνω της "επενδύουν" ψυχικά οι άνεργοι και οι φτωχοί της βρετανικής κοινωνίας. "You never walk alone"� φωνάζουν οι φτωχοί, αλλά η Λίβερπουλ των φτωχών στην "πορεία" της κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους.

Είναι επικίνδυνες αυτές οι "λαϊκές" ομάδες, γιατί είναι εύκολα εκμεταλλεύσιμες. Όποιος θέλει μπορεί να τις χρησιμοποιήσει όπως θέλει. Τις χρησιμοποιούν οι ιδιώτες για το προσω­πικό τους συμφέρον και τις χρησιμοποιεί και η εξουσία, ελέγχοντας αυτούς τους ιδιώτες. Είναι εύκολο να χρησιμοποιηθούν οι οπαδοί αυτών των ομάδων, γιατί λειτουργούν με βάση τα ζωικά τους ένστικτα και άρα εύκολα οχλοποιούνται οι συνήθως αγράμματοι και φτωχοί οπαδοί τους. Αρκεί αυτός ο οποίος θέλει να τις χρησιμοποιήσει να γνωρίζει τι να κάνει και πώς να το κάνει. Να κάνει δηλαδή ό,τι είπαμε ότι κάνουν οι προβοκάτορες. Να βρει ένα κοινό σημείο μεταξύ του εαυτού του και της εξέδρας και από εκεί και πέρα μπορεί να προκαλέσει μέχρι και μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Συνήθως αυτό το κοινό σημείο είναι η αγάπη για την "ομάδα". Για την "ιδέα", που για μερικούς είναι "θρησκεία".

Αν υπάρχει αυτή η κοινή "αγάπη", όλα τα άλλα μεθοδεύονται. Μέσα στην εξέδρα της λαϊκής ομάδας των φτωχών η εξουσία θα βρει ό,τι "σκουπίδι" θέλει έτοιμο να κάνει ό,τι του πει. Αρκεί να έχει χρήματα να πληρώσει το φτωχό "παράσιτο" και αυτόματα η επιλογή της εξουσίας ή η ατομική ηλιθιότητα γίνεται μαζική ηλιθιότητα και κοινωνικό φαινόμενο. Φαινόμενο, που μπορεί να γίνει τόσο μεγάλο, όσο δεν μπορεί να το φανταστεί ο αναγνώστης. Αρκεί να πούμε ότι ο εμφύλιος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία δεν ξεκίνησε από εθνικιστές πολιτικούς ή από επεισόδια σε στρατιωτικές βάσεις. Ξεκίνησε από μισθοφόρους ηλίθιους στα γήπεδα του Βελιγραδίου και του Ζάγκρεμπ. Ο "λαϊκός" Ερυθρός Αστέρας έγινε η "πλατφόρμα" του σερβικού εθνικισμού, που "πυρπόλησε" τη Γιουγκοσλαβία και την "έπνιξε" στο ίδιο της το αίμα.

Πάντα οι λαϊκές ομάδες είναι επικίνδυνες, γιατί αυτές είναι που πέφτουν θύματα των επιτηδείων, οι οποίοι θέλουν να εκμεταλλευτούν τα πάθη των φτωχών μαζών, ώστε να εκμεταλλευτούν στη συνέχεια την κατάσταση υπέρ των ιδιωτικών τους συμφερόντων. Αυτός είναι κι ο λόγος που οι πιο διάσημοι φυλακισμένοι είναι συνήθως πρώην πρόεδροι "λαϊκών" ομάδων. Οι πιο διάσημοι καταχραστές του δημοσίου χρήματος είναι οι "κολλητοί" του λαού. Αυτοί, που τον "πονάνε" με το αζημίωτο βέβαια.

Εκ των δεδομένων δηλαδή πιο επικίνδυνος για την κοινωνία και τη δημοκρατία στην Ελλάδα είναι ο Ολυμπιακός των φτωχών, παρά ο Παναθηναϊκός των πλουσίων. Ο Πανα­θηναϊκός των πλουσίων των βορείων προαστίων, που, ακόμα κι όταν κάνουν αθλιότητες, είναι ακίνδυνοι. Είναι ακίνδυνοι, γιατί μέσω του ποδοσφαίρου κάνουν την πλάκα τους. Είναι ακίνδυνοι, γιατί, ως όγκος και λόγω των ιδιομορφιών οι οποίες προκαλούν τις συσπειρώσεις του "δικομματισμού" του ποδοσφαίρου, δεν έχουν τα χαρακτηριστικά που να τους κάνουν υποχείρια της κάθε εξουσίας. Ο Παναθηναϊκός αντιπροσωπεύει την αντισυσπείρωση στον "λαϊκό" Ολυμπιακό και ως εκ τούτου ο κύριος όγκος των οπαδών του έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Οι οπαδοί του δηλαδή σε γενικές γραμμές ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικά και μορφωτικά στρώματα. Οι εξαιρέσεις δεν ανατρέπουν αυτήν τη γενικότητα, όπως δεν ανατρέπουν τη γενικότητα ότι μέσα στις τάξεις της δεξιάς ΝΔ υπάρχουν και πολλοί φτωχοί. Οι οπαδοί του είναι αρκετά μορφωμένοι και αρκετά πλούσιοι, για να μην μπορείς να τους χρησιμοποιήσεις παραπάνω απ' όσο σου το επιτρέπουν οι ίδιοι. Στις κερκίδες του Παναθηναϊκού υπάρχουν οπαδοί τόσο πλούσιοι, που θα μπορούσαν να είναι πρόεδροι άλλων ομάδων. ’νθρωποι, δηλαδή, που είναι όμοιοι με τον πρόεδρό του. Μπορεί ένας ιδιώτης να τους χρησιμοποιήσει όλους αυτούς υπέρ των ιδιωτικών του συμφερόντων; Όχι βέβαια. Αυτοί οι οποίοι χρησιμο­ποιούνται είναι ο φτωχοί του Ολυμπιακού, που ως άτομα δεν έχουν συγκρουόμενα συμφέ­ροντα με τον πλούσιο πρόεδρό του.

Γι' αυτό λέμε ότι άλλο πράγμα είναι η φασαρία της πλάκας των πλουσίων και άλλο να κάνουν κάποιοι φτωχοί "πλάτες" για τους ισχυρούς. ’λλο πράγμα είναι ο οπαδός, ο οποίος πηγαίνει στο γήπεδο για να διασκεδάσει �ακόμα και με αθλιότητες� και άλλο πράγμα ο οπαδός, που έχει το γήπεδο ως "όαση" ζωής. Είναι ακίνδυνος για την κοινωνία ο Παναθηναϊκός και ο κόσμος του, γιατί θα στηρίζει τον πρόεδρό του μόνον για όσο διάστημα κάνει την πλάκα του. Αντίθετα ο Ολυμπιακός είναι επικίνδυνος, γιατί κουβαλάει τα "όνειρα" των φτωχών και είναι μονόδρομος για τη χαρά τους.

Δεν είναι παράξενο δηλαδή που όλοι οι τελευταίοι πρόεδροί του πήγαν από τη δόξα και τα σαλόνια κατευθείαν στη φυλακή. Δεν είναι παράξενο που και ο νυν πρόεδρός του κατηγορείται για άπειρα σκάνδαλα και παραμένει ελεύθερος ελλείψει στοιχείων. Κατηγορείται για σκάνδαλα, που έχουν σχέση με το δημόσιο χρήμα. Σκάνδαλα, που έχουν θύμα τους τον φτωχό κόσμο και τα οποία πραγματοποιούνται με τις "πλάτες" των φτωχών. Για όσο διάστημα αυτός ο πρόεδρος θα εκμεταλλεύεται τον "υπέροχο" κόσμο του Ολυμπιακού, θα πιέζει τις κυβερνήσεις και θα εξασφαλίζει τα απαλλακτικά βουλεύματα.

Τι θα γίνει όμως, αν πάψει να τα εξασφαλίζει; Ως πού είναι αποφασισμένος να τραβήξει το "σκοινί", προκειμένου να σωθεί σε περίπτωση κατά την οποία απειληθεί; Κάποτε τα περιθώρια τελειώνουν και ακολουθεί η ρήξη. Το θέμα δηλαδή είναι ότι στις λαϊκές ομάδες υπάρχει "σκοινί" μεταξύ εξουσίας και οπαδών, που, για όσο διάστημα κάποιος μπορεί να το ελέγχει και να το τραβάει, θα "σώνεται". "Σώνεται" αυτός ο οποίος προσφέρει με παράνομα μέσα "χαρά" στους όχλους και ταυτόχρονα κλέβει. "Σώνεται", γιατί με ηλιθιότητες δημιουργεί συνθήκες συνενοχής μεταξύ του εαυτού του και του φτωχού όχλου των οπαδών. Το να πιστεύει δηλαδή ένας πρόεδρος μια ομάδας ότι δεν κινδυνεύει από τον νόμο, δεν είναι κάτι εκτός λογικής. Όταν μπορεί ο όχλος να κάνει εμφύλιο, δεν θα μπορέσει να προστατεύσει έναν πρόεδρο, που τον αντιλαμβάνεται ως "πολέμαρχο"; Δεν θα μπορέσουν οι παθιασμένοι οπαδοί να προστατεύσουν τον αρχηγό τους;

Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο αναγνώστης ότι το κοινό που παρακολουθεί τον αθλητισμό δεν έχει σχέση με το κοινό που παρακολουθεί τα παιχνίδια. Και μόνον η χρήση του όρου "φίλαθλος" για τους θεατές των παιχνιδιών είναι ψευδής και εσφαλμένη. Φίλαθλοι υπάρχουν μόνον στις εξέδρες των αθλητικών σταδίων. Γιατί; Γιατί εκεί πηγαίνουν εκείνοι οι οποίοι θέλουν να δουν άθλους. Εκεί πηγαίνουν οι φίλοι των άθλων και των αθλητών. Αντίθετα, στα γήπεδα δεν υπάρχουν φίλαθλοι. Εκεί υπάρχει ένα κοινό, που στην καλύτερη περίπτωση είναι "φιλοθεάμον" και στη χειρότερη περίπτωση οπαδοί. Γιατί δεν είναι φίλαθλοι όλοι αυτοί; Γιατί οι πρώτοι απλά πηγαίνουν εκεί για να δουν ένα θέαμα και οι δεύτεροι να υποστηρίξουν μια κατάσταση. Κανένας απ' αυτούς δεν είναι φίλαθλος, γιατί απλούστατα δεν συμβαίνουν άθλοι μέσα στα γήπεδα. Απλά είναι τα πράγματα. Περιπλέκονται από τους πονηρούς μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα της βαρβαρότητας.

Αυτό το οποίο θα δούμε τώρα είναι η ιστορική πορεία τόσο του αθλητισμού όσο και του "αγωνισμού" μέσα στους αιώνες. Όπως εύκολα θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, τόσο ο αθλητισμός όσο και τα παιχνίδια συνυπάρχουν και αλληλοεξυπηρετούνται με την εξουσία σε όλα τα επίπεδα. Η εξουσία, ακόμα και στο ανώτατο επίπεδο, αγωνιά για τις εξελίξεις μέσα στους στίβους και τα γήπεδα, γιατί εκεί κρίνεται το ίδιο της το μέλλον. Όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, ένα ολυμπιακό μετάλλιο ή ένα πέναλτι μπορεί να σώσει ή να καταστρέψει μια εξουσία στο σύνολό της.

Από μια αθλητική διάκριση θρόνοι ολόκληροι σταθεροποιούνται και από μια αθλητική αποτυχία μπορούν να "πυρποληθούν" τα πάντα. Μέσα στους στίβους κρίνεται η τύχη ολόκληρων καθεστώτων. Σώθηκε το καθεστώς της Αργεντινής μετά τον ποδοσφαιρικό της θρίαμβο στο μουντιάλ του 1972. Ευνόητο είναι δηλαδή ότι η εξουσία ενδιαφέρεται να μην αφήνει τίποτε στην τύχη. Ενδιαφέρεται για το "ντοπάρισμα", που της φέρνει μετάλλια στον αθλητισμό, όπως ενδιαφέρεται να ελέγχει τον παραγοντισμό, που με "πέτσινα" πέναλτι δίνει νίκες στον "αγωνισμό".

Ενδιαφέρεται να κάνει αυτά τα οποία της προσφέρουν εκ του ασφαλούς κέρδη και ταυτόχρονα ενδιαφέρεται να εμποδίζει τους εχθρούς της να κάνουν τα ίδια. Αυτή δημιούργησε το ντόπινγκ και αυτή το αντιντόπινγκ κοντρόλ. Οι άνθρωποί της "στήνουν" τις διαιτησίες και οι ίδιοι άνθρωποι αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη στο χώρο της διαιτησίας. Είναι θέμα επιβίωσης για την εξουσία να ελέγχει απόλυτα τον αθλητισμό και τα παιχνίδια. Όλα αυτά θα τα δούμε παρακάτω, εξετάζοντας τα πράγματα με τη σειρά.

Η ιστορία του "αγωνισμού" ξεκινάει αιώνες νωρίτερα από αυτήν του αθλητισμού. Γιατί; Γιατί το παιχνίδι υπάρχει μέσα στα γονίδια του ανθρώπου, ενώ ο αθλητισμός απαιτεί κάποιο μορφωτικό επίπεδο, ώστε ν' αναπτυχθεί ως δραστηριότητα. Αυτό το επίπεδο δεν το είχαν οι βάρβαροι κι απλά �ως άνθρωποι� "έπαιζαν". Επί αιώνες δηλαδή οι κυρίαρχοι βάρβαροι έπαιζαν παιχνίδια ισχύος, που αποτελούσαν "μίμηση" των πολέμων και των νοοτροπιών τους. "Έπαιζαν", όπως παίζουν τα ζώα, με στόχο είτε την εκπαίδευση των νεωτέρων είτε τη διασκέδαση.

Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε ο ελληνικός κόσμος και ο αθλητισμός. Για ένα μεγάλο διάστημα αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι συνυπήρχαν, ζώντας "παράλληλα". Οι Έλληνες αθλούνταν και οι Βάρβαροι έπαιζαν. Ο ελληνικός κόσμος ήταν φίλαθλος και ο βαρβαρικός φιλοθεάμων, που, ανάλογα με τα συμφέροντα της εξουσίας, μετατρεπόταν σε όχλους οπαδών. Η κάθε πολιτισμική Τάξη Πραγμάτων δηλαδή έχει και τη δική της Τάξη Πραγμάτων στις δευτερεύουσες δραστηριότητες, που την ωφελούν και την εξυπηρετούν. Μια Τάξη Πραγμάτων έχει μια υποτάξη πραγμάτων στα αθλητικά και αγωνιστικά δρώμενα, ενώ δύο Τάξεις Πραγμάτων, που λειτουργούν ανεξάρτητα, έχουν τις δικές τους αντίστοιχες υποτάξεις πραγμάτων και σε όλα τα υπόλοιπα.

Το κρίσιμο σημείο αυτής της παράλληλης κι ανεξάρτητης συνύπαρξης ήταν η εμφάνιση του μέγιστου των Ελλήνων. Ο Αλέξανδρος κατέκτησε το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού βαρβαρικού κόσμου και "ένωσε" τους δύο αυτούς κόσμους. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα η παράλληλη πορεία των δύο κόσμων έγινε κοινή. Από τους ξεχωριστούς κόσμους, που ήταν ο κόσμος των Ελλήνων και ο κόσμος των Βαρβάρων, πήγαμε στον "μεικτό" κόσμο, που λεγόταν ελληνιστικός. Από τη διπλή Τάξη Πραγμάτων των διπλών φαινομένων πήγαμε στη μονή Τάξη Πραγμάτων, που θα έκανε μονά και τα αντίστοιχα φαινόμενα.

Το αποκορύφωμα εκείνου του κόσμου �και άρα εκείνης της Τάξης Πραγμάτων� ήρθε με την κοσμοκρατορία της καθαρά ελληνιστικής Ρώμης. Μια Ρώμης που ασκούσε απόλυτη εξουσία και γνώριζε την αξία των παιχνιδιών για τον έλεγχο των μαζών, όπως και γνώριζε το νόημα του αθλητισμού. Η Ρώμη αναγκαστικά, εφόσον είχε γνώση του τι συμβαίνει, θα έπρεπε να επιλέξει την τάξη πραγμάτων και για τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της Pax Romana.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα έπρεπε με βάση τα συμφέροντά της να επιλέξει τι θα επιτρέψει και τι θ' απαγορεύσει ν' αναπτύσσεται ως κοινωνική δραστηριότητα. Έπρεπε να επιλέξει δηλαδή αν για λόγους εξουσίας θα "επενδύσει" στον αθλητισμό ή στα "παιχνίδια". Το πρόβλημα της Ρώμης ήταν σαφές. Τον ακίνδυνο αθλητισμό δεν μπορούσε να τον κάνει κυρίαρχη δραστη­ριό­τητα κοινωνικής εκτόνωσης, γιατί δεν υπήρχαν τα δεδομένα που θα τον έκαναν ενδιαφέρων.

Το σύνολο του γνωστού τότε κόσμου ανήκε στην επικράτειά της και άρα όλοι οι άνθρωποι ήταν "δικοί" της άνθρωποι. Δεν υπήρχαν τα διαφορετικά πολιτικά ή ιδεολογικά "συστήματα", που θα συγκρίνονταν μεταξύ τους. Δεν είχε λόγο ο πολίτης της αυτοκρατορίας να ενδιαφέρεται για τον αθλητισμό, γιατί δεν του πρόσφερε πληροφορίες. Δεν τον συγκινούσε, εφόσον δεν αισθανόταν ότι η σύγκριση τον προκαλούσε σε προσωπικό επίπεδο. Δεν τον ενδιέφερε να πάει να δει τον πλούσιο αθλητή, που θα νικούσε σταθερά υπέρ της Ρώμης. Δεν τον ενδιέφερε να πάει να δει τον υποτίθεται όμοιό του.

Από την άλλη υπήρχαν τα "παιχνίδια". Η Ρώμη τα "παιχνίδια" τα μισούσε, γιατί απλούστατα την απειλούσαν. Γιατί; Γιατί τα παιχνίδια διχάζουν. Γιατί τα παιχνίδια μπορούν να χρησιμο­ποιηθούν ως "πλατφόρμες", που μπορούν να γίνουν εκμεταλλεύσιμες. "Πλατφόρμες" με εθνικό, ταξικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο. "Πλατφόρμες", που μπορούν να μετατρέψουν το παιχνίδι σε ανοικτή κοινωνική σύγκρουση. Η Ρώμη αυτό το γνώριζε, γιατί αγωνιζόταν για το ενιαίο της αυτοκρατορίας και αυτό ήταν κάτι που απειλούσε αυτό το ενιαίο.

Αυτό ήταν το όλο θέμα. Η Ρώμη, ως κατακτητής, δεν είχε συμφέρον να επενδύσει σε μια τέτοια δραστηριότητα. Γιατί; Γιατί δεν ήταν μόνον η Ρώμη αυτή η οποία μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει υπέρ των συμφερόντων της. Ήταν και οι εχθροί της, που θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο. Όταν η Ρώμη έχει συμφέρον από την ομόνοια και την κοινωνική ειρήνη μέσα στην επικράτειά της, μισεί οτιδήποτε την απειλεί.

Πώς μπορεί να την απειλήσει; Ας φανταστεί ο αναγνώστης τι θα γινόταν, αν υπήρχε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία το ποδόσφαιρο. Οι Ρωμαίοι πολίτες θα ήθελαν μια ισχυρή ομάδα για να "δοξάσει" τη Ρώμη. Το ίδιο όμως θα ήθελαν για παράδειγμα και οι Αλεξανδρινοί. Ό,τι και να έκανε η Ρώμη, θα την "πατούσε". Γιατί; Γιατί το ποδόσφαιρο είναι υποκειμενικό και ο καθένας μπορεί να παρουσιάζει τα πάντα όπως θέλει. Ακόμα και να μην παρέμβαινε η Ρώμη στα του ποδοσφαίρου, κάποιοι θα πίστευαν το αντίθετο. Το αποτέλεσμα; Η κοινωνική ένταση και η απειλή συγκρούσεων.

Η ομάδα της Αλεξάνδρειας διαρκώς θα αισθανόταν αδικημένη και θα "φώναζε" εις βάρος της πρωτεύουσας. Θα κατήγγειλε διαρκώς τη Ρώμη για αδικία. Όμως, αυτό μπορούσε να γίνει η σπίθα που θα έβαζε φωτιά στην αυτοκρατορία. Γιατί; Γιατί στις τάξεις των οπαδών της θα παρείσφρυαν όλοι οι αυτονομιστές Αιγύπτιοι, οι οποίοι θα έψαχναν αιτία να συγκρουστούν με τη Ρώμη και θα ήθελαν τη βοήθεια του όχλου των οπαδών.

Ήταν θέμα χρόνου λοιπόν στην "πλατφόρμα" των οπαδών της ομάδας της Αλεξάνδρειας ν' "ανεβούν" αυτοί οι οποίοι δεν ήθελε η Ρώμη. Αυτοί, που, όταν θα έχανε η ομάδα τους, θα κατήγγειλαν τους αποικιοκράτες. Αυτοί, που, στο όνομα της αδικίας, θα ζητούσαν την ελευθερία τους. ’λλωστε δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η μοναδική φορά, που σε καιρό ειρήνης κινδύνεψε αυτοκράτορας να χάσει τη θέση του από τη λαϊκή αντίδραση, ήταν εξαιτίας ενός παιχνιδιού και του πάθους των οπαδών των ομάδων. Ο πανίσχυρος αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης κινδύνεψε από τη σύγκρουση των οπαδών των "πράσινων" και των "βένετων".

Αντιλαμβανόμαστε ότι η Ρώμη, γνωρίζοντας τις συνέπειες των "παιχνιδιών", δεν θα μπορούσε να "επενδύσει" σ' αυτά. Όμως, κάτι έπρεπε να κάνει, για να "εκτονώνει" την εσωτερική μιζέρια και δυστυχία των φτωχών. Έπρεπε κάτι να κάνει, για να διαχειριστεί τα μαζικά πάθη του λαού της. ’λλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρώτοι οι Ρωμαίοι μίλησαν για "άρτο και θεάματα". Τι έκανε η πονηρή Ρώμη; Το εξής απλό και ευφυές. Συνδύασε τον σωματικό αθλητισμό με το "παιχνίδι". Συνδύασε το ακίνδυνο και το απόλυτο, που δεν διχάζει, με το θεαματικό και αμφίρροπο, που παθιάζει τον κόσμο. Η Ρώμη ήταν αυτή η οποία εφεύρε τα πραγματικά "σωματικά αθλητικά παιχνίδια".

Τι ήταν αυτά; ’θλοι, οι οποίοι προέκυπταν μέσα από διαδικασίες που είναι παιχνίδια και όχι αθλήματα. Οι μονομάχοι, που αλληλοσκοτώνονταν, ήταν αθλητές. Οι μονομάχοι, που μάχονταν εναντίον θηρίων, ήταν αθλητές. Ενώ δηλαδή η όλη διαδικασία αποτελεί μείξη "σώματος" και "πνεύματος" και άρα ανήκει στην κατηγορία των "παιχνιδιών", το τελικό αποτέλεσμα είναι άθλος. Δεν έχει σημασία αν αυτός ο άθλος είναι απάνθρωπος, θηριώδης και βαρβαρικός. Σημασία έχει ότι είναι άθλος. Σημασία έχει ότι ταυτίζει το σύνολο του κοινού με τον αθλητή και δεν το διχάζει. Το διασκεδάζει, το εντυπωσιάζει, του προκαλεί το ενδιαφέρον και δημιουργεί την επιθυμητή ταύτιση και έξη όταν το βλέπει. Μετατρέπει δηλαδή το κοινό σε μια φιλοθεάμονα και φίλαθλη μάζα.

Ποιος είναι ο άθλος και ποιο το φυσικό μέγεθος που αντιπροσωπεύει ο αθλητής της αρένας, ώστε να μιλάμε για αθλητικό παιχνίδι; Ο άθλος είναι να νικήσεις και άρα να σκοτώσεις τον αντίπαλό σου. Τον αντίπαλο, που είναι υπέρ του δέοντος ισχυρός για τον μέσο άνθρωπο και μετατρέπει τον αθλητή-μονομάχο σε αντιπρόσωπο του "είδους" του. Το φυσικό μέγεθος που αντιπροσωπεύει ο αθλητής είναι η ίδια η ζωή. Όταν έβλεπες δηλαδή μπροστά σου έναν μονομάχο και μόνον που ζούσε αντιπροσώπευε ένα φυσικό μέγεθος. Το αντιπροσώπευε μέχρι να σκοτωθεί κι αυτός.

Για όσο διάστημα όμως ζούσε, ήταν αυτός ο οποίος επιβίωνε στην αρένα και άρα ήταν αθλητής. Ήταν αυτός ο οποίος ανάγκαζε τους άλλους να ψάχνουν να βρουν τον αντίπαλο που θα τον "γκρέμιζε" από τη θέση του. Ήταν αυτός που σκότωνε τα θηρία με τον τρόπο και τα μέσα που του έθεταν αυτοί οι οποίοι όριζαν την έννοια του "άθλου". Μέσα, που ήταν πιο περιορισμένα από αυτά του προηγούμενου αθλητή. Για όσο διάστημα αυτός υπήρχε, σημαίνει ότι ήταν αθλητής και άρα το ζωντανό μέγεθος του άθλου.

Αν κάποιος σκότωνε περισσότερους αντιπάλους, αυτόν τον αθλητή-αγωνιστή θα "νικούσε" και όχι αυτούς που σκότωνε. Αν κάποιος σκότωνε ένα όμοιο θηρίο με λιγότερα μέσα, αυτόν τον αθλητή-αγωνιστή θα "νικούσε". Θα τον "νικούσε", γιατί θα υπήρχε το μεταξύ τους συγκρίσιμο μέγεθος. Το είδος των σκοτωμένων αντιπάλων ή τα είδη των θηρίων που αντιμετώπιζε απλά θ' αντιπροσώπευαν μεγέθη, όπως στον αθλητισμό είναι το μήκος, το βάρος κλπ.. Ο αριθμός των νεκρών αντιπάλων ή των νεκρών θηρίων ήταν οι πόντοι στο "μέτρημα" του άθλου.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται την ευφυΐα της Ρώμης. Αντιλαμβάνεται γιατί έχτισε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της "αρένες". Αντιλαμβάνεται γιατί έβαζε τους ανθρώπους της να ψάχνουν μέσα στην αυτοκρατορία για τα καλύτερα "ανθρωποθηρία". Τους καλύτερους αθλητές-αγωνιστές. Αντιλαμβάνεται γιατί η κύρια "αρένα" των τελικών μεγεθών, που καθόριζαν την έννοια του άθλου έγινε στη Ρώμη. Αντιλαμβάνεται γιατί η Ρώμη ήθελε να γίνεται ο τελικός του κάθε "αθλήματος" στο τρομερό Κολοσσαίο. Ήθελε εκεί να γίνονται οι "άθλοι", για να προστίθενται στη "δόξα" της.

Στις περιφερειακές αρένες θα γίνονταν οι μικροί "άθλοι" και στη Ρώμη οι μεγάλοι. Στις περιφερειακές αρένες θα πέθαιναν οι ασήμαντοι αθλητές-αγωνιστές και στη Ρώμη θα έφταναν τα πραγματικά "θηρία". Οι όχλοι των αρένων με αυτόν τον τρόπο διασκέδαζαν και παθιάζονταν, αλλά δεν διχάζονταν. Δεν μπορεί να διχαστεί το κοινό μπροστά στον άθλο. Δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αρκούδα ή με τους πολλούς ασήμαντους αντιπάλους του μονομάχου "ήρωα". Το κοινό ταυτίζεται μ' αυτόν που μπροστά του εμφανίζεται ως "ήρωας". Αυτός που με τα ανθρώπινα μέσα κατορθώνει το ακατόρθωτο.

Όλοι αυτοί οι θεατές ευχαριστούσαν τη Ρώμη για το θέαμα που τους πρόσφερε και ήταν απόρροια της τρομερής της δύναμης, που δεν υπολόγιζε τον άνθρωπο παραπάνω από ένα ζώο. Η δύναμή της κατ� αυτόν τον τρόπο προκαλούσε τα ζωώδη ένστικτα των ανθρώπων υπέρ της και όχι εναντίον της. Συνέρεαν κατά κύματα οι φτωχοί στη Ρώμη για να δουν θάνατο και να ξεχάσουν τη φτώχεια τους. Παθιάζονταν κι "εκμεταλλεύονταν" τη δύναμη της Ρώμης, για να καταλαγιάσουν τα άρρωστα πάθη τους.

Ανάμεσα στους θεατές εκείνους δεν μπορούσαν να μπουν οι εχθροί της Ρώμης. Οι εχθροί της Ρώμης μέσα στο στάδιο ήταν ταυτόχρονα και εχθροί του όχλου. Ποιοι θα σε υποστήριζαν, αν εκείνη την ώρα κατήγγειλες μέσα στο στάδιο τη Ρώμη για απανθρωπιά και βιαιότητα; Εκείνοι, που πήγαν στο στάδιο για να ευχαριστηθούν την απανθρωπιά και τη βιαιότητα της Ρώμης; Εκείνοι, που ήρθαν από την άκρη του κόσμου, για να δουν έναν "άθλο" στην εντυπωσιακή Ρώμη; Πώς θα χρησιμοποιήσεις τον όχλο ως "πλατφόρμα" αντίδρασης, όταν τον χρησιμοποιεί η Ρώμη ως πειθήνιο "ναρκομανή";

Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι τη γενική επιβολή εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του χριστιανισμού, ως επίσημης θρησκείας. Η χριστιανική όμως Ρώμη αντιπροσώπευε μια Νέα Τάξη Πραγμάτων και άρα θα έπρεπε να πάρει εκ νέου αποφάσεις για το τι συμφέρει και τι όχι. Έπρεπε κι αυτή να εφεύρει τον "αθλητισμό", που θα εκτόνωνε τα εσωτερικά μίση και τις αντιδράσεις των μαζών. Τον "αθλητισμό", που δεν θα δίχαζε, αλλά ταυτόχρονα θα πάθιαζε το κοινό και θα το υπέτασσε στη Ρώμη.

Η χριστιανική όμως Τάξη Πραγμάτων είχε τέτοια ιδιόμορφα χαρακτηριστικά, που οι αποφάσεις της δεν ήταν εύκολες. Έπρεπε να δημιουργήσει συνθήκες να την προστατεύουν, γιατί δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις με τις μορφωμένες κοινωνικές μερίδες. Με εκείνες τις μερίδες οι οποίες είχαν τη γνώση να εκμεταλλευτούν τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα εναντίον των εχθρών τους. Αυτή η έχθρα μεταξύ των μορφωμένων και της ηγεσίας της εκκλησίας ήταν απόλυτα φυσική, γιατί η χριστιανική αυτοκρατορία ήταν η πιο "σκοτεινή", απάνθρωπη και άθλια αυτοκρατορία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Πιο κομπλεξική, πιο δολοφονική, πιο άδικη και πιο τυραννική αυτοκρατορία δεν γνώρισε ο κόσμος. Όπου πατούσε το "πόδι" της δεν "φύτρωνε" τίποτε. Δεν υπάρχει αθλιότητα και έγκλημα όπου αυτή η αυτο­κρατορία να μην είναι "πρωταθλήτρια".

Ήταν μια αυτοκρατορία σκληρή, που τη χαρακτήριζε η γεροντοκρατία, το μίσος, η αναξιοκρατία και η κάθε λογής σωματική και πνευματική ανωμαλία. Ευνόητο είναι δηλαδή ότι μισούσε κάθε τι που είχε σχέση με το σώμα, την ψυχική και σωματική υγεία και τη νεότητα. Μισούσε το "σώμα", γιατί την απειλούσε. Αυτό όμως σημαίνει αυτόματα ότι δεν ήθελε με κανέναν τρόπο και για κανέναν λόγο τον αθλητισμό. Τον αθλητισμό δηλαδή τον μισούσε για πολλούς λόγους. Πέρα δηλαδή από τα όποια κόμπλεξ των γηραιών επισκόπων απέναντι στους νέους και υγιείς αθλητές, τον μισούσε πάνω από όλα γιατί την απειλούσε άμεσα και στο ιδεολογικό επίπεδο. Τον μισούσε, γιατί μισούσε τους Έλληνες που τον εφεύραν και ταυτί­ζονταν μ' αυτόν. Μισούσε τους Έλληνες, γιατί η ελληνική παιδεία είναι απόλυτα εχθρική με την ιουδαϊκή, που στήριζε τον χριστιανισμό.

Αυτό σημαίνει όμως ότι ο αθλητισμός, ακόμα κι αν δεν υπήρχε γεροντοκρατία, θα ήταν εχθρικός προς αυτήν. Γιατί; Γιατί, γνωρίζοντας οι φτωχοί θρησκόληπτοι τον αθλητισμό, αργά ή γρήγορα θ' "ανακάλυπταν" και τον ελληνισμό και αυτό ήταν ανεπιθύμητο. Επιπλέον, μέσα στη σκοτεινή και θρησκόληπτη αυτοκρατορία των γερόντων δεν συνέφερε την εξουσία να υπάρχουν νέοι, που θ' αποτελούσαν τα "είδωλα" του κόσμου. Δεν συνέφερε να υπάρχουν διάσημοι και δημοφιλείς νέοι, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την επωνυμία τους, κάθε φορά που θα έρχονταν σε σύγκρουση, είτε με την εκκλησία είτε με τους φεουδάρχες.

Η σύγκρουση αυτή ήταν βέβαιη, γιατί η εκκλησία ήθελε να μπαίνει μέσα στην προσωπική ζωή του ανθρώπου. Ακόμα και μέσα στην κρεβατοκάμαρά του. Η σύγκρουση ήταν βέβαιη, γιατί οι χριστιανοί φεουδάρχες αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους σαν ζώα, που δεν δικαι­ούνται τίποτε παραπάνω από την επιβίωση. Πώς θα έλεγχε όμως τη ζωή των ανθρώπων και πώς θα τους υπέτασσε στους θηριώδεις φεουδάρχες και τους ανώμαλους ιερείς της, αν ανάμεσα στους φτωχούς υπήρχαν διάσημοι ολυμπιονίκες; Πώς θα επέβαλε τις θέσεις της, όταν αυτός ο οποίος θα θιγόταν από την αθλιότητά της και ήταν στόχος της θα ήταν ένας διάσημος και αγαπητός αθλητής; Πώς θα έδινε το δικαίωμα της "πρώτης νύχτας" στον φεουδάρχη, όταν ο γαμπρός θα ήταν ένας ολυμπιονίκης; Η σύγκρουση της εξουσίας με το διάσημο "πρόσωπο" θα δίχαζε την κοινωνία και η διχόνοια αυτή θα έμπαινε στη συνέχεια μέσα στο στάδιο, πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο για την εξουσία, γιατί εκεί θα ενισχυόταν σε βαθμό που να κάνει τον αθλητή με τη διαφορετική γνώμη επικίνδυνο εχθρό της εκκλησίας.

Πώς θα γινόταν αυτό; Όταν ο αθλητής, που θα έπεφτε θύμα της εκκλησίας, θα πήγαινε ν' αγωνιστεί, θα δίχαζε το πλήθος και άρα θα το φανάτιζε. Από τη μια θα τον υποστήριζαν φανερά και παθιασμένα όλοι οι εχθροί της εκκλησίας και από την άλλη αυτό θα συσπείρωνε τους θρησκόληπτους υπέρ των αντιπάλων του. Ο αθλητισμός του "σώματος" θα δίχαζε, όχι επειδή είναι διχαστικός, αλλά επειδή ευνοεί άλλη Τάξη Πραγμάτων από αυτήν που αντιπροσωπεύει η χριστιανική εξουσία. Ο διχασμός θα έφερνε τον φανατισμό και εύκολα οι φανατισμένοι όχλοι θα πήγαιναν από το Κολοσσαίο στο Βατικανό, για να "λύσουν" τις διαφορές τους με τον Πάπα.

Εύκολα δηλαδή θα γινόταν ο αθλητισμός ένα πραγματικός εφιάλτης για τη χριστιανική εξουσία. Ο αθλητισμός θα γινόταν η αιτία ν' απειλείται διαρκώς η εκκλησία και άρα ο χριστιανισμός μέσα στα στάδια. Να απειλείται ο ιουδαϊσμός της και να υποστηρίζεται ο μισητός ελληνισμός. Οι αθλητές, έχοντας συγκρουόμενα συμφέροντα με τους γέρους της εκκλησίας, συστηματικά θα εξελληνίζονταν, εφόσον μόνον ο ελληνισμός θα τους πρόσφερε κέρδη. Μόνον ο ελληνισμός προσφέρει σε έναν φτωχό νέο ό,τι επιθυμεί. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθε­ρία στον έρωτα. Ό,τι δηλαδή απειλεί την εκκλησία. Αυτοί οι διάσημοι και "λαμπεροί" αθλητές θα ήταν "ζωντανή" διαφήμιση για τον ελληνισμό.

Η εκκλησία έναν έναν τους εξόντωσε τους Έλληνες, για ν' απαλλαγεί από αυτούς και δεν ήταν διατεθειμένη να τους "γεννά" κατά χιλιάδες μέσα στα γυμναστήρια και στα στάδια. Δεν ήταν διατεθειμένη να τους δίνει τη δυνατότητα να δημιουργούν "ασπίδα" προστασίας με τους χιλιάδες φιλάθλους που θα τους υποστήριζαν. Δεν ήταν διατεθειμένη να βλέπει όμορφους και υγιείς νέους ανθρώπους να σκορπούν την προπαγάνδα που έθιγε τα συμφέροντα των γηραλέων, παχύσαρκων και ανώμαλων επισκόπων της.

Για ανάλογους λόγους η χριστιανική Ρώμη μισούσε εκτός από τον αθλητισμό και τα παιχνίδια. Τα μισούσε, επειδή κι αυτά "παίζονταν" από νέους και άρα από επικίνδυνα "στοιχεία" για τους παλιόγερους. Τα μισούσε όμως ακόμα περισσότερο, γιατί είχε τα ίδια προβλήματα με την ελληνιστική Ρώμη. Ο χριστιανισμός επένδυε στην κοινωνική ομοιογένεια της αυτοκρατορίας και τα παιχνίδια την απειλούσαν. Την απειλούσαν, γιατί μπορούσαν να γίνουν "πλατφόρμες" των εχθρών της. Των εχθρών της, είτε σε θρησκευτικό είτε σε ταξικό επίπεδο.

Σ' ό,τι αφορά το θρησκευτικό επίπεδο συμβαίνει το εξής: Φαντάζεται ο αναγνώστης τι θα συνέβαινε, αν υπήρχε για παράδειγμα το ποδόσφαιρο τον Μεσαίωνα; Και πάλι η Ρώμη και οι πολίτες της, ακολουθώντας την κοινή πρακτική, θα ήθελαν να δημιουργήσουν μια ομάδα αντάξια της δύναμής τους. Το ίδιο θα έκαναν και οι "εκλεκτοί" της σε όλες τις χριστιανικές αποικίες. Αν όμως, για παράδειγμα, στη Βρετανία η κυρίαρχη τάξη οργάνωνε ομάδα, θα οργάνωναν και οι κατακτημένοι. Οι Κέλτες, που ήταν παγανιστές και θύματα των ρωμαιο­χριστιανών, εύκολα θα έκαναν την αντιχριστιανική ομάδα-"πλατφόρμα". Εύκολα ανάμεσα στους φιλάθλους τους θα έμπαιναν κι αυτοί οι οποίοι μισούσαν τους χριστιανούς. Το ίδιο θα έκαναν και όλοι οι υπόλοιποι λαοί, που ήταν κατακτημένοι από τους χριστιανούς. Οι Μάγιας, οι Ίνκας κλπ..

Τα ίδια προβλήματα θα είχε η Ρώμη και στη διαχείριση των ταξικών διαφορών, που γεννούν τα ταξικά μίση. Οι κοινωνικές τάξεις δεν είχαν διαμορφωθεί πλήρως και η ολιγαρχία των ισχυρών δεν ήταν ικανή να εκμεταλλεύεται τα ταξικά μίση, "κουρδίζοντας" τις μάζες. Ήταν στην κυριολεξία ολιγαρχία, που, αν τολμούσε να μπει στη διαδικασία να δημιουργήσει ή να υποστηρίξει ομάδα, θα οδηγούνταν στην καταστροφή. Οι κεφαλαιοκράτες ήταν πολύ λίγοι, για να μπορέσουν να διαχειριστούν ταξικές συγκρούσεις αυτών των μεγεθών. Αυτούς τους συνέφερε η ησυχία και ο τρόμος και όχι η φασαρία και η κοινωνική ένταση.

Αν έμπαιναν στη λογική της σύγκρουσης με τους άπειρους φτωχούς, θα έχαναν τη μάχη. Τα ζωικά πάθη των οπαδών, που διεγείρονται από τα παιχνίδια �εξαιτίας ασήμαντης αφορμής�, θα γινόταν η αιτία να κρεμάσουν οι οπαδοί τους φεουδάρχες στις πλατείες. Τα ίδια πλήθη, που για πραγματικά σημαντικούς λόγους δεν αντιδρούσαν στην αυθαιρεσία και στα εγκλήματα των ισχυρών, θα μπορούσαν να ερεθιστούν τόσο πολύ από ένα άδικο "πέναλτι", που θα κατέστρεφαν τα πάντα. Αυτό το οποίο δεν έκαναν όταν οι φεουδάρχες έσφαζαν τα παιδιά τους, θα το έκαναν για ένα "πέναλτι".

Αυτό είναι το πάθος, που προκαλείται από το ζωικό ένστικτο και "τυφλώνει". Η εκκλησία δεν ήθελε παθιασμένους "τυφλούς" να μισούν τους ανθρώπους της. Η εκκλησία τους ήθελε αδύναμους και ήρεμους, για να μπορούν �μέσω της ευφυΐας τους� να εκτιμούν τη δύναμη των ισχυρών και να τρομοκρατούνται. Δεν ήθελε το ζωικό ένστικτο να τους "τυφλώνει" και να τολμούν να κάνουν αυτά τα οποία απαγορεύει η σκέψη.

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι όλες αυτές οι ιδιομορφίες της χριστιανικής εξουσίας περιόριζαν πολύ τις επιλογές της. Τι έπρεπε να κάνει λοιπόν; Δεν έπρεπε να βρει τους "άθλους", που θα γοήτευαν τα πλήθη και θα επέτρεπαν στην εκκλησία να εκμεταλλεύεται τα ζωικά τους πάθη; Δεν έπρεπε κι αυτήν, ως αυτοκρατορία, να δημιουργήσει το φιλοθεάμον και φίλαθλο κοινό, που, χωρίς να διχάζει, θα παθιάζει τα μέλη της; Δεν έπρεπε και αυτήν, ως αυτοκρατορία, να δημιουργήσει τους δικούς της "ήρωες", που θα της έδιναν "λάμψη";

Αυτό το οποίο έκανε η εκκλησία ήταν πραγματικά ευφυές και βέβαια αυτό αποδεικνύεται κατά τον καλύτερο τρόπο από τη μακρόχρονη επιβίωσή της. Τι έκανε; Αυτό το οποίο περίπου περιγράψαμε σε άλλο σημείο και αφορά τη γαλλική εξουσιαστική σκέψη. Εκμεταλλεύτηκε τη διπλή φύση του ανθρώπου και άλλαξε τον τομέα όπου θα πραγματοποιούνταν ο "άθλος". Όπως οι Έλληνες στον αθλητισμό τους επέλεξαν τον άθλο του "σώματος", απαλλάσσοντάς το από τη νοθεία του "πνεύματος", έτσι έκαναν και οι χριστιανοί, κάνοντας το ακριβώς αντίθετο.

Επέλεξαν τον "άθλο" του "πνεύματος", προσπαθώντας να τον απαλλάξουν από το "σώμα". Απλά, ως ομοιογενής αυτοκρατορία, επέλεξε τον αντίποδα της επιλογής της ελληνιστικής αυτοκρατορίας. Επέλεξε το "πνευματικό αθλητικό παιχνίδι". "Αθλητές-αγωνιστές" θα ήταν αυτοί οι οποίοι θα ξεχώριζαν από το αμαρτωλό πλήθος και θα "έσωζαν" τους εαυτούς τους, αλλά και τους υπόλοιπους χριστιανούς από την "αμαρτία". "Ολυμπιονίκες" θα γίνονταν οι διάσημοι κι αθάνατοι "άγιοι" του χριστιανισμού. Το φυσικό μέγεθος δηλαδή θα γινόταν η "σωτηρία" της ψυχής, όπως θα την όριζαν οι "αγωνοδίκες" της εκκλησίας. Τα μοναστήρια θα γίνονταν τα "γυμναστήρια" των "αθλητών", οι οποίοι θα ήταν τα πρότυπα και οι "ήρωες" της κοινωνίας. "Στίβος-αρένα" θα γινόταν η κάθε τοπική εκκλησία.

Γιατί θα ήταν ταυτόχρονα καί "στίβος" καί "αρένα"; "Στίβος" θα ήταν, γιατί εκεί θα γινόταν οι "αγώνες" μεταξύ των πιστών με αγωνοδίκες τους παπάδες. Εκεί θα νικούσαν στους "αγώνες" της αρετής και της πίστης οι "καλύτεροι" τους απλά "καλούς". Εκεί θα έπαιρναν οι "αθλητές" της πίστης το "φωτοστέφανο" της νίκης στον "ωραίο" αγώνα. Η εκκλησίες όμως, όταν οι ανάγκες το επέβαλαν, θα έπαυαν να λειτουργούν ως "στίβοι" όπου συναγωνίζονται οι όμοιοι μεταξύ τους και θα γίνονταν "αρένες", όπου θα συγκρούονταν μέχρι θανάτου οι ανόμοιοι μεταξύ τους.

Εκεί θα αγωνίζονταν οι μεγάλοι "αθλητές" του χριστιανισμού εναντίον των "αιρετικών". Σε εκείνες της "αρένες" θα γίνονταν οι δίκες-"αγώνες" εναντίον των "αιρετικών". Εκεί η Ρώμη θα πρόσφερε το "άθλημα και θέαμα" των μονομάχων. Εκεί το "παιχνίδι" δεν θα δίχαζε, αλλά θα ένωνε. Δεν θα δίχαζε, γιατί κανένας δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον αιρετικό και άρα με τον διάβολο. Ο αιρετικός δηλαδή στην εκκλησία έγινε ό,τι ήταν η αρκούδα στο Κολοσσαίο. Ήταν το μέγεθος που έπρεπε να νικηθεί, για να πραγματοποιηθεί ο άθλος και να ευχαριστηθεί το πλήθος των θεατών.

Ο όχλος θ' αποφάσιζε για τη δόξα της Ρώμης να καούν στην πυρά οι αιρετικοί. Ο όχλος θ' αποφάσιζε για την τύχη των "νικημένων". Ο όχλος θα έπαιρνε την ευθύνη για το έγκλημα και θα γινόταν συνένοχος με τους αθλίους. Κατ� αυτόν τον τρόπο το εσωτερικό μίσος της χριστιανικής κοινωνίας "εκτονώνονταν" όπου βόλευε τη Ρώμη. "Εκτονώνονταν" επάνω σε φουκαράδες, που χαρακτηρίζονταν αιρετικοί ή επάνω σε λαούς, που με την απιστία τους απειλούσαν τη "θεία" χριστιανική κοινωνία και "διευκόλυναν" το έργο του διαβόλου. Οι χριστιανοί υπέφεραν από την εκκλησία και μισούσαν τους μωαμεθανούς, τους αιρετικούς κλπ.. Έτρεχαν και φιλούσαν τα χέρια που τους "μάτωναν", γιατί πίστευαν ότι τα ίδια χέρια θα τους έσωζαν.

Και πάλι το σύστημα κατάφερε να χρησιμοποιήσει τα ζωώδη πάθη της κοινωνίας εις βάρος της. Πάλι κατάφερε η Ρώμη να κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται για τη δύναμη και την απανθρωπιά της και να μην την απειλούν. Χαίρονταν οι "άρρωστοι", που η Ρώμη είχε τη δύναμη να σκοτώνει τα "θηρία" τα οποία αυτοί φοβούνταν. Χαίρονταν οι φτωχοί, που έβλεπαν να πεθαίνουν οι αιρετικοί ή να σφάζονται οι άπιστοι λαοί. Μετριαζόταν το βάρος της φτώχειας και της δυστυχίας τους, όταν έβλεπαν τον ίδιο τον θάνατο. Συνέρεαν και πάλι οι φτωχοί, για να δουν κρεμασμένους στις πλατείες τους διάσημους αιρετικούς, που αποτελούσαν τη "λεία" των μονομάχων του Βατικανού.

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι τα πάντα λειτουργούν κατ� εικόνα και καθ� ομοίωσιν της προηγούμενης κατάστασης. Η χριστιανική Ρώμη εφεύρε τα "πνευματικά αθλητικά παιχνίδια" κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν των "σωματικών αθλητικών παιχνιδιών" της ελληνιστικής Ρώμης. Κάθε "αθλητής" της εκκλησίας θα πραγματοποιούσε "άθλο", όταν θα "ξεσκέπαζε" και θα σκότωνε τον διάβολο που κρυβόταν μέσα στο κορμί ενός απλού ανθρώπου. Με όσο πιο λίγα στοιχεία το κατάφερνε αυτό, τόσο μεγαλύτερος ο "άθλος". Θα νικούσε τον προηγούμενο "ολυμπιονίκη-μονομάχο", που καταδίκασε κάποιον με πολύ περισσότερα στοιχεία.

Από εκεί και πέρα στη Ρώμη θα γίνονταν μόνον οι μεγάλοι "τελικοί". Απλά δεν θα γίνονταν στο Κολοσσαίο, όπως συνέβαινε επί ελληνιστικής εποχής, αλλά σε κάποιο δικαστήριο του Βατικανού. Εκεί θα συγκεντρώνονταν οι μεγαλύτεροι "μονομάχοι" του χριστιανισμού, για να "μονομαχήσουν" με τα μεγαλύτερα "θηρία" του διαβόλου. Εκεί έμενε ο μεγαλύτερος "μονομάχος" του Θεού. Ο τρομερός Πάπας.

Ο "αντιπρόσωπος" του Θεού, που αναλάμβανε να συμμετάσχει σε έναν αγώνα μόνον όταν θα αποτύγχαναν όλοι οι υπόλοιποι μονομάχοι. Ο μόνιμος νικητής των νικητών, ο παλιόγερος και "αλάθητος" Πάπας. Αυτός ο οποίος με την εικόνα του και την "αξία" του θα δικαιολογούσε τη γεροντοκρατία και την αναξιότητα των νέων. Αυτός, που με το θλιβερό του κορμί θ' αποδείκνυε το πόσο άχρηστο "φορτίο" είναι το σώμα στη "μάχη" για τη "σωτηρία" και άρα για τον "άθλο".

Οι χριστιανοί δηλαδή κατάφεραν και δημιούργησαν το ακριβώς αντίθετο του ελληνισμού. Έκαναν απόλυτα κυρίαρχο τον άθλο του πνεύματος σε έναν κόσμο παντελώς αγράμματο και θρησκόληπτο. Ήταν θέμα χρόνου αυτή η κατάσταση να οδηγήσει σε "έκρηξη" ηλιθιότητας και βέβαια στα εγκλήματα. Γιατί; Γιατί, όταν στον χώρο του πνεύματος αγωνίζεσαι για τον άθλο και ταυτόχρονα είσαι παθιασμένος θρησκόληπτος και παντελώς αγράμματος, τι θα κάνεις; Αν βάλεις έναν φανατικό και άσχετο μέσα στο χειρουργείο, επειδή έχει την πίστη ότι θα "σώσει" τον ασθενή, τι θα κάνει; Το "θαύμα"; Όχι βέβαια. Αυτό το οποίο θα κάνει είναι να τον σκοτώσει.

Αυτό έκαναν επί αιώνες και οι χριστιανοί. Ήθελαν να γίνουν "θεοί", χωρίς να γνωρίζουν τίποτε παραπάνω απ' αυτά που τους έλεγαν οι επίσης αγράμματοι παπάδες. Ήθελαν να "σώσουν" τους απίστους, την ίδια στιγμή που μεγαλύτερα θύματα της εξουσίας δεν γνώρισε ο κόσμος. Έκριναν και καταδίκαζαν τους πάντες, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε απολύτως. Έκριναν και καταδίκαζαν τους επιστήμονες και τους φιλόσοφους, χωρίς να γνωρίζουν καν τι ακριβώς ισχυρίζονται. Ήταν τόσο "μεγάλοι" "αθλητές" του πνεύματος, που έφτασαν στο σημείο να λυπούνται τους μορφωμένους, επειδή ακριβώς ήταν μορφωμένοι. Χριστιανοί ήταν αυτοί οι οποίοι έλεγαν το περίφημο �"Μην διαβάζεις πολύ, γιατί θα τρελαθείς".

Όμως, αυτή η επιλογή υπέρ του πνεύματος και εις βάρος του σώματος είχε και τα αντίστοιχα κοινωνικά φαινόμενα-παρενέργειες. Ποια ήταν αυτά; Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, των μορφωμένων, όπου λατρευόταν το ανθρώπινο σώμα, τα πρότυπα δημιουργούσαν κάποια γενικότερα κοινωνικά φαινόμενα. Δεν γίνονταν όλοι οι Έλληνες διάσημοι αθλητές, αλλά, αθλούμενοι από την παιδική τους ηλικία, το δοκίμαζαν ως ενδεχόμενο. Μορφώνονταν, αλλά ποτέ δεν αμελούσαν το σώμα τους. Ήταν δείγμα καλής καταγωγής και ευζωίας το καλό σώμα.

Ήταν υπερήφανοι για ένα καλό και γυμνασμένο σώμα. Ήταν υπερήφανοι, όταν το επιδείκνυαν. Ήταν υπερήφανοι, όταν έβλεπαν τα σώματά τους να μοιάζουν με τα αγάλματα των θεών τους, που ήταν διάσπαρτα και γυμνά σε όλους τους δημόσιους χώρους. Όσο πιο πλούσιος ήταν κάποιος, τόσο πιο πολλές οι πιθανότητες να μοιάζει το σώμα του μ' αυτά των θεών. Ό,τι όμως επιδεικνύεις, το περιποιείσαι. Γι' αυτόν τον λόγο οι Έλληνες ήταν μόνιμα καθαροί, πρόσεχαν τη διατροφή τους και φρόντιζαν την προσωπική τους υγιεινή. Η κοινωνία τους εκ των δεδομένων ήταν στο γενικό επίπεδο η πιο γυμνασμένη, η πιο εύμορφη και καθαρή κοινωνία του αρχαίου κόσμου. Ήταν ντροπή στον ελληνικό κόσμο να είσαι καχεκτικός, παραμορφωμένος και βρομιάρης. Ήταν ντροπή, γιατί απλούστατα οι θεοί τους δεν ήταν τέτοιοι. Ήταν ντροπή, γιατί τα ανθρώπινα κοινωνικά πρότυπα ήταν καθαροί και γυμνασμένοι ολυμπιονίκες.

Μέσα στον χριστιανισμό συνέβαιναν τα ακριβώς αντίθετα. Δεν πρέπει να υπήρξε πιο βρωμερός και αγύμναστος κόσμος στο σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας. Εκτός από τους πρώτους διδάξαντες Εβραίους, κανένας δεν πρέπει να τους συναγωνιζόταν σε απλυσιά, καχεκτικότητα και βρώμα. Υπήρξαν εκατομμύρια χριστιανοί, που δεν είχαν πλυθεί ποτέ σ' ολόκληρη τη ζωή τους και καμάρωναν γι' αυτό. Χριστιανοί, που, αν έβλεπαν κάποιον καθαρό �που δεν βρωμούσε όπως οι ίδιοι� τον υποπτεύονταν σαν αιρετικό. Πλούσιοι και φτωχοί τα ίδια πράγματα έκαναν και σκέφτονταν. Παλάτια χτίζονταν χωρίς αποχετεύσεις και λουτρά. Στο ίδιο δωμάτιο που έτρωγαν, στο ίδιο αποπατούσαν.

Υπήρχαν πλούσιοι, που δεν περπατούσαν ούτε μέχρι την κρεβατοκάμαρά τους για να πάνε να κοιμηθούν. Που δεν έβγαιναν ποτέ στην αυλή τους, για να περπατήσουν στον ήλιο. Περίμεναν να τους κουβαλήσουν οι υπηρέτες από το ένα σκοτεινό δωμάτιο στο άλλο. Γιατί; Γιατί όλες αυτές οι μετακινήσεις είναι σωματική άσκηση και αυτό τους απειλούσε. Νόμιζαν ότι οι γυμνασμένοι μύες ή το ηλιοκαμένο δέρμα προσέβαλε την καταγωγή τους. Επιδίωκαν με πάθος να είναι χλωμοί και καχεκτικοί, για να επιδεικνύουν την "υψηλή" καταγωγή τους. Οι εμφανώς γαλάζιες φλέβες τους στο χλωμό κορμί τους επιβεβαίωναν την άποψή τους περί "γαλάζιου" αίματος.

Όλα αυτά γιατί; Για ανάλογους λόγους με τους Έλληνες. Για να μοιάσουν με τα πρότυπά τους. Απλά αυτά τα πρότυπα ήταν διαφορετικά από αυτά των Ελλήνων. Τα πρότυπά τους ήταν γέροντες με άθλια και βρώμικα σώματα, που δεν επιδεικνύονταν ποτέ. Τα πρότυπά τους ήταν καχεκτικοί και βρομιάρηδες "άγιοι". Όμως, για να φτάσει ένας νέος στο επίπεδο ενός τέτοιου προτύπου, θα πρέπει να εκβιάσει την κατάσταση. Για να γίνει όμοιος σε φυσική κατάσταση με τον γέρο που "αγιάζει", θα πρέπει να γίνει καχεκτικός. Για να γίνει σεξουαλικά ανίκανος, θα πρέπει να αυτοακρωτηριαστεί. Δεν υπάρχει ηλιθιότητα, που να οδηγεί στην καταστροφή του σώματος �και άρα στην αυτοκαταστροφή�, που να μην την έχουν διαπράξει οι χριστιανοί. Έφτασαν στο σημείο κάποιοι φανατικοί χριστιανοί να κόβουν μόνοι τους τα γεννητικά τους όργανα, για να μοιάσουν απόλυτα στα σεξουαλικά ανίκανα �λόγω γήρατος� πρότυπά τους. Έφτασαν στο σημείο κάποιοι φανατικοί χριστιανοί με νηστείες, που θύμιζαν απεργία πείνας, να προκαλούν στο σώμα τους μόνιμες βλάβες.

Κατέστρεφαν με κάθε τρόπο το "άχρηστο" σώμα, που ήταν εμπόδιο για τη "νίκη" ενάντια στην αμαρτία. Ένα εμπόδιο μάλιστα, που η "κατώτερη" γυναίκα με την ύπαρξή της και τις επιλογές της το έκανε ακόμα πιο επικίνδυνο και ανασταλτικό στην προοπτική της "σωτηρίας" και άρα στην προοπτική της πραγματοποίησης του "άθλου". Το έκανε επικίνδυνο, γιατί παρέσυρε τον άνδρα στην αμαρτία και τον αποπροσανατόλιζε. Η γυναίκα, επειδή �με βάση τη λογική των πατέρων των χριστιανών� είναι ζώο και όχι άνθρωπος, έλκεται από τα ζωώδη ανδρικά χαρακτηριστικά. Δεν έχει την ανθρώπινη "λογική" και "ευφυΐα" να ερωτευθεί τον πλούσιο και καχεκτικό γέρο. Επειδή είναι "ζώο", ερωτεύεται τον υγιή και γυμνασμένο άνδρα. Επειδή είναι "ζώο", εκτιμά μόνον τα ζωώδη προσόντα.

Αυτή η άποψη περί γυναίκας, που είχαν οι πατέρες της εκκλησίας, καθόριζε και τη στάση της κοινωνίας απέναντι στις γυναίκες. Επειδή �με βάση την άποψή τους� η γυναίκα, ως ζώο, αποτελεί ανταμοιβή για τον άνδρα, έκαναν το εξής: Αγνοούσαν το τι σκέφτονταν οι ίδιες και τις έδιναν σαν "πράγμα" σε όποιον ήθελαν αυτοί. Τις ωραιότερες γυναίκες τις έπαιρναν οι καλύτεροι και γηραιότεροι "αθλητές". Από τους νέους άνδρες ωραίες γυναίκες έπαιρναν μόνον αυτοί οι οποίοι είχαν προδιαγραφές "αθλητών".

Οι παντελώς ανώμαλοι "πρωταθλητές" της εκκλησίας σπάνια ήθελαν τη γυναίκα σαν ανταμοιβή. Αυτοί ήθελαν νέους και ζωώδεις άνδρες, για να "μελετήσουν" καλύτερα την αδυναμία της "σάρκας" του ανδρός. Να "δουν" γιατί δεν κατάφερναν αυτοί οι "κατώτεροι" όμορφοι και γυμνασμένοι άνδρες να γίνουν καλοί "αθλητές". "Εργαστήριο" έκαναν τις κρεβατοκάμαρές τους. Τις γυναίκες δεν ενδιαφέρονταν να τις μελετήσουν, γιατί τους ενδιέφερε μόνον η "σωτηρία" των ανθρώπων.

Επί αιώνες έζησαν οι χριστιανοί με αυτές τις άθλιες απόψεις και την ανωμαλία. Επί αιώνες έζησαν μέσα στη βρώμα και την υποκρισία. Έκαναν �ο καθένας ανάλογα με τις "δυνάμεις" του� ό,τι μπορούσαν, για να γίνουν "ολυμπιονίκες" της ηλιθιότητας. Όπως οι ολυμπιονίκες ήταν έτοιμοι για κάθε θυσία, έτσι κι αυτοί ήταν έτοιμοι για κάθε θυσία. Τα πάντα λειτουργούσαν "ανάποδα" στη χριστιανική κοινωνία. Έφτασαν στο σημείο να θεωρούν τη σωματική υγεία "κατάρα" και την ψυχική ανισορροπία θείο "χάρισμα".

Λειτουργώντας αυτοί οι σωματικά και πνευματικά ανάπηροι σαν κοινωνικά πρότυπα, ανάγκαζαν με τη στάση τους και τους νέους να τους ακολουθούν. Νέοι, γεμάτοι υγεία, με σφριγηλά σώματα, αναγκάζονταν να τα "κρύβουν". Να τα κρύβουν, για τους ίδιους λόγους που έκρυβαν τα σώματα τους οι καχεκτικοί και οι ανάπηροι στον ελληνικό κόσμο. Τα έκρυβαν, γιατί ντρέπονταν. Το δυνατό σώμα ήταν απόδειξη ταπεινής καταγωγής και ένδειξη μικρών δυνατοτήτων για την επίτευξη του "άθλου" της σωτηρίας της ψυχής.

Όμως, αυτός ο άθλιος και ηλίθιος κόσμος δεν μπορούσε να επιβιώσει επί μακρόν. Ήταν θέμα χρόνου ο άνθρωπος ν' αντιδράσει κι απλά η εκκλησία καθυστερούσε όσο μπορούσε την αντίδραση αυτήν. Λέμε καθυστερούσε και όχι να εμποδίσει, γιατί γνώριζε ότι αυτό ήταν αδύνατον. Γνώριζε ότι είναι στις δυνατότητες του ανθρώπου ν' αντιδράσει.

Έτσι φτάσαμε στο άλλο κρίσιμο σημείο της ιστορίας. Ποιο ήταν αυτό; Η Γαλλική Επανάσταση. Τι ήταν με λίγα λόγια αυτή η επανάσταση; Η αντιστροφή της ιστορίας. Ο κόσμος που έλεγχε η Ρώμη έγινε και πάλι μεικτός, όπως ήταν και στην ελληνιστική εποχή. Όπως ο Αλέξανδρος έβαλε τους ολιγάριθμους Έλληνες ανάμεσα στους άπειρους βαρβάρους, έτσι έγινε και τότε. Μέσα σ' έναν βαρβαρικό κόσμο η βαρβαρική Ρώμη επέτρεψε τη "γέννηση" ολιγάριθμων Ελλήνων.

Η διαφορά όμως ήταν ότι στην ελληνιστική Ρώμη την εξουσία την είχαν Έλληνες, ενώ στην μετεπαναστατική Ρώμη την εξουσία εξακολουθούσαν να την έχουν βάρβαροι. Γιατί είναι σημαντική αυτή η διαφορά; Γιατί η Ρώμη μπορούσε να ελέγχει τη "γέννησή" των νέων Ελλήνων και όπου την συνέφερε να τους προκαλεί αναπηρίες, που θα ταύτιζαν τα συμφέροντά τους με αυτά των βαρβάρων. Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να εξελληνίζεται κάποιος στην παιδική του ηλικία και άρα να χειρίζεται με τον ελληνικό τρόπο τη νεότητά του από το να εκβαρβαρίζεται στην παιδική του ηλικία και γέροντας να αγγίζει τον εξελληνισμό.

Τι σημαίνουν πρακτικά αυτά; Η εκκλησία δεν επέτρεπε την απευθείας ελληνική διαπαιδαγώγηση σε κανέναν. Πρώτα εκχριστιανίζονταν όλοι με την Παλαιά Διαθήκη και μετά οι πιο πλούσιοι έρχονταν σε επαφή με τον ελληνισμό. Πρώτα εκπαιδεύονταν να γίνουν όμοιοι με τους Εβραίους πατέρες της εκκλησίας και κατόπιν μάθαιναν για τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες που γεννήθηκαν να μην είναι υγιείς. Ήταν ανάπηροι και καχεκτικοί χριστιανοί, που το ελληνικό πνεύμα το διαχειρίζονταν σαν περιουσία περισ­σότερο και όχι ως βίωμα. Αυτοί οι ανάπηροι Έλληνες είναι οι γνωστοί μας αστοί. Αυτοί, φερόμενοι πονηρά, άρχισαν να δημιουργούν μια Νέα Τάξη εκείνης της εποχής. Τι έκαναν; Χωρίς να απειλήσουν την εκκλησία �που τους συνέφερε με την ύπαρξή της�, "διαμερισματο­ποίησαν" τον χριστιανικό χώρο. Πήρε ο καθένας το "δωμάτιό" του και το σύνολο των επεμβάσεων και των συμφερόντων του το περιόρισε μέσα σ' αυτό. Το ενιαίο της αυτο­κρατορίας έδωσε τη θέση του στον εθνικό σχεδιασμό. Τότε εμφανίστηκε το εθνικό κράτος.

Όμως, όλα αυτά έγιναν με βάση κάποιους όρους. Όρους σχεδόν αναγκαστικούς για τη Ρώμη, γιατί δεν είχε πολλά περιθώρια αντίστασης. Γνώριζε η Ρώμη ότι, αν δεν συμβιβαζόταν με τους όρους των αστών, αυτοί θα μεταλλάσσονταν σε Έλληνες, για να την πολεμήσουν. Μόνον αν συμβιβαζόταν η εκκλησία με τις απαιτήσεις των μορφωμένων αστών, θα διατηρούσε την ισχύ της και οι ίδιοι θα παρέμεναν χριστιανοί βάρβαροι. Αν δεν συμβιβαζόταν, θα ερχόταν σε σύγκρουση με τους εξαγριωμένους αστούς, που θα φέρονταν ως Έλληνες.

Επειδή γνώριζε ότι αυτήν τη μάχη θα την έχανε συμβιβάστηκε. Δεν θα έχανε την ιδιοκτησία της αυτοκρατορίας, αλλά θα παρέδιδε τη διαχείρισή της στους αστούς. Θα έπιανε το "ρετιρέ" της χριστιανικής εξουσίας και θα άφηνε τους αστούς να επανασχεδιάσουν το σύστημα. Ο ρόλος της θα ήταν καθαρά παρεμβατικός, μόνον όταν οι αστοί θ' απειλούσαν με την άγνοιά τους την ιδιοκτησία της.

Ανάλογους συμβιβασμούς όμως έκαναν και οι αστοί, προκειμένου να πάρουν την εξουσία. Ποιοι ήταν αυτοί οι συμβιβασμοί; Κατ� αρχήν δεν θα απειλούσαν τους "τίτλους" της αυτο­κρατορίας. Η αυτοκρατορία θα παρέμενε θεωρητικά χριστιανική και τα μέλη της θα είχαν τον τίτλο του χριστιανού, ανεξάρτητα από την παιδεία τους. Οι αστοί, δηλαδή, παρ' όλα τα ελληνικά χαρακτηριστικά τους, θ' απαρνούνταν τον ελληνικό τίτλο. Όμοιοι και διαφορετικοί μέσα στον χριστιανισμό θα ήταν όλοι χριστιανοί. Για να διασφαλιστεί η συμφωνία μεταξύ Ρώμης και αστών, ότι δεν θα επαναφέρουν μέσα στην αυτοκρατορία θέμα θρησκείας, έδωσαν εντελώς αυθαίρετα τον τίτλο του Έλληνα με εθνικά κριτήρια. Έδωσαν πολιτισμικό και θρησκευτικό τίτλο στους βάρβαρους και φτωχούς χριστιανούς, που κατοικούσαν στο νότιο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου.

Με τον τρόπο αυτόν πίστευαν ότι θα κάνουν ελεγχόμενη την απειλή του ελληνισμού. Ελέγχοντας τους χριστιανούς του ιστορικού ελλαδικού χώρου, νόμιζαν ότι θα μπορούν να ελέγχουν την πιθανότητα αναζωπύρωσης του αντιχριστιανικού ελληνισμού. Οι εξελληνισμένοι της Δύσης διαφοροποιήθηκαν από τους εθνικά "Έλληνες" και έχασαν το δικαίωμα του "τίτλου" του Έλληνα. Έγιναν "Γάλλοι", "Γερμανοί" κλπ. και προσπαθούσαν να σχεδιάσουν με βάση την ελληνική τους παιδεία τα βαρβαρικά συστήματα που επιθυμούσε η Ρώμη.

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι και πάλι η Νέα Τάξη επέβαλε αλλαγή του σχεδιασμού. Έπρεπε και πάλι η Ρώμη μαζί με τους αστούς-συνεταίρους της να βρει την κατάλληλη λύση, για να εκτονώνει τα κοινωνικά πάθη και τις εσωτερικές εντάσεις. Από τη στιγμή που δεν απαλλάχθηκε η κοινωνία από την αδικία και την εκμετάλλευση, ήταν υποχρεωτικό να βρεθεί το μέσον, για να εκτονώνονται τα εσωτερικά μίση, που λειτουργούσαν με ανατρεπτικό τρόπο. Ήταν υποχρεωμένοι οι αστοί να βρουν το "μέσο", που από τη μία θα προστάτευε την αυτοκρατορία και από την άλλη θα προστάτευε τον εθνικό σχεδιασμό.

Η λύση ήταν απλή κι αυτό γιατί στηριζόταν στην απλή αντιγραφή παλιών πρακτικών. Οι αστοί χρησιμοποίησαν την ελληνική τους γνώση, για να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Τι γνώριζαν; Ότι έπρεπε να χτίσουν ένα σύστημα, που να λειτουργεί ταυτόχρονα καί ενιαία καί διχαστικά. Αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να βρουν τρόπο να χρησιμοποιήσουν προς την κατεύθυνση που τους ωφελούσε καί τον αθλητισμό καί τα αθλητικά παιχνίδια.

Τι έκαναν; Το εξής απλό. Κατάργησαν τα αυτοκρατορικά "αθλητικά παιχνίδια", είτε του σώματος είτε του πνεύματος, επειδή δεν τους συνέφερε το ενιαίο της αυτοκρατορίας. Περι­ο­ρίστηκαν στο να επανεφεύρουν τον αθλητισμό και τα παιχνίδια και να τα "καλλιεργήσουν" ξεχωριστά, για να ελέγχουν τους μικτούς πληθυσμούς. Τους ελληνοβαρβαρικούς πληθυσμούς των χριστιανικών κρατών. Επειδή τους συνέφερε μόνον κατά περίπτωση το ενιαίο της αυτο­κρατορίας, επένδυσαν σε εκείνες τις παραμέτρους που το διχάζουν ή διατηρούν τον διχασμό στο επίπεδο το οποίο τους βολεύει. Γνωρίζοντας δηλαδή εξ αρχής τα όρια όπου θα κινούνταν, επένδυσαν στα διχαστικά "μέσα", ώστε μέσα από τον έλεγχο ν' ανεβάζουν τους λαούς στις "πλατφόρμες" που οι ίδιοι έλεγχαν και οι ίδιοι είχαν επιλέξει.

Για να το καταφέρουν αυτό, άρχισαν τις παρεμβάσεις της Νέας Τάξης εκείνης της εποχής. Έδωσαν στον χριστιανικό κόσμο ένα ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας, ανάλογο μ' αυτό που απομόνωνε τον ελληνικό κόσμο από τους υπόλοιπους βαρβάρους. Όπως οι Έλληνες θεωρούσαν τον κόσμο τους "πηγή" πολιτισμού και προόδου, που τους ανάγκαζε να τον υπερασπίζονται μαζικά και να παραμένουν ενωμένοι απέναντι στη βαρβαρότητα, έτσι έκαναν και οι αστοί με τον χριστιανισμό. "Βάρβαροι" γι' αυτόν τον απομονωμένο κόσμο έγιναν όλες οι υπόλοιπες θρησκείες. Αυτό ήταν εύκολο να γίνει, γιατί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γνώση, που τους έδινε υπεροχή έναντι των υπολοίπων κοινωνιών των άλλων θρησκειών. Τη δική τους δηλαδή επανάσταση την έκαναν "πυρήνα" της προόδου τους. Η κοινωνική επανά­σταση και οι κατακτήσεις της έγινε ό,τι ήταν η δημοκρατία για τους Έλληνες. Από εκεί και πέρα την έννοια της "βαρβαρότητας" ήταν εύκολο να την αποδώσουν στις υπόλοιπες θρησκείες.

Δημιουργώντας αυτές τις συνθήκες, που στο γενικό επίπεδο προστάτευαν το ενιαίο της χριστιανικής αυτοκρατορίας, άρχισαν να μιμούνται τις ελληνικές πρακτικές των πρώιμων χρόνων. Των χρόνων πριν τον "χρυσό αιώνα" και της μεγάλης δύναμης της Αθήνας. Όπως εντός του τότε ελληνικού κόσμου υπήρχε ένταση και ανταγωνισμός μεταξύ των πόλεων, έτσι υπήρχε και μέσα στον χριστιανισμό μεταξύ των εθνικών κρατών. Επειδή το κάθε χριστιανικό έθνος αγωνιζόταν με βάση τις δικές του δυνατότητες και απόψεις για την πρόοδο, άρχισαν να δημιουργούνται οι συνθήκες σύγκρισης που υπήρχαν και στον ελληνικό κόσμο. Η πρόοδος υποτίθεται αποτυπωνόταν επάνω στους πολίτες των εθνών και αυτή η πρόοδος μπορούσε να συγκριθεί.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που εντός της βάρβαρης χριστιανικής κοινωνίας υπήρξε αναβίωση του αθλητισμού και του ολυμπισμού. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της νεώτερης εποχής θα συγκρίνονταν τα έθνη μεταξύ τους. Τα έθνη, που, λόγω της ύπαρξης των αστών, ήταν πλέον ελληνοχριστιανικά και άρα διαφορετικά, αλλά και ταυτόχρονα όμοια μεταξύ τους. Αρκούσε όμως αυτό; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί τα έθνη λειτουργούσαν άδικα �κατ� εικόνα και καθ� ομοίωσιν της "μητέρας" χριστιανικής αυτοκρατορίας�. Για να επιβιώσουν, έπρεπε να μπορούν να εκτονώνουν τις εσωτερικές τους τάσεις. Εσωτερικές τάσεις όλων των ειδών, είτε επρόκειτο για ταξικές είτε για εθνικές.

Εξαιτίας αυτών των αναγκών οι αστοί επένδυσαν εκτός από τον αθλητισμό και στα παιχνίδια. Τα παιχνίδια αυτόν τον σχεδιασμό όχι μόνον δεν τον απειλούσαν, αλλά αντίθετα τον ενίσχυαν. Γιατί; Γιατί γίνονταν εύκολα "πλατφόρμες", που η εξουσία εκμεταλλευόταν. Με τα παιχνίδια εκτονωνόταν το εσωτερικό ταξικό μίσος σε ακίνδυνη βία μεταξύ των οπαδών, που ήταν όμοιοι εθνικά μεταξύ τους. Με τα παιχνίδια όμως μπορούσαν τα έθνη να προκαλούν και εθνικιστικό "πυρετό". Μπορούσαν να προκαλούν μίση κι ανταγωνισμούς ανάμεσα στα εθνικά κράτη. Τα αποτελέσματα των αθλητικών "συγκρίσεων" μπορούσαν να τα κάνουν, μέσω του παιχνιδιού, αιτία ρατσιστικού πολέμου.

Τα πράγματα έφτασαν στην απόλυτη σχεδιαστική τελειότητα παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Γιατί ήταν τέλειο εκείνο το επίπεδο; Γιατί το πνεύμα του ανταγωνισμού στον στίβο �και άρα ο ολυμπισμός� είχε γίνει παγκόσμιο φαινόμενο. Είχε καταφέρει και είχε διαπεράσει θρησκείες ξένες προς το ελληνικό πνεύμα. Την ίδια όμως παγκοσμιότητα είχε αγγίξει και το ποδόσφαιρο, που αποτελούσε την τέλεια μορφή του "παιχνιδιού". Ήδη είχε γίνει η παγκόσμια ποδοσφαιρική ομοσπονδία και τα κράτη έμπαιναν στην "αρένα" του Μουντιάλ, για να διεκδικήσουν το παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Τα έθνη ανταγωνίζονταν μεταξύ τους στους ολυμπιακούς στίβους και "πολεμούσαν" μέσα στα ποδοσφαιρικά τερέν. Η κατάσταση ήταν τέλεια, γιατί όποιος ήθελε έλεγχε ό,τι ήθελε. Ό,τι είδους ένταση ήθελε να προκαλέσει, μπορούσε να την προκαλέσει μέσω του ποδοσφαίρου. Ό,τι είδους ρατσιστικής διαπίστωσης ήθελε ν' αποδείξει κάποιος, μπορούσε να την κάνει μέσω του ολυμπισμού. Οι ισχυροί του κόσμου με τα "εργαλεία" αυτά έσερναν τους λαούς όπου ήθελαν. Όποτε ήθελαν να καλλιεργήσουν το εθνικό μίσος, το κατάφερναν με μια κακή διαιτησία σε ένα παιχνίδι. Όποτε ήθελαν να καλλιεργήσουν τον εθνικιστικό εγωισμό, το κατάφερναν με μια διάκριση στους Ολυμπιακούς. Καθεστώτα ολόκληρα συντηρούνταν με λίγα μετάλλια ή με μια διάκριση στα μουντιάλ.

Αντιλαμβανόμαστε ότι η θέληση της εξουσίας να τα εκμεταλλευτεί όλα αυτά θα την έκανε να επέμβει σε όλους τους τομείς, που επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Αυτή είχε το "καρπούζι" και αυτή είχε και το "μαχαίρι". Από τη στιγμή που η εξουσία θέλει μετάλλια και τίτλους, ευνόητο είναι ότι δεν θ' αφήσει τίποτε στην τύχη. Η εξουσία των ισχυρών εθνικών κρατών ήθελε διακαώς "δόξα", για να ξεγελάει τους λαούς. Για να τους διατηρεί υπνωτισμένους και συνένοχους στα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια, που ήθελε να παίξει εις βάρος των πιο αδύνατων λαών.

Τι έκανε για να το καταφέρει; "Νόθευσε" καί τον αθλητισμό καί τα παιχνίδια. "Νόθευσε" τα πάντα, προκειμένου να καλλιεργήσει τα επιθυμητά φαινόμενα στους λαούς, που η ίδια είχε επιλέξει να είναι οι "ανώτεροι" και οι οποίοι θ' αποδείκνυαν μέσα στους στίβους και στα γήπεδα την "ανωτερότητά" τους. Τότε φάνηκαν σ' όλη τους τη διάσταση τα ολέθρια αποτελέσματα της επιλογής των αρχαίων Ελλήνων να συμπεριλάβουν και "παιχνίδια" στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τότε άνοιξε διάπλατα η "κερκόπορτα", που καταλύει το πνεύμα του αθλητισμού.

Το σύστημα συμπεριέλαβε μέσα στους Ολυμπιακούς και τα παιχνίδια των πιο ισχυρών λαών. Τους έδωσε δηλαδή από ένα πλεονέκτημα "προίκα" σε κάθε χώρο. Οι ισχυροί απέκτησαν κατ� απόλυτο τρόπο τη δυνατότητα να υπερέχουν σε κάποιο άθλημα και να προκαλούν τον φανατισμό. Το ακόμα χειρότερο ήταν η "νοθεία" του ίδιου του αθλητισμού. Το ότι δηλαδή οι ισχυροί μπόρεσαν και με την τεχνογνωσία τους επηρέασαν τις αθλητικές επιδόσεις. Πρώτοι μπήκαν στη διαδικασία του ντοπαρίσματος οι αθλητές των μεγάλων εθνικών κρατών. Αυτοί δοκίμαζαν πρώτοι απ' όλους την πρόοδο της "χημείας". Αυτοί, αν δεν πέθαιναν στα πειράματα, θα γίνονταν οι νικητές που είχαν ανάγκη οι μεγάλες δυνάμεις.

Την ίδια "νοθεία" έκαναν οι ισχυροί και στα "παιχνίδια". Τότε "γεννήθηκαν" οι μεγάλες σχολές του ποδοσφαίρου. Τι σημαίνει αυτό; Η εξουσία, έχοντας τον έλεγχο της διαιτησίας, επέλεγε μόνη της ποιοι και υπό ποιες συνθήκες θα διακρίνονταν. Όπως είπαμε σε άλλο σημείο, το παιχνίδι αποτελεί μείξη "πνεύματος" και "σώματος". Ο κάθε λαός, ανάλογα με την "ιδιοσυγκρασία" του, έχει διαφορετικό "μείγμα", όταν μάχεται για το αποτέλεσμα. Αυτό το "μείγμα", όταν η εξουσία το κάνει νικηφόρο, το δικαιώνει και το αναπαράγει.

Η κοινωνία δίνει δηλαδή στις ομάδες που την αντιπροσωπεύουν τη νοοτροπία της και οι ομάδες στη συνέχεια καλλιεργούν τη νοοτροπία αυτήν. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργήθηκαν οι "σχολές" του ποδοσφαίρου. ’λλος έβαζε περισσότερο "πνεύμα" και άλλος περισσότερο "σώμα", προκειμένου να κερδίσει. Ήταν φυσικό να παίζει με δύναμη και άρα με περισσότερο "σώμα" η Βρετανία και το ακριβώς αντίθετο να κάνει η Γαλλία. Όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία. Γιατί; Γιατί ήθελαν οι ισχυροί να δημιουργούν ταυτίσεις μεταξύ των ομάδων και των λαών.

Η εξουσία από εκεί και πέρα φρόντιζε να μοιράζει τους τίτλους με τέτοιον τρόπο, ώστε όλοι οι "μεγάλοι" της κοινωνίας των εθνών να δικαιώνονται και όλοι να συνεχίζουν να επενδύουν στην εθνική τους ιδιομορφία. Το Μουντιάλ δηλαδή ήταν το πεδίο όπου θα πολεμούσαν οι ισχυροί για τη δικαίωση της νοοτροπίας τους. Θα πολεμούσαν βέβαια σε έναν "στημένο" αγώνα, γιατί η εξουσία ποτέ δεν θ' άφηνε να γίνουν οι μεγάλες εκπλήξεις.

Κυρίαρχες νοοτροπίες θα ήταν μόνιμα οι νοοτροπίες των μεγάλων εθνών. Των εθνών, που για κάποιο λόγο ωφελούσαν το παγκόσμιο σύστημα να υπάρχουν και ν' αναπτύσσουν την απαραίτητη συμπεριφορά. Αρκεί να ωφελούσες για κάποιον λόγο το σύστημα και θα σε βοηθούσε να κάνεις "σχολή". Ήταν φυσικό δηλαδή ν' αποτελέσουν "σχολές" όλα τα μεγάλα κράτη της Ευρώπης, που είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους.

Ήταν φυσικό όμως ν' αποτελέσουν "σχολές" και άλλα χρήσιμα για το σύστημα κράτη. Κράτη, που ενδιέφερε το σύστημα να είναι εθνικώς ομοιογενή και φανατισμένα, γιατί του επέτρεπαν να ελέγχει ολόκληρες ηπείρους. Κράτη, που δεν είχαν κανέναν άλλο χαρακτη­ριστικό, που να μπορεί να τους προσδίδει ισχυρά εθνικά χαρακτηριστικά και ενδεχόμενη διάλυσή τους θα επέφερε τρομερή ζημιά στο σύστημα εξουσίας. Για παράδειγμα, ήταν σημαντικό να καλλιεργείται ο εθνικισμός της Αργεντινής και της Βραζιλίας. Ήταν σημαντικό να έχουν μεταξύ τους μια αντιπαλότητα. Γιατί; Γιατί με τις δύο χώρες αυτές ελέγχεις την πάμπλουτη Λατινική Αμερική.

Πώς όμως θα καλλιεργήσεις τον εθνικισμό στις χώρες αυτές; Δεν υπάρχουν ούτε οι βασικές προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί αυτός ο εθνικισμός. Δεν υπάρχουν τα δεδομένα, για να καλλιεργηθεί η έννοια του "έθνους", ούτε για το ένα κράτος ούτε για το άλλο. Οι λαοί που κατοικούν τα κράτη αυτά αποτελούν ένα "μωσαϊκό", που δεν έχουν ούτε καν φυλετική σχέση μεταξύ τους. Πόσο μάλλον εθνική, που συνήθως είναι μια "εξειδίκευση" μέσα στην ίδια τη φυλή.

Μέσα στα κράτη αυτά κυρίαρχοι είναι τα παιδιά των παλαιών αποικιοκρατών και από εκεί και πέρα το χάος. Ένα χάος, που το συνθέτουν οι απόγονοι των σκλάβων της Αφρικής, οι απόγονοι των γηγενών σκλάβων, μετανάστες όλων των εθνικοτήτων και το ακόμα χειρότερο �τα "σκουπίδια" του πλανήτη. Γιατί μιλάμε για "σκουπίδια"; Γιατί όποιους θέλει να "ξεχάσει" ο "πολιτισμένος" κόσμος, χωρίς να τους τιμωρήσει �γιατί προφανώς τους έχει χρησιμοποιήσει και τους φοβάται� στα κράτη αυτά τους στέλνει. Τόσο η Αργεντινή όσο και η Βραζιλία αποτελούν τον χώρο απόθεσης των ζώντων "αποβλήτων" αυτού του πλανήτη. Από τους εγκληματίες Ναζιστές μέχρι τους τελευταίους κλέφτες και δολοφόνους, που θέλουν ν' αποφύγουν την τιμωρία στον πολιτισμένο κόσμο, σ' αυτά τα κράτη βρίσκουν όλοι τους καταφύγιο.

Πώς όμως θα δημιουργήσεις ανάμεσα σ' αυτά τα "περίεργα" κράτη συνθήκες εθνικής αντιπαλότητας, ώστε να δημιουργήσεις τη δυναμική που σε συμφέρει; Θα τους βάλεις να μισούνται, επειδή οι μεν ήταν πρώην θύματα των Ισπανών και οι δε πρώην θύματα των Πορτογάλων; Όμως, από τη στιγμή που μόνον ο εθνικισμός βοηθάει το σύστημα εξουσίας στις επιδιώξεις του, ευνόητο είναι ότι θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον καλλιεργήσουν. Μόνον με μέσο τον εθνικισμό μπορούν οι αποικιοκράτες να διατηρούν ισχυρά αυτά τα μεγάλα και άνευ άλλου περιεχόμενου εθνικά κράτη. Γιατί; Γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος να τα κλέβεις εκ του ασφαλούς. Είναι ο μοναδικός τρόπος να διατηρήσεις τους λαούς-ιδιοκτήτες αυτής της πλούσιας περιοχής θεόφτωχους.

Πώς όμως θα διατηρήσεις τα διεφθαρμένα και φασιστικά καθεστώτα στην περιοχή; Αυτό γίνεται μόνον με τον φανατισμό και την οχλοποίηση των λαών. Αυτό είναι κάτι το οποίο μπορεί να το προσφέρει στην εξουσία το ποδόσφαιρο. Πρέπει να τους "μεθύσεις" με τίτλους, για να μην αντιδρούν. Πρέπει να τους "μεθάς", για ν' αντέχουν τη φτώχεια τους. Η Αργεντινή του φασισμού καθήλωνε τους λαούς μέσα στα γήπεδα. Το ίδιο συνέβαινε και με τη Βραζιλία της κοινωνικής εξαθλίωσης. Η Βραζιλία μάλιστα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που αποδεικνύει στον ύψιστο βαθμό τις αρνητικές συνέπειες του ποδοσφαίρου. Ας προσπαθήσει να σκεφτεί ο αναγνώστης έναν λόγο, εκτός από το ποδόσφαιρο και το καρναβάλι, για τον οποίο γνωρίζει τη Βραζιλία. Έναν λόγο για το οποίο θα έπρεπε να είναι υπερήφανος ένας άνθρω­πος, που φέρει την ιδιότητα του Βραζιλιάνου.

’λλοι λαοί είναι εθνικά υπερήφανοι για τους κοινωνικούς τους αγώνες. ’λλοι λαοί είναι εθνικά υπερήφανοι για τους εθνικοαπελευθερωτικούς τους αγώνες. ’λλοι λαοί είναι εθνικά υπερήφανοι για τα επιστημονικά επιτεύγματά τους. Οι Βραζιλιάνοι γιατί είναι εθνικά υπερήφανοι στο βαθμό που να τους αναγκάζει να διατηρούν και ν' ανέχονται το εθνικό σύστημα της Βραζιλίας; Το ποδόσφαιρο είναι ο μοναδικός παράγοντας, που δίνει εθνική ομοιογένεια σ' ένα κράτος το οποίο λειτουργεί καθαρά υπό συνθήκες Μεσαίωνα κι αποτελεί βασική αποικία της Δύσης.

Το ποδόσφαιρο δίνει νόημα σε μια καθ' όλα κενή εθνική ιδιότητα. Το ποδόσφαιρο κάνει "εθνικά" υπερήφανους τους εξαθλιωμένους πληθυσμούς, που θα έπρεπε να αισθάνονται ντροπή γι' αυτό που αντιπροσωπεύει στην κοινωνία των εθνών η έννοια "Βραζιλία". Αυτό δεν είναι υποκειμενική εκτίμηση του γράφοντος, που έχει κάποια ταπεινά "ελατήρια" τα οποία τον κινούν εις βάρος των καθ' όλα συμπαθών Βραζιλιάνων. Είναι θέμα αριθμητικής. Είναι ντροπή να είσαι κάτοικος ενός αχανούς και υπερπλούσιου "παραδείσου" και να κατοικείς νηστικός σε τενεκεδουπόλεις. Είναι ντροπή να κατοικείς σε ένα κράτος όπου το 1,2% του πληθυσμού καρπώνεται το 80% του εθνικού πλούτου. Είναι ντροπή αυτός που απλά επιβιώνει να θεωρείται ο προνομιούχος του 10% του πληθυσμού της χώρας.

Είναι ντροπή να είσαι νηστικός σε ένα πλούσιο "μποστάνι" και δεν είναι ντροπή να είσαι νηστικός στην "έρημο". Ο Αφγανός είναι δικαιολογημένα φτωχός, γιατί απλούστατα το Αφγανιστάν είναι μια φτωχή γωνιά της Γης. Ο Βραζιλιάνος είναι αδικαιολόγητα φτωχός, γιατί η Βραζιλία είναι μια από τις πιο πλούσιες γωνιές της Γης. Είναι θεόφτωχος σε μια πλούσια Βραζιλία, επειδή τον "δουλεύουν". Αυτό είναι εθνική, κοινωνική, και προσωπική ντροπή. Είναι ντροπή για τη Βραζιλία ν' αυτοκτονούν άνθρωποι για το ποδόσφαιρο και την ίδια ώρα να μην αντιδρούν στην εξουσία και στους τύραννους της τοπικής οικονομίας για το μέλλον το δικό τους και το μέλλον των παιδιών τους.

Είναι ντροπή να "πετάς" τη ζωή σου για την πλάκα και να μην τη θυσιάζεις για να παιδιά σου. Είναι ντροπή να μην τρως, μόνο και μόνο γιατί κάποιοι πονηροί υποτίθεται ομοεθνείς σου αρπάζουν τα πάντα και δεν σου αφήνουν τίποτε. Είναι ντροπή σε έναν κόσμο, όπου οι λαοί συγκρίνουν τις επιδόσεις τους στους κοινωνικούς τους αγώνες, οι Βραζιλιάνοι να μην έχουν να επιδείξουν τίποτε απολύτως. Οι λαοί έχουν χύσει αίμα, για να μην μπορούν οι πονηροί ομοεθνείς τους να τους κλέβουν σ' αυτόν τον βαθμό. Είναι υπερήφανοι για το αίμα που έχυσαν κι επέτρεψε στα παιδιά τους να ζουν καλύτερα.

Αυτό δεν έγινε ποτέ στη Βραζιλία, γιατί κάποιοι τους διατηρούν αγράμματους και τους "μεθάνε" με το ποδόσφαιρο. Κάποιοι αμβλύνουν τις κοινωνικές ανησυχίες και εντάσεις με αστείους ποδοσφαιρικούς θριάμβους και δόξες της πλάκας. Το ποδόσφαιρο είναι αυτό το οποίο στην πραγματικότητα επιτρέπει σε μερικές χιλιάδες κτήνη να έχουν την ιδιοκτησία ενός χώρου μεγαλύτερου από τη Δυτική Ευρώπη και την ίδια ώρα τα δεκάδες εκατομμύρια των Βραζιλιάνων να κατοικούν στις τενεκεδουπόλεις χωρίς καμία αντίδραση.

Τα εκατομμύρια των Βραζιλιάνων, που ελπίζουν είτε να "σωθούν" προσωπικά είτε να "λυτρωθούν" μαζικά από το ποδόσφαιρο. Γι' αυτόν τον λόγο υπάρχει και το άπειρο ταλέντο στη Βραζιλία. Δεν υπάρχει κάποιο ανεξήγητο μυστήριο στο βραζιλιάνικο ταλέντο. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτό το τεράστιο φτωχό δυναμικό, που αγωνιά για την επιβίωσή του και επενδύει αποκλειστικά στο ποδόσφαιρο για να πλουτίσει, ευνόητο είναι ότι θα υπάρχει τεράστια προσφορά "ταλέντου".

Σε όλα τα οργανωμένα κράτη το ποδόσφαιρο συνήθως ενδιαφέρει μικρές, αγράμματες και φτωχές μερίδες του πληθυσμού και όχι το σύνολο της κοινωνίας. Τα έξυπνα άτομα της Γερμανίας, για παράδειγμα, έχουν άπειρους χώρους να δραστηριοποιηθούν. Έχουν άπειρες ευκαιρίες να μορφωθούν και να διακριθούν στην κοινωνία. Ο ποδοσφαιριστής εκεί δεν είναι το απόλυτο πρότυπο. Είναι ο διασκεδαστής τις κοινωνίας και αυτό μόνον για όσο διάστημα μπορεί να το πετυχαίνει. Είναι συνήθως το αγράμματο "άλογο", που, αν τους ικανοποιήσει με τις επιδόσεις του, το χειροκροτούν και εκεί τελειώνει ο μικρός του ρόλος. Δεν αντιπροσωπεύει τίποτε απολύτως στο σύστημα "αξιών" της ανεπτυγμένης γερμανικής κοινωνίας.

Σε ένα οργανωμένο κράτος δεν αποτελεί το ποδόσφαιρο μονόδρομο, που "καταπίνει" τα πάντα σαν μια τεράστια "κρεατομηχανή". Δεν βιώνουν οι ανεπτυγμένοι οικονομικά και πολιτικά λαοί τα αδιέξοδα των Βραζιλιάνων. Δεν "σώνονται" οι άντρες, αν γνωρίζουν να χρησιμοποιούν τα πόδια τους και οι γυναίκες τον "κώλο" τους. Αυτή είναι η τραγικότητα, που διακρίνει τη μεγάλη βάση της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Την παντελώς ανυπόληπτη στους γείτονές της κοινωνία του ποδοσφαίρου και της σάμπας. Το μόνο κεφάλαιο που διαχειρίζονται οι φτωχοί της πλούσιας Βραζιλίας είναι τα πόδια τους και οι κώλοι τους. Αν υστερείς σε κάποιο από αυτά τα δύο, είναι μαθηματικά βέβαιον ότι θα πεινάσεις.

Βγαίνουν οι υποκριτές και επαινούν τη βραζιλιάνικη "αλεγκρία". Επαινούν δήθεν τους Βραζιλιάνους σαν λαό με ταλέντο και κέφι. Επαινούν τους "μάγους" της μπάλας και τις "κεφάτες" Βραζιλιανές. Δεν μας λένε όμως τι θα συνέβαινε σ' αυτούς τους "μάγους", αν δεν είχαν το ταλέντο τους. Πού θα κατοικούσαν και τι θα έτρωγαν, αν δεν ήταν "μάγοι". Δεν μας λένε ότι οι περισσότερες από αυτές τις "κεφάτες" Βραζιλιανές πληρώνονται για να είναι "κεφάτες". Ότι εκείνη την ώρα κι εκείνες "αγωνίζονται". Δείχνουν το "κεφάλαιο" τους, μήπως και φάνε κανένα κομμάτι ψωμί από τις ξένες "επενδύσεις". Μήπως κάποιος πλούσιος τις κάνει "μεταγραφή" στο κρεβάτι του.

Όλο το χρόνο περιμένουν, είτε το καρναβάλι είτε τις μεγάλες ποδοσφαιρικές "νίκες", για ν' "αγωνιστούν" και οι ίδιες. Όλο το χρόνο οι Βραζιλιάνοι σέρνονται νηστικοί σαν τα τεμπελό­σκυλα στις αμμουδιές, για να καλλιεργούν το "κεφάλαιό" τους. Σέρνονται, με μοναδική τους περιουσία ένα μαγιό. Αυτή είναι η Βραζιλία του ποδοσφαίρου, γιατί αυτή η Βραζιλία υπηρετεί το σύστημα. Η Βραζιλία του δισεκατομμυριούχου Ριβάλντο, που, πριν γίνει πλούσιος με τα πόδια του, έχασε τα δόντια του από την ασιτία. Η Βραζιλία, που κανένας λαός �ειδικά αυτοί που τη γνωρίζουν ως γείτονες� δεν εκτιμά και δεν υπολήπτεται. Η Βραζιλία των δειλών και φοβισμένων σκλάβων, που δεν πολεμούν για αναδιανομή του υπάρχοντος κεφαλαίου και η οποία, για να φάει, καταστρέφει τα δάση του Αμαζονίου.

Η Βραζιλία, η οποία δεν τολμά σήμερα να κάνει μια αγροτική επανάσταση, που την έκαναν οι λαοί πριν δύο αιώνες. Η Βραζιλία, που ζει με ό,τι "ψίχουλα" της προσφέρουν οι ιμπερια­λιστές και ό,τι απολαμβάνει από πλευράς δικαιωμάτων το απολαμβάνει από τα "απόνερα" που δημιουργεί στην πορεία του ο πολιτισμένος κόσμος. Η Βραζιλία, που έχει μέσα στα σπλάχνα της "πολίτες", οι οποίοι ανέλαβαν να "καθαρίσουν" την κοινωνία τους με μεθόδους, που όμοιές τους ακολουθούσαν μόνον οι κανίβαλοι. Στην "αλέγκρα" Βραζιλία βγήκαν τα ζώα και σκότωναν τα παιδιά των φαναριών σαν να ήταν αδέσποτα σκυλιά.

Γι' αυτόν τον λόγο δεν την εκτιμά κανένας Λατινοαμερικάνος αυτήν την κοινωνία. Σε μια περιοχή της Γης, που έχει "γεννήσει" σύμβολα κοινωνικών αγώνων παγκόσμιου βεληνεκούς, η Βραζιλία χορεύει νηστική σάμπα, για να φάει ένα κομμάτι ψωμί. Σε μια περιοχή που έχει να επιδείξει "Τσε" και "Αλιέντε", η Βραζιλία δεν έχει να επιδείξει τίποτε. Σε μια περιοχή που έχει θρηνήσει εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους ήρωες των κοινωνικών αγώνων, η Βραζιλία έχει να επιδείξει μόνον νεκρούς, που αυτοκτόνησαν μετά από μια ήττα της ομάδας τους. Έχει να επιδείξει νεκρά μωρά, που τα πέταξαν οι πατέρες τους από τα παράθυρα, επειδή έχασε η Σελεσάο.

Δεν είναι παράξενο δηλαδή που αυτή η παντελώς ανυπόληπτη χώρα με τον δειλό κι εκπαιδευμένο στην τεμπελιά λαό έχει ως πιο διάσημο "πρεσβευτή" της τον αγράμματο σκλάβο Πελέ. Ένα πραγματικό "παράσιτο" της παγκόσμιας κοινωνίας. Ένα "παράσιτο", που, παρ' όλο που δεν αντιμετωπίζει πλέον πρόβλημα επιβίωσης, ποτέ δεν χρησιμοποίησε την επωνυμία του, για να βοηθήσει τον λαό που τον λάτρεψε. Ποτέ δεν κατήγγειλε στην παγκόσμια κοινωνία την κοινωνική αδικία και τα εγκλήματα που συντελούνται καθημερινά στη Βραζιλία. Ποτέ δεν άρθρωσε έναν στοιχειωδώς αντιεξουσιαστικό λόγο. Ένα "άλογο", που χόρτασε την πείνα του με αποκλειστικό μέσο τα πόδια του. Που το μεγαλύτερο πνευματικό του επίτευγμα ήταν το να περπατά στα δύο του πόδια. Ένα "σκουπίδι", τόσο ανίκανο και διεφθαρμένο, που σε όποιο κρατικό πόστο τον τοποθέτησαν, το έδιωξαν με τις "κλωτσιές" οι ίδιοι οι οποίοι τον βάλανε.

Δεν είναι παράξενο επίσης που στη Βραζιλία ισχυρότερος και από τον πρωθυπουργό της χώρας είναι ένας μεγαλοπαράγοντας του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο διάσημος "Ζώοο" Χαβελάνζε. Ένα πραγματικά φασιστικό κτήνος, που και μόνον να τον δεις αισθάνεσαι ότι "λερώνεσαι". Είναι φυσικό αυτό το κτήνος να είναι ο ισχυρότερος Βραζιλιάνος, εφόσον η δική του εξουσία διατηρεί ενιαία τη Βραζιλία, την οποία στη συνέχεια διαχειρίζεται ο πρωθυπουργός της.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι από τους ποδοσφαιρικούς τίτλους που έχει το κάθε κράτος στο "παλμαρέ" του, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο χρήσιμο είναι να υπάρχει για το ίδιο το σύστημα. Όλοι οι υπόλοιποι λαοί και κράτη �και άρα λιγότερο χρήσιμοι για το σύστημα� θ' ακολουθούσαν. Όλοι οι υπόλοιποι στα "καλύτερά" τους απλά θα έμοιαζαν με τους μεγάλους του ποδοσφαίρου. Η εξουσία είχε προαποφασίσει για όλα. Αυτή ξεχώρισε τα μόνιμα φαβορί, τα αουτσάιντερ και τους "κατώτερους", οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι και μόνον που συμμετέχουν σε μια κοινή δραστηριότητα με τους ισχυρούς.

Το ελληνικό πνεύμα του αθλητισμού είχε ηττηθεί πλήρως. Το δώρο των ανθρώπων προς τους ανθρώπους έγινε "εργαλείο" στην εξουσία, για να ελέγχει σκλάβους. Οι κοινωνικές τάξεις είχαν μπει στη λογική του πολέμου συμφερόντων και η μία αδικούσε την άλλη, για να μπορούν να ελέγχουν τον κόσμο οι κύριοί του. Κανένας δεν έλεγχε κανέναν, γιατί όλοι είχαν μπει στη συνωμοσία της κλοπής. Κανένας δεν έλεγχε κανέναν, γιατί όλοι έκλεβαν ή τουλάχιστον ήθελαν να κλέψουν. Οι αρχικλέφτες αστοί έδιναν τον "ρυθμό" κι ακολουθούσαν οι υπόλοιποι φουκα­ράδες, που έτρεφαν ελπίδες κλοπής.

Οι μορφωμένοι αστοί έκλεβαν τους φτωχούς και χαίρονταν την πλούσια ζωή τους μέσα στα χριστιανικά συστήματα με τον ελληνικό τρόπο. Με τον τρόπο του "σώματος". Χαίρονταν τα σώματά τους, την παιδεία τους, αλλά υποκριτικά παρουσιάζονταν στους φτωχούς σαν φανατι­κοί χριστιανοί, για να μην τους "ξυπνήσουν". Οι πραγματικοί χριστιανοί εξακολουθούσαν να ζούνε στον Μεσαίωνα. Έβλεπαν τους αστούς και "σκανδαλίζονταν", αλλά δεν τους μιμούνταν. Γιατί; Γιατί τους έπειθαν οι παπάδες ότι οι αστοί με τις επιλογές τους θα πήγαιναν στην κόλαση και ότι θα έπρεπε να τους λυπούνται και όχι να τους ζηλεύουν.

Όλα αυτά θα λειτουργούσαν τέλεια και για αιώνες, αλλά δυστυχώς για τους κλέφτες δεν έγινε έτσι. Γιατί; Γιατί στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου άλλαξαν ριζικά τα πράγματα. Οι Αμερικανοί βρέθηκαν εντελώς ανέλπιστα με απίστευτη πολιτική και οικονομική δύναμη στα "χέρια" τους και ήθελαν να επωφεληθούν εις βάρος των συνεταίρων τους. Την ίδια ώρα η Ρώμη "κοιμήθηκε" και δεν έκανε χρήση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να περιορίσει τον άσχετο διαχειριστή. Αποτέλεσμα; Αλλαγή Τάξης Πραγμάτων. Αυτό όμως απαιτεί επανα­σχεδιασμό των πάντων.

Τι έγινε τότε και γιατί παρά την προφανή επικινδυνότητα του εγχειρήματος κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε; Οι πανάσχετοι, αφελείς και κουτοπόνηροι Αμερικανοί, για να μεγιστο­ποιή­σουν την ισχύ τους, σκέφτηκαν ότι τους συνέφερε να κάνουν δίπολο με τον κομμουνισμό. Σκέφτηκαν ότι τους συνέφερε να "καπελώσουν" τους υπόλοιπους Δυτικούς, παριστάνοντας τους "πατέρες" και "προστάτες" τους. Σκεπτόμενοι με απλοϊκό τρόπο, δεν αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο. Δεν αντιλήφθηκαν ότι, αν κατέρρεε το ένα μέλος του διδύμου, θα ήταν ολέθριες οι όποιες επεμβάσεις τους μέσα στον χριστιανικό κόσμο.

Τι έκαναν και πού στηρίχθηκαν; Προσπάθησαν να μιμηθούν την ιμπεριαλιστική Αθήνα, που εκμεταλλευόταν τον ελεύθερο ελληνικό κόσμο με βάση την αντιπαλότητά της με τη βαρβαρική Σπάρτη. Από τον σχεδιασμό των πολλών και ισχυρών εθνών, που μιμούνταν τον πρώιμο ελληνικό σχεδιασμό, θέλησαν να περάσουν στον ύστερο ελληνικό σχεδιασμό του δίπολου. Αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους σαν Αθηναίους και θέλησαν να τους μιμηθούν. Όπως δηλαδή η ελληνική Αθήνα, για λόγους συμφέροντος, δεν έθετε θέμα αποβολής της Σπάρτης από τον ελληνικό κόσμο, έτσι έκαναν και οι Αμερικανοί. Παρ' όλο δηλαδή που ο κομμουνιστικός κόσμος δεν ανήκε ούτε στον χριστιανικό ούτε στον ελληνικό κόσμο, δεν "αποκλείστηκε" από τις υποτίθεται "εσωτερικές" συγκριτικές και ανταγωνι­στικές δραστηριότητες του χριστιανισμού.

Παρ' όλη την προφανή διαφορετικότητά του, δεν αποκλείστηκε ούτε από τους Ολυμπια­κούς Αγώνες ούτε από τις παγκόσμιες ομοσπονδίες των παιχνιδιών. Γιατί; Γιατί αυτό συνέφερε καί τους δύο. Με τον ολυμπισμό και τα παιχνίδια θα συγκρίνονταν όπως και στην παλαιότερη κατάσταση τα έθνη μεταξύ τους, αλλά δεν θα περιορίζονταν σ' αυτό. Με τον ολυμπισμό και τα παιχνίδια θα συγκρίνονταν πλέον οι δύο υπερεθνικοί "γίγαντες" για την όποια "πρόοδό" τους. Θα συγκρίνονταν οι "κόσμοι" και άρα και οι "κηδεμόνες" τους, που ήταν οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι αντίστοιχα. Με τον ολυμπισμό θ' αποκτούσαν "βάση" οι ρατσιστικές θεωρίες και με τα παιχνίδια θα καλλιεργούνταν κατά βούληση τα μίση, τα οποία θα καλλιεργούνταν εξαιτίας αυτών των θεωριών. Τα παιχνίδια δηλαδή στο εσωτερικό του δυτικού κόσμου θα γίνονταν "πλατφόρμες" ταξικών και εθνικών μισών, ενώ στο ανώτατο επίπεδο θα γίνονταν "πλατφόρμες" ιδεολογικού μίσους.

Τι σημαίνει αυτή η αλλαγή τόσο για τον αθλητισμό όσο και για τα παιχνίδια; Το εξής απλό. Η εξουσία θα τα εκμεταλλεύονταν καί τα δύο υπέρ των συμφερόντων της σε όλες τις κλίμακες και σε όλα τα επίπεδα. Οι Δυτικοί θα έβαζαν δηλαδή καί τους κομμουνιστές στις δραστηριότητές τους και τα πάντα θα λειτουργούσαν σε δύο επίπεδα. Στον αθλητισμό δηλαδή θα συγκρούονταν τα έθνη μεταξύ τους, αλλά η μεγάλη μάχη θα "κάλυπτε" τα πάντα, εφόσον θα γινόταν μεταξύ των υπερεθνικών συστημάτων. Η μεγάλη μάχη θα δινόταν ανάμεσα στους "κηδεμόνες", που θα ήταν οι κύριοι αντιπρόσωποι αυτών των συστημάτων. Όπως δηλαδή όλοι οι αρχαίοι Έλληνες ήθελαν νίκη των δικών τους πόλεων, αλλά αρκούνταν και στη νίκη της συμμαχίας τους εναντίον της Σπάρτης, έτσι έκαναν και οι χριστιανοί.

Αγωνιούσαν για τα εθνικά τους μετάλλια, αλλά πρωτίστως ενδιαφέρονταν να νικήσει ο δικός τους κόσμος τους κομμουνιστές. Πανηγύριζαν τα δικά τους μετάλλια, αλλά πανηγύριζαν και τα μετάλλια των Δυτικών υπερδυνάμεων και κυρίως αυτά των ΗΠΑ. Κάτι ανάλογο έγινε και στα παιχνίδια. Τα χριστιανικά έθνη ενδιαφέρονταν να κερδίζουν "μάχες" για λογαριασμό τους, αλλά πρωτίστως τα ενδιέφερε να κερδίζουν τις κύριες "μάχες" οι ομοϊδεάτες τους. Ήθελαν να πανηγυρίσουν δικές τους νίκες, αλλά αρκούνταν και στις νίκες του κόσμου τους εις βάρος των κομμουνιστών. Το ίδιο γινόταν και από την άλλη πλευρά με κερδισμένους τους Ρώσους.

Όμως, για να γίνει αυτή η πρακτική εφικτή, θα έπρεπε να την υποβοηθήσει και η Δύση, ώστε να μην μένει "πίσω" ο κομμουνισμός και η έλλειψη ανταγωνισμού κάνει τις "μάχες" αδιάφορες και άρα μη εκμεταλλεύσιμες. Η δυτική εξουσία λοιπόν ήταν αυτή η οποία επέτρεψε στους κομμουνιστές να παραβούν τους κανόνες του ολυμπισμού, γιατί και η ίδια ήθελε να τους παραβεί. Η Δύση επέτρεψε στους κομμουνιστές να ντοπάρουν μέχρι τα "μάτια" τους αθλητές τους, για να κάνει και αυτήν το ίδιο στη μάχη των "υπεράνθρωπων", που θα αντιπροσώπευαν τα "υπερ­συστήματα". Η Δύση επέτρεψε τα αίσχη, για να κάνει και η ίδια αίσχη. Τα αίσχη, που σήμερα φαίνονται στα νοσοκομεία όπου αργοπεθαίνουν οι καρκινοπαθείς πλέον πρώην υπεραθλητές και των δύο κόσμων.

 Την ίδια βοήθεια πρόσφερε η Δύση στους κομμουνιστές και στον τομέα του παιχνιδιού. Η Δύση βοήθησε να δημιουργηθούν "σχολές" και μεταξύ των δυνάμεων της Ανατολής. Τις προστάτευε αυτές τις "σχολές", για να δημιουργήσει τους "μονομάχους", που θ' ανταγωνίζονταν τους Δυτικούς. Τις ισχυροποιούσε, για να μπορεί να εκμεταλλεύεται κατά το δοκούν τις νίκες ή τις ήττες τους. Τις ισχυροποιούσε, για να μπορούν να πανηγυρίζουν οι Δυτικοί μεγάλες νίκες. Τις ισχυροποιούσε, για να μπορούν να φοβούνται οι Δυτικοί μεγάλες ήττες. Εξαιτίας αυτών των δεδομένων ομογενοποιούνταν ο δυτικός χώρος. Ενδιέφερε πλέον τον κάθε Δυτικό να κερδίσει η δική του εθνική ομάδα το πρωτάθλημα, αλλά ικανοποιούνταν κι όταν απλά δεν το έπαιρναν οι ιδεολογικοί και άρα υπερεθνικοί "εχθροί".

Όλα αυτά ήταν εύκολο να τα πετύχει η εξουσία. Αρκούσε για τις ΗΠΑ να αντέγραφαν την Αθήνα. Θα αντέγραφαν τον ελληνικό κόσμο της ύστερης εποχής. Θα δημιουργούσαν τις "αμφικτιονίες" τους και θα δέσποζαν στον "κόσμο" τους, όπως δέσποζε η Αθήνα. Ο ΟΗΕ δηλαδή και το ΝΑΤΟ δεν ήταν αποτελέσματα της στρατηγικής ευφυΐας των Αμερικανών. Ήταν αποτελέσματα της ευφυΐας των πονηρών Αθηναίων της αρχαιότητας. Αυτούς αντέγραψαν οι Αμερικανοί. Το νομικό καθεστώς, που διέπει τη λειτουργία τους, καθώς και το θεωρητικό πλαίσιο, που δικαιολογεί την παρουσία αυτών των ενδοχριστιανικών υπερεθνικών οργανώ­σεων, εφευρέθηκαν από τους Αθηναίους.

Από την άλλη μεριά θα υπήρχε η απειλητική και στρατοκρατική "Σπάρτη" με τις δικές της συμμαχίες και τις δικές της ιδεολογικές αρχές, που ναι μεν ήταν διαφορετικές από αυτές των χριστιανών, αλλά δεν τους απέβαλαν από τον κόσμο τους. Όπως και στην περίπτωση των αρχαίων Ελλήνων έτσι συνέβαινε και στη νεώτερη εκδοχή, που προέκυπτε από την απόλυτη αντιγραφή. Οι ιδιώτες χορηγοί θ' αναλάμβαναν τα έξοδα των αθλητικών δρώμενων στη Δύση, ενώ στη Ανατολή το ίδιο το στρατοκρατικό καθεστώς της Μόσχας θ' αναλάμβανε να κάνει το ίδιο.

Ο αναγνώστης εύλογα θ' αναρωτιέται για το πού βρίσκεται το ρίσκο, εφόσον πρόκειται για μια απλή αντιγραφή μιας πετυχημένης πρακτικής. Το ρίσκο βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Αμερικανοί είδαν αποσπασματικά την όλη κατάσταση. "Είδαν" την Αθήνα να λειτουργεί επιτυχώς όπως την συνέφερε σε μια δεδομένη στιγμή και όχι στο σύνολο του χρόνου. Δεν "είδαν" ότι τόσο η Αθήνα όσο και ο ελληνικός κόσμος �που αυτήν "καπέλωνε"� τελικά ηττήθηκαν. Την μιμήθηκαν δηλαδή στα "καλά" της και δεν είδαν ότι αυτά τα "καλά" δεν άντεξαν μέσα στο χρόνο.

Επιπλέον, δεν εκτίμησαν σωστά το ρίσκο της αλλαγής και ό,τι αυτή συνεπάγεται για να εφαρμοστεί. Τι δεν εκτίμησαν σωστά και έκαναν τραγικά λάθη; Κατ� αρχήν η Αθήνα εκμεταλλεύτηκε τις υπάρχουσες συνθήκες ομοιογένειας μέσα στον ελληνικό κόσμο, ενώ οι Αμερικανοί έπρεπε να τις δημιουργήσουν. Οι Αθηναίοι βρήκαν έναν ομοιογενή ελληνικό κόσμο να μισεί την "ελληνική" Σπάρτη, ενώ οι Αμερικανοί έπρεπε να εξελληνίσουν μαζικά τους χριστιανούς, για να μισούν την κομμουνιστική "Σπάρτη". Το πρώτο και μεγαλύτερο ρίσκο των Αμερικανών δηλαδή ήταν ο εκτεταμένος εξελληνισμός των χριστιανών, ο οποίος θα ήταν ακίνδυνος μόνον για όσο διάστημα υπήρχε η "Σπάρτη".

Δεν πέρασε μισός αιώνας και άρχισε να φαίνεται το λάθος τους. Ποτέ στην ιστορία των ανθρώπων μια Τάξη Πραγμάτων δεν διήρκεσε τόσο λίγο. Οι Αμερικανοί είναι οι παγκόσμιοι πρωταθλητές στην ασχετοσύνη σ' ό,τι αφορά τον πολιτικό σχεδιασμό. Τίποτε να μην έκαναν μετά τον πόλεμο και να άφηναν τα πράγματα να "κυλήσουν" με βάση την προηγούμενη δυναμική τους, θα ήταν όλα τέλεια για το σύστημα. Ό,τι "σκέφτηκαν" ήταν λάθος. Ό,τι έκαναν ήταν ολέθριο. Αυτά τα λάθη οδηγούν σήμερα το σύστημα στην κατάρρευση και άρα επανέρχεται η ανάγκη επανασχεδιασμού του. Επανέρχεται η ανάγκη επιβολής Νέας Τάξης.

Γι' αυτό λέμε ότι δεν "είδαν" συνολικά την κατάσταση, που οδήγησε την Αθήνα στην ήττα. Δεν είδαν ότι η ήττα αυτή παρέσυρε μαζί της στην καταστροφή και τον κόσμο που αντιπρο­σώπευε η Αθήνα. Τον κόσμο, που πιο πολύ τη συνέφερε απλά και μόνον να υπάρχει απ' ότι την συνέφερε να τον εκμεταλλεύεται. Για όσο διάστημα υπήρχε εκείνος ο κόσμος, η Αθήνα θα υπήρχε. Οι πονηράδες όμως των Αθηναίων οδήγησαν τον ελληνικό κόσμο στην ήττα και την Αθήνα στη λήθη των αιώνων. Αυτό κινδυνεύουν να πάθουν σήμερα και οι Αμερικανοί. Εκμεταλλεύτηκαν τον χριστιανικό κόσμο και η ήττα τους μπορεί να παρασύρει τον κόσμο αυτόν στην καταστροφή.

Τι δεν είδαν; Ότι ο ελληνικός κόσμος επιβίωνε χωρίς πρόβλημα για όσο διάστημα ήταν ασύνδετος. Η δημοκρατία σ' εκείνο το διάστημα δεν απειλούνταν γιατί "απορροφούσε" την απειλή τόσο σε συλλογικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο του ατόμου. Πότε κινδύνευε η δημοκρατία μέσα σε μια πόλη-κράτος και άρα πότε αυτή η πόλη θ' απειλούσε το σύνολο του ελεύθερου ελληνικού κόσμου; Όταν κάποιος λαοφιλής κι επικίνδυνος δημαγωγός ηγέτης την μετέτρεπε σε ολιγαρχία. Αυτή η ολιγαρχία δεν απειλούσε τον ελληνικό κόσμο με γενικό εκβαρβαρισμό. Γιατί; Γιατί στη μέγιστη ισχύ της αυτή η αντιδημοκρατική απειλή θ' αντιπρο­σώπευε μία ελληνική πόλη. Τα συμφέροντα αυτής της ολιγαρχίας θα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα της πόλης και άρα θα είχαν μόνιμα απέναντί τους έναν τεράστιο συνασπισμό ελληνικών πόλεων, οι οποίες θ' αρνούνταν να ενταχθούν στο σύστημα που τους απειλούσε.

Ήταν πρακτικά αδύνατον δηλαδή ένα άτομο ν' απειλήσει με "καπέλωμα" το σύνολο του ελληνικού κόσμου. Ήταν αδύνατον μια πόλη ν' απειλήσει το σύνολο των ελληνικών πόλεων με κατάκτηση. Επιπλέον ο ελληνικός κόσμος δεν κινδύνευε ούτε από εξωτερικό εχθρό, γιατί απλούστατα δεν συνέφερε κανέναν να τον κατακτήσει. Το έδαφος που του ανήκε ήταν σχετικά φτωχό, για ν' αποσβεστούν τα έξοδα κατάκτησης. Ήταν πολύ φτωχό, για ν' αντέξει τα έξοδα που συνεπάγεται ο έλεγχος ενός αντιδραστικού λαού, που, λόγω νοοτροπίας, δεν ήταν εύκολο να υποδουλωθεί. Επιπλέον οι Έλληνες ήταν αρκετά μορφωμένοι, ώστε σταδιακά να "κατα­πιούν" τους κατακτητές.

Με τον εξελληνισμό των βάρβαρων εποίκων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλή­ματα και στην ίδια την "καρδιά" του συστήματος των κατακτητών βαρβάρων. Οι εξελληνισμένοι βάρβαροι σίγουρα θα μετατρέπονταν σε μολυσματικούς "ιούς" για το βαρβαρικό σύστημα στο οποίο θα ανήκαν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέσα σε ελάχιστο καιρό η ίδια η βαρβαρική Ρώμη εξελληνίστηκε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο εκ του πονηρού εξελληνισμός των Αμερικανών ήταν το αίτιο να χάσει η Βρετανία την πιο σημαντική αποικία της στον Νέο Κόσμο.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν συνέφερε κανένα βαρβαρικό σύστημα να "μπλέξει" με τους Έλληνες. Δεν συνέφερε κανέναν ν' "αναμειχθούν" οι Έλληνες με τους εποίκους δού­λους των αποικιοκρατών και να τους ανοίξουν τα "μάτια". Δεν συνέφερε ν' "αναμειχθούν" οι Έλληνες στα εσωτερικά τους συμφέροντα και να τους δημιουργήσουν προβλήματα. Τους συνέφερε να κρατούν την απόσταση ασφαλείας. Το ελληνικό σύστημα ήταν για τα βαρβαρικά συστήματα ό,τι είναι για έναν άνθρωπο ένας άλλος άνθρωπος, που είναι φορέας του AIDS. Ακόμα κι όταν μπορείς να τον εκμεταλλευτείς, δεν τον πλησιάζεις, για να μην "κολλήσεις" την αρρώστια του και πεθάνεις. "Πεθαίνει" ένα βαρβαρικό σύστημα, όταν αρχίζουν και περι­φέρονται ανάμεσα στα μέλη του Έλληνες.

Ο ελληνικός κόσμος δηλαδή επιβίωνε εύκολα χάρη σε δύο διαφορετικές αρχές, που είχαν σχέση με τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς εχθρούς. Στο εσωτερικό, σ' ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ των συστημάτων, ίσχυε το γνωστό: "μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε", ενώ για το εξωτερικό, σ' ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ του ελληνικού κόσμου και των βαρβαρικών βασιλείων, ίσχυε το επίσης γνωστό: "από μακριά κι αγαπημένοι". Εκ των δεδομένων δηλαδή ο ελληνικός κόσμος δεν μπορούσε να κινδυνεύσει ούτε από εσωτερικό αλλά ούτε και από εξωτερικό εχθρό.

Γιατί ηττήθηκε; Γιατί η ισχύς και η πονηριά των Αθηναίων προσπάθησε να "καπελώσει" τον ελληνικό κόσμο. Με πονηρά τεχνάσματα και ιδεολογικές δεσμεύσεις υποχρέωσε τους Έλληνες να λειτουργούν μέσα σε πλαίσια, που ξέφευγαν από την στενή έννοια της "πόλης κράτους". Τι έκανε; Απλά κωδικοποίησε σε νόμους και συμφωνίες όλα εκείνα τα οποία μέχρι τότε οι Έλληνες τα έκαναν ενστικτωδώς. Τους έβαλε να δημιουργήσουν συμμαχίες για τα προφανή, που επί αιώνες τα έκαναν έτσι κι αλλιώς.

Για να δώσει δηλαδή ομοιογένεια στον κόσμο που εκμεταλλευόταν, "επένδυσε" στην κοινή έχθρα των Ελλήνων απέναντι στους βαρβάρους. Την ενστικτώδη "αντιβαρβαρότητα" των Ελλήνων την έκανε μια συνειδητή πολιτική επιλογή, που "έσερνε" τους Έλληνες πίσω από τους ισχυρότερους των Ελλήνων. Πίσω από αυτούς, που, λόγω ισχύος, είχαν τη δυνατότητα να παριστάνουν τους μεγάλους "αδερφούς" των Ελλήνων. Αυτό βέβαια ήταν κι εξακολουθεί να είναι η μεγάλη αδυναμία του ανθρώπινου είδους. Η αδυναμία του είναι ότι διατηρεί πάντα ενεργά τα ζωικά του ένστικτα. Όταν το σύστημα μπορεί κι εκμεταλλεύεται τα ανθρώπινα ένστικτα, κάνει ό,τι θέλει εις βάρος των ανθρώπων. Από το ένστικτο της αυτοπροστασίας τού ανθρώπου γεννήθηκε ο στρατός και από αυτόν προέκυψε ο ιμπεριαλισμός. Από την αγωνία του ανθρώπου να προστατέψει τα βλαστάρια του, γεννήθηκαν οι μηχανισμοί που τα σκοτώνουν ανά πάσα στιγμή.

Κάτι ανάλογο έκανε και η Αθήνα. Εκμεταλλεύτηκε τα ελληνικά ένστικτα της επιβίωσης και μπόρεσε και παγίδευσε τον ελληνικό κόσμο. Από εκεί και πέρα, για να μπορεί να τον ελέγχει στο εσωτερικό επίπεδο, όταν δεν υπήρχε εξωτερικός εχθρός, "έπαιξε" με τον εσωτερικό εχθρό. "Επένδυε" στο δίπολο με τη Σπάρτη. "Επένδυε" στο γεγονός ότι μπορούσε μέσα στον ελλαδικό χώρο να λειτουργεί κατά βούληση όποτε θέλει "μαζί" και όποτε θέλει "χώρια" από τους υπόλοιπους Έλληνες. Έλεγχε το σύνολο του ελληνικού κόσμου με την αντιβαρβαρική "πλατφόρμα" και έλεγχε τους συμμάχους της με την αντισπαρτιατική "πλατφόρμα". Όποτε ήθελε έμπαινε επικεφαλής της όποιας "πλατφόρμας" την συνέφερε και παρέσυρε και τους άλλους στις δικές της επιλογές.

Τι δεν υπολόγισε; Ότι με τη λειτουργία της έδινε πολιτική και οικονομική ομοιογένεια σε έναν χώρο ο οποίος επιβίωνε εξαιτίας της ανομοιογένειάς του. Το αποτέλεσμα; Ο Αλέξανδρος νίκησε τον μεγαλύτερο Έλληνα "αδερφό" �την Αθήνα� και μπόρεσε να εκμεταλλευτεί το προηγούμενο νομικό και πολιτικό πλαίσιο, που συνέδεε μεταξύ τους τις πόλεις-κράτη και ν' αρπάξει τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως ηγέτης-εκφραστής του ελληνικού κόσμου. Απέβαλε ως όφειλε τους Λακεδαιμόνιους από τον ελληνικό κόσμο κι ανέλαβε να ενσαρκώσει το "όραμα" του καθαρού υποτίθεται ελληνικού κόσμου. Αυτός ήταν από εκεί και πέρα ο μεγάλος στρατηγός-αυτοκράτωρ των Ελλήνων. Αυτός ο οποίος νίκησε τον μεγάλο "αδερφό" έγινε ο "πατέρας" των Ελλήνων κι αυτό ήταν η αρχή του τέλους τους. Γιατί; Γιατί "πατέρα" έχουν μόνον τα βαρβαρικά συστήματα.

Στη συνέχεια παγίδευσε τον ελληνικό κόσμο στη λογική του μεγάλου "στόχου" και άρα εξάλειψε στον κρίσιμο χρόνο την πιθανότητα διάσπασής του. Αυτό ήταν και η οριστική ήττα των Ελλήνων. Γιατί; Γιατί ο ελληνικός κόσμος έχασε τα προηγούμενα χαρακτηριστικά του και λειτούργησε ως μια μικρή ενιαία αυτοκρατορία, που θα επιτίθονταν εναντίον μιας άλλης πιο μεγάλης. Καταλύθηκε η δημοκρατία και ο ελληνικός κόσμος βρέθηκε υπό την εξουσία ανθρώπου. Καταλύθηκε η έννοια του "ανοικτού κόσμου" κι αντικαταστάθηκε από την έννοια του "κλειστού συστήματος", που λειτουργεί βαρβαρικά, υποτίθεται για λόγους "έκτακτης ανάγκης".

Ο Αλέξανδρος, δηλαδή, ως πρόσωπο, αντιπροσώπευε δύο διαφορετικές τάξεις πραγμά­των. Αντιπροσώπευε μια νέα τάξη πραγμάτων για τον ελληνικό κόσμο και, όταν νίκησε τους Πέρσες, αντιπροσώπευε μια νέα τάξη πραγμάτων για όλους τους υπόλοιπους. Η πρώτη νέα τάξη του Αλεξάνδρου μετέτρεπε τον ελληνικό κόσμο σε μια μικρή αυτοκρατορία, ενώ η δεύτερη ήταν η άποψή του για τη λειτουργία της νέας αυτοκρατορίας. Η τελική νέα τάξη του Αλεξάνδρου ήταν η τάξη της ελληνιστικής αυτοκρατορίας.

Αυτό ακριβώς έκαναν και οι Αμερικανοί μετά τον πόλεμο. Αγνόησαν ότι ο χριστιανισμός ήταν αήττητος για όσο διάστημα λειτουργούσε με βάση τον εθνικό σχεδιασμό και άρα με την οργανωμένη "διασπορά" των συστημάτων του. Των συστημάτων, που, λόγω των ιδιόμορφων συμφερόντων τους λειτουργούσαν "καί μαζί καί χώρια", ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Των συστημάτων, που, ενώ μισούνταν κι ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, συσπειρώνονταν εναντίον των κοινών τους εχθρών. Ο χριστιανισμός δεν κινδύνευε, γιατί μπορούσε ν' αμυνθεί καί από εξωτερικούς εχθρούς καί από εσωτερικούς, που ήταν βέβαια και οι ισχυρότεροι. Η δύναμή του και μαζική του άμυνα απέναντι στους εξωτερικούς εχθρούς τον έκαναν αήττητο.

Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι μπορούσε να "καταπιεί" το σύνολο των εσωτερικών εχθρών του, που ήταν και οι πιο επικίνδυνοι. Μπορούσε να νικήσει την οποιαδήποτε νέα ιδεο­λογία ή νέα θρησκεία που θα "γεννιόταν" και θα απειλούσε τη χριστιανική Τάξη Πραγμάτων. Πώς; Με τον ίδιο τρόπο που οι Έλληνες νικούσαν τους εχθρούς της δημοκρατίας. Η οποιαδήποτε νέα ιδεολογία ή θρησκεία που θα "γεννιόταν" μέσα στον χριστιανισμό, θα είχε ως όριο επέκτασής της το εθνικό κράτος μέσα στο οποίο θα γεννιόταν. Τα συμφέροντα εκείνου του κράτους θα συσπείρωναν τους πάντες εναντίον του. Όλοι είδαμε πώς η αντιχριστιανική Γαλλία ή η αντιχριστιανική Ρωσία συσπείρωσαν τους πάντες εναντίον τους.

Οι χριστιανοί, κάθε φορά που θ' αντιλαμβάνονταν κάποια μαζική "αντιχριστιανική" ιδεολογία να γίνεται κυρίαρχη σε ένα κράτος, θ' αναλάμβαναν να προστατεύσουν με "σταυρο­φορίες" την πίστη στον Χριστό και βέβαια στη δημοκρατία. Είχαν τα πνευματικά δικαιώματα καί στα δύο κι αυτό τους έδινε το δικαίωμα να πολεμούν μαζικά το οτιδήποτε διαφορετικό. Αυτήν την πρακτική την εφάρμοσαν για πρώτη φορά εναντίον των Γάλλων κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση του εθνικού κράτους. Από τη στιγμή που το θύμα αυτής της πρακτικής "μεταλλάσσεται" κι ευνουχίζεται από αυτήν την κοινή άμυνα, ευνόητο είναι ότι, κάθε φορά που θα υπήρχε απειλή, οι πάντες θα συνωμοτούσαν υπέρ των συμφερόντων του χριστιανισμού και εις βάρος της κάθε νέας θρησκείας ή ιδεολογίας.

Αυτή η πρακτική της συνομωσίας συνέβη αρκετές φορές εντός του χριστιανισμού. Τελευταία φορά, που την είδαμε να συμβαίνει επιτυχώς, ήταν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί αποδείχθηκε ότι ακόμα και το πιο ισχυρό χριστιανικό κράτος δεν μπορούσε να νικήσει τον σχεδιασμό. Η ναζιστική Γερμανία, που προσπάθησε να επιβάλει τη δική της ιδεολογία, ηττήθηκε πανηγυρικά. Η μόνη φορά που απέτυχε η πρακτική αυτή της κοινής άμυνας ήταν με την περίπτωση του κομμουνισμού, όπου το σύστημα έχασε τον έλεγχο της πρώην χριστιανικής Ρωσίας. Αυτή η αποτυχία, όπως αποδείχθηκε μετά, ήταν το αίτιο των επόμενων σφαλμάτων.

Το θέμα είναι ότι εκείνος ο σχεδιασμός ήταν τέλειος για τον χριστιανισμό. Με εκείνον τον σχεδιασμό μπορούσε να εκμεταλλεύεται το σύνολο του πλανήτη, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντά του μαζικά. Ταυτόχρονα μπορούσε και να αυτοπροστατεύεται από την κατάρρευση ή την ιδεολογική του αλλοίωση με βάση τις εθνικές αντιπαλότητες και τους πολέμους μεταξύ των μεγάλων εθνικών κρατών, που είχαν συγκρουόμενα μεταξύ τους συμφέροντα.

Αυτήν την τελειότητα του σχεδιασμού την αγνόησαν οι Αμερικανοί, όπως αγνόησαν οι Αθηναίοι την τελειότητα του σχεδιασμού του ελληνικού κόσμου. Οι Αμερικανοί αυτήν την αποτυχία των Αθηναίων δεν κατάλαβαν. Είδαν απλά ότι οι Αθηναίοι σε κάποια στιγμή είχαν κέρδη από την πρακτική τους και θέλησαν να τους μιμηθούν. Νόμισαν ότι θα ήταν ακίνδυνο να γίνουν η "Αθήνα" του δυτικού κόσμου, επενδύοντας στην κομμουνιστική "Σπάρτη".

Αυτό το οποίο δεν υπολόγισαν ήταν το τι θα γινόταν, αν εξέλειπε αυτή η "Σπάρτη". Δεν υπολόγισαν αυτό το οποίο τελικά και έγινε. Την κατάρρευση του κομμουνισμού. Γιατί ήταν αυτήν η κατάρρευση τραγική για το σύστημα; Γιατί απλούστατα οι Αμερικανοί, παριστάνοντας την "Αθήνα" της δημοκρατίας, εξελλήνιζαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς, επενδύοντας στην απέχθεια των Ελλήνων απέναντι σ' ένα βαρβαρικό σύστημα, όπως ήταν το κομμουνιστικό. Επένδυαν δηλαδή στον ελληνισμό και δημιουργούσαν συνθήκες ομοιογένειας μέσω της αντικομουνιστικής υστερίας. Έκαναν ό,τι ακριβώς φοβόταν η Ρώμη, η οποία μετά την τρομερή Γαλλική Επανάσταση επένδυε στον βαρβαρισμό και στη διάσπαση. Ο χριστιανισμός άρχισε να αποκτά επικίνδυνη πολιτισμική, οικονομική και πολιτική ομοιογένεια και αυτό τον μετέτρεπε εκ νέου σε ενιαία αυτοκρατορία. Μια αυτοκρατορία ελληνιστικού τύπου, λόγω της μεγάλης αστικοποίησης που υπέστησαν οι χριστιανικές κοινωνίες, εξαιτίας του αντικομουνιστικού τους πάθους.

Αυτό όμως είναι τρομερό. Γιατί; Γιατί χάνει τη δυνατότητα να αμύνεται απέναντι στους εχθρούς του. Γιατί χάνει τη δυνατότητα να "καταπίνει" τις αντιδράσεις εκ των έσω. Γιατί δημιουργείται μια πανχριστιανική κοινωνική τάξη με υπερεθνικά χαρακτηριστικά και συμφέροντα που ξεφεύγουν από τα κοινά εθνικά συμφέροντα. Έγινε το ίδιο ακριβώς που έγινε με τον ελληνικό κόσμο, ο οποίος έχασε τις άμυνές του, εξαιτίας της απληστίας των Αθηναίων. Εξαιτίας της απληστίας εκείνων, που δημιούργησαν μια γενιά Ελλήνων με θέληση να επεκτείνουν τα συμφέροντά τους με βάση την αυτοκρατορική λογική.

Οι Αμερικανοί δηλαδή δημιούργησαν "χώρο" για την απειλή μιας νέας "Μακεδονίας". Ο άλλοτε πανίσχυρος χριστιανισμός έγινε ευάλωτος σε εσωτερική επίθεση. Σε επίθεση ενός ισχυρού εθνικού συστήματος, που θα μπορούσε μέσω μιας νέας ιδεολογίας ν' αναλάβει αυτό την "εργολαβία" να πολεμήσει τον κομμουνισμό, εκμεταλλευόμενο την ομοιογένεια του χριστιανικού κόσμου. Από τύχη οι Αμερικανοί γλίτωσαν την εμφάνιση μιας νέας "Μακεδονίας", που θα τους άρπαζε τη θέση την οποία δημιούργησαν για τους εαυτούς τους. Το σημαντικό όμως είναι ότι έγιναν εκείνα τα λάθη, που μετέτρεπαν το άτρωτο χριστιανικό σύστημα σε τρωτό.

Οι Αμερικανοί τότε δεν εκτίμησαν την τύχη τους. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν τους "έδειξε" τι έπρεπε να κάνουν. Δεν τους "έσωσε" από το προηγούμενο λάθος, ώστε να επαναφέρουν τον προηγούμενο σχεδιασμό και άρα να εξαλείψουν την αδυναμία που έκανε τρωτή τη χριστιανική αυτοκρατορία.

Μόλις αντιλήφθηκαν οι άσχετοι Αμερικανοί το λάθος τους να επενδύσουν στον κομμου­νισμό, τι έκαναν; Ό,τι κάνει ένας άσχετος, που είναι ταυτόχρονα και άπληστος. Έκαναν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που προστάζει η γνώση και η λογική. Προσπάθησαν ν' αλλάξουν και πάλι την Τάξη Πραγμάτων. Λες και η Τάξη Πραγμάτων είναι αυτοκίνητο, που του αλλάζεις χρώμα. Τρομεροί αυτοκράτορες δίσταζαν ν' αλλάξουν την Τάξη Πραγμάτων, γιατί θεωρούσαν επισφαλή την κάθε αλλαγή και οι Αμερικανοί νόμισαν ότι μπορείς, κάθε φορά που δεν σου πιάνει ένα "κόλπο", να δοκιμάζεις και δεύτερο. Η τρομερή Ρώμη μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια έκανε δύο αλλαγές και οι Αμερικανοί μέσα σε πενήντα χρόνια ήδη την έχουν ισοφαρίσει. Μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια έγιναν δύο αλλαγές μόνον. Η αλλαγή της θρησκείας από τον Κωνσταντίνο και η ανάπτυξη της αστικής τάξης εξαιτίας της Γαλλικής Επανάστασης.

Οι Αμερικανοί μέσα σε πενήντα χρόνια δοκιμάζουν δύο ανάλογες αλλαγές. Η πρώτη στηρίχθηκε στο δίδυμο με τη Μόσχα και η δεύτερη στηρίζεται στη λογική του ανταγωνισμού των φυλών μέσα στα ίδια πλαίσια εξουσίας. Επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο μια εξαιρετικά άσχημη κατάσταση για την εξουσία. Πώς την επιβαρύνουν; Στην προηγούμενη Τάξη Πραγμά­των εξελλήνισαν τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις των ισχυρότερων κρατών του χριστια­νι­κού κόσμου. Εξελλήνισαν μεγάλες κοινωνικές μερίδες για να τις παγιδεύσουν στην αντικομ­μουνι­στι­κή λογική τους. Στη σημερινή κατάσταση κάνουν το ακόμα χειρότερο. Εξελληνίζουν το σύνολο του χριστιανικού κόσμου και περνούν τον εξελληνισμό και μέσα στις υπόλοιπες θρησκείες.

Σήμερα ο χριστιανικός κόσμος είναι σχεδόν στο σύνολό του ελληνικός, άσχετα με το τι νομίζουν οι χριστιανοί. Πραγματικοί "χριστιανοί" με βάση το πραγματικό περιεχόμενο της έννοιας είναι μόνον κάποιοι γραφικοί και άπλυτοι θρησκόληπτοι και βέβαια οι ιερείς. Κανένας άλλος. Ακόμα κι αυτοί, που συρρέουν κάθε Κυριακή στην εκκλησία και νομίζουν ότι είναι πιστοί χριστιανοί, δεν είναι τέτοιοι. Πεντακόσια κεριά ν' ανάβεις στην εκκλησία, αν επιτρέπεις στο παιδί σου να έχει προγαμιαίες σχέσεις, ν' ακολουθεί τη μόδα, να πιστεύει στην ισότητα των δύο φύλων κλπ., δεν είσαι χριστιανός. Χριστιανός είναι αυτός ο οποίος σαπίζει το παιδί του στο ξύλο, για να μην κάνει και να μην πιστεύει τίποτε από τα παραπάνω.

Όλοι οι σύγχρονοι υποτίθεται χριστιανοί είναι απλά πιστοί του Χριστού και πολύ καλά κάνουν, που είναι πιστοί Του. Χριστιανοί όμως δεν είναι, γιατί απλούστατα ο όρος αυτός σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα. Όποιος μέσα στην κοινωνία ζει και λειτουργεί διαφορετικά απ' αυτά που λένε οι παπάδες, δεν είναι χριστιανός. Όποιος λειτουργεί "μοντέρνα", απλά δεν γνωρίζει ότι αυτό το "μοντέρνο" είναι ηλικίας δυόμισι χιλιάδων ετών και είναι η ελληνική άποψη περί ζωής.

Με δεδομένο ότι οι Αμερικανοί δεν έχουν την απόλυτη εξουσία, ευνόητο είναι ότι δεν μπορούν να ελέγξουν αυτού του είδους τους πληθυσμούς σε ενδεχόμενη αντίδρασή τους. Γι' αυτούς που έχουν γνώσεις περί εξουσίας, είναι γνωστό ότι δεν ελέγχονται οι Έλληνες με τους πάγιους τρόπους της καταπίεσης και της καταστολής. Οι Έλληνες ελέγχονται μόνον με την παγίδευση και για να συμβεί αυτό απαιτούνται πολύ ειδικές συνθήκες. Αν σ' αυτό προσθέσει κάποιος και το γεγονός ότι σήμερα υπάρχουν �λόγω παιδείας� Έλληνες και μέσα στις άλλες θρησκείες, τότε τα πράγματα είναι οριακά δύσκολα στο έλεγχό τους.

Οι Αμερικανοί, όντας άσχετοι, προφανώς ακόμα δεν κατάλαβαν τι συμβαίνει. Κάποιοι στην Ουάσιγκτον νομίζουν ότι "τα αυγά τ' αλωνίζουν". Αυτοί οι οποίοι απέτυχαν σαν "Αθηναίοι", θέλουν να δοκιμάσουν να κάνουν τους "Αλέξανδρους". Αυτοί οι οποίοι απέτυχαν στα εύκολα, εφόσον αρκούσε ν' αποφύγουν να γίνουν "Αθηναίοι", θέλουν να γίνουν "Αλέξανδροι", που είναι δύσκολο και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αποτυχία. Οι "Αλέξανδροι" της Ρώμης απέτυχαν να μονιμοποιήσουν εκείνον τον σχεδιασμό σε έναν κόσμο θεωρητικά πολύ πιο αδύναμο από τον σημερινό. Σε ένα κόσμο που περιβαλλόταν από σκληρούς βαρβάρους και ο φόβος των λαών απέναντί τους διατηρούσε το ποίμνιο της Ρώμης συμπαγές. Οι ελληνιστές "Αλέξανδροι" ηττήθηκαν, όταν εξαναγκάστηκαν να υιοθετήσουν τον χριστιανισμό. Ηττήθηκαν, όταν εξαναγκάστηκαν να υιοθετήσουν την Τάξη Πραγμάτων του νικητή Ιησού.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία του σχεδιασμού. Ο ελληνικός κόσμος κινδύνευε από σύστημα και άρα κινδύνευε αν έχανε έναν κρίσιμο πόλεμο. Η ατυχία του ήταν ότι βρέθηκε η Μακεδονία να τον νικήσει. Αντίθετα η ελληνιστική αυτοκρατορία δεν απαιτεί ούτε καν σύστημα για να νικηθεί. Μπορεί να νικηθεί από ένα άτομο και μόνο. Η ομοιογένειά της είναι αυτήν που δίνει ακόμα και στο ένα άτομο τη δυνατότητα να την νικήσει. Οι Αμερικανοί όλα αυτά δεν τα γνωρίζουν. Το αρχικό τους σφάλμα δεν το "πλήρωσαν", γιατί είχαν την τύχη να μην έρθουν αντιμέτωποι με μια "Μακεδονία". Αντί λοιπόν να ευγνωμονούν την τύχη τους, κάνουν τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα γι' αυτούς. Δημιουργούν ελληνιστικού τύπου αυτοκρατορία, που απειλείται από ένα άτομο μόνο του. Να "έψαχναν" αυτόν που θα τους καταστρέψει, δεν θα το κατάφερναν τόσο καλά.

Οι Αμερικανοί, εξαιτίας αυτής της άγνοιας, προσπαθούν να επιβάλουν την Νέα Τάξη, μιμούμενοι προηγούμενα μοντέλα, που δυστυχώς γι' αυτούς δεν γνωρίζουν αν μπορούν να "δουλέψουν" ή όχι. Τι ακριβώς προσπαθούν να κάνουν τώρα; Το εξής απλό. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα παγκόσμιο αυτοκρατορικό σύστημα, που τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του θα μιμούνται το εθνικό σύστημα. Θέλουν δηλαδή να εκμεταλλευτούν τις οικονομικές διαφορές και τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των φυλών της Γης, για να διαμορφώσουν μια κατάσταση, που θα μιμείται την ταξική αντιπαλότητα η οποία υπάρχει μέσα στην κάθε εθνική κοινωνία.

Αυτό το οποίο δείχνουν να αγνοούν είναι το ότι το εθνικό σύστημα ποτέ δεν επιβιώνει μόνο του. Επιβιώνει μέσα σε ένα αυτοκρατορικό πλαίσιο, όπου υπάρχει η δυναμική της αντιπαλότητας με άλλα όμοια συστήματα, τα οποία λειτουργούν με απόλυτα προσδιορισμένο τρόπο. Απαιτούνται "βάρβαροι", για να λειτουργήσουν αυτά τα συστήματα. Από τη "φωτισμένη" Γαλλία, που επιβίωσε εξαιτίας του μίσους των υπόλοιπων "βαρβαρικών" χριστιανικών κρατών, μέχρι το τελευταίο σημερινό εχθρικό κράτος ισχύουν τα ίδια δεδομένα. Το εθνικό σύστημα, για να επιβιώσει, απαιτεί την ύπαρξη εξωτερικού εχθρού, που θα ενσαρκώνει τον ρόλο του "βαρβάρου" και το οποίο θα λειτουργεί σε ένα απόλυτα προσδιορισμένο πλαίσιο αντιπαλότητας. Το εθνικό σύστημα, ως σύστημα, είναι καλός διαχειριστής των ταξικών αντιπαλοτήτων, αλλά αυτή η διαχείριση στηρίζει την επιτυχία της στο γεγονός ότι το εσωτερικά παραγόμενο ταξικό μίσος σε κάποια στιγμή θα το "πετάξει" έξω από τα σύνορά του, μετατρέποντάς το σε εθνικό μίσος, που οδηγεί στον πόλεμο.

Επιβιώνει άνετα, γιατί μπορεί και εκτονώνεται προς τα έξω. Το σύστημα, το οποίο φιλο­δοξούν να δημιουργήσουν οι Αμερικανοί, δεν έχει εξωτερικό εχθρό. Όταν τα "ταξικά" του μίση φτάσουν στα όρια, δεν θα μπορούν να "εκτονωθούν" προς τα έξω. Το σύστημα τους μοιάζει με μια "χύτρα" που βράζει και δεν έχει βαλβίδα εκτόνωσης. Επιπλέον, με την ομοιογένεια που δίνουν στους λαούς του πλανήτη, είναι δυνατόν να ηττηθούν πολύ εύκολα από το εσωτερικό τους. Είναι δυνατόν να καταστραφεί η Νέα Τάξη Πραγμάτων με τον ίδιο τρόπο που καταστράφηκε η ελληνιστική Τάξη Πραγμάτων της Ρώμης από έναν ’νθρωπο, όπως ήταν ο Ιησούς. Αρκεί μια νέα θρησκεία ή μια νέα ιδεολογία, που να συμφέρει περισσότερο τους ανθρώπους από τον χριστιανισμό και ο χριστιανισμός θα "πάει" αύτανδρος.

Αυτά όλα τα αγνοούν οι Αμερικανοί και συνεχίζουν ν' αγωνίζονται για τον νέο σχεδιασμό. Πώς είναι αυτός ο σχεδιασμός; Αυτός ο σχεδιασμός στο εσωτερικό επίπεδο λειτουργίας μιμείται όπως είπαμε τον εθνικό ταξικό σχεδιασμό. Τι συμβαίνει μέσα σ' αυτόν τον σχεδιασμό; Πώς λειτουργεί ο εθνικός σχεδιασμός και γιατί δεν συμφέρει τους Αμερικανούς; Στον εθνικό σχεδιασμό κυρίαρχες είναι οι ταξικές συγκρούσεις. Οι κοινωνικές τάξεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους για καλύτερη ζωή. Υπάρχουν τάξεις ευνοημένες και τάξεις αδικημένες.

Κυρίαρχη τάξη μέσα στο κάθε εθνικό σύστημα είναι η τάξη των κεφαλαιοκρατών. Αυτοί είναι ιδιοκτήτες των πάντων κι αποφασίζουν για τα πάντα. Κάτω από αυτούς τους μεγαλο­ϊδιοκτήτες είναι οι τάξεις των πολλών απλών εργαζομένων και των ασήμαντων μικροκεφαλαιο­κρατών της γεωργίας. Όλοι αυτοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους για περισσότερα κέρδη και άρα για μεγαλύτερη απόδοση του "κεφαλαίου" τους. Κυρίαρχη τάξη στο επίπεδο αυτό είναι η τάξη των εξελληνισμένων αστών. Ακολουθεί η εργατική τάξη, η οποία συντίθεται από λίγους μορφω­μένους εξελληνισμένους αστούς συνδικαλιστές και άπειρους αγράμματους και βάρβαρους εργάτες. Την εργατική τάξη ακολουθεί η τάξη των γεωργών, που είναι παντελώς αγράμματη και ως εκ τούτου ομοιογενώς βάρβαρη. Τελευταία και με μεγάλη απόσταση είναι η κάθε εθνική μειονότητα, η οποία μπορεί να φιλοξενείται μέσα σε ένα εθνικό κράτος. Μια μειονότητα αδικημένη και μονίμως αγράμματη και ως εκ τούτου παντελώς βάρβαρη.

Αυτή όμως η κοινωνική ένταση μέσα σ' ένα κράτος δεν μπορεί να αφεθεί ελεύθερη. Δεν μπορεί η εξουσία να επιτρέψει την ανοικτή σύγκρουση, που θα οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Δεν μπορεί η εξουσία να επιτρέψει στις τάξεις ν' αποκτήσουν τους στρατούς τους. Την κοινωνική ειρήνη στις συγκρούσεις αυτές τη διασφαλίζει η αστυνομία, η οποία θεωρητικά υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, ενώ πρακτικά εκτελεί εντολές των κυρίαρχων τάξεων, που είναι οι κεφαλαιοκράτες και οι αστοί. Η κοινωνική ειρήνη δηλαδή είναι αποτέλεσμα της σωστής διαχείρισης της κοινωνικής προβληματικότητας. Όταν αυτή η προβληματικότητα παύει να είναι ελέγξιμη, ακολουθεί πόλεμος και το εθνικό σύστημα "ξεφορτώνεται" τα προβλήματά του στον εξωτερικό χώρο.

Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο εθνικός σχεδιασμός και αυτόν ακριβώς προσπαθούν να μιμηθούν οι Αμερικανοί στον σχεδιασμό τους. Αυτόν τον σχεδιασμό προσπαθεί να μιμηθεί η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Στην Τάξη αυτήν οι λαοί των διαφόρων θρησκειών θα είναι αυτοί οι οποίοι θα μιμούνται τις κοινωνικές τάξεις. Κυρίαρχοι κεφαλαιοκράτες θα είναι οι Αγγλο­σάξονες. Αυτοί θα είναι οι κύριοι των πάντων και αυτοί θα αποφασίζουν για τα πάντα. "Αστοί" της παγκόσμιας κοινωνίας θα γίνουν οι μορφωμένοι λευκοί χριστιανοί της Δύσης, που θα απολαμβάνουν προνόμια. Εξαιτίας αυτού του ρόλου τους, εξελληνίζονται πλέον στο σύνολό τους. "Εργάτες" της παγκόσμιας κοινωνίας θα γίνουν οι "κίτρινοι" της ’πω Ανατολής. Οι ηγέτες τους �και άρα οι "συνδικαλιστές" της τάξης τους� ήδη έχουν αρχίσει να εξελληνίζονται σε μεγάλο βαθμό.

Αυτός ο εξελληνισμός γίνεται με ταχείς ρυθμούς στα αμερικανικά πανεπιστήμια όπου μοιράζουν αφειδώς υποτροφίες και δέχονται με ανοιχτές "αγκαλιές" τα παιδιά των πλούσιων ανατολιτών. Οι κοινωνικές βάσεις αυτών των συστημάτων θα παραμείνουν ως έχουν, για να λειτουργούν συνολικά με τον επιθυμητό τρόπο. Μόνον οι "συνδικαλιστές" τους εξελληνίζονται και όχι όλοι. Οι φτωχοί Κινέζοι, Ινδοί κλπ. θα είναι βάρβαροι βουδιστές, ινδουιστές κλπ., που θα δίνουν το βαρβαρικό "χρώμα" στη νέα παγκόσμια "εργατική" τάξη. Τον ρόλο των παντελώς αγράμματων "αγροτών" �που είναι έξω απ' όλα� θα τον πάρει η μαύρη φυλή, που ο κύριος όγκος της βρίσκεται στην Αφρική.

Τέλος τον ρόλο της "εθνικής μειονότητας", που με τις αντιδράσεις της θα συσπειρώνει τους πάντες εναντίον της και θα επιτρέπει στην εξουσία να "ρυθμίζει" τις συμπεριφορές των υπολοίπων "νομοταγών τάξεων", θα την πάρουν οι μωαμεθανοί. Αυτοί θα είναι ο "αποδιοπομπαίος τράγος", που, κάθε φορά που θα αισθάνεται κίνδυνο η Δύση, θα τον χρησιμοποιεί εκ του ασφαλούς. Με την απειλή του ισλαμικού κινδύνου, θα κατευθύνει και θα πειθαρχεί τους υπόλοιπους. Με την απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, θα συσπειρώνει γύρω της ακόμα και τους εχθρούς της.

Όμως, εξαιτίας αυτών των αναγκών, αλλάζουν και τα χαρακτηριστικά των στρατών. Οι στρατοί θα πάψουν να έχουν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα και θα πάρουν αστυνομικό ρόλο. Θα πάψουν να έχουν πολεμικό ρόλο, που έχει ως στόχο την υπεράσπιση των εθνικών κρατών. Δεν επιτρέπεται οι "τάξεις" να έχουν στρατούς. Οι "μοντέρνοι" στρατοί θα είναι μισθοφορικοί περιορισμένου μεγέθους και θα συνεργάζονται με τον "χωροφύλακα" του ΝΑΤΟ. Αυτοί θ' αναλάβουν να πειθαρχούν τους απείθαρχους. Αυτοί θα πραγματοποιούν τις προβο­κάτσιες, που απαιτεί η ρύθμιση των συμπεριφορών των "τάξεων".

Αυτές τις επιλογές του συστήματος μπορεί κάποιος να τις αντιληφθεί στο σύνολό τους από τις επιλογές του στον αθλητισμό και στα παιχνίδια. Συμβαίνει πλέον στον παγκόσμιο χώρο ό,τι συμβαίνει και μέσα σε ένα εθνικό κράτος. Οι τάξεις ανταγωνίζονται μέσω του αθλητισμού και συγκρούονται μέσω των παιχνιδιών. "Εκτονώνονται" στις μεταξύ τους συγκρούσεις. "Εκτονώ­νονται" μακριά από τα ζωτικά συμφέροντα του συστήματος και των κυρίαρχών του.

Από εκεί και πέρα όλα γίνονται κατ� εικόνα και καθ� ομοίωσιν του εθνικού κράτους. Όπως μέσα στα εθνικά κράτη υπάρχουν οι ομοσπονδίες, οι οποίες προστατεύουν υποτίθεται το πνεύμα του καθαρού ανταγωνισμού, έτσι υπάρχουν και στο παγκόσμιο σύστημα οι ομο­σπονδίες, που κάνουν το ίδιο. Όπως μέσα στα εθνικά κράτη υπάρχουν οι βιομήχανοι-χορηγοί, που από "αγάπη" δίνουν σε όλους τα ίδια μέσα για ν' ανταγωνιστούν μεταξύ τους, έτσι υπάρχουν σήμερα οι πολυεθνικές βιομηχανίες των αθλητικών ειδών.

Τα πράγματα δεν μπορούν πλέον να πάνε χειρότερα. Έχουμε πιάσει τον απόλυτο "πάτο". Τόσο οι αθλητές όσο και οι "αγωνιστές" ανήκουν σε συγκεκριμένους "στάβλους". Πάμπλουτα "άλογα", που κάνουν ό,τι τους υποδείξουν οι πολυεθνικές. "’λογα" σκληρά και άπληστα, που το ποιόν τους δεν χρειάζεται να το περιγράψουμε εμείς σ' αυτό το κείμενο. Όποιος θέλει να μάθει την ψυχοσύνθεση των διάσημων και βαθύπλουτων "αλόγων", ας ανατρέξει στα αρχαία κείμενα. Οι αρχαίοι Έλληνες μεταξύ των άλλων μας άφησαν και ως κληρονομιά κείμενα τα οποία περιγράφουν τα χαρακτηριστικά αυτών των ανθρωπόμορφων αγωνιστικών "θηρίων".

Τα πάντα είναι γνωστά, γιατί τα πάντα έχουν ξαναγίνει στο παρελθόν. Η ίδια η εποχή που ζούμε είναι επανάληψη σε άλλη κλίμακα του κόσμου της αρχαιότητας. Οι κοινωνίες της ανεπτυγμένης "σύγχρονης" κοινωνίας ζούνε στις συνθήκες της κοινωνικής παρακμής του ελληνικού κόσμου, ενώ η παγκόσμια κοινωνία �ως σύνολο� μιμείται τη ρωμαϊκή αυτο­κρατορία των χρόνων της παρακμής, που εμφανίστηκε ο Ιησούς.

Δεν υπάρχει δηλαδή κάτι το πρωτοφανές ή το μυστήριο που ζούμε σήμερα και δεν μπορούμε να το ερμηνεύσουμε. Το θέμα είναι ότι όλοι αυτοί οι διάσημοι αθλητές και αγω­νι­στές "μολύνουν" την κοινωνία με την όλη παρουσία τους. Την "μολύνουν", όταν παρουσιά­ζονται σαν τα πρότυπά της. "Μολύνουν" την κοινωνία με την οικονομική τους επιτυχία, που φροντίζουν οι πολυεθνικές να κάνουν τεράστια. Όλοι αυτοί είναι "εργαλεία" για την εξουσία. "Εργαλεία", που επιτρέπουν στην εξουσία να "παίζει" με τους λαούς και να τους οδηγεί όπου θέλει.

Όλοι αυτοί οι δήθεν "πετυχημένοι" είναι κοινοί μισθοφόροι, που, όποιος τους πληρώσει, μπορούν να τον αντιπροσωπεύσουν. Έχει χαθεί πλέον κάθε σχέση μεταξύ αυτών που "αγωνίζονται" και "πολεμούν" και αυτών που υποτίθεται αντιπροσωπεύουν. Έχει χαθεί ο εργάτης αθλητής, που ανταμοιβή του ήταν μια πορτοκαλάδα και ο οποίος αντιπροσώπευε με το πάθος του τα εκατομμύρια των εργατών. Έχει χαθεί ο φτωχός αθλητής, που μέσα από την επιτυχία του θα προσπαθούσε να περάσει κοινωνικά "μηνύματα", τα οποία θα βοηθούσαν τους φτωχούς.

Δισεκατομμυριούχοι είναι πλέον τα "είδωλα" των ομάδων της εργατιάς. Δισεκατομ­μυρι­ού­χοι είναι τα "είδωλα" των εθνών. Δισεκατομμυριούχοι, που θα δικαιώσουν ή θα απογοητεύ­σουν τα εκατομμύρια των οπαδών τους, ανάλογα με τις εντολές των "σταβλαρχών" τους. Οι "σταβλάρχες" της Nike, της Adidas, της Puma, της Robe de Kappa κλπ. αποφασίζουν ποιος και πότε θα πάρει το κάθε πρωτάθλημα. Αυτοί αποφασίζουν ποιος και πού θα κάνει παγκόσμιο ρεκόρ. Αυτοί αποφασίζουν για το πώς θα "κουρδίζουν" τους λαούς, οι οποίοι θα βγουν στους δρόμους να πανηγυρίσουν τους θριάμβους τους.

Με ποια κριτήρια τους "ρυθμίζουν"; Μ' αυτά που ωφελούν τα συμφέροντα της Νέας Τάξης. Της Τάξης, που στηρίζει τις ελπίδες της για επιβίωση πάνω στα ζωώδη ένστικτα των λαών. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 έχουν τα προσόντα να γίνουν οι απόλυτα χειρότεροι αγώνες όλων των εποχών. Κατά μια τραγική ειρωνεία η απόλυτη "ύβρις" για το ολυμπιακό και αθλητικό πνεύμα θα συντελεστεί στον χώρο όπου όλα αυτά "γεννήθηκαν". Γιατί; Γιατί θα καταλυθούν τα πάντα. Γιατί θα καταλυθούν τόσο οι αθλητικές όσο και οι ολυμπιακές αρχές τους. Ακόμα και η πλήρης εμπορευματοποίησή τους είναι πταίσμα μπροστά στα άλλα "εγκλήματα" τα οποία θα συντε­λεστούν στην Αθήνα.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Κατ� αρχήν σ' ό,τι αφορά το αθλητικό πνεύμα συμβαίνει το εξής: Θεωρήσαμε εξ� αρχής σφάλμα να μπουν ανάμεσα στα αθλήματα τα παιχνίδια. Αυτό το μέγα σφάλμα στους Ολυμπιακούς της Αθήνας θα είναι το μέγιστο δυνατό, εφόσον στην Αθήνα θα γίνουν ολυμπιακά αθλήματα τα περισσότερα γνωστά παιχνίδια που υπάρχουν στον κόσμο. Θα γίνουν ολυμπιονίκες άνθρωποι οι οποίοι στην κυριολεξία δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε απολύ­τως. Όχι απλά δεν θα συνδέονται με κάποιο φυσικό μέγεθος, όπως οφείλει να κάνει ένας αθλητής, αλλά δεν θα ανήκουν στην ελίτ ούτε του ίδιου του παιχνιδιού που υποτίθεται "παίζουν". Όχι απλά θα γίνουν ολυμπιονίκες κάποιοι αγωνιστές, αλλά δεν θα συγκαταλέγονται  ούτε καν ανάμεσα στους καλύτερους του είδους τους.

Ολυμπιονίκες του ποδοσφαίρου, του μπάσκετ, του χόκεϊ κλπ., που δεν θα είναι ανταγωνιστικοί σε σχέση με όμοιούς τους, οι οποίοι αγωνίζονται σε απλές επαγγελματικές ομάδες. Ολυμπιονίκες της πλάκας και της συμφοράς. Ολυμπιονίκης "πλέη-μέικερ", ο οποίος δεν θα παίζει ούτε αλλαγή στην κανονική του ομάδα. Ολυμπιονίκης "ταεκβοντίστας", που χιλιάδες "ταεκβοντίστες" εκτός ολυμπιακών αγώνων θα ορκίζονται ότι μπορούν να του σπάσουν το κεφάλι όποτε τους κάνει κέφι.

Τα ακόμα χειρότερα θα γίνουν στον ίδιο τον αθλητισμό, όπου θα χάσει κάθε νόημα και ο ίδιος ο ολυμπισμός. Γιατί; Ο ολυμπισμός στηριζόταν στο δεδομένο ότι ο αθλητής ήταν πολίτης, που στον αγώνα του αντιπροσώπευε εκτός από τον εαυτό του και το σύστημα το οποίο τον "γέννησε". Σήμερα, λόγω της Νέας Τάξης, όλοι ανήκουν στο ίδιο σύστημα και ταυτόχρονα οι αθλητές δεν είναι απλοί πολίτες. Δεν αντιπροσωπεύουν τον μέσο πολίτη της χώρας τους. Τι σχέση έχει ο δισεκατομμυριούχος Αιθίοπας αθλητής με τον μέσο Αιθίοπα; Τι σχέση έχει η διατροφή του μ' αυτήν του μέσου πολίτη της Αιθιοπίας; Οι σημερινοί υπεραθλητές είναι στην κυριολεξία δούλοι των πολυεθνικών. Κάνουν απόλυτα ό,τι τους υποδεικνύουν οι "σταβλάρχες".

Το τι μπορεί να σημαίνει αυτό, το είδαμε πριν από μερικά χρόνια με την περίπτωση του Ουκρανού Σεργκέι Μπούπκα. Τι έκανε αυτός ο επιχειρηματίας, που παρίστανε τον αθλητή και τον αντιπρόσωπο της ουκρανικής εθνικής περηφάνιας; Πραγματοποιούσε άθλους με "δόσεις". Ζητούσε ανταμοιβή από τους διοργανωτές �έξτρα μπόνους� κάθε φορά που θα έκανε παγκόσμιο ρεκόρ. Οι απαιτήσεις του Μπούπκα και η σπατάλη των διοργανωτών ήταν αυτή η οποία στην ουσία θα αποφάσιζε πότε θα αισθανθούν εθνικά υπερήφανοι οι Ουκρανοί. Η "γενναιοδωρία" των διοργανωτών εξευτέλιζε το αθλητικό πνεύμα, που πάντα στοχεύει στο "υψηλότερο" δυνατό και όχι στο "υψηλότερο" που συμφέρει.

Γιατί κατηγορούμε αυτόν τον επιχειρηματία ψευδοαθλητή; Για ύβρη απέναντι στο αθλητικό και ολυμπιακό πνεύμα. Για ύβρη απέναντι στον ανθρώπινο πολιτισμό. Για ύβρη απέναντι στην ουκρανική εθνική υπερηφάνεια. Τι έκανε; Γνώριζε ότι η προσωπική του επίδοση ήταν για παράδειγμα πέντε πόντους πάνω από το παγκόσμιο ρεκόρ και "έστηνε" τον εαυτό του. "Κατακερμάτισε" αυτήν τη διαφορά σε πόντους και αποσπούσε "χρυσάφι" για κάθε πόντο που ανέβαζε το ρεκόρ, εξευτελίζοντας κάθε έννοια "αθλητισμού" και "πολιτισμού".

Αν υπήρχε πραγματική επιτροπή προστασίας του ολυμπιακού πνεύματος, θα έπρεπε να είχε καταστρέψει τόσο ηθικά όσο και οικονομικά αυτό το θλιβερό αγωνιστικό "ζώο". Θα έπρεπε να του είχε πάρει πίσω όλα τα μετάλλια που είχε λάβει σε αγώνες. Θα έπρεπε να αναγκάσει όλα τα κράτη, που έχουν κάνει συμφωνίες με τη διεθνή ολυμπιακή επιτροπή, να τον κάνουν "persona non grata" για τον εθνικό τους χώρο. Να αναγκάσει την ουκρανική κυβέρνηση να του κατάσχει το σύνολο της περιουσίας του, με τη δικαιολογία της "ύβρεως" απέναντι στον ανθρώπινο πολιτισμό και του δολίου της απόκτησής της. Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν όλων των αγωνιστικών ζώων, που θα ήθελαν στο μέλλον να εκμεταλλεύονται θεσμούς ανθρώπινους.

Το θέμα είναι ότι από τη στιγμή που ένας θλιβερός επιχειρηματίας του αθλητισμού μπορεί μεμονωμένα να εξευτελίζει το αθλητικό πνεύμα για να "κονομάει", αντιλαμβανόμαστε το τι πρόκειται να γίνει στην Αθήνα, όπου θα δραστηριοποιηθούν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις του αθλητισμού. Στην Αθήνα, όπου θα "παιχθούν" τεράστια αθλητικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Θα δούμε φαινόμενα, που πάντα συμβαίνουν στους "στάβλους". Στους "στάβλους", που διαχειρίζονται πολλά "άλογα" και ανάλογα με τα συμφέροντα τους άλλα τα "κρατάνε" για να χάσουν και άλλα τα αφήνουν ν' αγωνιστούν με στόχο τη νίκη.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μην γίνουν τα αίσχη. Γιατί; Γιατί οι αθλητές όλων των χωρών "ανήκουν" πλέον στους ίδιους "στάβλους". Δεν υπάρχουν πλέον οι εθνικοί "στάβλοι-εταιρείες", που ταυτίζονταν με τα εθνικά συμφέροντα του κάθε λαού. Σήμερα οι "στάβλοι" είναι οι πολυεθνικές και σ' αυτές ανήκουν οι "αθλητές". Έχουν υπογράψει συμβόλαια να κάνουν ό,τι τους υποδείξουν οι κύριοί τους. Από τη στιγμή που οι πολυεθνικές θα έχουν τη δυνατότητα να "κρατάνε" αθλητές, θα γίνει το αίσχος. Θα τους πιέζουν πολιτικοί να "κρατήσουν" αθλητές, για να κερδίσουν αυτοί οι οποίοι τους συμφέρουν με βάση τα πολιτικά κριτήρια. Θα τους πιέζουν οικονομικοί παράγοντες να κάνουν το ίδιο, για λόγους οικονομικούς. Μέχρι και οι "μπουκ­μέικερ" των στοιχημάτων θα τους πιέζουν να "κρατήσουν" κάποια αουτσάιντερ, για να μην χάσουν χρήματα.

Θα δούμε δηλαδή να γίνεται ό,τι έγινε πρόσφατα στη φόρμουλα-ένα μεταξύ των "ομόσταβλων" της Ferrari. Εκεί όπου ο "δεύτερος" οδηγός αναγκάστηκε από τους ιδιοκτήτες του να κάνει στην άκρη, για να νικήσει ο "πρώτος". Κάτι τέτοιο θα γίνει στην Αθήνα. Αν συμφέρει την εξουσία να καλλιεργήσει τον εγωισμό των "φυλών", θα δούμε απίθανα πράγματα. Θα δούμε μετάλλια-"εκπλήξεις" να πηγαίνουν σε ντοπαρισμένους μέχρι τα "μάτια" Κινέζους, Κορεάτες, Ιάπωνες, Αφρικανούς κλπ.. Τους μόνους ντοπαρισμένους, που θα συναγωνίζονται τους επίσης ντοπαρισμένους Δυτικούς. Θα μοιραστούν όλα τα μετάλλια στο παρασκήνιο και οι θεατές θα δούνε στους στίβους μια καλοστημένη θεατρική παράσταση.

Κανένας δεν θα μπορεί να σταματήσει τίποτε. Γιατί; Γιατί ακόμα και ανυπάκουος να είναι κάποιος, δεν θα μπορεί να αγνοήσει τις εντολές τους. Αν κάποιο δεύτερο "άλογο" της Nike είναι ανυπάκουο και θέλει να νικήσει το πρώτο, αναγκαστικά θα "κρατιέται". Γιατί; Γιατί όλα τα "άλογα" είναι πλέον ντοπαρισμένα. "Καθαρά" είναι μόνον εκείνα τα "άλογα" τα οποία οι πολυεθνικές θέλουν να εμφανίζουν "καθαρά". Οι πολυεθνικές γνωρίζουν τι "χημεία" παίρνει ο κάθε αθλητής και οι ίδιες αποφασίζουν τι είναι νόμιμο και τι όχι. ’ρα, όποιος θα έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει του κεφαλιού του, θα πηγαίνει κατ� ευθείαν στα "σκουπίδια". Θυμάται κανένας τον "υπεραθλητή" Μπέν Τζόνσον;

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι τα πάντα θα φτάσουν στο όρια. Ιδιώτες θ' αποφασίζουν ποιοι λαοί θα "συγκινηθούν" και θα αισθανθούν εθνικά ή φυλετικά υπερήφανοι. Ιδιώτες θ' αποφασίζουν ποιοι θα φανατίζονται εναντίον ποιών. Όλα αυτά θα συμβαίνουν με τις "πλάτες" των ισχυρών του πλανήτη. Ήδη βλέπουμε να εξευτελίζονται τα πάντα. Βλέπουμε τους μεγαλοπαράγοντες του αθλητισμού και του ολυμπισμού να εξευτελίζουν τα πάντα. Να εξευτε­λίζουν κράτη και λαούς ολόκληρους. Να αμφισβητούν ακόμα και εθνικές κυριαρχίες, όταν δεν εισακούονται οι εντολές τους.

Ειδικά στην Ελλάδα, που είναι η διοργανώτρια των επόμενων αγώνων, βλέπουμε να συμβαίνουν τα πιο απίθανα πράγματα. Βλέπουμε τους βάρβαρους "αθανάτους" να εκβιάζουν και να απειλούν όποτε θέλουν όποιον θέλουν. Κερδοσκοπικά και άπληστα ζώα να ζητούν "προμήθειες" για το παραμικρό. Να θέλουν να έχουν λόγο στις αναθέσεις των έργων. Να λειτουργούν ως εμπορικοί αντιπρόσωποι συγκεκριμένων προμηθευτών αθλητικού εξοπλισμού. Να τρώνε και να πίνουν εις βάρος των κοροΐδων. Να ζουν σαν μεγιστάνες, μόνο και μόνο επειδή στη ζωή τους ήταν ικανοί "γλείφτες". Τεμπελόσκυλα, που έχουν απαίτηση να ζουν με σαμπάνιες, χαβιάρι και πόρνες.

Όμως, το ακόμα χειρότερο είναι το απύθμενο θράσος τους, όταν εκτελούν διατεταγμένες αποστολές. "Παίζοντας" τα παιχνίδια των ιμπεριαλιστών, επιβάλουν στα κράτη που τους έχουν ανάγκη τις απόψεις των ισχυρών. Στο όνομα της ομαλής διεξαγωγής των αγώνων απαιτούν ν' αλλάξουν νόμοι, που εκφράζουν λαϊκές κατακτήσεις. Να αλλάξουν νόμοι, που απαίτησαν τόνους αίματος και άπειρους κοινωνικούς αγώνες για να θεσπιστούν. Απαιτούν να εφαρμο­στούν νόμοι, που μετατρέπουν ένα ευνομούμενο και δημοκρατικό κράτος σε μια αυταρχική "Μπανανία". Απαιτούν να εφαρμοστούν "τρομονόμοι", που θα "δένουν" χειροπόδαρα τους λαούς. Νόμοι, που υποτίθεται έχουν στόχο να υπηρετήσουν την ασφάλεια των αγώνων, ενώ στην πραγματικότητα αυτό στο οποίο στοχεύουν είναι ο έλεγχος των λαών.

Γι' αυτόν τον λόγο εκφράζουν άποψη και σε τομείς όπου δεν έχουν απευθείας σχέση με τον αθλητισμό. Εκφράζουν άποψη σε θέματα ασφαλείας. Τολμούν ν' αμφισβητούν την ασφάλεια των αγώνων και ν' αφήνουν να υπονοηθεί ότι αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού. Θέλουν να δώσουν την υπόθεση "ασφάλεια" σε όποιον θέλουν, για όποιον λόγο θέλουν. Τολμούν να μιλούν απειλητικά, αποδεικνύοντας με τον πιο σαφή τρόπο με ποιών τις "πλάτες" ενεργούν. Προειδοποιούν έμμεσα κατ� αυτόν τον τρόπο ότι έχουν σχέση με μυστικές υπηρεσίες, που μπορούν ανά πάσα στιγμή με μια προβοκάτσια να τα "τινάξουν" όλα στον αέρα. Βάρβαρα ζώα της χριστιανικής αποικιοκρατίας, που βγάζουν το "παντεσπάνι" τους από τα ιερά και όσια του ελληνισμού.

"Γεύση" από την αθλιότητα την οποία θα δούμε στην Αθήνα πήραμε στο φετινό Μουντιάλ. Όλοι είδαμε τι έγινε στο φετινό Μουντιάλ. Όλοι είδαμε ότι εκεί πραγματικά υπηρετήθηκε με τον πιο απόλυτο τρόπο ο νέος σχεδιασμός. Κάποιοι πονηροί μίλησαν για αποτελέσματα που απλά ευνοούν το "άνοιγμα" νέων αγορών, αλλά τα πράγματα είναι πολύ πιο σημαντικά από αυτές τις νέες αγορές. Αν γνωρίζει κάποιος τον νέο σχεδιασμό και τις ανάγκες τους, θα καταλάβει και το τι αποφάσισαν οι "σταβλάρχες". Θα καταλάβει πού βρίσκεται πλέον η αγωνία τους και πού έχουν εστιάσει την προσοχή τους.

Αν δηλαδή προσπαθήσει κάποιος να κάνει μια στοιχειώδη ανάλυση των όσων συνέβησαν στα γήπεδα της Κορέας και της Ιαπωνίας, θα καταλάβει τι εννοούσαμε παραπάνω, μιλώντας για αλλαγή σχεδιασμού. Τι έγινε λοιπόν στο Μουντιάλ; Ποιοι ήταν οι μεγάλοι χαμένοι και ποιοι επωφελήθηκαν από αυτήν την αλλαγή; Ο πρώτος χαμένος ήταν κατ� αρχήν το θέαμα, που παρουσιάζεται μέσα στο γήπεδο. Ξεκινάμε από αυτό, όχι γιατί μας ενδιαφέρει και ιδιαίτερα, αλλά για να καταλάβει ο αναγνώστης τι προσπάθησαν να κάνουν οι πονηροί και το οποίο φαίνεται μέσα στο γήπεδο.

Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Μέχρι τώρα υπήρχε μια συγκεκριμένη κατάσταση μέσα στο "γήπεδο" του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Υπήρχαν οι "σχολές", που το ίδιο το σύστημα βοήθησε ν' αναπτυχθούν και να καλλιεργηθούν. Με την εξασφαλισμένη επιτυχία οι σχολές αυτές μπόρεσαν μέσα στο χρόνο και βελτίωσαν τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους. Έχοντας δηλαδή εξασφαλισμένη την "επιτυχία" και άρα την οικονομική ευρωστία, μπόρεσαν και στο μείγμα μεταξύ "σώματος" και "τέχνης" έδωσαν στην "τέχνη" τη βαρύτητα, που έκανε το ποδόσφαιρό τους θεαματικό.

Όμως, η αλλαγή της Νέας Τάξης είχε άλλες ανάγκες. Ανάμεσα στις ανάγκες αυτές ήταν η δημιουργία νέων "σχολών", εφόσον θα πρέπει να φανατίζονται νέες ομάδες ατόμων. Πώς όμως θα κάνεις νέες "σχολές", όταν αυτές θα χάνουν μέσα στο γήπεδο και ως εκ τούτου θα αφήνουν αδιάφορους αυτούς τους οποίους επιθυμείς φανατισμένους; Πώς θα κάνεις νέες "σχολές", όταν η έλλειψη υποδομής και διακρίσεων στις επιθυμητές χώρες δεν θα τους επιτρέπει να αντλήσουν υλικό με ταλέντο, εφόσον οι πληθυσμοί τους είναι αδιάφοροι; Πώς θα αλλάξεις τον σχεδιασμό, όταν οι αντιπρόσωποι "μαχητές" των νέων κοινωνικών "μονομάχων" είναι άσχετοι με το ποδόσφαιρο; Το ενδιαφέρον είναι αυτό που φανατίζει και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να υπάρχει ελπίδα νίκης.

Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, είσαι υποχρεωμένος να κατεβάσεις τον "πήχη" της τέχνης. Η τέχνη είναι το πρώτο θύμα της όποιας αλλαγής, γιατί απλούστατα αυτή είναι σπάνια και άρα δυσεύρετη. Γυμνασμένα "κρέατα", που να τρέχουν πάνω-κάτω στο γήπεδο για ενενήντα λεπτά, μπορείς να βρεις ανά πάσα στιγμή. Από τη στιγμή μάλιστα που θέλεις να ευνοήσεις μεγάλες χώρες, αυτό είναι ό,τι πιο εύκολο να τεθεί ως στόχος. Γιατί; Γιατί οι μεγάλες χώρες έχουν σε αφθονία το γυμνασμένο "κρέας", που υπό κανονικές συνθήκες δεν μπορεί να διακριθεί ούτε στον αθλητισμό ούτε στα παιχνίδια.

Αυτό το "κρέας" στη συνέχεια θα το ευνοήσεις μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Πώς; Με την διαιτησία. Η διαιτησία θα είναι αυτή η οποία θα επιτρέπει εκείνο το παιχνίδι, που ευνοεί τους άσχετους. Το παιχνίδι, που θα τρομάζει τους δισεκατομμυριούχους της "τέχνης". Το παιχνίδι, που δεν θα τους αφήνει να ρισκάρουν στο όνομα του έθνους να βάλουν τα πόδια των δισεκατομμυρίων μέσα στη "φωτιά". Με τη βοήθεια αυτήν και κάποιες "σφαγές" είναι εύκολο να δημιουργήσεις τις "εκπλήξεις" που υπηρετούν τον σχεδιασμό σου. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια των αναγκών σχεδιάστηκε άλλωστε και η νέα μπάλα του Μουντιάλ. Η περίφημη πλέον Fever-nova.

Συμβαίνει δηλαδή αυτό το οποίο λέγαμε παραπάνω. Όταν θέλεις να ευνοήσεις τους άσχετους ή να αυξήσεις τον ρόλο του παράγοντα της τύχης στην έκβαση του αποτελέσματος ενός παιχνιδιού, μπορείς να το επιτύχεις ακόμα και με την επιλογή της μπάλας. Η μπάλα του φετινού Μουντιάλ υπηρετούσε αυτήν την επιδίωξη. Είναι μια μπάλα που είναι απρόβλεπτη και δύσκολα ελέγχεται. Μια μπάλα σχετικά ελαφριά, που δεν ευνοεί αυτούς τους οποίους έχουν μάθει να "μιλάνε" με τη μπάλα. Ευνοεί τους άσχετους, που θα σουτάρουν απ' όπου βρουν με τρομερή συχνότητα, ελπίζοντας στο λάθος και στη στατιστική. Είναι υποχρεωμένοι οι άσχετοι να σουτάρουν συνεχώς, γιατί δεν γνωρίζουν να κάνουν τίποτε άλλο. Το σουτ είναι η βασική μορφή επίθεσης και η πιο ασφαλής επιλογή για τους άσχετους.

Ο αναγνώστης με βάση όλα αυτά αντιλαμβάνεται και ποιοι είναι και τα μεγάλα θύματα του νέου σχεδιασμού. Θύματά του είναι τα εθνικά κράτη κυρίως της Ευρώπης. Κράτη, που κάποτε ήταν πολύτιμα για τον σχεδιασμό και σήμερα δεν είναι, γιατί άλλαξε η Τάξη Πραγμάτων. Κράτη όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, που μέχρι τώρα βρίσκονταν στην πρώτη "γραμμή", θα υποχωρήσουν. Ακόμα πιο πολύ θα υποχωρήσουν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις του ποδοσφαίρου δεύτερης "γραμμής". Κράτη όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Ρουμανία, η Δανία κλπ.. Κράτη, που διατηρούσαν τον ρόλο του "αουτσάιντερ" και έπαιρναν κάποια "ψίχουλα" διακρίσεων, όταν οι καιροί το επέτρεπαν. Όταν το σύστημα δεν ήθελε να στηρίξει την εξουσία της Αργεντινής, θα περίσσευε και μια διάκριση για τους Ολλανδούς για παράδειγμα. Αυτές οι πρώην ισχυρές "σχολές" θα υποχωρήσουν σε μεγάλο βαθμό. Οι υπόλοιποι θα χαθούν τελείως.

Μεγάλοι κερδισμένοι θα είναι αυτοί οι οποίοι παραδοσιακά αντιπροσωπεύουν τους "Αρίους", εφόσον σ' αυτό το "φυλετικό" επίπεδο θα παιχθεί το "παιχνίδι" της Νέας Τάξης. Κράτη όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία. Για κάποιον που γνωρίζει τον σχεδιασμό, δεν είναι παράξενο που η ομάδα των ΗΠΑ έκανε την "έκπληξη". Δεν είναι παράξενο που η μέτρια ομάδα της Αγγλίας παρουσιαζόταν από τα ΜΜΕ σαν μια ομάδα μεγάλων φιλοδοξιών. Τα πάντα είναι θέμα μάρκετινγκ. Οι ’γγλοι ποδοσφαιριστές ήταν "καλύτεροι" εκτός γηπέδων, παρά μέσα σ' αυτά. Ήταν καλύτεροι στα "κομμωτήρια" απ' ότι στο "χόρτο".

Από τη στιγμή λοιπόν που πετυχαίνεις το δύσκολο �και αυτό είναι το "ξεκαθάρισμα" μέσα στον χώρο των "λευκών-αστών"� είναι εύκολο να ευνοήσεις όποιους θέλεις. Ήδη έχουν δημιουργηθεί από τα ΜΜΕ οι μεγάλες "δυνάμεις" τόσο της Ασίας των "κίτρινων-εργατών" όσο και της Αφρικής των "μαύρων-αγροτών". Ακόμα και στον χώρο του Ισλάμ των "μειονοτικών" έγινε ένα πρώτο ξεκαθάρισμα.

Κορέα, Ιαπωνία και Κίνα θα είναι οι μελλοντικοί σφετεριστές του παγκόσμιου κυπέλλου από την πλευρά της Ασίας. Σενεγάλη, Νότιος Αφρική, Νιγηρία, θα είναι οι μελλοντικοί σφετεριστές από την πλευρά της Αφρικής. Τέλος η Τουρκία απέκτησε ένα σοβαρό προβάδισμα έναντι των υπολοίπων μουσουλμανικών χωρών. Όλοι αυτοί θ' ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να είναι οι "πρώτοι" της "τάξης" τους και άρα αυτοί οι οποίοι θα διεκδικούν το τρόπαιο για λογαριασμό της. Θα διχάζονται όταν θα συναγωνίζονται μεταξύ τους και θα ενώνονται όταν θα αντιπροσωπεύουν τη φυλή τους.

Είσαι υποχρεωμένος να τα "ισοπεδώσεις" όλα και από εκεί και πέρα να "χτίσεις". Με "βοήθεια" στα πρώτα μουντιάλ κάποιοι θα αποσπάσουν διακρίσεις και από εκεί και πέρα θα μπουν τα πράγματα στην κανονική τους ροή. Η διάκριση θα φέρει τη διαφήμιση και το χρήμα κι αυτό θ' αλλάξει τον προσανατολισμό του δυναμικού της χώρας που αθλείται. Όλοι είδαμε τι συνέβη στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση του πανευρωπαϊκού κυπέλλου στο μπάσκετ. Εκεί που το μπάσκετ ήταν ένα περιθωριακό άθλημα, έγινε ξαφνικά το "Ελντοράντο" των αθλουμένων. Μέσα σε μία νύχτα ακόμα και οι γριές έμαθαν τους κανονισμούς του.

Κάτι ανάλογο προσπαθούν να κάνουν με τη βοήθεια της διαιτησίας σε κράτη που μέχρι τώρα ήταν αδιάφορα για το ποδόσφαιρο. Κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία κλπ.. Κάνουν ό,τι κάνουν με τους ναρκομανείς. Τους δίνουν μια τζάμπα "δόση" υψηλής "συγκίνησης" και τους κάνουν να την αναζητούν. Βοηθάς τεχνητά τις ΗΠΑ και από αυτήν τη βοήθεια θα μπορέσεις να αποσπάσεις δυναμικό, που σε άλλη περίπτωση θα το "απορροφούσε" το Μπάσκετ, το χόκεϊ, το αμερικανικό ποδόσφαιρο κλπ..

Εξαιτίας αυτών των αναγκών είδαμε να συμβαίνουν τρομερά πράγματα μέσα και έξω από τα γήπεδα. Είδαμε "σφαγές" εις βάρος "σχολών", που μέχρι τώρα αντιπροσώπευαν το ποδο­σφαι­ρικό κατεστημένο. "Σφαγιάστηκαν" ομάδες, που μέχρι τώρα ευνοούνταν συστηματικά. Ομάδες όπως η Ιταλία, η Αργεντινή, η Γαλλία, η Ισπανία κλπ.. "Σφαγιάστηκαν" υπέρ ομάδων, οι οποίες δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε απολύτως για το μέχρι τώρα ποδοσφαιρικό κατε­στημένο.

Όλα αυτά έγιναν, για να "χτιστεί" μια κατάσταση από την αρχή. Στο Μουντιάλ αυτό δημιουργήθηκε μια κατάσταση της οποίας τα αποτελέσματα θα φανούν στα επόμενα Μουντιάλ. Στο Μουντιάλ αυτό χωρίστηκαν τα "οικόπεδα", που στο μέλλον θα "χτιστούν" επάνω τους οι μελλοντικές κυρίαρχες "σχολές". Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε χαμένος σ' αυτό το Μουντιάλ. Όλοι ήταν κερδισμένοι, γιατί όλοι ήταν "διαφορετικοί" μεταξύ τους. Όλοι κέρδισαν, γιατί εμφανίστηκαν ως οι καλύτεροι αντιπρόσωποι αυτών που θα αντιπροσωπεύσουν στο μέλλον.

Αυτό φάνηκε στην υποδοχή που έτυχαν στις χώρες τους αυτοί οι οποίοι υποτίθεται απέτυχαν να κατακτήσουν το τρόπαιο. Υποδοχή ηρώων περίμενε τους Σενεγαλέζους, τους Τούρκους, τους Κορεάτες, ακόμα και τους Γερμανούς, όταν επέστρεψαν στις χώρες τους. Γιατί; Γιατί απλούστατα νίκησαν στο επίπεδο των "ομοίων" και έχασαν μόνον στο επίπεδο των "διαφορετικών". Οι Σενεγαλέζοι "νίκησαν" τους υπόλοιπους μαύρους Αφρικανούς και αυτό τους αρκούσε σ' αυτήν τη φάση. Οι Κορεάτες "νίκησαν" τους υπόλοιπους κίτρινους Ασιάτες και αυτό τους αρκούσε επίσης. Οι Γερμανοί τέλος "νίκησαν" τους υπόλοιπους λευκούς.

Τι θα πει "νίκη" στο επίπεδο αυτό; Όταν έπαιζε η Σενεγάλη με την Τουρκία, το σύνολο της Αφρικής είχε ανέβει στη δική της "πλατφόρμα" και πάνω της επένδυε τα φυλετικά της πάθη. ’λλωστε το είπε και ένα αγράμματο κουτορνίθι, που παίζει σε αυτήν την ομάδα. "Εμείς δεν είμαστε μια μικρή Γαλλία, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά είμαστε οι αντιπρόσωποι της Αφρικής". Μας δουλεύουν και τα κουτορνίθια. Ο σκλάβος, που δεν μπορεί ν' αντιπροσωπεύσει τον ίδιο του τον εαυτό και χρησιμοποιεί μάνατζερ, ανέλαβε ν' αντιπροσωπεύσει μια ολόκληρη ήπειρο. Κάτι ανάλογο έγινε και με την Τουρκία, που στην "πλατφόρμα" της ανέβηκε όλο το Ισλάμ.

Αυτό ήταν το ζητούμενο σ' αυτήν τη φάση και αυτό κατάφεραν οι "διαφορετικοί" με τις επιτυχίες τους. Οι πάντες ανέβηκαν στις "πλατφόρμες" των αντιπροσώπων των "φυλών". Γι' αυτόν τον λόγο έτρεξαν όλοι οι καραγκιόζηδες οι πολιτικοί να εκμεταλλευτούν τη "νίκη" των ομάδων τους. Έτρεξαν να "εισπράξουν" λίγη από τη δόξα των νικητών. Έτρεξαν στη σημερινή οικονομική αθλιότητα να εμφανιστούν μπροστά στους λαούς για κάτι χαρούμενο και θριαμβευ­τι­κό. Έτρεξαν να παραστήσουν τους "σωτήρες". ’σχετα με το γεγονός ότι, όταν πέσουν τα "φώτα", οι "σωτήρες" θα αποσυρθούν στις επαύλεις τους και οι λαοί στη φτώχεια τους.

Αυτό το οποίο θα δούμε τώρα είναι οι σημαντικές λεπτομέρειες αυτού του Μουντιάλ. Σε ένα Μουντιάλ, όπου έπρεπε όλοι να νικήσουν και όλοι να ευχαριστηθούν, για ν' "ακολουθή­σουν" τον νέο σχεδιασμό, θα έπρεπε να προσεχθεί ακόμα και η τελευταία λεπτομέρεια. ’ρα εκ των δεδομένων θα έπρεπε να δοθεί το τρόπαιο σ' αυτόν που με τη νίκη του δεν θα "χαλούσε" τις γιορτές των άλλων. Σ' αυτόν που δεν θα "φόρτιζε" και δεν θα "απογοήτευε" αυτούς οι οποίοι έκαναν την "υπερπροσπάθεια" στο πρώτο και βασικό επίπεδο. Η επιλογή του νικητή ήταν τέλεια και αυτός ήταν η Βραζιλία.

Γιατί η Βραζιλία ήταν η τέλεια επιλογή; Για τρεις πολύ βασικούς λόγους. Για λόγους ποδοσφαιρικούς, για λόγους πολιτικούς και για λόγους κοινωνικούς. Σ' ό,τι αφορά τους ποδοσφαιρικούς λόγους συμβαίνει το εξής: Όταν "γκρεμίζεις" τα πάντα για να τα "ξαναχτίσεις", ευνόητο είναι ότι γίνεται αντιληπτή η πρόθεσή σου να αδικήσεις τις "σχολές" που διακρίνονται για την "τέχνη" τους. Αδικείς καταφανώς τους "τεχνίτες". Η επιλογή της Βραζιλίας στην περί­πτω­ση αυτήν ήταν τέλεια, γιατί αποτελούσε για τους πονηρούς το τέλειο άλλοθι. Οι καταστροφείς της ποδοσφαιρικής "τέχνης" έδωσαν το τρόπαιο στην καλύτερη "τεχνικά" ομάδα.

Σ' ό,τι αφορά τους πολιτικούς λόγους, συμβαίνει το εξής: Το παγκόσμιο σύστημα ανησυχεί για τα συμβαίνοντα στην πλούσια αλλά πολύπαθη Λατινική Αμερική. Η τρομερή οικονομική κρίση, που μαστίζει την Αργεντινή, απειλεί να βάλει "φωτιά" σε όλη τη Νότια Αμερική. Το να δώσει κανείς το τρόπαιο για πολιτικούς λόγους στην Αργεντινή δεν είναι λάθος, αλλά δεν υπάρχει σοβαρό κέρδος. Ο λαός της θα "ξεχνούσε" στιγμιαία τα προβλήματά του, αλλά θα συνέχιζε την αντίδρασή του. Ήδη έχει μπει σ' αυτήν τη φάση και δεν ανακόπτεται με τέτοιου είδους πρακτικές.

Παράλληλα, αν συνέβαινε αυτό, εύκολα θα μπορούσε να παρασύρει στην αντίδραση και μια θεόφτωχη βραζιλιάνικη κοινωνία, που επιπλέον θα ήταν και απογοητευμένη από το ποδοσφαιρικό της "όπιο". Η επιλογή της Βραζιλίας υπό αυτό το πολιτικό πρίσμα ήταν η πλέον σωστή. Γιατί; Γιατί μόνον μια ψευδοεθνικά ενθουσιώδης Βραζιλία, που μισεί κι ανταγωνίζεται τους Αργεντινούς, θα εμπόδιζε την κατάρρευση της Αργεντινής. Μόνον ο φόβος και το μίσος για μια μεγάλη Βραζιλία σταματάει τους Αργεντινούς από το να τα κάνουν όλα μέσα στην Αργεντινή "φτερά και πούπουλα". Το σύστημα χρειαζόταν ένα μεγάλο εθνικό αντίπαλο δέος για την Αργεντινή και αυτό το κατάφερε, δημιουργώντας �μέσω του ποδοσφαίρου� έναν ψευδοεθνικιστικό "πυρετό" μέσα στη Βραζιλία.

Τέλος, σ' ό,τι αφορά τους κοινωνικούς λόγους και πάλι η επιλογή της Βραζιλίας ήταν τέλεια. Γιατί; Γιατί απλούστατα η παντελώς ανυπόληπτη παγκοσμίως βραζιλιάνικη κοινωνία δεν προκαλεί με τα πάθη της τα "αντιπάθη" των αντιπάλων της. Οι όμοιοι είναι αυτοί που φανατίζονται από τις μεταξύ τους προκλήσεις και όχι οι διαφορετικοί. Οι λαοί, που θίχθηκαν από τις νίκες της Βραζιλίας, δεν παθιάστηκαν από τους πανηγυρισμούς των Βραζιλιάνων. Οι λαοί, που υποστήριζαν τις ομάδες τους εναντίον της Βραζιλίας, δεν μπήκαν στη διαδικασία του φανατισμού. Διαχώρισαν δηλαδή την ομάδα από τον λαό που αντιπροσωπεύει. Αντιμετώπισαν την ομάδα της Βραζιλίας σαν ένα φυσικό μέγεθος.

Υπάρχει άνθρωπος που να μισεί τα δευτερόλεπτα ή τα μέτρα, όταν αγωνίζεται ή όταν υποστηρίζει έναν αθλητή; Κάτι τέτοιο αντιπροσώπευε η Βραζιλία για όλους τους άσχετους, που "νίκησαν" σ' αυτό το Μουντιάλ. Η Βραζιλία ήταν με διαφορά η πιο ταλαντούχα ομάδα της διοργάνωσης. Ήταν μια πρόκληση για όλες τις ομάδες, όπως είναι το παγκόσμιο ρεκόρ για έναν αθλητή. Σε έναν αθλητή αρκεί πολλές φορές να νικήσει τους συναθλητές του και δεν τον πτοεί ιδιαίτερα αν αποτύχει, όταν μόνος του �και ως νικητής πλέον� αντιμετωπίσει το φυσικό μέγεθος. Δεν μετριάζεται η χαρά της νίκης του, όταν αποτύχει στο παγκόσμιο ρεκόρ.

Αυτό ακριβώς έγινε με τη Βραζιλία. Οι Γερμανοί ήταν οι πραγματικοί "νικητές" στο Μουντιάλ, που αφορούσε τους "ομοίους". Αν νικούσαν και στον τελικό, απλά θα κατακτούσαν και το "όνειρο". Το γεγονός όμως της ήττας σ' αυτόν δεν τους "χαλάει" τη "νίκη". Ήταν εθνικοί "ήρωες", ακόμα και χωρίς το τρόπαιο. Ήταν φυλετικοί "ήρωες", ακόμα και χωρίς το τρόπαιο. Δεν θα ήταν τέτοιοι, μόνον αν έχαναν το τρόπαιο από την Τουρκία ή την Κορέα για παρά­δειγμα. Δεν θα ήταν "ήρωες" της παγκόσμιας "αστικής" τάξης, μόνον αν έχαναν το πρωτά­θλημα από τους "μειονοτικούς" ή τους "εργάτες" της Νέας Τάξης.

Εκεί θα κρίνονταν και εκεί θα προκαλούσαν δυσφορία, αν έχαναν στον τελικό. Μόνον σ' εκείνη την περίπτωση δεν θα αρκούσε σε κανέναν το γεγονός ότι έφτασαν στον τελικό. Ίσα-ίσα που πολλοί θα εύχονταν να μην το είχαν πετύχει, προκειμένου να γλιτώσουν τη φυλετική ή εθνική προσβολή, που έγινε μπροστά στα μάτια του παγκόσμιου κοινού. Τότε μόνον η ήττα στον τελικό θα ήταν εθνική καταστροφή. Μια εθνική καταστροφή, που θα "άναβε" τα εθνικά πάθη, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Θα παθιάζονταν οι Γερμανοί, αν πανηγύριζαν εις βάρος τους οι μεγάλοι εθνικοί τους εχθροί. Θα παθιάζονταν, αν την ήττα της Γερμανίας τη συνόδευαν ξέφρενοι πανηγυρισμοί στο Λονδίνο ή το Παρίσι. Θα παθιάζονταν οι Γερμανοί, αν πανηγύ­ριζαν εις βάρος του οι φυλετικοί τους εχθροί. Θα παθιάζονταν, αν την ήττα της Γερμανίας τη συνόδευαν ξέφρενοι πανηγυρισμοί στην ’γκυρα ή τη Σεούλ.

Όλα αυτά όμως δεν έγιναν, γιατί η εξουσία δεν τα άφησε να γίνουν. Οι πανηγυρισμοί στο Ρίο Ντε Τζανέιρο δεν μπορούν να φανατίσουν κανέναν. Δεν μπορούν να φανατίσουν φυλετικά ή εθνικά κανέναν. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν φανατίζεται με έναν ανυπόληπτο και πειναλέο "ζογκλέρ". Έναν "ζογκλέρ", που όλοι εκμεταλλεύονται και ο οποίος παρουσιάζεται ως φυσικό μέγεθος σε έναν τομέα.

Αν το καταλάβει αυτό ο αναγνώστης, μπορεί να καταλάβει και γιατί η επιλογή της Βραζιλίας ήταν τέλεια για κοινωνικούς λόγους. Το παγκόσμιο σύστημα προσπαθεί να περάσει τα νέα πρότυπα της Νέας Τάξης και η Βραζιλία είναι τέλεια ως πρότυπο. Γιατί; Γιατί η Νέα Τάξη θέλει να μετατρέψει στον οικονομικό ή στον πολιτικό τομέα τον Πλανήτη ολόκληρο σε μια "Βραζιλία". Μια ξεβράκωτη, πεινασμένη, αλλά "κεφάτη" "Βραζιλία". Από τη στιγμή που έχει αυτόν τον στόχο, ευνόητο είναι ότι το αμέσως επόμενο είναι ο "εκβραζιλιανισμός" της παγκόσμιας κοινωνίας.

Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Το σύστημα, που θέλει ν' αρπάξει τα πάντα για λογαριασμό των "εκλεκτών" του, φοβάται την κοινωνική αντίδραση. Φοβάται και μισεί τις ανεπτυγμένες και χειραφετημένες δυτικές κοινωνίες. Τις κοινωνίες που αντιδρούν, κάθε φορά που αντιλαμβά­νονται κίνδυνο από "εκλεκτούς". Όταν λοιπόν οι Αγγλοσάξονες επιχειρούν να ελέγξουν ως μειονότητα το σύνολο του παγκοσμίου κεφαλαίου, τι θα επιχειρήσουν να κάνουν; Θα επιχειρήσουν να μιμηθούν εκείνο το κοινωνικό μοντέλο, που δεν αντιδρά στην κοινωνική αδικία και έχει την πιο καλή εικόνα. Ποιο είναι το ιδανικότερο μοντέλο γι' αυτήν την περίπτωση; Το μοντέλο της Βραζιλίας.

Το μοντέλο της κοινωνίας, που, όπως είπαμε, δεν αντιδρά στην αρπαγή των "εκλεκτών". Το μοντέλο της κοινωνίας, που το 98,5% ζει στις "τενεκεδουπόλεις" κι επιτρέπει στο 1,5% να εκμεταλλεύεται τα πάντα. Ένα μοντέλο το οποίο στον τομέα της κοινωνικής αδικίας και της ανισότητας συγκρίνεται μόνον με την "Μπανανοβρετανία", αλλά που είναι πολύ πιο διασκεδαστικό απ' αυτήν. Τους συμφέρει μια βιτρίνα με μια δόση "αλεγκρίας" από την εξίσου άδικη, αλλά απείρως πιο μίζερη και μελαγχολική εικόνα της βρετανικής κοινωνίας.

Οι Αγγλοσάξονες φιλοδοξούν να γίνουν το 1,5% της παγκόσμιας κοινωνίας, που θα ελέγχει τα πάντα. Πλαισιωμένοι από τους Εβραίους και ελέγχοντας τα παγκόσμια ΜΜΕ, προσπαθούν να επιβάλουν τα νέα παγκόσμια πρότυπα. Πρότυπα ευτελή και δειλά, που μοιάζουν με τα βραζιλιάνικα. Πρότυπα "ταλαντούχα" και "προικισμένα" μόνον στους τομείς που δεν απειλούν το σύστημα. Πρότυπα, που έχουν ανάγκη το σύστημα, για να δώσουν οικονομική απόδοση στα "ταλέντα" και στις "προίκες" τους. Γι' αυτόν τον λόγο κάνουν δημόσιο πρόσωπο και προβάλουν τον κάθε "τενεκέ" που βγάζει το ψωμί του με τα πόδια του. Γι' αυτόν τον λόγο προβάλουν σαν κοινωνικά πρότυπα τις πόρνες, που παριστάνουν τα διάσημα μοντέλα.Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Επιλέχθηκαν, για να οδηγήσουν τους λαούς κάπου συγκεκριμένα. Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε για "εκβραζιλιανισμό". Γι' αυτόν τον λόγο θλιβόμαστε, όταν πολίτες μεγάλων και ισχυρών ευρωπαϊκών λαών αντιδρούν με τον βραζιλιάνικο τρόπο σε συγκεκριμένα ερεθίσματα. Θλιβόμαστε, όταν βλέπουμε έναν Γερμανό πολίτη �μέσα στη σύγχρονη Γερμανία της ανεργίας και των τεραστίων κοινωνικών προβλη­μάτων� να κλαίει για την ομάδα του. Θλιβόμαστε, όταν βλέπουμε μια άνεργη Γερμανίδα να δείχνει τη χαρά της για την ποδοσφαιρική νίκη της Nationalmannschaft, προβάλλοντας τα οπίσθιά της.

Υπάρχει πρόβλημα, όταν τα πρότυπα και οι προβαλλόμενοι "σωτήρες" μιας κοινωνίας δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι του κόπου και του πνεύματος. Υπάρχει πρόβλημα, όταν κάποιοι υποσκάπτουν τα θετικά κοινωνικά πρότυπα, που αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Υπάρχει πρόβλημα, όταν η μορφή του "Τσε" γίνεται μπλουζάκι, που το φορούν πόρνες. Θλιβόμαστε μ' αυτήν την κατάσταση, γιατί κάποιοι άλλοι χαίρονται, βλέποντας να έχουν αποτελέσματα τα νέα πρότυπα της παγκόσμιας κοινωνίας.

Η ανθρωπότητα έχει μπει σε έναν επικίνδυνο δρόμο, που, αν δεν αντιδράσουμε, θα την οδηγήσει στην απόλυτη παρακμή. Τα ζώα έχουν αρπάξει τα πάντα και προσπαθούν να αλλοιώσουν την ανθρώπινη φύση, για να μην βρίσκουν αντίδραση. Έχουν βάλει τους λαούς μέσα σε μια κατάσταση, όπου η αντίδραση θα θεωρείται τρομοκρατία και θα διακρίνονται τα "κωλοσφούγκια" των ισχυρών. Στο άμεσο μέλλον αυτός ο οποίος θα τρώει ένα κομμάτι "ψωμί"   δεν θα είναι αυτός που θα δουλεύει ή θα αντιδρά στην εκμετάλλευση, αλλά αυτός ο οποίος θα "γλύφει" τους ισχυρούς. Στο άμεσο μέλλον των ελάχιστων τρισεκατομμυριούχων όποιος θα τρώει ένα κομμάτι "ψωμί", θα θεωρείται προνομιούχος.

Η παγκόσμια "Βραζιλία" σήμερα χτίζεται και πρέπει ν' αντιδράσουμε. Πρέπει ν' αντιδράσουμε μέσα από τις "φαβέλες" που τώρα χτίζονται, για να τις κατοικήσουν οι λαοί. Σ' αυτό το σημείο βέβαια βρίσκεται και η τύχη μας. Αποτελεί τύχη το γεγονός ότι οι πανάσχετοι Αμερικανοί είναι οι σημερινοί "πλανητάρχες". Αποτελεί τύχη το γεγονός ότι ένας κοινός κόπανος παριστάνει τον "πλανητάρχη"- αυτοκράτορα. Αποτελεί τύχη το γεγονός ότι δεν μπορούν όλοι αυτοί να εκτιμήσουν σωστά την κατάσταση και "χτίζουν" μια αυτοκρατορία με ορατή "αχίλλειο πτέρνα". Αυτήν την άγνοια τους πρέπει να εκμεταλλευτούμε. Ο Υδροχοϊσμός θα δώσει τη μεγάλη μάχη υπέρ των λαών. Θα τη δώσει μάλιστα μέσα στην "έδρα" του και μπροστά στο "κοινό" του. Είναι τύχη για μας τους Έλληνες να έχουμε μπροστά μας την πολιτισμική, εθνική και κοινωνική πρόκληση της Αθήνας του 2004.